ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ. Ε26/2025)
6 Απριλίου 2026
[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Πρόεδρος]
Πόλα Θεοδοσιάδου
Εφεσείουσα
ν.
Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
Εφεσίβλητη
Για εφεσείουσα: κα Νικολέττα Θεοδώρου με κ. Αντρέα Μούστρα για Ηρακλής Ν. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.
Για την εφεσίβλητη: κ. Μάριος Νικολάου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Π.: Η παρούσα εκδικάζεται σε μονομελή σύνθεση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 25.1 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και του Άρθρου 11.5 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες διατάξεις) Νόμου του 1964 (33/1964).
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (το πρωτόδικο Δικαστήριο) με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εφεσείουσας – ενάγουσας στην πρωτόδικη διαδικασία, για τροποποίηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης. Η αίτηση υποβλήθηκε μετά την κλήση για οδηγίες και πρωτοδίκως εξετάστηκε στην βάση της Δ.25 θ.1(3) που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο.
Με την αγωγή της, η εφεσείουσα αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εγγυητική επιστολή που εξέδωσε η ίδια, ρευστοποιήθηκε παράνομα από την εναγομένη. Επιζητεί επίσης δήλωση του Δικαστηρίου που να δηλώνει ότι η σύμβαση δανείου που καταρτίστηκε από την εφεσείουσα περί την 20/03/2014 με τη ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς είναι ακυρώσιμη ως προϊόν δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παραπλανητικών διαβεβαιώσεων, παράνομων ενεργειών αλλά και ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εφεσίβλητης παραβίασαν το καθήκον επιμέλειας που είχαν έναντι της εφεσείουσας με αποτέλεσμα να ευθύνονται για αμέλεια απέναντι της. Στην έκθεση απαίτησης παρατίθενται λεπτομέρειες των κατ’ ισχυρισμό ψευδών παραστάσεων, δόλου αλλά και αμέλειας και παράβασης των νομίμων καθηκόντων της εφεσίβλητης.
Στην συνέχεια μετά την κλήση για οδηγίες, και ενώ εκκρεμούσε η καταχώριση από την εφεσείουσα του ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και της σύνοψης μαρτυρίας, η εφεσείουσα με γραπτή αίτηση ζήτησε την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης της. Πρόθεση της εφεσείουσας ήταν να διαγράψει συγκεκριμένες αξιώσεις αλλά και να προσθέσει άλλες που θα στηρίζονταν στον ισχυρισμό ότι η επίδικη εγγυητική επιστολή δεν καταρτίστηκε με τη δική της συγκατάθεση αλλά με μονομερείς παράνομες πράξεις της εφεσίβλητης. Ζητά επίσης να προσθέσει ισχυρισμούς ότι η επίδικη σύμβαση δανείου είναι ανύπαρκτη και ότι η εφεσείουσα ουδέποτε αιτήθηκε ή συμβλήθηκε με την τότε ΣΠΕ Λακατάμιας με σκοπό τη δανειοδότηση, αλλά και επίσης ότι δεν υπέγραψε κανένα έγγραφο ή συμφωνία δανείου.
Το αίτημα τροποποίησης αιτιολογήθηκε μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, με τον ισχυρισμό ότι οι νέοι δικηγόροι της εφεσείουσας μελετώντας τη δικογραφία της αγωγής, διαπίστωσαν ότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η έκθεση απαίτησης χρήζουν τροποποίησης, ώστε να αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και για να καθοριστεί το ορθό νομικό πλαίσιο που αφορά αυτά τα γεγονότα. Υποστηρίζεται συγκεκριμένα ότι οι νέοι συνήγοροι της εφεσείουσας μετά από σχετική έρευνα, διαπίστωσαν ότι ποτέ δεν συνήφθη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 20/03/2014 ούτε υπογράφηκε εγγυητική επιστολή την 17/05/2007. Ζήτησαν δε αντίγραφα των εγγράφων αυτών από την αντίδικη πλευρά, τα οποία όμως δεν τους δόθηκαν ποτέ.
Η εφεσίβλητη με την ένσταση της υποστήριξε ότι η αίτηση δεν συνάδει με τις προϋποθέσεις της Δ.25 θ.1(3) των παλαιών θεσμών πολιτικής δικονομίας ως τροποποιήθηκε. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν σε νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής, ούτε σε καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Προβάλλεται επίσης ως λόγος ένστασης ότι τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα επέφερε ριζική μεταβολή στο χαρακτήρα της έκθεσης απαίτησης, με αποτέλεσμα η εφεσίβλητη να βρεθεί σε δυσμενή θέση αφού θα πρέπει να αναπροσαρμόσει την υπερασπιστική της γραμμή.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπό κρίση ενδιάμεση απόφαση του αναφέρθηκε στις πρόνοιες της Δ.25 θ.1(3) που εφαρμόζονταν κατά τους επίδικους χρόνους. Υπέδειξε ότι σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, οι περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου περιορίζονται σημαντικά και αφορούν μόνο, το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και τις περιπτώσεις που έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής. Αναφέρει στην συνέχεια ότι εάν και εφόσον κριθεί ότι πληρείται μια εκ των πιο πάνω προϋποθέσεων, τότε μόνον μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης των δικογράφων, όπως καθιερώθηκαν από την νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων . (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 33).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε και στις πρόνοιες του Μέρους 60.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, σύμφωνα με το οποίο όταν ασκείται διακριτική ευχέρεια σε διαδικασία η οποία άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των Κανονισμών του 2023, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του, τις αρχές οι οποίες καθορίζονται στο Μέρος 1.2, ήτοι την εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, αναφορικά με το καθήκον του Δικαστηρίου να διαχειρίζεται υποθέσεις κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος. Αναφέρει όμως επί του προκειμένου το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η εν λόγω πρόνοια δεν αναιρεί τις διατάξεις της Δ.25 θ.1(3) των παλαιών θεσμών πολιτικής δικονομίας, η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.
Εξετάζοντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις στην βάση της Δ.25 θ.1(3), το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού τις χαρακτηρίζει ως εκτεταμένες, έκρινε ότι η περίπτωση δεν συνιστά καλόπιστο λάθος. Λέχθηκε ότι η παράλειψη καταγραφής στο δικόγραφο ότι δεν συνήφθη ποτέ η συμφωνία δανείου ή η παράλειψη έγερσης άλλης διαζευκτικής βάσης αγωγής ή αξιώσεων καθώς και η επιδίωξη ριζικής μεταβολής των ισχυρισμών και της φύσης της έκθεσης απαίτησης, δεν συνιστούν λάθη στη σύνταξη του δικογράφου. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η εσφαλμένη εντύπωση του δικηγόρου ή του διαδίκου περί των γεγονότων τα οποία συγκροτούν τη βάση της απαίτησης του, δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του καλόπιστου λάθους, στη σύνταξη της δικογραφίας.
Εξετάζοντας ακολούθως τη δεύτερη προϋπόθεση της Δ.25 θ.1(3) το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν σε νέα δεδομένα, τα οποία να μην ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών με σκοπό την έγερση της αγωγής.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται επί της ουσίας εκ βάθρων τροποποίηση των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης. Με τους αρχικούς ισχυρισμούς της, η εφεσείουσα αναφέρεται στην υπογραφή της σύμβασης εκ μέρους της ως προϊόν δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και παραπλανητικών διαβεβαιώσεων της εφεσίβλητης. Όμως τα γεγονότα που επιθυμεί να εισαγάγει με την αιτούμενη τροποποίηση, τείνουν να υποστηρίξουν μια νέα αιτία αγωγής στη βάση της ανυπαρξίας πλέον, σύναψης συμφωνίας δανείου.
Υπό το φως των πιο πάνω, κρίθηκε πρωτοδίκως ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα συνεπαγόταν ριζική αλλαγή της φύσης της απαίτησης που δεν θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης και ειδικά τον πρωταρχικό σκοπό που προσδιορίζει ότι το πρωτεύον είναι ο χειρισμός μιας υπόθεσης δίκαια και με αναλογικό κόστος. Υποδείχθηκε ότι ο πρωταρχικός σκοπός σε καμία περίπτωση δεν εξυπηρετείται όταν με τροποποίηση ενός δικογράφου θα επανερχόταν ένας διάδικος με θέματα που ενδεχομένως να εμπίπτουν στις πρόνοιες του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 01/01/2016 ενώ τα επίδικα γεγονότα ανάγονται στο έτος 2014. Επιχειρείται δηλαδή η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης 10 χρόνια μετά τα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν.
Στην βάση των πιο πάνω συμπερασμάτων του, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την υπό κρίση αίτηση για τροποποίηση. Εναντίον της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης, η εφεσείουσα καταχώρισε την παρούσα έφεση.
Με τον 1ο λόγο έφεσης, προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την εξέταση της προϋπόθεσης «νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης κλητήριου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης» της Δ.25 θ.1(3), λανθασμένα και σε αντίθεση με τα ενώπιον του δεδομένα, έκρινε ότι η επίδικη συμφωνία δανείου ημ. 20/03/2014 είναι υπαρκτή και ότι η εφεσείουσα γνώριζε την ύπαρξη της από το 2014, όταν έδωσε οδηγίες για καταχώρηση της αγωγής.
Σημειώνεται στην αιτιολογία του 1ου λόγου έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο πιο πάνω εύρημα χωρίς να λάβει υπόψιν του, την παραδοχή της εφεσίβλητης ότι όντως δεν υφίσταται η επίδικη συμφωνία δανείου ημ. 20/03/2014. Αναφέρεται επίσης στην αιτιολογία του 1ου λόγου έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση της εφεσείουσας ότι η αρχική έκθεση απαίτησης στηρίχθηκε σε λανθασμένα δεδομένα και παραλείψεις του συντάκτη της, χωρίς να διεξέλθει με προσοχή στα ενώπιον του αναντίλεκτα δεδομένα και χωρίς να αξιολογήσει τους λόγους που πρόβαλε η εφεσείουσα και που δικαιολογούσαν τούτο και δίχως να συνυπολογίσει ότι όντως η επίδικη συμφωνία δεν υπάρχει.
Με τον 2ο λόγο έφεσης, η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα επέλθει εκ βάθρων ανατροπή της μέχρι σήμερα δικογραφημένης εκδοχής της εφεσείουσας και ότι αλλοιώνεται η αιτία αγωγής με την δημιουργία νέας βάσης απαίτησης. Η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι αιτιολόγησε επαρκώς τους λόγους προώθησης της αγωγής, δυνάμει των αρχικά λανθασμένων στοιχείων και πεποιθήσεων της. Αιτιολόγησε επίσης επαρκώς τους λόγους που την ώθησαν στην καταχώριση της αίτησης τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, χωρίς να αλλοιώνεται το επίδικο ζήτημα που είναι η ακύρωση της επίδικης συμφωνίας επί των ορθών στοιχείων και δεδομένων, τα οποία εκ των υστέρων ανακάλυψε.
Παρεμφερής είναι και ο 3ος λόγος έφεσης με τον οποίο η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε στην απόρριψη της υπό κρίση αίτησης και ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι προϊόν κακής και λανθασμένης άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Υποστηρίζεται συγκεκριμένα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά τις συνέπειες τυχόν αποδοχής της αίτησης τροποποίησης, καταλήγοντας ότι η εφεσίβλητη τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι της εφεσείουσας, αφού καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό της επί «νέας» βάσης αγωγής, ενώ στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν ισχύει σύμφωνα με την εφεσείουσα.
Ο 1ος λόγος έφεσης σχετίζεται με τις προϋποθέσεις εξέτασης αιτήματος τροποποίησης δυνάμει της Δ.25 θ.1(3). Στην αιτιολογία του πιο πάνω λόγου έφεσης γίνεται αναφορά σε λανθασμένη αξιολόγηση της προϋπόθεσης για την ύπαρξη νέων δεδομένων μη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να αξιολογήσει ότι η αρχική έκθεση απαίτησης στηρίχθηκε σε λανθασμένα δεδομένα.
Η συνήγορος της εφεσείουσας στην αγόρευση της ενώπιον του Εφετείου, έδωσε έμφαση στην δεύτερη εξαίρεση της Δ.25 θ.1(3) για εισαγωγή δεδομένων μη υπαρκτών κατά την λήψη οδηγιών κατά την καταχώριση της αγωγής. Ανέφερε ότι με την αυστηρή ερμηνεία της Δ.25 θ.1(3) επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα διαδίκου που θέλει να τροποποιήσει το δικόγραφο του και να εισαγάγει γεγονότα, που ναι μεν ήταν υπαρκτά κατά την καταχώριση της αγωγής, ο ίδιος όμως δεν τα γνώριζε για να τα συμπεριλάβει στο δικόγραφο του. Αναφορά στην ερμηνεία της Δ.25 θ.1(3) γίνεται και στο περίγραμμα αγόρευσης της εφεσείουσας, όπου υποστηρίζεται ότι αυτή πρέπει να ερμηνεύεται και εφαρμόζεται με τρόπο φιλελεύθερο και ευρύ, έχοντας κατά νου τόσο τη σχετική επί του θέματος νομολογία, όσο και τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 και ιδιαίτερα τον πρωταρχικό σκοπό, η ουσία του οποίου είναι η αποφυγή τυπολατριών και η έμφαση στον χειρισμό των υποθέσεων με τρόπο δίκαιο, που να μην αδικεί οποιονδήποτε διάδικο.
Ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην δική του αγόρευση επεσήμανε ότι η εφεσείουσα παραδέχεται ρητά στο περίγραμμα αγόρευσης της ότι τα στοιχεία που περιβάλλουν τις αιτούμενες τροποποιήσεις, ήταν υπαρκτά κατά τον χρόνο της καταχώρησης της αγωγής. Η εξήγηση που δίνει παρόλα αυτά ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή διότι κατά την καταχώρηση της αγωγής, η ίδια προέβη σε θετικό και ανεπιφύλακτο ισχυρισμό για την εκ μέρους της υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, προβάλλοντας μάλιστα αξιώσεις που συναρτώνται με την ακύρωση της, λόγω εξαναγκασμού.
Εν πρώτοις, θεωρώ ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφαρμογή των αρχών του πρωταρχικού σκοπού στα γεγονότα της παρούσας όπως καθιερώνεται στο Μέρος 1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 δεν αναιρεί τις αυστηρές προϋποθέσεις τροποποίησης των δικογράφων που παρατίθενται στην Δ.25 θ.1(3). Είναι γεγονός ότι το Μέρος 60.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, καθορίζει ότι όπου ασκείται διακριτική ευχέρεια σε διαδικασία που άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των Κανονισμών του 2023, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του τις αρχές που καθορίζονται στο Μέρος 1, ήτοι την εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού αναφορικά με το καθήκον του Δικαστηρίου να διαχειρίζεται υποθέσεις κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος. Όμως εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά την τροποποίηση της Δ.25 θ.1(3), η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες περιορίστηκε σημαντικά, μέσα στα αυστηρά πλαίσια που καθορίζει η Δ.25 θ.1(3), ήτοι μόνο στην περίπτωση του καλόπιστου λάθους ή της δημιουργίας νέων γεγονότων που δεν ήταν υπαρκτά κατά τον χρόνο της λήψης οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου.
Η νέα Δ.25 καθιερώθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014. Ειδικά στην υπό κρίση περίπτωση, εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1 (3) αφού όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή βρίσκεται στο διαδικαστικό στάδιο μετά την κλήση για οδηγίες. Επομένως, η νομολογία της παλιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Οι σχετικές πρόνοιες της νέας Δ.25 είναι εντελώς διαφορετικές και δεν παρέχεται πλέον ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες, όπως προβλεπόταν στην παλαιά Δ.25.
Η παλαιά Δ.25, έδινε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για τροποποίηση δικογράφου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σε αντίθεση, η νέα Δ.25 θ.1(3) προνοεί ότι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, εκτός αν υφίσταται αυστηρά, μια από τις δύο πιο πάνω εξαιρέσεις που ρητά αναφέρονται στον θ.1(3). Σκοπός κατά την άποψη μου είναι, με τον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό, να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη τροποποίηση δικογράφων που προκαλεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και συνάμα να καθιερωθεί στους συνηγόρους, η ανάγκη για μια πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια κατά την σύνταξη των δικογράφων.
Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο πολύ ορθά έκρινε, ότι η πρόνοια για εφαρμογή των αρχών του πρωταρχικού σκοπού δυνάμει του Μέρους 60.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 σε υποθέσεις άσκησης διακριτικής εξουσίας κατά την εφαρμογή των παλαιών θεσμών πολιτικής δικονομίας, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι καταργεί τις ειδικές πρόνοιες της Δ.25 θ.1(3) για τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες. Όπως πολύ ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως, για να εφαρμοστεί η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει της απόφασης (ανωτέρω) σε αίτηση τροποποίησης μετά την κλήση για οδηγίες, θα πρέπει να ισχύει μια από τις δύο αυστηρές εξαιρέσεις που προβλέπει η Δ.25 θ.1(3).
Όσον αφορά την ουσία της αίτησης, η εφεσείουσα αρχικά υποστήριξε πρωτοδίκως ότι η αγωγή προωθήθηκε από τους προηγούμενους δικηγόρους της στη βάση λανθασμένων δεδομένων, τα οποία εντοπίστηκαν από τους νέους δικηγόρους και ότι η μη αναγραφή των αιτούμενων με την τροποποίηση ισχυρισμών ότι δηλαδή δεν συνήφθη ποτέ συμφωνία δανείου και εγγυητική επιστολή, αποτελούν παραδρομή του συντάκτη λόγω λανθασμένης εντύπωσης. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, η παρούσα περίπτωση πολύ ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του καλόπιστου λάθους.
Η νέα Δ.25 δεν αναφέρεται ειδικά στην ερμηνεία της φράσης «καλόπιστο λάθος». Κατά την κρίση μου, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή (βλ. Πολ. Έφεση Ε99/2022 ημ. 3/10/2025). Ως εκ τούτου, η παράλειψη προβολής στην έκθεση απαίτησης του ισχυρισμού ότι δεν συνάφθηκε ποτέ η συμφωνία δανείου και η εγγυητική επιστολή, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος.
Η συνήγορος της εφεσείουσας εστίασε κυρίως την επιχειρηματολογία της στην δεύτερη εξαίρεση της Δ.25 θ.1(3), ως προς την προσθήκη γεγονότων στην έκθεση απαίτησης που δεν ήταν υπαρκτά κατά την σύνταξη της αγωγής. Ισχυρίζεται επί του προκειμένου ότι η στενή γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω εξαίρεσης της Δ.25 θ.1(3), αποκλείει τον εκάστοτε αιτητή από μια δίκαιη και αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη όταν, όπως στην παρούσα περίπτωση, γνωστοποιούνται σε αυτόν νέα δεδομένα, τα οποία αν και υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου του, ήταν άγνωστα στον ίδιο και άρα «μη υπαρκτά» για την υποστήριξη της υπόθεσης και των θέσεων του. Με το πιο πάνω επιχείρημα, η συνήγορος της εφεσείουσας καλεί το Εφετείο να δώσει μια πιο φιλελεύθερη ερμηνεία στην εν λόγω εξαίρεση της Δ.25 θ.1(3) ώστε να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου, όχι μόνον στις περιπτώσεις που επισυμβαίνουν επίδικα γεγονότα μετά τη λήψη οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου, αλλά και στις περιπτώσεις που τέτοια γεγονότα είναι μεν υπαρκτά, αλλά δεν ήταν σε γνώση του αιτητή.
Με όλο τον σεβασμό προς την συνήγορο δεν συμφωνώ με την πιο πάνω προσέγγιση. Αν πρόθεση του συντάκτη της νέας Δ.25 θ.1(3) ήταν να συμπεριλάβει στις εξαιρέσεις τροποποίησης, γεγονότα που ήταν υπαρκτά αλλά όχι σε γνώση του αιτητή, θα το ανέφερε ρητά. Αντιθέτως, η ανεπιφύλακτη αναφορά σε τροποποίηση μόνο σε περίπτωση νέων δεδομένων μη υπαρκτών κατά τη λήψη των οδηγιών καταχώρισης του δικογράφου, δεν δίνει δικαίωμα παρερμηνείας ως προς την πρόθεση του συντάκτη της νέας Δ.25 θ.1(3). Επιπλέον, μια τέτοια ερμηνεία αντιστρατεύεται τον βασικό σκοπό της νέας Δ.25 θ.1(3), που είναι η επίδειξη από τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, πολύ μεγαλύτερης προσοχής και επιμέλειας ώστε να διερευνούν όλα τα δεδομένα και γεγονότα της υπόθεσης προτού καταχωρίσουν τα δικόγραφα τους. Σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσε οιοσδήποτε διάδικος χωρίς την αρμόζουσα επιμέλεια να καταχωρεί δικόγραφα και στην συνέχεια να αιτείται την τροποποίηση τους, επικαλούμενος την έλλειψη γνώσης για γεγονότα που ήταν υπαρκτά από πριν και τα οποία όφειλε να γνωρίζει μετά από μια δέουσα έρευνα, στην οποία παρέλειψε να προβεί. Δεν είναι όμως αυτός ο σκοπός της νέας Δ.25 θ.3 όπως επεξήγησα πιο πάνω.
Σημειώνω ότι η αγωγή της εφεσείουσας καταχωρίστηκε το 2017 στη βάση του ότι η σύμβαση δανείου που κατ’ ισχυρισμό συνάφθηκε και υπογράφτηκε το 2014 ήταν προϊόν εξαναγκασμού. Στην συνέχεια, η εφεσείουσα επεδίωξε μέσω της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης να εισαγάγει νέους ισχυρισμούς περί μη υπογραφής της συμφωνίας, επικαλούμενη μάλιστα ότι δεν ήταν σε γνώση της το γεγονός αυτό όταν έδινε οδηγίες στον συνήγορο της για καταχώριση της αγωγής. Είναι όμως επί του προκειμένου ορθή η παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι σε κάθε περίπτωση, η υπογραφή ή όχι ενός εγγράφου ή συμφωνίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί γεγονός που ξεφεύγει από τη σφαίρα γνώσης κάποιου προσώπου.
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, είναι σαφές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι ισχυρισμοί που επιδιώκει να εισαγάγει η εφεσείουσα στην έκθεση απαίτησης συνιστούν δεδομένα που ήταν υπαρκτά κατά τον χρόνο λήψης οδηγιών για την καταχώριση της αγωγής της. Είναι ορθή επί του προκειμένου η επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ίδια η εφεσείουσα μέσω της ένορκης δήλωσης της, προβαίνει σε αναφορά στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 20/03/2014, τονίζοντας παράλληλα ότι ρευστοποιήθηκε η εγγυητική επιστολή που κατ’ ισχυρισμό της ΣΠΕ Λακατάμιας εκδόθηκε το έτος 2007. Ούτε η θέση της εφεσείουσας ότι η μη σύναψη της σύμβασης είναι αποδεκτή και από την εφεσίβλητη είναι ορθή. Δεν προκύπτει σε καμία περίπτωση από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε πρωτοδίκως κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης, οποιαδήποτε τέτοια παραδοχή. Αντιθέτως όπως τονίζεται στην πρωτόδικη απόφαση, η εφεσίβλητη με την υπεράσπιση της στην αγωγή, αναφέρει ότι η επίδικη σύμβαση δανείου ημ. 20/03/2014 δεν καταρτίστηκε κατόπιν εξαναγκασμού της εφεσείουσας. Αρνείται επίσης τις λεπτομέρειες δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και αμέλειας, αναφέροντας παράλληλα ότι η εν λόγω σύμβαση είναι έγκυρη.
Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε επαρκώς το υπό κρίση αίτημα τροποποίησης, καταλήγοντας πολύ ορθά ότι δεν δικαιολογείτο η τροποποίηση μετά την κλήση για οδηγίες αφού η περίπτωση δεν ενέπιπτε στο πλαίσιο αμφότερων των εξαιρέσεων της Δ.25 θ.1(3).
Ενόψει τούτου ο 1ος λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Τούτου λεχθέντος και οι λόγοι έφεσης 2 και 3 δεν είναι βάσιμοι με δεδομένο ότι δεν παρεχόταν ευχέρεια στο πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον θα ασκούσε την ευρεία διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της απόφασης (ανωτέρω) για έγκριση της τροποποίησης αφού η περίπτωση δεν ενέπιπτε σε καμία από τις εξαιρέσεις της Δ.25 θ.1(3).
Ανεξαρτήτως τούτου και οι λόγοι έφεσης 2 και 3 κρίνονται επί της ουσίας ως αβάσιμοι. Αυτό γιατί ακόμη και αν η υπόθεση ενέπιπτε εντός των εξαιρέσεων της Δ.25 θ.1(3) όπου θα μπορούσε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει το αίτημα τροποποίησης μετά την κλήση για οδηγίες, δεν θα δικαιολογείτο η έγκριση του στην βάση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως αυτή συνοψίζεται στην νομολογία που ερμηνεύει την παλαιά Δ.25.
Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, η τροποποίηση δικογράφου δεν είναι επιτρεπτή αν με αυτήν επιδιώκεται η ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης. Στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) ν. T.M.P Agents (1994) 1 ΑΑΔ 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Παραπέμπω στο πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Annual Practice (1959) στην σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην ανωτέρω απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά (1992) 1 Α.Α.Δ 704:
« The court will not refused to allow an amendment simply because it introduces a new case. But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action. »
Σχετική είναι και η απόφαση (ανωτέρω), στην οποία δεν έγινε αποδεκτή η τροποποίηση επειδή αυτή ήταν ουσιαστικής φύσης και αν επιτρεπόταν θα είχε ως αποτέλεσμα τον πλήρη επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων.
Στην παρούσα περίπτωση είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο ισχυρισμός περί ανυπαρξίας της σύμβασης δανείου, ουσιαστικά σκοπό έχει να επιφέρει εκ βάθρων ανατροπή της μέχρι σήμερα δικογραφημένης εκδοχής της εφεσείουσας, στη βάση της οποίας στηρίχθηκε και η υπεράσπιση της εφεσίβλητης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα επέλθει ουσιαστική αλλοίωση της βάσης της αγωγής και πλήρης επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. Τα γεγονότα που επιδιώκει να εισαγάγει στην έκθεση απαίτησης της η εφεσείουσα προβάλουν μια εντελώς νέα αιτία αγωγής, στο πλαίσιο ισχυρισμών για ανυπαρξία οιασδήποτε σύμβασης δανείου. Δεν επιδιώκεται ως εκ τούτου όπως πολύ σωστά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, η προσθήκη κάποιων επιμέρους γεγονότων, σχετικών με την υπάρχουσα βάση αγωγής, αλλά η αίτηση τροποποίησης αποσκοπεί στην εισαγωγή νέων και εντελώς αντίθετων ισχυρισμών που εξουδετερώνουν πλήρως την αρχική φύση της αξίωσης.
Είναι ενόψει των πιο πάνω ορθή η πρωτόδικη κατάληξη ότι με την έγκριση του αιτήματος τροποποίησης η εφεσίβλητη θα τεθεί σε δυσμενέστερη θέση έναντι της εφεσείουσας, αφού θα κληθεί να υπερασπιστεί επί μιας εντελώς νέας βάσης αγωγής.
Ως εκ τούτου και οι λόγοι έφεσης 2 και 3 κρίνονται ως αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Η έφεση απορρίπτεται στο σύνολο της με €3.000,00 έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας.
Αλέξανδρος Παναγιώτου
Πρόεδρος Εφετείου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο