ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 131/2026)
27 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΠΗΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
________________________
Θ. Κορφιώτης για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Α. Χατζηγεωργίου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσείων αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Του αποδίδεται ότι την 21.10.2025 και την 20.11.2025 απείθησε σε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 17.10.2023, στην ποινική υπόθεση 14030/2023, το οποίο του απαγόρευε να πλησιάζει και επικοινωνεί με τα δύο ανήλικα τέκνα του, πλησιάζοντας τα και ερχόμενος σε επαφή μαζί τους. Κατά την 8.5.2026, η εναντίον του εφεσείοντα ποινική υπόθεση τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ο εφεσείων απάντησε μη παραδοχή στις προσαπτόμενες κατηγορίες. Αρχικά η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18.9.2026. Ζητήθηκε η κράτηση του εφεσείοντα στη βάση του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τέθηκαν αντίγραφο του μαρτυρικό υλικού, καθώς επίσης και αριθμός εκκρεμουσών υποθέσεων τις οποίες ο εφεσείων αντιμετωπίζει, περιλαμβανομένων και άλλων δύο περιπτώσεων για παρακοή του ιδίου διατάγματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσείοντα έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ανάλογα θέματα με αυτά που έθεσε και ενώπιόν μας σήμερα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στα ενώπιόν του στοιχεία αλλά και τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα, αποφάσισε την κράτηση του εφεσείοντα αφού έκρινε ότι όλα τα στοιχεία υποδεικνύουν τη ροπή του εφεσείοντα στο έγκλημα και δημιουργούν την εντύπωση πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων. Έκρινε, επίσης, ότι ο χρόνος κράτησης δεν είναι δυσανάλογος ή υπερβολικός ώστε να αντενδείκνυται διαταγή κράτησης. Παράλληλα δε, το πρωτόδικο Δικαστήριο τροποποίησε την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης ορίζοντας την για ακρόαση στις 28.5.2026 ώστε να περιοριστεί με αυτόν τον τρόπο ο χρόνος κράτησης.
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με έναν λόγο έφεσης. Προβάλλεται ότι η απόφαση του Δικαστηρίου όπως ο εφεσείων τεθεί υπό κράτηση είναι λανθασμένη και δεν συνάδει με τις σχετικές αρχές της Ποινικής Δικονομίας και νομολογίας. Αιτιολογικά, προβάλλεται ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν του τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και το ότι αυτές δεν ήταν ιδιαιτέρως σοβαρές. Ενώπιόν μας, προβλήθηκε η θέση ότι κατά το μέγιστο η τέλεση του αδικήματος αφορούσε συνάντηση του εφεσείοντα με τα ανήλικα παιδιά του με την οποία δεν είχε επαφή. Προβάλλεται, επίσης, ότι δεν λήφθηκε υπ' όψιν η σοβαρότητα του αδικήματος με βάση την προβλεπόμενη γι' αυτό ποινή, ενώ δεν λήφθηκε υπ' όψιν ούτε η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων. Είναι η θέση της πλευράς του εφεσείοντα ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος εκτιμήθηκε λανθασμένα από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο ενήργησε ως εάν η κράτηση να αποτελεί τον κανόνα αντί την εξαίρεση. Ενώπιόν μας δεν προωθήθηκε η τελευταία αιτιολογική βάση που αφορά πρόνοια του σχετικού διατάγματος το οποίο φέρεται να έτυχε παρακοής.
Έχουμε με προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι δύο συνήγοροι έχουν θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους. Μας έχει, επίσης, απασχολήσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία. Ως υποδεικνύουμε, επανειλημμένως, σε υποθέσεις που αμφισβητείται η κράτηση ενός προσώπου, το τι αμφισβητείται είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του.
Στην A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022, εξηγείται ότι:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων:
«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:
«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα που εκφράζονται από πλευράς του εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με λεπτομέρεια ασχολήθηκε με το τι ο εφεσείων αντιμετωπίζει σε συνάρτηση με άλλες εκκρεμούσες εναντίον του υποθέσεις. Ανέδειξε προς τούτο το γεγονός ότι στην υπόθεση στην οποία εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα παραπονούμενη είναι η πρώην σύζυγος του εφεσείοντα αλλά και τα παραπονούμενα παιδιά του, με αντικείμενο παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο, επίθεση, πρόκληση ψυχολογικής βίας και απειλής. Ανέδειξε, επίσης, το γεγονός ότι εκκρεμούν άλλες δύο υποθέσεις για φερόμενη παρακοή του ιδίου διατάγματος, καθώς επίσης το γεγονός ότι ο εφεσείων φέρεται να ενήργησε όντας ελεύθερος υπό όρους εγγύησης.
Αναφορικά με τις αρχές που αφορούν τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, σχετική είναι η απόφασή μας στην IGNATOVA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025. Ως εξηγήσαμε στην εν λόγω απόφασή μας, επιπρόσθετο στοιχείο προς υποστήριξη του δικαιολογημένου διαταγής κράτησης, αποτελεί το ότι ο εφεσείων φέρεται να τέλεσε τα υπό κρίση αδικήματα ενώ τελούσε υπό όρους εγγύησης για άλλη υπόθεση (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΝΤΕΜΛΟΖ, Ποινική Έφεση 100/25, ημερομηνίας 24.4.2025, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση 84/24, ημερομηνίας 16.4.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. MOHAMMAD SERAQ κ.ά, Ποινική Έφεση 269/24, ημερομηνίας 23.1.2025).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να ασχοληθεί και με τις εισηγήσεις για τον χρόνο που διέρρευσε από την τέλεση των αδικημάτων ως επίσης την αναφερόμενη σοβαρότητα του αδικήματος. Εξήγησε ότι το αδίκημα της παρακοής διατάγματος είναι σοβαρό αδίκημα και ότι ο χρόνος που διέρρευσε συνεξετάζεται με το σύνολο των στοιχείων που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να εξακριβωθεί ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων. Έλαβε, επίσης, υπ' όψιν τη δυσκολία που υπήρξε στο να εκτελεστεί στο ένταλμα σύλληψης του εφεσείοντα, ο οποίος δεν ήταν εύκολα εντοπίσιμος.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και αποφάσισε το υπό κρίση ζήτημα. Έχουμε αντιληφθεί πλήρως την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον εφεσείοντα, όμως δεν συμφωνούμε ότι η προβλεπόμενη για το αδίκημα ποινή το καθιστά μη σοβαρό ή ανάξιο, στην κατάλληλη περίπτωση, για διαταγή κράτησης φερόμενου παραβάτη του. Ούτε θεωρούμε ότι οι συνθήκες φερόμενης τέλεσης του στερούν τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για έκδοση τέτοιας διαταγής. Ο εφεσείων φέρεται να παρήκουσε συγκεκριμένο διάταγμα το οποίο είχε εκδοθεί σε υπόθεση που αντιμετωπίζει και φέρεται να έπραξε τούτο ενόσω τελούσε υπό όρους εγγύησης στην εν λόγω υπόθεση αλλά και άλλες. Φέρεται, επίσης, να διέπραξε αριθμό ιδίων ή και άλλων αδικημάτων. Στη βάση αυτών των δεδομένων, καθ' όλα θεμιτή και, εν πάση περιπτώσει, εντός του επιτρεπτού πλαισίου, κρίνεται να είναι η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί ροπής του εφεσείοντα στην τέλεση τέτοιων αδικημάτων και, κατ' επέκταση, περί ύπαρξης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Παράλληλα δε, ορθή κρίνεται η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αναφορικά με το ζήτημα χρόνου. Ορθώς, τροποποίησε τον προγραμματισμό του όσον αφορά την ακρόαση της υπόθεσης, ορίζοντας την για έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αύριο 28.5.2026. Υπό αυτά τα δεδομένα, κρίνουμε ότι δεν παρέχεται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση.
Δεν θεωρούμε ότι ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και, κατά συνέπεια, απορρίπτεται.
Η παρούσα έφεση απορρίπτεται η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο