ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 125/2026)
29 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
KOMI DEMAGNA FABRICE,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
________________________________
Μ. Παυλίδου (κα), για τον Εφεσείοντα
Ν. Παπούτσα (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσείων αντιμετωπίζει, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου, οκτώ συνολικά κατηγορίες. Συγκεκριμένα, μία κατηγορία βιασμού, δύο κατηγορίες σεξουαλικής παρενόχλησης, δύο κατηγορίες άσεμνης επίθεσης, μία κατηγορία διαφθοράς γυναίκας με νοητική ή ψυχική αναπηρία, μία κατηγορία άσκησης ψυχολογικής βίας και μία κατηγορία παρενόχλησης. Τα αποδιδόμενα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στις 9.8.2025.
Από το οδοιπορικό της πρωτόδικης διαδικασίας, ως καταγράφηκε στην πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι ο εφεσείων παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 22.8.2025. Κατά την εν λόγω ημερομηνία ζητήθηκε η κράτηση του εφεσείοντα και, παρά την ένσταση που ηγέρθη εκ μέρους του, διατάχθηκε η κράτησή του. Η εν λόγω απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Ακολούθησαν ημερομηνίες ορισμού στις 20.10.2025 και 31.10.2025 με αντικείμενο εκπροσώπησή του με νομική αρωγή, με την κράτηση του εφεσείοντα να συνεχίζεται χωρίς ένστασή του. Στις 14.11.2025, ο εφεσείων απάντησε στις κατηγορίες μη παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 26.2.2026. Αίτημα κράτησής του αντιμετώπισε την ένσταση της πλευράς του εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε τη συνέχιση της κράτησής του. Στις 26.2.2026, η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω συνέχισης άλλης διαδικασίας ενώπιον του Κακουργιοδικείου, ενώ ο εφεσείων ζήτησε όπως διορίσει άλλο δικηγόρο εις αντικατάσταση της προηγούμενης του δικηγόρου. Η υπόθεση ορίστηκε προς τούτο στις 19.3.2026 και η κράτηση του εφεσείοντα συνεχίστηκε χωρίς ένσταση από μέρους του. Στις 19.3.2026, ενώπιον του Κακουργιοδικείου, εμφανίστηκε η νυν συνήγορος του εφεσείοντα, η οποία ζήτησε να δοθεί ημερομηνία χωρίς μάρτυρες ώστε να της δοθεί μέρος του μαρτυρικού υλικού που δεν είχε στη διάθεσή της. Η υπόθεση ορίστηκε προς τούτο στις 27.4.2026. Και πάλι η κράτηση του εφεσείοντα συνεχίστηκε χωρίς ένσταση. Κατά την 27.4.2026, το Κακουργιοδικείο ενημερώθηκε για την παράδοση όλου του μαρτυρικού υλικού και, κατόπιν εισήγησης για τον κατά το συντομότερο δυνατό ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, όρισε την υπόθεση για έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 15.6.2026. Αίτημα για συνέχιση της κράτησης αντιμετώπισε την ένσταση από μέρους του εφεσείοντα, με παράκληση όπως η υπόθεση οριστεί για παρουσίαση της ένστασης σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Ορίστηκε, προς τούτο, στις 7.5.2026. Το Κακουργιοδικείο, αφού άκουσε όσα η πλευρά του εφεσείοντα ήγειρε, αποφάσισε τη συνέχιση της κράτησής του μέχρι τις 15.6.2026.
Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη αυτή κρίση με έξι λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα αξιολόγησε το συνολικό χρονικό διάστημα της κράτησης του εφεσείοντα, λαμβανομένων υπ' όψιν των αρχών που έχει θέσει η νομολογία για το εύλογο του χρόνου κράτησης. Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα συνάρτησε τον χρόνο κράτησης του εφεσείοντα με το ιστορικό της υπόθεσης, όταν η ημερομηνία που ορίστηκε δόθηκε σύμφωνα με το πρόγραμμα του Δικαστηρίου παρά το γεγονός ότι ζητήθηκε από την υπεράσπιση συντομότερος χρόνος για την ακρόαση της υπόθεσης του εφεσείοντα. Ο τρίτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν εντόπισε, από τα νέα δεδομένα που παρουσιάστηκαν ενώπιόν του και το σύνολο της μαρτυρίας, την αποδυνάμωση της μαρτυρίας ως σύνολο και της αποδεικτικής της δύναμης, με συνακόλουθο να μειώνεται η πιθανότητα καταδίκης και κατ' επέκταση ο κίνδυνος φυγοδικίας του εφεσείοντα. Ο τέταρτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι κατέληξε σε ακροσφαλή συμπεράσματα μη λαμβάνοντας υπ' όψιν την αλληλοσυγκρουόμενη μαρτυρία και μη δίδοντας οποιαδήποτε σημασία στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς υπεράσπισης, αποφασίζοντας για την πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα και συνακόλουθα τον κίνδυνο διαφυγής του. Ο πέμπτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα εις το ότι προέβηκε σε αξιολόγηση μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο, όπου η μαρτυρία εξετάζεται στην όψη της και μόνο, αποφασίζοντας λανθασμένα για την πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα και συνακόλουθα τον κίνδυνο διαφυγής του. Τέλος, ο έκτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν του μέρος των νέων δεδομένων που τέθηκαν ενώπιόν του από την υπεράσπιση και αποδυναμώνουν τη μαρτυρία συνολικά, ενώ παράλληλα προέβηκε σε μεροληπτική κρίση της μαρτυρίας για να κρίνει την πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα και τον κίνδυνο διαφυγής του. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιόν μας σήμερα, οι πρώτοι δύο λόγοι έφεσης εγκαταλείφθηκαν.
Έχουμε με προσοχή μελετήσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία, περιλαμβανομένης και της επιχειρηματολογίας των δύο συνηγόρων ενώπιόν μας, αλλά και των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Είναι προφανές ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.
Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Πολύ συνοπτικά, είναι χρήσιμο να λεχθεί ότι με το ζήτημα της κράτησης να έχει τελεσίδικα αποφασιστεί, η εξέταση ένστασης σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης, διενεργείται με αφετηρία το τελευταίο διαφοροποιητικό γεγονός, εάν υπάρχει. Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η υπόθεση ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 165/20 και 166/20, ημερομηνίας 22.10.2020. Στην απουσία οποιουδήποτε άλλου νέου δεδομένου, το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία την επανεξέταση του θέματος κράτησης, το τι παραμένει να πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι ο ουσιαστικός λόγος της επιμήκυνσης του χρόνου κράτησης του κατηγορουμένου.
Από τους λόγους έφεσης και την αιτιολογία τους προκύπτει τέτοια συνάφεια μεταξύ τους που κρίνουμε ορθό να τους εξετάσουμε παράλληλα μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι, από το πρακτικό της πρωτόδικης διαδικασίας, αλλά και τα όσα τίθενται ενώπιόν μας μέσω των λόγων έφεσης, προκύπτει ότι το παράπονο του εφεσείοντα επικεντρώνεται, αφενός, στον παράγοντα της επιμήκυνσης του χρόνου κράτησής του, και, αφετέρου, στην παρουσίαση από την Υπεράσπιση συγκεκριμένων στοιχείων μαρτυρίας που, κατά την άποψή της, αποδυναμώνουν τη μαρτυρία της παραπονούμενης και, κατ' επέκταση της Κατηγορούσας Αρχής, σε βαθμό που να αποδυναμώνεται η πιθανότητα καταδίκης και συνακόλουθα ο κίνδυνος διαφυγής του. Τα στοιχεία αυτά αφορούν απουσία γενετικού υλικού του εφεσείοντα από συγκεκριμένα σημεία στο κορμί της παραπονούμενης και λανθασμένες αναφορές ή παραλείψεις της παραπονούμενης σε αναφορές της κατά την κατάθεσή της ώστε η εκδοχή της να παρουσιάζεται αντιφατική. Προβάλλονται αναφορά της σε πεύκο στη σκηνή του αδικήματος, ενώ υπάρχουν άλλα δέντρα και όχι πεύκος και μη αναφορά σε τηλεφωνικές κλήσεις της προς τον εφεσείοντα. Ως λέχθηκε ανωτέρω, το ζήτημα του χρόνου έχει εγκαταλειφθεί.
Δεν μπορεί να παραμείνει απαρατήρητο ότι τα παράπονα του εφεσείοντα περιλαμβάνουν, αφενός, ότι το Κακουργιοδικείο δεν συνεκτίμησε σωστά τα προβαλλόμενα στοιχεία μαρτυρίας με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, ώστε να διαπιστώσει αντιφατικότητα στις αναφορές της παραπονούμενης, ενώ, αφετέρου, προβάλλεται ότι το Κακουργιοδικείο προέβηκε σε αξιολόγηση μαρτυρίας όταν, στο στάδιο αυτό, η μαρτυρία εξετάζεται στην όψη της. Παράπονα τα οποία παρουσιάζονται να είναι αλληλοσυγκρουόμενα, αφού το πρώτο ουσιαστικά αναζητά αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα του εφεσείοντα, ως προβάλλονται στους λόγους έφεσής του.
Το Κακουργιοδικείο, ως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασής του, ασχολήθηκε με το περιεχόμενο της έκθεσης που αφορά το γενετικό υλικό, καταγράφοντας πού εντοπίστηκε γενετικό υλικό και το είδος του, καθώς επίσης και με τα υπόλοιπα στοιχεία που προβλήθηκαν, εξηγώντας ότι αποτελούν στοιχεία τα οποία θα ληφθούν υπ' όψιν κατά την ακροαματική διαδικασία και θα πρέπει να τύχουν αξιολόγησης σε αντιπαραβολή με τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Αφού δε, εντόπισε ότι το τι η συνήγορος υπεράσπισης το καλούσε να πράξει ήταν να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και κρίση της παραπονούμενης ως αναξιόπιστης, κατέγραψε ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν καθιστούν τη μαρτυρία αυτή ουσιωδώς αντιφατική.
Είναι ορθή η διαπίστωση του Κακουργιοδικείου ότι το τι ζητείτο, ουσιαστικά απέληγε σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα η διαπίστωση του βάρους της μαρτυρίας στην όψη του. Το μαρτυρικό υλικό, στην όψη του ήταν τέτοιου βάρους που κρίθηκε ικανό να υποστηρίξει την πιθανότητα καταδίκης. Η αναφορά του Κακουργιοδικείου ότι τα προβαλλόμενα στοιχεία δεν καθιστούν ουσιωδώς αντιφατική τη μαρτυρία της παραπονούμενης, σαφώς εξηγεί ότι το βάρος της μαρτυρίας, στην όψη της, παραμένει ως είχε διαπιστωθεί, με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας να παραμένει επίδικο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.
Ούτε σε αξιολόγηση της μαρτυρίας φαίνεται να προέβηκε το Κακουργιοδικείο, ούτε όμως παρέλειψε να προβεί σε ορθές διαπιστώσεις αναφορικά με το μαρτυρικό υλικό και τον τρόπο εξέτασής του στο στάδιο αυτό. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το Κακουργιοδικείο προσέγγισε και αποφάσισε το θέμα. Είναι δε, με κάθε σεβασμό που αναφέρουμε ότι η WAHEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 508, στην οποία παραπεμφθήκαμε, δεν υποστηρίζει τις προβαλλόμενες θέσεις του εφεσείοντα.
Ούτε όμως εντοπίζουμε σφάλμα αναφορικά με την κρίση του Κακουργιοδικείου ως προς την επιμήκυνση του χρόνου κράτησης του εφεσείοντα.
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι, ως προκύπτει από το πρακτικό της πρωτόδικης διαδικασίας, το Κακουργιοδικείο όρισε την ημερομηνία ακρόασης με γνώμονα την αναγκαιότητα έναρξης αυτής και της ευχέρειάς του να ανταποκριθεί στον ορισμό. Μάλιστα, δεν ενέδωσε στην παράκληση της συνηγόρου για συντομότερη ημερομηνία ώστε να μην εγείρει ένσταση στη ζητούμενη κράτηση, εξηγώντας ότι η ορισθείσα ημερομηνία επιλέγηκε με βάση το πρόγραμμα του Κακουργιοδικείου, αποφεύγοντας ημερομηνία κατά την οποία το πρόγραμμά του θα ήταν «εξαιρετικά βαρυφορτωμένο».
Επομένως, υπό αυτά τα δεδομένα και υπό τα δεδομένα του ιστορικού της υπόθεσης, ως εξήγησε και το Κακουργιοδικείο, καθ’ όλα εντός του επιτρεπτού πλαισίου κρίνεται η πρωτόδικη κρίση ότι ο συνολικός χρόνος κράτησης του εφεσείοντα δεν εκφεύγει του μέτρου της νομολογίας. Άλλωστε, η κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα δεδομένα.
Κρίνουμε, ως αποτέλεσμα, ότι δεν παρέχεται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Οι λόγοι έφεσης, στο σύνολό τους κρίνονται, αβάσιμοι.
Η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο