ΜΑΡΙΑ ΒΙΟΛΑΡΗ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε141/2020, 23/4/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΙΑ ΒΙΟΛΑΡΗ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε141/2020, 23/4/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. Ε141/2020)

 

23 Απριλίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΜΑΡΙΑ ΒΙΟΛΑΡΗ

Εφεσείουσα/Ενάγουσα

v.

 

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

 

Εφεσιβλήτου/Εναγομένου

--------------------

 

Α. Χ. Κυπρίζογλου, για την Εφεσείουσα

Π. Μιχαηλίδης, για τον Εφεσίβλητο

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΘΩΜΑ, Δ.: Η Έφεση προσβάλλει την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού δια της οποίας ακυρώθηκε το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.11.2019 και απορρίφθηκε η αίτηση, στη βάση της οποίας αυτό εξεδόθη. Με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεσμεύτηκε ποσό €8.576,65 στον τραπεζικό λογαριασμό του Εφεσίβλητου, Εναγόμενου στην αγωγή, τον οποίο διατηρούσε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η αξίωση της Εφεσείουσας, Ενάγουσας στην αγωγή, απορρέει από δάνειο το οποίο είχε παραχωρήσει σταδιακά κατά τα έτη 2018 - 2019 στον Εφεσίβλητο, το ύψος του οποίου ανέρχεται στο ανωτέρω αναφερόμενο ποσό.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας τη φύση του αιτηθέντος διατάγματος, κατέληξε, ορθά κατά την κρίση μας, ότι ήταν διάταγμα παγοποίησης τύπου Mareva. Παραθέτει δε τις αρχές, οι οποίες διέπουν την έκδοση διαταγμάτων αυτής της φύσης, όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί διαχρονικά από τη νομολογία και οι οποίες, σε γενικές γραμμές, δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τις αρχές οι οποίες καθορίζονται στο Άρθρο 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960 (Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines a. o. (1976) 1 C.L.R. 302, Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd (2001) 1 (B) A.A.Δ. 1301 και Sixteen Thirteen Marine SA, The Nicholas M (2009) 1 ALL E.R. (Comm) 479). Στη συνέχεια, εξετάζοντας τις προϋποθέσεις έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος, ικανοποιήθηκε ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32(1), ήτοι ότι αποκαλύφθηκε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, καθώς και ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της Εφεσείουσας. Δεν ικανοποιήθηκε όμως ως προς τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης, ήτοι της δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), κατέληξε ότι γέρνει προς την πλευρά του Εφεσίβλητου.

 

Η Έφεση

 

Η Εφεσείουσα με τον μοναδικό λόγο έφεσης παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αντινομικά ακύρωσε το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα λόγω της μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960, καθότι, σύμφωνα με το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, το ποσό που υπήρχε στον τραπεζικό λογαριασμό του Εφεσίβλητου κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος ήταν κατά πολύ μικρότερο από το ποσό που επιδιώκει να εισπράξει από αυτόν μέσω της αγωγής της.

 

Σύμφωνα με την αιτιολογία του λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αντινομικά αναλώθηκε στην αιτιολόγηση του γεγονότος ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32(1), καθότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος τύπου Mareva Injunction, χωρίς όμως να λάβει υπόψη του το πλαίσιο που έθεσε επί του θέματος αυτού η υπόθεση M.& Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά v. The Timberland Co (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791. Κατά την Εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να περιοριστεί στη στάθμιση της τρίτης προϋπόθεσης εντός του πλαισίου της ανωτέρω απόφασης και όχι συναρτώντας την αυστηρά με την υλική ζημιά που πρόκειται να υποστεί.

 

Μελετήσαμε με προσοχή την επιχειρηματολογία η οποία αναπτύσσεται στις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Εν πρώτοις θα θέλαμε να αναφέρουμε ότι δεν μας βρίσκει σύμφωνους η αναφερόμενη, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα εκ μόνου του λόγου ότι το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον τραπεζικό λογαριασμό του Εφεσίβλητου κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν πολύ μικρότερο από το ποσό που αξιώνει η Εφεσείουσα μέσω της αγωγής της. Όπως διαφαίνεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο από την εκκαλούμενη απόφαση, δεν ήταν ο μοναδικός λόγος, αλλά ένας εκ των λόγων για τους οποίους το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ως προς τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32(1) του Ν.14/60. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης, από το οποίο διαφαίνεται η πλήρης αιτιολογία της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιήθηκε ως προς τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του ανωτέρω άρθρου:

 

«Το πρόβλημα, στην προκειμένη περίπτωση, είναι στην τρίτη προϋπόθεση και στις επιμέρους προϋποθέσεις που ισχύουν για τα διατάγματα Mareva, όπως εκτέθηκαν ανωτέρω. Η Ενάγουσα, μέσα από τα λεγόμενά της, στην παράγραφο 10 της ένορκης της δήλωσης, δημιούργησε την αρχική εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος, μόνιμος κάτοικος Κύπρου, είναι ένα πρόσωπο χωρίς ιδία οικονομική δυνατότητα, που έχει συνεχή ανάγκη για δανεικά και που κατά κάποιον τρόπο την εκμεταλλεύτηκε. Παράλληλα, η Ενάγουσα άφησε την εντύπωση πως ο Εναγόμενος έχει και διαθέσιμα χρήματα στον λογαριασμό του, τουλάχιστον €8.576,65, ίσα με την αξίωσή της, τα οποία μπορούν να δεσμευτούν. Παρουσίασε τον Εναγόμενο ως άνθρωπο που κάνει σπάταλη έως πολυτελή ζωή, ώστε, εάν δεν υπάρχει το προσωρινό διάταγμα, θα εξανεμισθεί υφιστάμενη περιουσία και δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση προς όφελός της, ενώ η ύπαρξή του, αντιθέτως, τη διασφαλίζει. Από την άλλη, το γεγονός που, καθοριστικά θα έλεγα, έθεσε ο Εναγόμενος, πλέον εμφανιζόμενος, και δεν αμφισβητήθηκε, είναι ότι ο ίδιος δεν έχει στον τραπεζικό λογαριασμό του κάποιο ποσό €8.576,65, για το οποίο εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα. Έχει κατατεθειμένο ένα ποσό ύψους €344,68, το οποίο, μάλιστα, του είναι αναγκαίο για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του, σίτισης και πληρωμής των λογαριασμών του. Δεν υπάρχει το status quo, που η Ενάγουσα παρουσίασε ως αναγκαίο να διατηρήσει με διάταγμα, καθ' όλη τη διάρκεια της αγωγής.

Πέραν του ότι δεν υπάρχει η περιουσία στην οποία, αδιερεύνητα μάλλον, στόχευσε η Ενάγουσα με παγοποιόν διάταγμα, και είναι απαραίτητη προϋπόθεση να υπάρχει, δεν μπορεί να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα για το πολύ χαμηλότερο ποσό των €344,68, που καθ' ομολογία του Εναγόμενου υπάρχει. Γιατί και τότε κυριαρχεί η εικόνα, μέσα από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, ότι αυτό το ποσό του είναι αναγκαίο για την κάλυψη των βασικών του αναγκών. Σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας δεν υποδεικνύει συγκεκριμένο άμεσο και πραγματικό κίνδυνο αποξένωσης, που να απορρέει από συμπεριφορά του Εναγόμενου που ξεφεύγει από τη συνήθη δραστηριότητά του. Ούτε είναι επαρκώς λεπτομερής, ως προς την εργασία ή την εισοδηματική ικανότητα του Εναγόμενου, εάν έχει σταθερά έσοδα, εάν η αποστέρηση, από τον Εναγόμενο, αυτού του ποσού, δεν θα εκτρέψει το διάταγμα Mareva από τον σκοπό του. Το βάρος απόδειξης δεν βρίσκεται στον Εναγόμενο, ούτε η διαδικασία αυτή μετατρέπεται σε εξεταστική της οικονομικής δυνατότητας του Εναγόμενου. Έχοντας παράλληλα υπόψη ότι ακόμα και από τα μέτρα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων εξαιρείται η περιουσία που είναι απόλυτα αναγκαία για την ικανοποίηση ορισμένων αναγκών του καθ' ου η εκτέλεση, προς διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσής του, τα Mareva δεν υπάρχουν στο δίκαιο για να υποκαθιστούν πρώιμα και ανέλεγκτα μια διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων, σκληρότερη και από την ίδια τη διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Τα δεδομένα αυτά εν τέλει ερμηνεύονται ότι δεν ικανοποιούν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, όπως αυτή εξειδικεύεται στις προαναφερόμενες επιμέρους προϋποθέσεις.»

 

Η διαχρονική επί του θέματος νομολογία καταδεικνύει ότι ο σκοπός του διατάγματος τύπου Mareva είναι η διατήρηση περιουσιακών στοιχείων για να καταστεί δυνατό για τον ενάγοντα να προχωρήσει με την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, η οποία τυχόν θα εκδοθεί προς όφελος του (Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd (1987) 1 C.L.R. 627). Στην Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited (ανωτέρω) αναφέρεται, με παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrtsgesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The) [1983] W.L.R. 1412, 1422, πως «...το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα». Στην αμέσως πιο πάνω Αγγλική υπόθεση αναφέρθηκε επίσης ότι ο ενάγων θα πρέπει να παρουσιάσει «στέρεη» μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd (1987) 1 C.L.R. 583, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση διατάγματος τύπου Mareva θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε με γνώμονα τους ειδικούς σκοπούς του Νόμου, κυρίως δε το ότι χρησιμεύει ως βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, στοχεύον στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας.

 

Η υπόθεση Βγενόπουλος κ.ά. v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. Ε141/2014 κ.ά., ημερ. 13.9.23, αφορούσε διατάγματα τύπου Mareva, τα οποία παγοποίησαν περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων εντός και εκτός δικαιοδοσίας. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Thane Investments Ltd a.o. v. Tomlinson a.o. (2003) EWCA Civ 1272:

 

«"[20] ... The court, however, has repeatedly stressed that a cautious approach is appropriate before what has been called one of the court's nuclear weapons (see Bank Mellat v Nikpour [1985] FSR 85 at p 92 per Donaldson J) is deployed, particularly if an order is sought and obtained without notice to the person made subject to the order.

 

[21] It is clear on the authorities that what the court must be satisfied about before making such an order is that the applicant for the order has a good, arguable case, that there is a real risk that judgment would go unsatisfied by reason of the disposal by the defendant of his assets, unless he is restrained by the court from disposing of them, and that it would be just and convenient in all the circumstances to grant the freezing order. It is important that there should be solid evidence adduced to the court of the likelihood of dissipation. Neuberger J rightly acknowledged in para 14 of his judgment:

 

". . . the duty of a person seeking an order, and in particular an order which can have as substantial an effect as a freezing order, in the absence of the Defendant against whom it is sought, is strict and important. An order against a person in his absence, particularly when it is a freezing order, which is a very serious infringement of his rights and liberties, can only be justified on appropriately clear and strong facts and risks. It should only be granted in circumstances which provide maximum protection for the person against whom the order is to be made. The courts have frequently emphasised the importance of compliance with the various requirements of the Rules relating to the obtaining of without notice orders".

  

Αυτό το οποίο αναδύεται από την ανωτέρω παρατεθείσα νομολογία είναι ότι ο ενάγων, σε κάθε περίπτωση που αιτείται την έκδοση διατάγματος τύπου Mareva, έχει την υποχρέωση να παρουσιάσει «στέρεη» (solid) μαρτυρία πως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος η απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί προς όφελος του να παραμείνει ανεκτέλεστη. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική στην περίπτωση που ο ενάγων αιτείται την έκδοση διατάγματος μονομερώς.

 

Στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία την οποία παρουσίασε η Εφεσείουσα αναφορικά με τον κίνδυνο μη ικανοποίησης της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί προς όφελος της, όπως αναδύεται μέσα από την ένορκη δήλωση, δεν πληροί, κατά την κρίση μας, το ανωτέρω αναφερόμενο κριτήριο. Αντίθετα στερείται της σαφήνειας και ακρίβειας εν σχέσει με το οικονομικό status του Εφεσίβλητου, που θα έπρεπε να τη χαρακτηρίζουν. Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας:

 

«10. Η συμβουλή την οποία έλαβα από το δικηγόρο μου ήταν ότι θα έπρεπε να διασφαλίσω το λαβείν μου εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Ως εκ τούτου, όταν ανέφερα στο δικηγόρο μου μετά από σχετικές ερωτήσεις που μου υπόβαλε ο τελευταίος ότι, ο μοναδικός οικονομικός πόρος που γνωρίζω ότι διαθέτει ο Καθ’ ου η Αίτησις, είναι συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, όπου καταθέτει χρήματα και στον οποίο επί του παρόντος υπάρχουν χρήματα, τα οποία όμως εξ όσων γνωρίζω, σπαταλά αλόγιστα, σε ξενύχτια, αγορά ακριβών ρούχων και άλλου είδους παρόμοιες σπατάλες και μπορούν να εξανεμιστούν από στιγμή σε στιγμή, η συμβουλή που έλαβα, ήταν να προωθήσω την παρούσα Αίτηση, προκειμένου να προστατεύσω το λαβείν μου από τον Καθ’ ου η Αίτησις, δεδομένου του γεγονότος πως, αν δεν το πράξω και μάλιστα άμεσα, θα κινδυνεύω άμεσα, να μην εισπράξω ποτέ το λαβείν μου σε περίπτωση που επιτύχει η παρούσα αγωγή.

 

11. Εν όψει όλων των πιο πάνω ευσεβάστως εισηγούμαι ότι, έχω καλή βάση αγωγής, δικαιούμαι εις θεραπεία και θα είναι δύσκολο ή και αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα εξαιτούμενα διατάγματα, καθότι, ο Καθ’ ου η Αίτησις έχει αποδείξει μέχρι σήμερα ότι δεν είναι φερέγγυος οικονομικά.»

 

Με δεδομένο το ανωτέρω μαρτυρικό υλικό, που ήταν το μοναδικό που παρουσιάστηκε από την Εφεσείουσα εν σχέσει με τον κίνδυνο μη ικανοποίησης από τον Εφεσίβλητο της απόφασης που τυχόν εκδοθεί προς όφελος της, κρίνουμε ως απόλυτα ορθά τα όσα καταγράφονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του, όπως τα έχουμε παραθέσει πιο πάνω. Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε πως η παρουσιασθείσα μαρτυρία κάθε άλλο παρά λεπτομερής και σαφής ήταν ως προς την εργασία και γενικά την εισοδηματική ικανότητα του Εφεσίβλητου. Η γενική και αόριστη αναφορά της Εφεσείουσας ότι ο μοναδικός οικονομικός πόρος που γνωρίζει πως διαθέτει ο Εφεσίβλητος είναι ο δεσμευθείς δια του προσωρινού διατάγματος τραπεζικός λογαριασμός, κάθε άλλο παρά συνιστά στέρεη μαρτυρία ως προς το ότι, εκτός και αν δεσμευθεί ο ανωτέρω τραπεζικός λογαριασμός, η προς όφελος της τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση θα παραμείνει ανεκτέλεστη. Έχοντας δε κατά νουν το ύψος του αξιούμενου από την Εφεσείουσα ποσού, το οποίο αναμφισβήτητα δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο, κρίνουμε ότι εύκολα θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από χρήματα, τα οποία ο Εφεσίβλητος ενδεχομένως κερδίζει από την εργασία του, για την οποία, ως έχει ήδη αναφερθεί, καμιά μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την Εφεσείουσα.

 

Αναφέρουμε επίσης ότι, με δεδομένο το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το ποσό των €344,68 που υπήρχε τελικά στον τραπεζικό λογαριασμό του Εφεσίβλητου και δεσμεύτηκε με το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι κατά πολύ μικρότερο από το αξιούμενο από την Εφεσείουσα ποσό, μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει το status quo, το οποίο η Εφεσείουσα θέλησε να διατηρήσει με το αιτούμενο διάταγμα. Επισημαίνουμε ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσής της, στον συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό υπάρχουν χρήματα επί του παρόντος, τα οποία ο Εφεσίβλητος σπαταλά αλόγιστα. Κατά συνέπεια η δέσμευση του ανωτέρω ποσού με το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να διασφαλίσει την ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί προς όφελος της Εφεσείουσας. Είναι ορθή η παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως «...η ικανοποίηση που θα πρόσφερε η εξασφάλιση των €344,68 στην Ενάγουσα δεν θα κάλυπτε μεγάλο μέρος της παλλαπλάσιας αξίωσης της,...».

 

Το παράπονο της Εφεσείουσας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στάθμισε την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32(1) εντός του πλαισίου που έθεσε η υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ. ά. v. The Timberland Co. (ανωτέρω), είναι παντελώς αβάσιμο. Επισημαίνουμε ότι το εκδοθέν στην ως άνω υπόθεση προσωρινό διάταγμα δεν ήταν τύπου Mareva, αλλά διάταγμα στη βάση του Άρθρου 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, με το οποίο απαγορεύθηκε στους εκεί εφεσείοντες να αντιποιούνται τα εμπορεύματα των εφεσιβλήτων. Τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32(1), ήτοι ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία, λέχθηκαν κάτω από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης εκείνης, για αυτό δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση.

 

Ο λόγος Έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Ως έχει ήδη αναφερθεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε κατά πόσο ήταν δίκαιο και πρόσφορο να οριστικοποιήσει το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, καταλήγοντας ότι γέρνει προς την πλευρά του Εφεσίβλητου. Αφ’ ης στιγμής το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ως προς τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32(1), ο προβληματισμός του για το πού έγερνε το ισοζύγιο της ευχέρειας ήταν πλέον περιττός (Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Εν πάση περιπτώσει, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το πού γέρνει το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν προσβάλλεται από την Εφεσείουσα, για αυτό δεν προτιθέμεθα να δώσουμε συνέχεια στο ζήτημα. Θα πρέπει όμως να αναφερθεί ότι, ακόμα και στην περίπτωση που ο λόγος έφεσης γινόταν αποδεκτός, η Έφεση και πάλι δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη, ενόψει του ότι δεν προσβάλλεται από την Εφεσείουσα η ως άνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας.


 

Κατάληξη

 

Στη βάση των πιο πάνω, η Έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα €2.400, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας.

 

 

 

 

                                                            Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                    Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                    Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο