ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 124/2023)
20 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Θ. Κοντάκος, για τον Εφεσείοντα
Α. Σιαπανή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων καταδικάστηκε, κατόπιν ακρόασης, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για αδικήματα κατά παράβαση του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμος του 2004 (Ν. 112(I)/2004), («ο Νόμος»), όπως είχε τροποποιηθεί, καθώς και για αδικήματα κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Η συμπεριφορά, η οποία αποδόθηκε στον εφεσείοντα, συνίστατο στο ότι απείλησε τον αδελφό του σε διάφορες περιπτώσεις με φραστικές απειλές μέσω γραπτών τηλεφωνικών μηνυμάτων.
Ο εφεσείων προσβάλλει την καταδίκη του καθώς και την ποινή φυλάκισης 4 μηνών με αναστολή η οποία του επιβλήθηκε για κάθε κατηγορία για το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 51Α του Κεφ.154.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης εναντίον της καταδίκης προβάλλεται ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα σε δίκαιη δίκη κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 12(1) του Συντάγματος.
Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, έρεισμα για τις πιο πάνω παραβιάσεις αποτελεί η τροποποίηση του κατηγορητηρίου το οποίο αρχικά περιελάβανε κατηγορίες μόνο για αδικήματα κατά παράβαση του Νόμου, ενώ μετέπειτα προστέθηκαν οι κατηγορίες για τα αδικήματα (στη βάση των ίδιων γεγονότων, ήτοι της ίδιας αξιόποινης συμπεριφοράς) κατά παράβαση του Κεφ. 154. Με δεδομένο ότι τα αδικήματα βάσει του Νόμου επέφεραν ποινή προστίμου, ενώ τα αδικήματα βάσει του Κεφ. 154 επέφεραν ποινή φυλάκισης, ο εφεσείων δεν μπορούσε ευλόγως να προβλέψει ότι θα αντιμετώπιζε ποινή στερητικής της ελευθερίας για πράξεις για τις οποίες αρχικά είχε κατηγορηθεί μόνο βάσει του Νόμου.
Στην πρόσφατη απόφασή μας ΕΠΑΡΧΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ v. ΣΑΒΒΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 185/2023, ημερομηνίας 30.3.2026, αναφέραμε ότι η νομολογία που διέπει το ζήτημα τροποποίησης κατηγορητηρίου, περιλαμβάνει τις αποφάσεις LANITIS BROS v. ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ, (1995) 2 Α.Α.Δ., Αναφορικά με την Αίτηση του Άκη Φάντη, (1995) 1 Α.Α.Δ., POURIS A.O. v. R., (1983) 2 C.L.R. 148 και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΣΠΥΡΟΥ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 107.
Αναφέραμε επίσης τα εξής:
«Υπογραμμίζουμε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την τροποποίηση ενός κατηγορητηρίου είναι να μην επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και επίσης ότι είναι πιο πρόσφορο να υποβληθεί και να εγκριθεί αίτημα τροποποίησης κατηγορητηρίου στα αρχικά στάδια μίας υπόθεσης. Στην αγγλική υπόθεση R. v. JOHAL AND RAM 56 Crim. App. R. 348 έχει αναφερθεί ότι όσο πιο καθυστερημένα υποβάλλεται το αίτημα, τόσο πιθανότερο είναι να προκύψει αδικία.»
Εξετάσαμε υπό το φως των πιο πάνω τις περιστάσεις της παρούσης. Το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 30.4.2018. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε με λεπτομέρεια στην εκκαλούμενη απόφασή του το ιστορικό της διαδικασίας. Σε περίληψη, αναφέρουμε ότι ο εφεσείων εμφανίστηκε μαζί με δικηγόρο για πρώτη εμφάνιση την 24.10.2018 οπότε υπέβαλε αίτημα όπως του χορηγηθεί νομική αρωγή, το οποίο εγκρίθηκε την επομένη ημέρα αναφορικά με τον ίδιο δικηγόρο. Ο εν λόγω συνήγορος του εφεσείοντα ζήτησε χρόνο να μελετήσει το κατηγορητήριο, έτσι η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση για άλλες δύο φορές κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του εφεσείοντα. Την 19.11.2018 ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για απάντηση, υποβλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αίτημα για την προσθήκη των επίδικων κατηγοριών, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και ο εφεσείων καταχώρησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες. Για διάφορους λόγους, οι πλείστοι εκ των οποίων οφείλονται στον εφεσείοντα, η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε την 30.1.2023. Εν των μεταξύ, ο εφεσείων είχε ήδη αλλάξει δύο φορές δικηγόρους. Εν τέλει, ο εφεσείων χειρίστηκε την υπόθεση αυτοπροσώπως, αντεξετάζοντας τους μάρτυρες κατηγορίας και καλώντας ο ίδιος μάρτυρες υπεράσπισης. Ο ίδιος προέβη σε ανώμοτη δήλωση και παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση.
Όπως προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης, το οποίο περιγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, η τροποποίηση του κατηγορητηρίου δεν έγινε σε προχωρημένο στάδιο, ούτε στην απουσία συνηγόρου για τον εφεσείοντα, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στον πρώτο λόγο έφεσης. Έγινε δε περί τα τέσσερα έτη πριν την έναρξη της δίκης. Δεν διακρίνουμε πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης του εφεσείοντα. Θεωρούμε ότι η απόφασή του πρωτόδικου Δικαστηρίου για έγκριση του αιτήματος τροποποίησης, κινήθηκε εντός των ορθών πλαισίων που η νομολογία αναγνωρίζει και δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής ούτως ώστε να χρειάζεται η παρέμβασή μας, ούτε και διαπιστώνουμε οποιαδήποτε παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του εφεσείοντα, τα οποία επικαλείται ως προαναφέραμε.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται το ύψος της ποινής φυλάκισης. Καμία αιτιολογία δεν εξειδικεύτηκε η οποία να συναρτάται έστω και ακροθιγώς με τους λόγους με βάση τους οποίους το Εφετείο έχει εξουσία να παρέμβει στην πρωτόδικη κρίση αναφορικά με το ύψος της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Οι λόγοι αυτοί συνοψίστηκαν πρόσφατα από το Εφετείο, μεταξύ άλλων στις υποθέσεις GEORGIOS TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 139/2025, 141/2025, ημερομηνίας 30.10.2025 και ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 212/2025, ημερομηνίας 28.4.2026
.
Η αιτιολογία του δεύτερου λόγου έφεσης, συνίσταται ουσιαστικά στη θέση ότι υπήρχαν στο κατηγορητήριο αδικήματα (για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις) βάσει του Νόμου, για τις οποίες προβλεπόταν ηπιότερη ποινή, επομένως θα έπρεπε να τεθεί ποινή στη βάση αυτών και όχι στη βάση των σοβαρότερων αδικημάτων. Θέση η οποία δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα στη νομολογία. Συνακόλουθα, και ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, η έφεση αποτυγχάνει στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο