ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 129/2026)
29 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
_________________________
Προσωπικά, για τον Εφεσείοντα
Χ. Καραολίδου (κα) για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσείων τελεί υπό κράτηση ως υπόδικος στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 169/2024 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, η οποία αφορά αριθμό κατηγοριών για αδικήματα καταδολίευσης, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, απάτης, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία. Ως προκύπτει από το πρακτικό της συνεδρίας του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 19.5.2026, με την περάτωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέστη αναγκαίο η υπόθεση να αναβληθεί για την επομένη ώστε να τεθεί αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για τροποποίηση. Σε αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για συνέχιση της κράτησης του εφεσείοντα μέχρι την επόμενη δικάσιμο υπήρξε ένσταση από τον συνήγορό του, ο οποίος ζήτησε τον τερματισμό της κράτησης του εφεσείοντα.
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι ο εφεσείων πρωτοδίκως αντιπροσωπεύεται από συνήγορο. Η έφεση που έχει καταχωρηθεί, καταχωρήθηκε από τον ίδιο τον εφεσείοντα. Χρήσιμο είναι, επίσης, να τεθεί ότι, κατά την 20.5.2026 η κράτηση του εφεσείοντα επεκτάθηκε μέχρι την επόμενη δικάσιμο. Ο εφεσείων καταχώρησε έφεση και αναφορικά με εκείνην την ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου, την Ποινική Έφεση 130/2026, την οποία εξετάσαμε, επίσης, σήμερα και η απόφαση για την οποία θα δοθεί ξεχωριστά αφού αφορά διαφορετική απόφαση και διαφορετικό θέμα.
Για σκοπούς της παρούσας απόφασης, αρκεί να λεχθεί ότι συγκεκριμένοι λόγοι έφεσης αφορούν την απόφαση ημερομηνίας 19.5.2026 και την παρούσα έφεση, ενώ λόγος έφεσης που αφορά τον χρόνο κράτησης του εφεσείοντα αφορά την απόφαση ημερομηνίας 20.5.2026 και την έφεση 130/2026.
Για σκοπούς της παρούσας προβάλλεται, με λόγο έφεσης ότι δεν αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα στο γεγονός ότι ο εφεσείων είχε ήδη εκτίσει την ποινή φυλάκισης που του είχε επιβληθεί σε άλλη υπόθεση, αγνοώντας την επίτευξη των σωφρονιστικών σκοπών της εν λόγω ποινής. Προβάλλεται, επίσης, ότι λανθασμένα κρίθηκε ότι εξακολουθούσε να υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων, παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είχε ήδη ολοκληρωθεί και με γενικό τρόπο ώστε να παραβιάζεται το Άρθρο 5 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι λανθασμένα αξιολογήθηκε ο ισχυρισμός περί κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων παραλείποντας να ληφθούν υπ' όψιν τα νέα προσωπικά, κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα του εφεσείοντα. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι δεν εξετάστηκε κατά πόσο η συνέχιση της κράτησης του εφεσείοντας παρέμεινε αναγκαία και αναλογική υπό το φως της διάρκειάς της, του προχωρημένου σταδίου της διαδικασίας αλλά και της επιδείνωσης της ψυχικής υγείας του εφεσείοντα ως άμεσης συνέπειας της παρατεταμένης κράτησης. Με ξεχωριστό λόγο έφεσης προβάλλεται, επίσης, ότι ελλείπει ειδική και εξατομικευμένη αιτιολογία σε σχέση με το δικαίωμα του εφεσείοντα για αποτελεσματική προετοιμασία της υπεράσπισής του, υπό το φως της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, του όγκου της μαρτυρίας και του μεγάλου αριθμού μαρτύρων. Τέλος, προβάλλεται σφάλμα του Κακουργιοδικείου αναφορικά με τη νομολογία σε σχέση με το θέμα του επηρεασμού μαρτύρων.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μας σήμερα. Μας έχει, επίσης, απασχολήσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία. Δεδομένου του ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του, χρήσιμη είναι η επανάληψη των αρχών που αφορούν την ευχέρεια του Εφετείου να επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Θα προχωρήσουμε με την εξέταση των εγειρόμενων θεμάτων μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης κρίσης.
Το Κακουργιοδικείο, στην απόφασή του, εξήγησε ότι ο εφεσείων είναι υπόδικος στην παρούσα υπόθεση στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων και στη βάση του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν καταστεί τελεσίδικες. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η ικανοποίηση για ύπαρξη κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν είχε αποφασιστεί μόνο επί τη βάση της υπόθεσης στην οποία ο εφεσείων εξέτιε ποινή, αλλά και επί τη βάση άλλης εκκρεμούσας υπόθεσης, συνεκτιμώμενα και με τα όσα καταλογίζονται στον εφεσείοντα στην υπό κρίση υπόθεση. Το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε, επίσης, στο πως στο παρελθόν κρίθηκε ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων.
Μέσα από ανάλυση της σχετικής νομολογίας, το Κακουργιοδικείο εξήγησε ότι ο όρος δίκη περιλαμβάνει κάθε στάδιο της διαδικασίας μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Είναι μέχρι τότε που θα πρέπει να παραμένει ανεπηρέαστη και ελεύθερη ως ζήτημα δημόσιου συμφέροντος. Κατέληξε, συναφώς, ότι «ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων δεν περιορίζεται σε μάρτυρες κατηγορίας μόνο, αλλά εκτείνεται σε όλο το εύρος και το φάσμα της διαδικασίας που απολήγει σε απονομή της δικαιοσύνης, το οποίο καλύπτει και το φάσμα των μαρτύρων από όποια πλευρά και αν προέρχονται, επί της μαρτυρίας των οποίων το Δικαστήριο θα κληθεί τελικά να δώσει την ετυμηγορία του». Επομένως, έκρινε, το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή δεν θέτει τέρμα στην ύπαρξη του κινδύνου αυτού. Αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, το Κακουργιοδικείο εξήγησε ότι τα όσα τέθηκαν από την πλευρά του εφεσείοντα δεν στοιχειοθετούν διαφοροποίηση της εν λόγω πιθανολόγησης, αφού η αρχική απόφαση περί τούτου, βασιζόμενη σε στοιχεία πέραν της αναφερόμενης καταδίκης και ποινής, παραμένει ισχυρή και αμετάβλητη. Ούτε, όπως σημείωσε, τέθηκε βάσιμο εμπόδιο για την Υπεράσπιση ώστε να μην είναι σε θέση να προετοιμαστεί λόγω της κράτησης.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην ετυμηγορία του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αφού δεν εντοπίζουμε έρεισμα σε οτιδήποτε τίθεται με τους λόγους έφεσης.
Είναι με επάρκεια που το Κακουργιοδικείο εξέτασε και αποφάσισε τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του. Αφενός, είναι ορθή η διαπίστωση ότι ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων εκτείνεται μέχρι την αποπεράτωση της υπόθεσης με την ετυμηγορία του Δικαστηρίου, με εύκολα αντιληπτές τις συνθήκες που θα μπορούσε να υπάρξει εκτροπή όσον αφορά τον κίνδυνο αυτό ακόμα και μετά την παράθεση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας. Αφετέρου δε, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε, όντως αποφασιστεί στη βάση στοιχείων πέραν της ποινής που εξέτιε ο εφεσείων σε άλλη υπόθεση, με ορθή τη διαπίστωση ότι η απόφαση για ύπαρξη τέτοιου κινδύνου παρέμενε αμετάβλητη.
Για τους λόγους αυτούς, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί οποιοδήποτε από τα παράπονα του εφεσείοντα και ότι δεν υφίσταται λόγος επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση. Στη ΝΕΣΤΩΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 26/2026, ημερομηνίας 10.2.2026 αλλά και στην MERZO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 57/2026, ημερομηνίας 13.3.2026 παραπέμψαμε στο απόσπασμα από την ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109 με το οποίο εξηγήθηκε ότι «...από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου με εγγυήσεις. Η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας».
Συνακόλουθα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη κρίση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο