ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 116/2026, 21/5/2026
print
Τίτλος:
ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 116/2026, 21/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 116/2026) 

 

21 Μαΐου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

_____________________________

Σ. Τζιάζας, για τον Εφεσείοντα

Σ. Χατζηκωνσταντή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων αντιμετωπίζει ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την υπόθεση 483/2026 στο κατηγορητήριο της οποίας περιλαμβάνονται επτά κατηγορίες. Δύο εξ αυτών αφορούν το αδίκημα της απόπειρας εμπρησμού, τρεις την κατηγορία της απειλής και οι άλλες δύο κατηγορίες το αδίκημα της παρενόχλησης κατά παράβαση Άρθρων του περί Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου Ν.114(I)/2021, όπως τροποποιήθηκε. Ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων φέρεται να είναι η 21.3.2026 και παραπονούμενοι είναι ο πατέρας και αδελφός του εφεσείοντα. Η υπόθεση καταχωρήθηκε ως έκτακτη στις 26.3.2026, ορίστηκε για απάντηση αρχικά στις 20.4.2026 και ακολούθως στις 6.5.2026.

 

Στις 26.3.2026 τέθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής αίτημα όπως ο εφεσείοντας παραμείνει υπό κράτηση μέχρι τη δίκη του στη βάση δύο από τους αναγνωρισμένους παράγοντες της νομολογίας, και συγκεκριμένα τον κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων και τον κίνδυνο φυγοδικίας. Κατατέθηκε σχετικά ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το ποινικό μητρώο του εφεσείοντα σύμφωνα με το οποίο είχε προηγούμενη καταδίκη στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών και επίσης τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δύο υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του.

 

Υπήρξε ένσταση στο αίτημα κράτησης από πλευράς του συνηγόρου του εφεσείοντα ο οποίος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι παραπονούμενοι στην υπό εκδίκαση ποινική υπόθεση, πατέρας και αδελφός του εφεσείοντα, απέσυραν τα παράπονά τους εναντίον του εφεσείοντα και επιχειρηματολόγησε ότι η πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα, εν όψει της εξέλιξης αυτής, είναι πολύ αδύνατη και επομένως ο κίνδυνος φυγοδικίας φαίνεται επίσης να αδυνατεί. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την εν λόγω δικάσιμο είχε κατατεθεί και σημειωθεί ως τεκμήριο 1 το μαρτυρικό υλικό που αφορά την παρούσα υπόθεση στο οποίο περιλαμβάνονται οι καταθέσεις του πατέρα του εφεσείοντα στην οποία δηλώνει ότι δεν έχει παράπονο από τον εφεσείοντα, δεν επιθυμεί να καταθέσει εναντίον του στο Δικαστήριο και απολογείται στην Αστυνομία για την όποια ταλαιπωρία προκάλεσε, και κατάθεση με παρόμοιο περιεχόμενο υπογεγραμμένη από τον αδελφό του εφεσείοντα. Εν ολίγοις, καταθέσεις τους ημερομηνίας 24.3.2026 και 23.3.2026 αντίστοιχα, οι πατέρας και αδελφός του εφεσείοντα αποσύρουν ξεκάθαρα το παράπονο που υπέβαλαν με τις καταθέσεις τους ημερομηνίας 21.3.2026, που αποτελεί τη βάση καταχώρησης της υπό κρίση υπόθεσης.

 

Σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων ήταν η θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι και στις υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του, παραπονούμενοι φαίνεται και πάλι να ήταν οι πατέρας και αδελφός του εφεσείοντα οι οποίοι είχαν αποσύρει τα παράπονά τους και οι υποθέσεις αυτές αποτελούν επανακαταχώρηση. Εφόσον, ήταν η εισήγησή του, τα δύο αυτά πρόσωπα δεν θέλουν να καταθέσουν εναντίον του εφεσείοντα, προκύπτει επίσης ότι ο κίνδυνος επαναδιάπραξης αδικημάτων δεν υφίσταται.

 

Επιχειρηματολόγησε, επίσης, ο συνήγορος του εφεσείοντα πρωτοδίκως ότι οι δεσμοί του εφεσείοντα με τη Δημοκρατία είναι πολύ στενοί, είναι Κύπριος πολίτης, εργάζεται σε εταιρεία οικοδομικών εργασιών, δεν έχει ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό, η οικογένειά του είναι στην Κύπρο και δεν έχει κανένα δεσμό άλλο με καμία άλλη χώρα πέραν της Δημοκρατίας.

 

Η συνήγορος που εμφανίστηκε για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δεν επιβεβαίωσε ούτε ότι οι εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον του εφεσείοντα αποτελούσαν επανακαταχώρηση, όπως ούτε και την απόσυρση του παραπόνου από πλευράς πατέρα και αδελφού του εφεσείοντα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 26.3.2026 αφού ορθά παρέπεμψε στη νομολογία που διέπει την εξέταση αιτήματος κράτησης ενός κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, εξέτασε και τους δύο άξονες του επιχειρήματος που τέθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Παραπέμποντας στις υποθέσεις ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109 και ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 7, ορθά ανέφερε ότι οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορουμένου είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων και ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων και ότι καθένας από τους λόγους αυτούς εξετάζεται χωριστά και δεν είναι απαραίτητη η συνύπαρξη και των τριών αυτών λόγων για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορουμένου. Η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης.

 

Ακολούθως, αναφέρθηκε στον παράγοντα πιθανότητα καταδίκης σημειώνοντας ότι, προς διαπίστωσή της εξετάζεται το μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης. Το τι αποφασίζεται είναι κατά πόσο η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται η καταδίκη (βλ. ΤΣΕΚΚΟΥΡΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2010) 2 Α.Α.Δ. 32, ΝΙΚΗΤΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2011) 2 Α.Α.Δ. 54 και Β.T.T. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 111/2023, ημερομηνίας 23.6.2023), ECLI:CY:AD:2023:B225. Ορθά επίσης ανέφερε ότι το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο η πιθανότητα καταδίκης προκύπτει από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού εκτιμώμενου στην όψη του, έστω και εάν διαπιστώνεται εύλογη προσδοκία αθώωσης (βλ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 78/2024, ημερομηνίας 8.4.2024 και ΠΑΝΑΓΗ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 152/2024 ημερομηνίας 25.6.2024).

 

Αφού ικανοποιήθηκε, εξετάζοντας στην όψη του το μαρτυρικό υλικό, ότι προκύπτει η πιθανότητα καταδίκης σε σχέση με τον εφεσείοντα, σχολίασε ιδιαίτερα το γεγονός ότι με συμπληρωματικές τους καταθέσεις οι παραπονούμενοι, πατέρας και αδελφός του εφεσείοντα, απέσυραν το παράπονό τους. Ορθά σημείωσε τα ακόλουθα: «Παρόλα αυτά σημειώνω ότι το παρόν στάδιο δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να προβεί το Δικαστήριο σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, ούτε και προσφέρεται για μία εις βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού. Ό,τι αποφασίζεται είναι εάν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη, ώστε να πιθανολογείται η καταδίκη και δεν εξετάζεται η οποιαδήποτε προσδοκία αθώωσης του κατηγορουμένου».

 

Εξέτασε, επίσης, τους υποκειμενικούς παράγοντες που έχουν αναφερθεί σε σχέση με τον κατηγορούμενο και έκρινε ότι δεν είναι τέτοιοι ώστε να υπερφαλαγγίσουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο επιβάλει την παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη του. Αποφάσισε δε, ότι καταδεικνύεται κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του και ότι η παρουσία του σε αυτήν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιωνδήποτε όρων.

 

Αναφέρθηκε, επίσης, στην πιθανότητα του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων παραπέμποντας στις αρχές εξέτασης του εν λόγω παράγοντα όπως έχουν αναφερθεί στις υποθέσεις ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 47/2024, ημερομηνίας 11.3.2024 και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.ά. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 279/2024, 282/2024 και 283/2024, ημερομηνίας 11.12.2024. Εξέτασε σχετικά το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου ‑ έχει καταδικαστεί στις 19.5.2023 στην ποινική υπόθεση 8425/2022 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας σε αδικήματα κοινής επίθεσης, αρπαγής, απαγωγής ή στέρησης ελευθερίας προσώπου με σκοπό να υποβληθεί σε βαριά σωματική βλάβη και άλλα όπου του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Στο πλαίσιο επιβολής ποινής στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπ' όψιν και άλλη υπόθεση που αφορούσε το αδίκημα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β.

 

Σχολίασε, επίσης, τις εκκρεμούσες διαδικασίες εναντίον του κατηγορουμένου, πρόκειται για τις υποθέσεις 11443/25 και 20178/2024 που περιλαμβάνουν αδικήματα παρόμοιας φύσης και ανάλογης σοβαρότητας με αυτά που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση.

 

Έκρινε λοιπόν ότι, και ο κίνδυνος επαναδιάπραξης αδικημάτων υφίσταται γι' αυτό και ενέκρινε το αίτημα για κράτηση του εφεσείοντα και γι' αυτόν τον λόγο. Έλαβε, επίσης, υπ' όψιν του το πρωτόδικο Δικαστήριο τον χρόνο που μεσολαβούσε μέχρι την επόμενη δικάσιμο τον οποίο έκρινε ότι δεν ήταν υπερβολικός, ούτε και ότι εκφεύγει των επιτρεπτών χρονικών ορίων και δεν μεταβάλλει τα δεδομένα με τρόπο που να επιδρά επί της κρίσης για την κράτηση του κατηγορουμένου.

 

Εναντίον της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου δεν ασκήθηκε έφεση.

 

Στις 6.5.2026, που ήταν ορισμένη η υπόθεση για απάντηση όπως και εξέταση του αιτήματος που υπέβαλε ο εφεσείων για να του παραχωρηθεί νομική αρωγή, εγκρίθηκε το αίτημα του εφεσείοντα για νομική αρωγή και ο συνήγορός του ζήτησε όπως δοθεί άλλη ημερομηνία για απάντηση στις κατηγορίες, καθ' ότι οι δύο παραπονούμενοι στην υπόθεση, πατέρας και αδελφός του εφεσείοντα, προέβησαν σε ένορκες δηλώσεις με τις οποίες αποσύρουν το παράπονό τους εναντίον του και αναφέρθηκε ότι, εν όψει του γεγονότος αυτού, επρόκειτο να σταλεί επιστολή για αναστολή ποινικής δίωξης στον Γενικό Εισαγγελέα. Δόθηκαν δε στο Δικαστήριο αντίγραφα των ενόρκων δηλώσεων στις οποίες προέβησαν οι δύο παραπονούμενοι αποσύροντας το παράπονό τους.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για απάντηση στις 4.6.2026 δίδοντας τον αναγκαίο χρόνο στον συνήγορο του κατηγορουμένου να προβεί στις ενέργειες που έχει δηλώσει προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αναφορικά με αίτημα αναστολής ποινικής δίωξης. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε και πάλι την κράτηση του εφεσείοντα μέχρι την επόμενη δικάσιμο στη βάση των ιδίων λόγων που είχε εγκριθεί το αίτημα κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος του εφεσείοντα υπέβαλε ένσταση θεωρώντας ότι η πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα είναι πλέον μηδαμινή και ότι η παρούσα υπόθεση αναμένεται να ανασταλεί. Υπέβαλε, επίσης, τη θέση ότι εν όψει της εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενων και οι άλλες υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του δεν φαίνεται ότι θα προωθηθούν, τονίζοντας ότι πρόκειται ουσιαστικά για οικογενειακές διαφορές και ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να αφεθεί ελεύθερος ο εφεσείων και να προχωρήσει με τη ζωή του. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι ένορκες δηλώσεις στις οποίες οι παραπονούμενοι προέβησαν στις 17.4.2026, μετά δηλαδή από την τελευταία δικάσιμο, αποτελεί νέο δεδομένο.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι η αρχική απόφαση για κράτηση του εφεσείοντα ημερομηνίας 26.3.2026 δεν έχει εφεσιβληθεί, σύμφωνα με τη νομολογία, και παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση ΖΟΡΠΑΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 107/2024 και 108/2024, ημερομηνίας 3.6.2024, μετά την πρώτη διαταγή για κράτηση το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της περαιτέρω κράτησης, όχι εξ υπαρχής, αλλά μόνο με αναφορά σε οποιαδήποτε νέα δεδομένα ήθελαν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούν την κρίση επί του θέματος της κράτησης και όχι με αναφορά σε δεδομένα τα οποία υφίσταντο ευθύς εξ αρχής.

 

Σε πληθώρα αποφάσεων, περιλαμβανομένης και της απόφασης  ZOSIMIDIS v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 114/2026, ημερομηνίας 19.5.2026, αναφερθήκαμε στις αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στην υπό κρίση άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις όπου το ζήτημα της αναγκαιότητας διαταγής κράτησης έχει τελεσίδικα αποφασιστεί, η εξέταση αιτήματος επιβολής όρων εγγύησης ή ένστασης σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης, διενεργείται με αφετηρία το τελευταίο διαφοροποιητικό γεγονός, εάν υπάρχει. Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/20 και 166/20, ημερομηνίας 22.10.2020. Στην απουσία οποιουδήποτε άλλου νέου δεδομένου, το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία την επανεξέταση του θέματος κράτησης, το τι παραμένει να πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι ο ουσιαστικός λόγος της επιμήκυνσης του χρόνου κράτησης του κατηγορουμένου (βλέπετε, μεταξύ άλλων, KUENZEL v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 87/2026, ημερομηνίας 6.4.2026).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμποντας στην απόφαση ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 260/2024, ημερομηνίας 16.12.2024, ορθά ανέφερε ότι οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις απόσυρσης παραπόνου δεν αποτελούν νέα δεδομένα. Οι αποσύρσεις των παραπόνων τόσο από τον πατέρα όσο και από τον αδελφό του εφεσείοντα, είχαν τεθεί εξ αρχής ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και λήφθηκαν υπ' όψιν κατά την έκδοση της αρχικής απόφασης για κράτηση του εφεσείοντα (απόφαση ημερομηνίας 26.3.2026). Το Δικαστήριο στην πρώτη του απόφαση προέβη σε ρητή αναφορά στην εν λόγω απόφαση. Το γεγονός ότι η απόσυρση των παραπόνων των παραπονούμενων έχει πλέον τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή ένορκη δήλωσης, δεν διαφοροποιεί το ότι το εν λόγω ζήτημα είχε ήδη ληφθεί υπ’ όψιν κατά την έκδοση της αρχικής απόφασης στις 26.3.2026. Έτσι, ορθά έκρινε ότι οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις απόσυρσης παραπόνου δεν αποτελούν νέα δεδομένα και ορθά σημείωσε ότι το μόνο στοιχείο το οποίο αποτελεί διαφοροποιητικό στοιχείο είναι ο χρόνος που έχει οριστεί η υπόθεση για απάντηση. Λαμβάνοντας υπ' όψιν του τον χρόνο μέχρι την επόμενη δικάσιμο και τον συνολικό χρόνο που ο κατηγορούμενος θα τελεί υπό κράτηση, έκρινε, ορθά, ότι ο συνολικός χρόνος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικός, ούτε ότι εκφεύγει των επιτρεπτών χρονικών ορίων ώστε να δικαιολογεί την απόλυση του κατηγορούμενου με όρους.

 

Η πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου που κατά την άποψή μας είναι ορθή, απαντά και τον μοναδικό λόγο έφεσης που τέθηκε ενώπιόν μας από τον εφεσείοντα, ο οποίος αναγράφει «άδικη και παράλογη απόφαση» με αιτιολογία «όχι ενδεχόμενο καταδίκης με τα νέα δεδομένα». Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το θέμα. Ορθά κατέληξε ότι με δεδομένο ότι η πρώτη του απόφαση για την κράτηση δεν είχε εφεσιβληθεί, το μόνο που έπρεπε να εξετάσει ήταν τυχόν διαφοροποιητικά γεγονότα και ορθά έκρινε ότι οι αποσύρσεις των παραπόνων από τους πατέρα και αδελφό του κατηγορουμένου με τη μορφή της ένορκης δήλωσης, δεν αποτελούσαν διαφοροποιητικό γεγονός των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την πρώτη διαδικασία κράτησης, δηλαδή γραπτές συμπληρωματικές καταθέσεις των εν λόγω προσώπων ότι δεν επιθυμούν να προωθήσουν το παράπονό τους, ούτε και επιθυμούν να καταθέσουν εναντίον του εφεσείοντα.

 

Παραπέμποντας στα πιο πάνω και στη σχετική νομολογία που έχει και το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερθεί, η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή. Ο μοναδικός λόγος έφεσης, όπως έχει τεθεί ενώπιόν μας, απορρίπτεται. Επικυρώνεται η απόφαση του πρωτόδικο Δικαστηρίου για κράτηση του εφεσείοντα μέχρι την επόμενη δικάσιμο που, όπως έχει αναφερθεί, είναι η 4.6.2026.

 

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.   

 

         


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο