ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 115/2026)
21 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. MARK COLIN BARROW
2. CLAIRE MICHELLE BARROW,
Εφεσείοντες,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
___________________________________
Ε. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντες 1 και 2
Μ. Νεοκλέους για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Οι εφεσείοντες παραπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο που συνεδριάζει στην Πάφο στις 28.5.2026. Η Κατηγορούσα Αρχή, υπέβαλε αίτημα έκδοσης διατάγματος κράτησής τους μέχρι την ως άνω ημερομηνία, στο οποίο οι εφεσείοντες έφεραν ένσταση. Το παρεπέμψαν Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, εξέδωσε το αιτηθέν διάταγμα κράτησης, αφού έκρινε ότι υπήρχε κίνδυνος μη προσέλευσής τους στη δίκη τους και ότι η παρουσία τους αυτή δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιωνδήποτε όρων.
Όπως αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, οι εφεσείοντες αντιμετωπίζουν από κοινού τις ακόλουθες κατηγορίες:
«1. της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ. 154 (1η κατηγορία),
2. της συνωμοσίας προς καταδολίευση, κατά παράβαση του άρθρου 302 του Κεφ. 154 (2η κατηγορία),
3. της απάτης, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 300 του Κεφ. 154 (3η κατηγορία),
4. της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 331, 332, 333 και 337 του Κεφ. 154 (4η κατηγορία),
5. της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 399 του Κεφ. 154 (5η κατηγορία),
6. της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 297 και 298 του Κεφ. 154 (6η κατηγορία), και
7. της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(iii), (2), 5, 7 και 8 του Ν.188(I)/2007 και των άρθρων 20 και 21 του Κεφ. 154 (7η κατηγορία).»
Θα εξετάσουμε το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων, όπως παραπέμψουμε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), αναφορικά με την ερμηνεία της Αποφάσεως-Πλαισίου 2009/829/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2009 σχετικά με την εφαρμογή, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις περί μέτρων επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση («η απόφαση-πλαίσιο»). Για σκοπούς εναρμόνισης με την απόφαση-πλαίσιο, θεσπίστηκε ο περί της Εφαρμογής Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της Αρχής της Αμοιβαίας Αναγνώρισης Αποφάσεων περί Μέτρων Επιτήρησης Εναλλακτικών προς την Προσωρινή Κράτηση Νόμος του 2016 (Ν. 121(I)/2016) («ο Νόμος»).
Για να γίνει κατανοητή η θέση του συνηγόρου, επισημαίνουμε ότι η απόφαση-πλαίσιο, όπως και ο Νόμος προνοούν, ότι όταν πρόσωπο έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), συναινεί να επιστρέψει σε αυτό, το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε απόφαση για μέτρα επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή του κράτηση, δύναται να διαβιβάζει την απόφασή του αυτή, στην αρμόδια Αρχή αναγνώρισης του εν λόγω κράτους-μέλους.
Εν προκειμένω, οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι έχουν τη συνήθη διαμονή τους, εν τη εννοία της αποφάσεως-πλαισίου, στην Πορτογαλία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η παρουσία των εφεσειόντων δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιωνδήποτε περιοριστικών όρων, υπέδειξε ότι ο Νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής και παρέπεμψε σε συναφή νομολογία, ήτοι στις υποθέσεις ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. S.B., Ποινική Έφεση Αρ. 174/2023, ημερομηνίας 16.8.2023 και E.I.K. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 186/2024, ημερομηνίας 24.7.2024.
Συναφής με το ζήτημα το οποίο εγείρεται είναι ο τρίτος λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι συντρέχει η αναγκαιότητα συνέχισης της κράτησης και ότι υφίσταται κίνδυνος φυγοδικίας, πράττοντας το χωρίς επαρκή αιτιολόγηση και χωρίς εξέταση εναλλακτικών μέτρων.
Παραθέτουμε πιο κάτω την εκκαλούμενη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου:
«Όσον δε αφορά την εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης για εφαρμογή των διατάξεων του Ν.121(I)/2016 και την επιβολή όρων στους κατηγορούμενους υποδεικνύεται ότι στη βάση σχετικής νομολογίας η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων προϋποθέτει κατάληξη του Δικαστηρίου ότι με βάση τις αρχές της Κυπριακής νομοθεσίας και νομολογίας η παρουσία των κατηγορούμενων στη δίκη τους μπορεί να διασφαλιστεί με όρους, κάτι που δεν υφίσταται στην υπό κρίση περίπτωση, στη βάση των όσων αναφέρθησαν ανωτέρω. Σε σχέση δε με την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.121(I)/2016 κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω στην Ποινική Έφεση 186/2024, Ε.Ι.Κ. v. Αστυνομίας, ημερομηνίας 24/07/2024 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με παραπομπή και στα λεχθέντα της Ποινικής Έφεσης 174/2023, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. S.B., ημερομηνίας 16/08/2023:
«Στο Προοίμιο του εν λόγω Νόμου αναφέρεται ότι αυτός αποσκοπεί στην εναρμόνιση με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Απόφαση Πλαίσιο 2009/829/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2009 σχετικά με την εφαρμογή, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις περί μέτρων επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση»·
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και μετά από προσεκτική μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω Νόμου, κρίνουμε ότι είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες του Νόμου 121(Ι)/2016, εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις που επιβάλλονται όροι εμφάνισης στο Δικαστήριο και όχι όταν κρίνεται αναγκαία η κράτηση του κατηγορουμένου.
Οι διατάξεις του Νόμου 121(Ι)/2016, εξετάστηκαν από το Εφετείο στην Ποινική Έφεση Γ.Ε. ν. S. Β αρ. 174/2023, ημερ. 16.8.2023. Αφού γίνεται αναφορά στο Άρθρο 2 του Νόμου, στην συνέχεια το Εφετείο αναφέρει τα πιο κάτω:
«Όπως προκύπτει, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να κρίνει με βάση τις αρχές της Κυπριακής Νομοθεσίας και Νομολογίας κατά πόσο η παρουσία του κατηγορούμενου στη δίκη μπορεί να διασφαλιστεί με όρους. Μόνο αφού υπάρξει θετική κατάληξη επί του ερωτήματος αυτού μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση του ποιοι είναι πλέον οι κατάλληλοι όροι.»
Είναι σαφές ότι από την στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η κράτηση ήταν επιβεβλημένη για την παρουσία της εφεσείουσας στην δίκη της, δεν ετίθετο ζήτημα εφαρμογής των προνοιών του Νόμου 121(Ι)/2016.
Ανεξαρτήτως τούτου και επί της ουσίας κρίνουμε ως ορθή την θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι δεσμοί της εφεσείουσας με τις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, είναι ανύπαρκτοι αφού όπως αναφέρθηκε είναι ιδιοκτήτρια περιουσίας στα κατεχόμενα.»
(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου».
Είναι η θέση του συνηγόρου ότι η αναφορά στην απόφαση-πλαίσιο σε «μέτρα επιτήρησης εναλλακτικά της κράτησης», συνιστά ενδεχομένως αυτόνομη έννοια του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αφεθεί στην ερμηνευτική προσέγγιση της κάθε χώρας μέλους. Εννοεί προφανώς, ότι οι περιοριστικοί όροι εν τη εννοία της πιο πάνω νομολογίας την οποία εφάρμοσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν είναι ταυτόσημοι με τα αναφερόμενα στην απόφαση-πλαίσιο «μέτρα επιτήρησης», εξ ου και υποστηρίζει ότι απαιτείται ερμηνευτική καθοδήγηση από το ΔΕΕ.
Υποστηρίζει τη θέση αυτή με αναφορά στις πρόνοιες των Άρθρων 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης»), καθώς και στην αιτιολογική σκέψη 5 του προοιμίου της αποφάσεως-πλαισίου.
Σημειώνουμε, παρενθετικά, ότι το Άρθρο 47 του Χάρτη προβλέπει για το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής σε αμερόληπτο Δικαστήριο σε κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης. Το δε Άρθρο 48 του Χάρτη, προστατεύει το τεκμήριο αθωότητας και τα δικαιώματα υπεράσπισης κάθε κατηγορουμένου.
Η αιτιολογική σκέψη 5 του προοιμίου της αποφάσεως-πλαισίου έχει ως ακολούθως:
«Όσον αφορά την κράτηση προσώπων που διώκονται ποινικά, υπάρχει κίνδυνος άνισης μεταχείρισης μεταξύ εκείνων που διαμένουν μονίμως και εκείνων που δεν διαμένουν μονίμως στο κράτος της δίκης: ένας κάτοικος εξωτερικού διατρέχει τον κίνδυνο να τεθεί υπό κράτηση εν αναμονή της δίκης, ακόμη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, υπό παρόμοιες συνθήκες, ένας κάτοικος ημεδαπής δεν θα υφίστατο το ίδιο μέτρο. Σε έναν κοινό ευρωπαϊκό χώρο δικαιοσύνης, απαλλαγμένο από εσωτερικά σύνορα, επιβάλλεται η λήψη μέτρων με τα οποία θα διασφαλίζεται ότι ένα ποινικά διωκόμενο πρόσωπο το οποίο δεν κατοικεί μονίμως στο κράτος της δίκης δεν θα έχει διαφορετική μεταχείριση απ’ ό,τι ένα ποινικά διωκόμενο πρόσωπο που είναι μόνιμος κάτοικος.»
Στο Άρθρο 2 του Νόμου, στην ερμηνεία, προβλέπεται: «μέτρα επιτήρησης» σημαίνει τις υποχρεώσεις και τα μέτρα που επιβάλλονται σε φυσικό πρόσωπο, εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τη δικονομία του κράτους έκδοσης·»
Παρατηρούμε ότι η πιο πάνω ερμηνεία συνάδει πλήρως με τον ορισμό που δίδεται στην εν λόγω φράση από τις ρητές διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 4 αυτής, έχει ως ακολούθως:
«Άρθρο 4
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης-πλαισίου, νοούνται ως:
α) «απόφαση περί μέτρων επιτήρησης»: εκτελεστή απόφαση που λαμβάνεται στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας από αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τη δικονομία του και επιβάλλει σε φυσικό πρόσωπο, αντί της προσωρινής κράτησης, ένα ή περισσότερα μέτρα επιτήρησης·
β) «μέτρα επιτήρησης»: υποχρεώσεις και μέτρα που επιβάλλονται σε φυσικό πρόσωπο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τη δικονομία του κράτους έκδοσης·
γ) «κράτος έκδοσης»: το κράτος μέλος στο οποίο έχει εκδοθεί απόφαση μέτρων επιτήρησης·
δ) «κράτος εκτέλεσης»: το κράτος μέλος στο οποίο παρακολουθούνται τα μέτρα επιτήρησης.»
Καθίσταται σαφές, ότι βάσει ρητής πρόνοιας της αποφάσεως-πλαισίου, η φράση «μέτρα επιτήρησης» ορίζεται στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο της χώρας έκδοσης, η οποία θα ήταν, σε περίπτωση επιτυχίας του αιτήματος των εφεσειόντων η Κυπριακή Δημοκρατία.
Έτι περαιτέρω, στο Άρθρο 8 της αποφάσεως-πλαισίου, παρατίθενται ρητώς τα είδη μέτρων επιτήρησης στα οποία αυτή εφαρμόζεται. Πρόκειται για μέτρα τα οποία παρατίθενται στο εδάφιο 1 αυτού, πλέον όπως προβλέπεται στο εδάφιο 2 αυτού, άλλα μέτρα τα οποία κοινοποιεί το κάθε κράτος -μέλος στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου, κατά τη μεταφορά της αποφάσεως-πλαισίου στο εθνικό δίκαιο ή σε μεταγενέστερο στάδιο.
Στο Άρθρο 7 του Νόμου, προβλέπονται στην ουσία, τα μέτρα τα οποία αναφέρονται στο Άρθρο 8 εδάφιο 1 της αποφάσεως-πλαισίου, καθώς και επιπλέον μέτρα. Πρόκειται για τους αναγνωρισμένους από την Κυπριακή νομολογία όρους.
Στρεφόμενοι πρώτα στη διασύνδεση της ως άνω αιτιολογικής σκέψης του προοιμίου, με την εισήγηση του συνηγόρου περί της ενδεχόμενης ανάδειξης της εν λόγω φράσης σε αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εν όψει των όσων αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 5 του προοιμίου της αποφάσεως-πλαισίου, τονίζουμε ότι βάσει της νομολογίας του ΔΕΕ, το προοίμιο πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (όπως εν προκειμένω αποτελεί η απόφαση-πλαίσιο), δύναται να διευκρινίζει το περιεχόμενο αυτής (βλ. ενδεικτικά, Υπόθεση C-604/11, ημερομηνίας 30.5.2013, σκέψη 39). Παρόλα αυτά, η αιτιολογική σκέψη αποκλείεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για παρέκκλιση από τις καθαυτό διατάξεις της οικείας πράξης (βλ. Υπόθεση C-344/04, ημερομηνίας 10.1.2006, σκέψη 76). Ούτε βεβαίως, δύναται να χρησιμοποιηθεί για ερμηνεία των διατάξεων της πράξης, κατά τρόπο προδήλως αντίθετο από το γράμμα τους (βλ. ενδεικτικά, Υπόθεση C-303/19, ημερομηνίας 25.11.2020, σκέψη 26).
Συνεπεία της πιο πάνω νομολογίας, θεωρούμε ότι η εισήγηση του συνηγόρου των εφεσειόντων περί του ενδεχομένου αναγνώρισης από το ΔΕΕ της επίδικης φράσης ως αυτοτελούς έννοιας του Ευρωπαϊκού Δικαίου, σε αντίθεση δηλαδή με τα ρητώς προβλεπόμενα στην ίδια την απόφαση-πλαίσιο, (ήτοι στα Άρθρα 4 και 8 αυτής), στερείται ερείσματος.
Ούτε και η επίκληση γενικώς των πιο πάνω Άρθρων του Χάρτη, μπορεί να στηρίξει την εισήγηση του συνηγόρου. Δεν μας διαφεύγει ότι το ΔΕΕ έχει αποφασίσει σε σχέση με την απόφαση πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών στην απόφαση του ΔΕΕ Aranyosi και Căldăraru, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-404/15 και C-659/15 PPU, ημερομηνίας 5.4.2016, στη σκέψη 83, ότι αυτή δεν μπορεί να συνεπάγεται την τροποποίηση της υποχρεώσεως σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, στον Χάρτη. Η ίδια εξάλλου αρχή προβλέπεται ρητώς διά του Άρθρου 4 του Νόμου.
Εν προκειμένω, όμως, οι εφεσείοντες δεν έχουν επικαλεσθεί τον οποιονδήποτε κίνδυνο παραβίασης των δικαιωμάτων τους που προστατεύονται από τον Χάρτη, εξαιτίας της εφαρμογής της επίδικης πρόνοιας της αποφάσεως-πλαισίου, ήτοι των Άρθρων 4 και 8 αυτής. Ούτε και το Εφετείο διαπιστώνει τέτοιο κίνδυνο. Επομένως, ούτε σ’ αυτή τη βάση ευσταθεί η εισήγηση του συνηγόρου των εφεσειόντων για ύπαρξη ερωτήματος προς διευκρίνιση από το ΔΕΕ.
Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος εγείρει και ένα δεύτερο ζήτημα με το οποίο, όπως εισηγείται σχετίζεται η ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου. Υποστήριξε ενώπιόν μας ότι οι πιο πάνω υποθέσεις, S.B. και στις οποίες παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, διαφοροποιούνται από την παρούσα. Η διαφοροποίηση έγκειται, κατά τον συνήγορο, στο ότι στις εν λόγω αποφάσεις, κατά την άποψή του, το μαρτυρικό υλικό, ενείχε περισσότερη βαρύτητα, εν όψει του ότι προερχόταν από τη Δημοκρατία, ενώ εν προκειμένω, μεγάλο μέρος του μαρτυρικού υλικού είναι «αλλοδαπό» και περιλαμβάνει ηλεκτρονικό υλικό. Με κάθε σεβασμό, δεν θεωρούμε ότι υφίσταται η οποιαδήποτε διαφοροποίηση. Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το μαρτυρικό υλικό στην όψη του αποτελούσε, δυνάμει της νομολογίας, βάση για τη διαπίστωση πιθανολόγησης καταδίκης. Θα εξετάσουμε κατωτέρω τις αιτιάσεις των εφεσειόντων σε σχέση με την κρίση του αυτή.
Εν πάση περιπτώσει, αν αντιλαμβανόμαστε ορθά την εισήγηση του συνηγόρου, περιλαμβάνει και το επιχείρημα ότι θα έπρεπε να υπάρχουν διαβαθμίσεις αναφορικά με το κριτήριο της πιθανολόγησης καταδίκης, ανάλογα με το αν ο κατηγορούμενος έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος της ΕΕ. Προς τούτο, επικαλείται την αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως-πλαισίου, ανωτέρω. Με κάθε σεβασμό, δεν θεωρούμε ότι η εισήγηση ευσταθεί.
Επισημαίνουμε ότι αιτιολογική σκέψη, παρότι διαφωτιστική ως προς την ερμηνεία κανόνα δικαίου, δεν αποτελεί αφ’ εαυτής τέτοιο κανόνα (βλ. Υπόθεση C-643/16, ημερομηνίας 7.2.2018, σκέψη 51). Επομένως, η ως άνω αιτιολογική σκέψη, δεν δημιουργεί κανόνα δικαίου που να μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για δημιουργία διάκρισης του τύπου που εισηγείται ο συνήγορος.
Δεν παραβλέπουμε ότι, γενικώς, το διατακτικό μιας πράξεως της ΕΕ, συνδέεται άρρηκτα με την αιτιολογία της και ερμηνεύεται, αν παρίσταται ανάγκη, προσμετρούμενων των αιτιολογικών σκέψεων που οδήγησαν στην έκδοσή της (βλ. ενδεικτικά, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-402/07 και C-432/07, ημερομηνίας 19.11.2011, σκέψη 42). Εν προκειμένω, δεν υπάρχει καμία πρόνοια στην απόφαση-πλαίσιο, που να διαμορφώνει κανόνα στον οποίο να μπορεί να βασισθεί η εισήγηση του συνηγόρου και συνεπώς η αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως-πλαίσιο, δεν μπορεί να παρέχει από μόνη της έρεισμα για δημιουργία διάκρισης του τύπου που εισηγείται ο συνήγορος.
Ένα τρίτο σημείο, το οποίο εγείρει ο συνήγορος το οποίο θεωρεί ότι χρήζει διευκρίνισης εν όψει της αποφάσεως-πλαισίου, είναι το κατά πόσον το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος ο οποίος δεν έχει δεσμούς με τη Δημοκρατία, δεν μπορεί να προσμετρήσει σε σχέση με τη πιθανολόγηση κινδύνου φυγοδικίας, σε περίπτωση που αυτός έχει τη συνήθη διαμονή του σε άλλη χώρα-μέλος της ΕΕ. Προς τούτο, επικαλείται την αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως-πλαισίου, ανωτέρω, χωρίς να τη συνδέει με άλλη πρόνοια αυτής. Έπεται επομένως, ότι για τους ίδιους λόγους που αναπτύξαμε σχετικά με το δεύτερο σημείο το οποίο ήγειρε ανωτέρω, η εισήγησή του δεν ευσταθεί.
Εν όψει όλων των πιο πάνω, το αίτημα των εφεσειόντων για παραπομπή ερωτήματος στο ΔΕΕ απορρίπτεται.
Στρεφόμαστε τώρα στους λόγους έφεσης.
Ως εισαγωγή, αναφέρουμε ότι στην A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022, επαναλήφθηκαν οι λόγοι για τους οποίους το Εφετείο επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση σε υποθέσεις κράτησης:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286 .»
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα το κριτήριο πιθανολόγησης καταδίκης και προέβη σε αντιφατική και πλημμελή αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού το οποίο είχε κατατεθεί ενώπιόν του από την Κατηγορούσα Αρχή.
Είναι χρήσιμο να τεθεί στο σημείο αυτό, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας εκτιμάται στη βάση των τριών αντικειμενικών κριτηρίων, ένα εκ των οποίων είναι η πιθανότητα καταδίκης (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. BOUREL, Ποινική Έφεση Αρ. 206/21, ημερομηνίας 28.12.2021), ECLI:CY:AD:2021:B593.
Στην αιτιολογία υποστηρίζεται ότι υπήρξε σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθότι δεν εξέτασε κατά πόσον το μαρτυρικό υλικό είχε την αναγκαία ποιότητα, συνοχή και αποδεικτική αξία, ώστε να μπορεί να καταδείξει πραγματική πιθανότητα καταδίκης. Υποστηρίζουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εφεσειόντων, ότι στο στάδιο της εξέτασης της κράτησης το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε ουσιαστικό έλεγχο του περιεχομένου και της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Με κάθε σεβασμό, επισημαίνουμε ότι η νομική αυτή θεώρηση των συνηγόρων είναι ακριβώς αντίθετη με τη νομολογία. Όπως το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά ανέφερε, με παραπομπή σε νομολογία, το υλικό αυτό εξετάζεται στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του.
Το παρόν Εφετείο σε πρόσφατες αποφάσεις του, επανειλημμένως επεξήγησε το τι απαιτείται στο στάδιο της κράτησης σχετικά με το εγερθέν από τους συνηγόρους ζήτημα. Ενδεικτικά σημειώνουμε την ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΜΠΟΛΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 240/2025, ημερομηνίας 23.9.2025. Στην ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 78/24, ημερομηνίας 8.4.2024, λέχθηκαν τα εξής:
«Ως προς την ισχύ της μαρτυρίας, στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ούτε το Δικαστήριο προβαίνει σε οποιαδήποτε κρίση επί της δεκτότητας ή αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, ούτε σε τελική διαπίστωση γεγονότων ή εξαγωγή συμπερασμάτων. Περί πιθανολόγησης και μόνον ο λόγος (βλ. Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 54). Το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσον η πιθανότητα καταδίκης προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού εκτιμώμενου στην όψη του, έστω και αν διαπιστώνεται εύλογη προσδοκία αθώωσης.
Η εκτίμηση της πιθανότητας καταδίκης πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή, ούτως ώστε οι όποιες παρατηρήσεις ή σχόλια για την ισχύ του μαρτυρικού υλικού να μην επηρεάσουν ή προκαταλάβουν οτιδήποτε το οποίο ανάγεται στη δίκη (βλ. Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 32, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 131/20 κ.α., ημερ. 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 103/20, ημερ. 3.9.2020). Κατ' εξοχήν αρμόδιο να εκτιμήσει την πιθανολόγηση καταδίκης είναι το πρωτόδικο Δικαστήριο. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί μόνο όπου το μαρτυρικό υλικό στερείται αποδεικτικής δύναμης ή η δύναμη του είναι έκδηλα πτωχή (βλ. Georgi Tasev v. Αστυνομίας (Αρ.1) (2016) 2 Α.Α.Δ. 418, Κασίρ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 146/21, ημερ. 29.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:B431, Ύψου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/22).»
Ανεδαφική, επομένως, κρίνεται η εισήγηση των εφεσειόντων, εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε την ενώπιόν του μαρτυρία με τον δέοντα τρόπο, αντλώντας την ορθή καθοδήγηση από τη νομολογία και εφαρμόζοντάς την στα ενώπιόν του δεδομένα.
Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτίαση που περιλαμβάνεται στην αιτιολογία, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε ανάλυση του κατά πόσον το μαρτυρικό υλικό αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Ειδικότερα, η αιτίαση εστιάζεται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε εάν προκύπτει γνώση, ψευδής παράσταση, ή αιτιώδης συνάφεια και σε σχέση με την κατηγορία για συνομωσία με το κατά πόσον υπήρξε συμφωνία ή συνάντηση βούλησης για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Επίσης, καταλογίζεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα δεν προέβη σε διάκριση των ρόλων και πράξεων εκάστου κατηγορουμένου.
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να υπογραμμιστεί, ως εξηγείται ανωτέρω, ότι όπως λέχθηκε στην ΧΑΜΝΤ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/2021, ημερομηνίας 27.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B485, η εξέταση της πιθανολόγησης της καταδίκης στο στάδιο αυτό, «δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, αφού το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του.»
Ως προς το σύνολο των πιο πάνω αιτιάσεων, παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρέθεσε με λεπτομέρεια πτυχές της μαρτυρίας σε σχέση με συγκεκριμένες ενέργειες εκάστου κατηγορουμένου, με αναφορά μάλιστα σε συγκεκριμένη γραπτή επικοινωνία τους, είτε του ενός είτε αμφοτέρων, με άλλα πρόσωπα από την οποία διαφαίνεται η ανάμιξη, εμπλοκή και διασύνδεσή αμφοτέρων με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ως προς τον ρόλο εκάστου, αναφέρθηκε στο πώς αυτός περιεγράφηκε στον παραπονούμενο από τρίτα πρόσωπα, αλλά και το πώς αναδύεται από διάφορα έγγραφα. Θεωρούμε ότι τα όσα εκτενώς ανέδειξε από το μαρτυρικό υλικό το πρωτόδικο Δικαστήριο, επαρκούν για σκοπούς πιθανολόγησης καταδίκης και ουδέν μεμπτό προκύπτει από την ενδελεχή σύνοψή τους.
Ειδικότερα ως προς το ζήτημα της συνομωσίας, θεωρούμε χρήσιμο να υποδείξουμε πως προκύπτει από τη ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (ανωτέρω), ότι στο στάδιο της εξέτασης της κράτησης, η πιθανολόγηση καταδίκης μπορεί να στηριχθεί σε μαρτυρία που τείνει να δείξει μια εικόνα συντονισμένης δράσης. Η διασύνδεση των στοιχείων της μαρτυρίας αποτελεί έργο του Κακουργιοδικείου το οποίο θα εκδικάσει την υπόθεση. Η ίδια εκτίμηση εφαρμόζεται βεβαίως και για τις λοιπές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι εφεσείοντες.
Τέλος, στην αιτιολογία εξειδικεύεται η αναφορά στον λόγο έφεσης σε αντιφατική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Αναφέρεται ότι ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλήγει σε ύπαρξη πιθανολόγησης καταδίκης, αφήνει ανοικτά ουσιώδη ζητήματα να κριθούν κατά τη δίκη. Με κάθε σεβασμό, τονίζουμε την πλήρη αντίθεση της εισήγησης των συνηγόρων, με την πάγια νομολογία. Τα όσα ανέφερε επί τούτου το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή μάλιστα σε νομολογία, αντικατοπτρίζουν την πάγια νομολογία και η διεργασία στην οποία προέβη ουδόλως παρουσιάζει αντίφαση. Θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση:
«Επαναλαμβάνεται πως δεν τίθεται στο στάδιο αυτό ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων (βλ. Τσέκκουρα v. Δημοκρατίας ανωτέρω). Με άλλα λόγια δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο κατά πόσο η διαθέσιμη μαρτυρία συμβιβάζεται μόνο με την ενοχή των κατηγορούμενων και όχι με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Αυτό είναι θέμα που θα εξεταστεί όταν θα εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης. Το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα.
Από το ενώπιόν μου λοιπόν μαρτυρικό υλικό βρίσκω πως υπάρχει πιθανότητα καταδίκης των κατηγορούμενων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση τους.»
Παραθέτουμε, επίσης, το σχετικό απόσπασμα από την ΤΣΕΚΚΟΥΡΑ ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2010) 2 Α.Α.Δ. 32, στην οποία παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
«Όπως και το Κακουργιοδικείο, δεν θα επεκταθούμε σε εξέταση της ουσίας των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν αναφορικά με την πράγματι δύναμη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Έναντι των οποίων η εφεσίβλητη αντέταξε τις δικές της αντίθετες θέσεις και ερμηνείες. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται τώρα ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, όπως ορθά επισήμανε και το Κακουργιοδικείο. Και πως δεν θα πρέπει με τωρινές ατελέσφορες παρατηρήσεις να επηρεάσουμε οτιδήποτε που θα ανήκει στη δίκη.»
Εν όψει όλων των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη του «αλλοδαπό, μη επαληθεύσιμο και μη θεσμικά ενσωματωμένο μαρτυρικό υλικό κατά παράβαση το εθνικού δικαίου, των Άρθρων 67 και 82 της ΣΛΕΕ και της αρχής διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών». Συναφής με τον δεύτερο λόγο έφεσης είναι ο πέμπτος λόγος έφεσης, γι’ αυτό θεωρούμε χρήσιμο όπως εξεταστούν μαζί. Προβάλλεται στον πέμπτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει ουσιώδη ζητήματα δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «ΕΕ») και να διασφαλίσει ουσιαστική προστασία στους εφεσείοντες.
Στην αιτιολογία του πέμπτου λόγου έφεσης αναφέρεται ότι η Υπεράσπιση είχε αναδείξει στην πρωτόδικη διαδικασία την προέλευση του μαρτυρικού υλικού από αλλοδαπές διαδικασίες και τρίτες χώρες, καθώς και τα συναφή θέματα αξιοπιστίας, «επαληθευσιμότητας» και «διαδικαστικής ενσωμάτωσής του», όχι ως ζήτημα τελικού παραδεκτού, αλλά ως ζήτημα βάρους και αποδεικτικής αξίας στο στάδιο εκείνο, υπό το πρίσμα των πιο πάνω Άρθρων της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Σημειώνουμε ότι μέρος του μαρτυρικού υλικού αποτελούσε υλικό το οποίο φαίνεται να είχε ληφθεί υπόψη και σε αστική διαδικασία εναντίον των εφεσειόντων στο Ηνωμένο Βασίλειο, χώρα που δεν είναι πλέον μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, το μαρτυρικό υλικό περιλαμβάνει γραπτή επικοινωνία μεταξύ του παραπονούμενου ο οποίος βρισκόταν στην Κύπρο και προσώπων που βρίσκονταν στο εξωτερικό, καθώς και επικοινωνία μεταξύ προσώπων που βρίσκονταν στο εξωτερικό. Περαιτέρω, περιλαμβάνει έγγραφα που προέρχονται από πρόσωπα που βρίσκονται στο εξωτερικό.
Το εν λόγω μαρτυρικό υλικό δεν φαίνεται να έχει ληφθεί διά της ενεργοποίησης νομικής συνεργασίας μεταξύ μελών κρατών της ΕΕ, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα πιο πάνω Άρθρα. Σημειώνουμε, επίσης, ότι ακόμη και να υπήρχε οποιαδήποτε διασύνδεση με τα εν λόγω Άρθρα, δεν εξειδικεύεται στην έφεση η οποιαδήποτε παραβίασή τους.
Καταλογίζεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν προέβη σε εξέταση των πιο πάνω αιτιάσεων των συνηγόρων. Ορθά, κατά την άποψή μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ανάλωσε χρόνο σε σχολιασμό ισχυρισμών που στερούνται πραγματικού και νομικού υποβάθρου. Εξάλλου, το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά παρέπεμψε στην ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 176/2018, 202/2018, ημερομηνίας 11.1.2019, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:
«Όπως νομολογήθηκε «δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επιδίκων θεμάτων.» (Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).»
Η δε εισήγηση ότι θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει το ενδεχόμενο να αποστείλει ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναφορικά με την ερμηνεία της Απόφασης-Πλαίσιο 2009/823 και του περί της Εφαρμογής Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της Αρχής της Αμοιβαίας Αναγνώρισης Αποφάσεων περί Μέτρων Επιτήρησης Εναλλακτικών προς την Προσωρινή Κράτηση Νόμου του 2016 (Ν. 121(I)/2016), στερείται ερείσματος, εφόσον δεν έγινε καμία επίκληση στις πρόνοιες τους στην πρωτόδικη διαδικασία, ούτε και όπως προαναφέραμε φαίνεται αυτός να εφαρμόστηκε για τη λήψη του μαρτυρικού υλικού, ώστε να μπορούσε να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο η οποιαδήποτε διασύνδεσή τους.
Στρεφόμαστε στην αναφορά στην αιτιολογία του δεύτερου λόγου έφεσης σε «χρήση μη επαληθεύσιμου υλικού, χωρίς αλυσίδα φύλαξης ή δυνατότητας ελέγχου».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλήφθηκε των όσων προβάλλονται ανωτέρω και αναφέρθηκε στο πώς σύμφωνα με τη νομολογία προσεγγίζεται το ζήτημα της αποδεκτότητας και αξιοπιστίας της μαρτυρίας στο στάδιο της εξέτασης αιτήματος κράτησης, με παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την Γ.Δ. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 14/2023, ημερομηνίας 7.2.2023:
«Το μαρτυρικό υλικό στο στάδιο τούτο εκτιμάται στην όψη του και μόνο χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα, με σκοπό να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη, χωρίς να υπεισέρχεται σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων.»
Θεωρούμε ότι ο χειρισμός του ζητήματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν απόλυτα ορθός και δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε περαιτέρω.
Εν όψει όλων των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης 2 και 5 κρίνονται ανεδαφικοί και απορρίπτονται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι συντρέχει η αναγκαιότητα συνέχισης της κράτησης και ότι υφίσταται κίνδυνος φυγοδικίας, πράττοντας το χωρίς επαρκή αιτιολόγηση και χωρίς εξέταση εναλλακτικών μέτρων.
Έχουμε πραγματευτεί τα ζητήματα τα οποία ανέπτυξε σε σχέση με τον λόγο αυτό ενώπιόν μας ο συνήγορος των εφεσειόντων κατά την εξέταση του αιτήματος για παραπομπή στο ΔΕΕ, ανωτέρω. Απορρίψαμε ανωτέρω τις αιτιάσεις για εσφαλμένη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί των νομικών ζητημάτων. Προσθέτουμε ότι κρίνεται αιτιολογημένη η εξέταση του ζητήματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο καθώς και η κατάληξή του επί τούτου.
Ο τρίτος λόγος έφεσης εν όψει των όλων των ανωτέρω, απορρίπτεται.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατά τρόπο δικαστικό, «καθότι παρέλειψε να συνεκτιμήσει ουσιώδη στοιχεία και να προβεί σε συνολική στάθμιση όλων των παραγόντων». Περαιτέρω αναφέρονται στην αιτιολογία τα εξής:
«Δεν αξιολόγησε επαρκώς την ποιότητα της μαρτυρίας, την αλλοδαπή προσέλευσή της, την απουσία εξατομίκευσης, τη φύση της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων. Η απόφαση στηρίζεται σε γενική αναφορά στην ύπαρξη μαρτυρίας και κατηγοριών, χωρίς να εξηγεί πώς αυτά οδηγούν σε πιθανολόγηση καταδίκης ή γιατί η συνέχιση της κράτησης είναι αναγκαία. Η συνολική προσέγγιση καταδεικνύει πλημμελή άσκηση διακριτικής ευχέρειας.»
Καθίσταται προφανές ότι τα πλείστα εξ όσων αναφέρονται στον παρόντα λόγο έφεσης, έχουν ήδη τύχει εξέτασης στους λοιπούς λόγους έφεσης, οι οποίοι έχουν απορριφθεί.
Παραμένει προς εξέταση η θέση του συνηγόρου των εφεσειόντων όπως αναπτύχθηκε ενώπιόν μας κατά την ακρόαση της έφεσης, ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης των εφεσειόντων στη δίκη τους, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, διότι δεν υφίστατο πραγματική ένδειξη φυγής. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε απόπειρα διαφυγής ούτε παραβίαση όρων, ούτε οποιαδήποτε συμπεριφορά ασύμβατη με πρόθεση προσέλευσής τους στη δίκη τους.
Με κάθε σεβασμό, θεωρούμε ότι η θέση αυτή του συνηγόρου, παραγνωρίζει νομολογία στην οποία παρέπεμψε ειδικώς το πρωτόδικο Δικαστήριο, όταν πραγματεύτηκε την ίδια θέση η οποία τέθηκε ως ανωτέρω ενώπιόν μας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες συνεργάστηκαν άμα τη σύλληψή τους στη βάση Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης και συγκατατέθηκαν στην έκδοσή τους. Θεώρησε, όμως, ότι η εν λόγω συμπεριφορά τους δεν αποτελεί, το δίχως άλλο, ένδειξη πρόθεσής τους να μην φυγοδικήσουν και δεν είχε τη δυναμική που οι συνήγοροι των εφεσειόντων θέλησαν να προσδώσουν. Παρέπεμψε δε συναφώς, στην BADUR v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 75/2022, ημερομηνίας 15.4.2022, στην οποία λέχθηκαν τα εξής σχετικά με εισήγηση παρόμοια με αυτή που προωθείτο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ενώπιόν μας:
«Με δεδομένο ότι δεν είχε καταχωρηθεί κατηγορητήριο για την πιο πάνω υπόθεση μέχρι και το στάδιο της σύλληψης του σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο, δεν μπορεί η εισήγηση του Εφεσείοντα ότι αυτός δεν φυγοδίκησε σε σχέση με άλλη υπόθεση να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Ζήτημα φυγοδικίας μπορεί να εγερθεί μόνο στην περίπτωση που ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν ήταν, επομένως, τέτοια η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση ώστε να μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς το ζήτημα του κινδύνου φυγοδικίας.»
Θεωρούμε ορθή, με βάση τα δεδομένα της παρούσας, την πρωτόδικη κρίση. Η πιο πάνω συμπεριφορά των εφεσειόντων, δεν μπορεί να εξισωθεί με μη παραβίαση περιοριστικών όρων ή με έλλειψη απόπειρας διαφυγής προσώπου το οποίο, ενώ δεν τελεί υπό σύλληψη, αντιμετωπίζει υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η συμπεριφορά τους αυτή σταθμίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο ορθό πλαίσιο και η κατάληξή του επί τούτου, είναι πλήρως αιτιολογημένη.
Συνεπώς, απορρίπτεται και ο παρών λόγος έφεσης.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο