ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 150/2023)
21 Μαΐου 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
VANYO VIKTOROV STOYANOV
Εφεσείων
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσίβλητης
‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑
Κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Α. Τιμοθέου (κα), για Γενικόν Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Οι Μ.Κ.7, 9 και 8 από τη Σαουδική Αραβία ήταν ιδιοκτήτριες ενός διαμερίσματος στην περιοχή Γερμασόγειας στη Λεμεσό (εφεξής το «Διαμέρισμα») το οποίο είχαν κληρονομήσει από τον πατέρα και σύζυγο τους αντίστοιχα. Ο Εφεσείων με τη χρήση του Γενικού Πληρεξουσίου Εγγράφου (Τεκμήριο 2) που φερόταν να είχε υπογραφεί από τις ιδιοκτήτριες, προχώρησε στη σύναψη Συμφωνίας Πώλησης του Διαμερίσματος (Τεκμήριο 28) και μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του στην εταιρεία Arcnoah’s Holdings Ltd. Το Κακουργοδικείο Λεμεσού, μετά από ακροαματική διαδικασία, έκρινε τον Εφεσείοντα ένοχο για αδικήματα κατάρτισης πλαστού εγγράφου, ήτοι του πιο πάνω Πληρεξουσίου, κατά παράβαση των Άρθρων 331, 333 και 336 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (εφεξής «Π.Κ.») (Κατηγορία 1), της κυκλοφορίας του ιδίου εγγράφου στον Μ.Κ.6 και στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, κατά παράβαση του Άρθρου 339 του Π.Κ. (Κατηγορίες 2 και 3), της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο, κατά παράβαση του Άρθρου 303Α του Π.Κ. (Κατηγορία 4), και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των Άρθρων 4 και 5 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο, Ν.188(Ι)/07 (Κατηγορία 6). Στις Κατηγορίες 1, 2, 3 και 6 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 7χρονης φυλάκισης και στην Κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης τεσσάρων χρόνων. Με την υπό κρίση Έφεση ο Εφεσείων προσβάλλει τόσο την καταδίκη του όσο και την επιβληθείσα ποινή ως έκδηλα υπερβολική.
Έφεση κατά της καταδίκης
Με τους Λόγους Έφεσης 1 και 2 ο Εφεσείων προσβάλλει ουσιαστικά τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας και την υπαγωγή των γεγονότων στο Νόμο από το Κακουργοδικείο. Η εισήγηση περιστρέφεται γύρω από πέντε άξονες, όπως την ύπαρξη κενών στην αλυσίδα της περιστατικής μαρτυρίας, την κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένη αντίληψη του Κακουργοδικείου σε σχέση με δήλωση που έγινε από τη συνήγορο του Εφεσείοντος, τα ευρήματα του Κακουργοδικείου ως προς την καταβολή ποσών στον Εφεσείοντα και τη γνώση του ιδίου περί της ταυτότητας των ιδιοκτητριών, καθώς και σε εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 (γραφολόγου).
Επαναλαμβάνουμε την καλά εδραιωμένη στη νομολογία αρχή ότι το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο γενόμενο από το πρωτόδικο Δικαστήριο έργο της αξιολόγησης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 705, Αναστάση ν. Φυσέντζου, Πολ. Έφ. 354/2014, ημερ. 5.10.2023, Δ.Β.Γ.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 3/22, ημερ. 29.2.2024). Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 26/2021, ημερ. 28.2.2024:
«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ’ εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (βλ. Kyriakou v. Aristotelous (1970) 1 C.L.R. 172 και Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ 300)».
Το Κακουργοδικείο επεσήμανε ορθώς ότι το κύριο ερώτημα ήταν κατά πόσον είναι ο Εφεσείων που κατάρτισε το Πληρεξούσιο Έγγραφο και πλαστογράφησε τις υπογραφές επί τούτου. Άμεση μαρτυρία για το ζήτημα αυτό, πέραν της αποδοχής της θέσης των Μ.Κ.7, 8 και 9 ότι καμία εξ αυτών δεν το είχε υπογράψει, δεν υπήρχε. Ο γραφολόγος Μ.Κ.5, ο οποίος επίσης κρίθηκε αξιόπιστος, είχε εξηγήσει ότι οι υπογραφές επί του Πληρεξουσίου δεν συνδέονται με τις Μ.Κ.7, 8 και 9. Ανέφερε ότι ούτε ο Εφεσείων μπορεί να συνδεθεί με τις υπογραφές επί του Πληρεξουσίου, παρατηρώντας όμως ότι στα δείγματα που έδωσε ο Εφεσείων της δικής του γραφής είχε διαπιστώσει προσπάθεια παραποίησης γραφής.
Κατ’ αρχάς σημειώνουμε ότι η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εφεσείοντα πως ο Μ.Κ.5 ουδέποτε είπε ότι ο Εφεσείων προέβη σε προσπάθεια παραποίησης της γραφής του, δεν βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά. Αντιθέτως, στις σελ. 227 και 228 των πρακτικών, ο Μ.Κ.5 αναφέρει ότι στα δείγματα γραφής και υπογραφής που δόθηκαν από τον Εφεσείοντα διαπίστωσε ότι «…παρουσιάζουν αστάθεια στον τρόπο σχηματισμού, αργό ρυθμό ροής του γραφικού μέσου και σε ορισμένα σημεία αδικαιολόγητα σταματήματα», τα οποία του δημιούργησαν υποψία πως δυνατό να οφείλονται σε προσπάθεια παραποίησης του φυσιολογικού τρόπου γραφής.
Εισήγηση του κ. Ευσταθίου αποτέλεσε ότι, αφού αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.5 δέχτηκε ότι το μορφωτικό επίπεδο ή το να γράφει κάποιος σε γλώσσα άλλη από τη μητρική του μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο γραφής του, το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να θεωρήσει ως γεγονός ότι υπήρξε προσπάθεια παραποίησης του τρόπου γραφής από τον Εφεσείοντα. Επίσης εισηγήθηκε ότι τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με την παράλειψη του Μ.Κ.5 να παρουσιάσει συγκριτικό πίνακα, θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στην απόρριψη της μαρτυρίας του και στην αθώωση του Εφεσείοντος.
Το Κακουργοδικείο κατέγραψε ότι ο Μ.Κ.5 ήταν «…καθαρά αντικειμενικός και αμερόληπτος, εξηγώντας αναφορικά με κάθε έγγραφο που εξέτασε και κάθε υπογραφή και/ή γραφή τον τρόπο προσέγγισης της εξέτασης του, τη διαδικασία που ακολούθησε και τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε». Η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης είναι όντως λακωνική, πλην όμως τα όποια κενά σ’ αυτήν συμπληρώθηκαν κατά την προφορική μαρτυρία του Μ.Κ.5. Επεξήγησε την αναλυτική συγκριτική μέθοδο που χρησιμοποίησε, το ότι είχε ενώπιον του δείγματα υπογραφής των Μ.Κ.7, 8 και 9, τα οποία σύγκρινε με τις υπογραφές επί του Πληρεξουσίου. Όσον αφορά στη γραφή του Εφεσείοντος, ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι είχε δύο σετ δειγμάτων, αυτά που είχαν δοθεί από τον Εφεσείοντα στην αστυνομία και αυτά που είχαν τεθεί από τον Εφεσείοντα σε ανύποπτο χρόνο. Όσον αφορά στα ζητήματα του μορφωτικού επιπέδου και της γλώσσας που θίγει ο ευπαίδευτος συνήγορος, θέση του Μ.Κ.5 ήταν ότι είναι μεν παράγοντες που δυνατόν να επηρεάζουν τον τρόπο γραφής κάποιου ατόμου, δεν αλλοιώνουν όμως τα χαρακτηριστικά του ατόμου, τα οποία είναι μοναδικά για έκαστο πρόσωπο.
Μελετώντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 και τα τεκμήρια που αυτός κατέθεσε δεν εντοπίζουμε κάτι το μεμπτό στην αξιολόγηση της από το Κακουργοδικείο ή στην πρωτόδικη κατάληξη πως η παράλειψη του Μ.Κ.5 να ετοιμάσει συγκριτικούς πίνακες ουδόλως κλονίζει την αξιοπιστία των ευρημάτων και συμπερασμάτων του.
Τα πιο πάνω οδηγούν και στο ότι βάσιμα έγινε δεκτό πως τα Τεκμήρια 7 και 10 που αφορούσαν σε λήψη ποσών €33.000 και δήλωση περί λήψης ολόκληρου του ποσού των €185.000 είχαν υπογραφεί από τον Εφεσείοντα. Εφόσον δε κατέστη εύρημα ότι ο Εφεσείων έλαβε το τίμημα πώλησης του Διαμερίσματος από τον αγοραστή του, δεν ευσταθεί και η σχετική εισήγηση στο εδάφιο (δ) της αιτιολογίας του πρώτου Λόγου Έφεσης ότι το Κακουργοδικείο αποδέχτηκε την «ύπαρξη γεγονότος ανύπαρκτου».
Στο ίδιο πλαίσιο δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε που να επιβάλλει επέμβαση μας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.6. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα εισηγήθηκε ότι δεν μπορούσε να γίνει πιστευτός ένας μάρτυρας που είπε πως έφερε ποσό €125.000 σε μετρητά μέσω φίλων και συγγενών του από το Ισραήλ και πήρε δάνειο από τοκογλύφο για να πληρώσει.
Το Κακουργοδικείο ασχολήθηκε ενδελεχώς με τη μαρτυρία του Μ.Κ.6, επισημαίνοντας εξ αρχής ότι αυτός διέπετο από μεγάλη συναισθηματική φόρτιση ενόσω έδιδε μαρτυρία. Όπως τόνισε, ήταν ξεκάθαρη και ολοφάνερη η θέση του Μ.Κ.6 ότι είναι το θύμα της υπόθεσης, και ότι ένιωθε πολύ έντονα για το ότι κατέβαλε ολόκληρο το ποσό στον Εφεσείοντα έχοντας το μαζέψει και φέρνοντας το στην Κύπρο με διάφορους τρόπους, παρέμεινε δε εκτεθειμένος όταν αποκαλύφθηκε ότι ο Εφεσείων δεν είχε δικαίωμα να του πωλήσει το Διαμέρισμα, ενώ οι εργασίες ανακαίνισης του Διαμερίσματος δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν λόγω της έκδοσης προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο αγωγής η οποία εκκρεμεί εναντίον του. Με αυτά τα δεδομένα η διαπίστωση συναισθηματικής φόρτισης δεν ξενίζει. Ούτε και θεωρούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο βρήκε τα χρήματα ο Μ.Κ.6, όσο μεμπτός και αν είναι, καθιστούσε αυτόν άνευ ετέρου αναξιόπιστο. Σημειώνουμε ότι το γεγονός πως στο πλαίσιο της συναλλαγής γίνονταν πληρωμές σε μετρητά επιβεβαιώθηκε και από τον Μ.Κ.4, φίλο του Εφεσείοντος, ο οποίος μάλιστα είχε πάρει μαζί του και μηχανή μέτρησης μετρητών στο γραφείο του Μ.Κ.6 τη μέρα της μεταβίβασης.
Πολύς λόγος έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εφεσείοντος για τα διαμειφθέντα κατά τη μαρτυρία της Μ.Κ.9. Θέση του Εφεσείοντος στις ανακριτικές του καταθέσεις ήταν ότι είχε συναντηθεί με τη Μ.Κ.9 σε καφετέρια της Λεμεσού όπου αυτή υπέγραψε το Πληρεξούσιο Έγγραφο. Με τη λήξη της κυρίως εξέτασης της Μ.Κ.9, μετά από συνομιλία που η συνήγορος του Εφεσείοντος είχε μαζί του, δήλωσε τα εξής:
«κα Νεοφύτου: Απλά θα πρέπει να το αναφέρω, Εντιμότατη, ότι ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι δεν είναι αυτήν την κοπέλα που είχε δει».
Η πλευρά του Εφεσείοντος μέμφεται τα πιο κάτω αναφερόμενα στην πρωτόδικη Απόφαση:
«Η μοναδική θέση που υπήρχε από τον κατηγορούμενο ενώπιον του Δικαστηρίου σε ότι αφορά το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν ότι αυτό το υπέγραψε ενώπιον του μία εκ των τριών παραπονούμενων σε cafe στη Γερμασόγεια στη Λεμεσό στην παρουσία πιστοποιούντα υπαλλήλου τον οποίο η ίδια είχε φέρει μαζί της.
Αυτή η θέση του κατηγορούμενου που επαναλαμβάνουμε ήταν η μοναδική που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει εγκαταλειφθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο όταν δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι καμία εκ των τριών παραπονούμενων δεν ήταν η κοπέλα με την οποία συναντήθηκε σε καφετέρια στη Λεμεσό».
Ο κ. Ευσταθίου ενώπιον μας επιχειρηματολόγησε ότι εσφαλμένα θεώρησε το Κακουργοδικείο ότι τα πιο πάνω αποτελούσαν δήλωση επί Δικαστηρίου και ότι, εάν είχε θεωρηθεί ως τέτοια, το Δικαστήριο θα έπρεπε να την αξιολογήσει βάσει των Άρθρων 31 και 32 της «Ποινικής Δικονομίας» (προφανώς εννοώντας του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9) που είναι τα μόνα που αναφέρονται σε δηλώσεις ή μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου.
Τα εν λόγω Άρθρα, όμως, αφορούν σε εχθρικούς μάρτυρες και σε προηγούμενες ασυμβίβαστες δηλώσεις. Δεν ήταν αυτή η περίπτωση εν προκειμένω. Ούτε και επρόκειτο αφ’ εαυτής για ενοχοποιητική δήλωση ως εισηγήθηκε ο συνήγορος.
Οι τέσσερεις ανακριτικές καταθέσεις του Εφεσείοντος είχαν καταχωριστεί ως Τεκμήρια 52, 66, 67 και 68. Όπως λέχθηκε στην Πισσαρίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 67/2023 κ.ά., ημερ. 29.5.2025:
«Είναι χρήσιμο να διευκρινίσουμε πως η γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ένας κατηγορούμενος είναι έγγραφο το οποίο προσκομίζεται στη βάση των παλαιών εξαιρέσεων του κοινοδικαίου στον κανόνα του αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας. Εάν, ως συνήθως, δεν περιοριστεί ο σκοπός για τον οποίο κατατίθεται τότε σημαίνει πως έχει κατατεθεί για όλους τους σκοπούς, όπως ισχύει γενικά για οποιοδήποτε έγγραφο ή δήλωση προσάγεται στο Δικαστήριο. Βασικά και η κατάθεση κατηγορούμενου αξιολογείται για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο το οποίο (ενδεχομένως) συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Δύναται να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα σε παραδοχές ή σε δηλώσεις εναντίον του συμφέροντός του (Γαβριήλ v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 693)».
(ιδία έμφαση)
Ταυτόχρονα, τα όσα δήλωσε η κα Νεοφύτου στο Κακουργοδικείο αποτελούσαν δηλώσεις της δικηγόρου του Εφεσείοντος που, ως έχει νομολογηθεί, υπέχει θέση αντιπροσώπου ο οποίος σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις λειτουργεί στην παρουσία του πελάτη του (βλ. Γιουρούκκης ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 402, Πολυβίου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 11). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Γαβριηλίδης ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 405:
«…η φωνή και ο λόγος του δικηγόρου είναι η φωνή και ο λόγος του κατηγορούμενου…στην ποινική δίκη όλα τα συνταγματικά δικαιώματα του κατηγορούμενου ασκούνται μέσω του δικηγόρου του και θα αποτελούσε ανεπίτρεπτο εκτροχιασμό της διαδικασίας η εναπόθεση υποχρέωσης στο Δικαστήριο να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι εκείνο που δηλώνει ή κάμνει ο δικηγόρος βρίσκεται εντός των πλαισίων της εντολής του».
Ορθά, συναφώς, το Κακουργοδικείο έλαβε υπόψη τόσο τα όσα αναγράφονται στις ανακριτικές καταθέσεις του Εφεσείοντος όσο και την πιο πάνω δήλωση στο πλαίσιο της ευρύτερης αξιολόγησης.
Εισήγηση έγινε επίσης περί ελλιπούς έρευνας από πλευράς Αστυνομίας. Αποτελεί εδραιωμένη αρχή ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων και ότι στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών δυνατό να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορουμένου (βλ. Κάππελος ν. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 241, Σκορδέλλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 436). Όπως τονίζεται, όμως, στη Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 376:
«…για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (Sofri a.o. v Italy (2004) Crim. L.R. 846) και το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Monat v DPP (2001) 2 Cr. App.R.23)».
Τίποτε τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί, με αποτέλεσμα η θέση περί ελλιπούς έρευνας να παραμείνει μετέωρη.
Στο Διάγραμμα για τον Εφεσείοντα προβάλλεται επίσης η ύπαρξη διάστασης μεταξύ των Τεκμηρίων 2, 26 και 28. Παρά το ότι η θέση δεν αναπτύχθηκε περαιτέρω ενώπιον μας, σημειώνουμε ότι το Τεκμήριο 26 αποτελεί απλώς φωτοτυπία του Γενικού Πληρεξουσίου Τεκμήριο 2 όπως επισυνάφθηκε ως Appendix A1 στη Συμφωνία Πώλησης Τεκμήριο 28. Εξ’ ου και φέρει τον τίτλο αυτόν. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για κάποια διάσταση μεταξύ των Τεκμηρίων.
Έχοντας καταλήξει επί των πιο πάνω επιμέρους εισηγήσεων, προχωρούμε στην εισήγηση περί κενών στην αλυσίδα της περιστατικής μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριακίδη κ.ά., Ποιν. Έφ. 256/22 κ.ά., ημερ. 27.2.2025 η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας. Νοείται ότι τα γεγονότα τα οποία τη συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορούμενου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μη μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία (βλ. Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172 και Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 102). Στη Δημοκρατία ν. Νικολάου, Ποιν. Έφ. 59/20, ημερ. 27.5.2021 λέχθηκαν τα εξής:
«Η περιστατική μαρτυρία σύμφωνα με τη νομολογία αξιολογείται συνολικά με ενιαία προσέγγιση και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό (Αθηνής ν Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 41 και Αγγελή ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 70/2017, ημερομηνίας 27.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B90). Το κάθε στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας μπορεί από μόνο του να μην είναι αρκετό για να οδηγήσει σε καταδίκη, αλλά το σωρευτικό αποτέλεσμα όλων των στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλη ερμηνεία ή εξήγηση και μη ούσα συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων (Καϊμης ν Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 662)».
Το Κακουργοδικείο παρέθεσε τα πιο κάτω ως στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας:
· Το γεγονός ότι καμία εκ των Μ.Κ.7, 8 ή 9 ιδιοκτητριών του Διαμερίσματος υπέγραψε το Πληρεξούσιο Έγγραφο, ούτε γνώριζε τον Εφεσείοντα ή είχε συναντηθεί ποτέ μαζί του.
· Το γεγονός ότι καμία εκ των Μ.Κ.7, 8 και 9 συνδέθηκε γραφολογικά με τις υπογραφές επί του Πληρεξουσίου Εγγράφου.
· Το γεγονός ότι, παρά τις προσπάθειες παραποίησης του τρόπου γραφής, ο Εφεσείοντας συνδέθηκε στον βαθμό υποψίας με την υπογραφή που υπάρχει κάτω από το δικό του όνομα.
· Το ότι η μοναδική θέση που είχε τεθεί από μέρους του Εφεσείοντος πως είχε δήθεν συναντηθεί με τη Μ.Κ.9 σε καφετέρια όπου υπέγραψε το Πληρεξούσιο Έγγραφο ενώπιον του, τελικώς εγκαταλείφθηκε μέσω δηλώσεως της συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε.
Με δεδομένα τα πιο πάνω, το Κακουργοδικείο κατέληξε ότι η περιστατική μαρτυρία οδηγούσε στο ότι είχε αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Εφεσείων κατήρτισε το πλαστό Πληρεξούσιο Έγγραφο. Συμφωνούμε ότι τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η μεταβίβαση του Διαμερίσματος, δεν ήταν συμβατές με οποιαδήποτε άλλη θεώρηση των πραγμάτων.
Καταλήγουμε συναφώς ότι το Κακουργοδικείο δεν έπραξε οτιδήποτε το μεμπτό στην απόφαση του να καταδικάσει τον Εφεσείοντα. Οι Λόγοι Έφεσης 1 και 2 δεν μπορούν να πετύχουν.
Έφεση κατά της Ποινής
Σημειώνουμε, εν πρώτοις, ότι ούτε στο Διάγραμμα αλλά ούτε και στην αγόρευση του συνηγόρου αναφέρθηκε ενώπιον μας οτιδήποτε προς υποστήριξη του τρίτου Λόγου Έφεσης, πέραν των όσων αναγράφονται στην Έφεση. Παραθέτουμε τον Λόγο Έφεσης κατά της ποινής αυτολεξεί:
«Η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα υπερβολική λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών συνθηκών του εφεσείοντος αλλά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς την διάπραξη του αδικήματος. Το modus operandi, όπως το ίδιο το Δικαστήριο καταλόγισε στον εφεσείοντα, κατεδείκνυαν μια καθόλα αφελή και/ή απλοϊκή συμπεριφορά η οποία έφθανε μέχρι τα όρια της ευήθειας και η οποία ήταν ευκόλως δυνάμενη να εντοπισθεί. Το γεγονός αυτό διέκρινε την παρούσα υπόθεση από άλλες του είδους όπου το κυριαρχούν στοιχείο είναι ο δόλος, το τέχνασμα και ο προσχεδιασμός».
Έχουμε φυσικά υπόψη την πάγια αρχή ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά απλώς εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη Νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Hussein ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 252/2018, ημερ. 31.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B206).
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση ότι ο Εφεσείων ενήργησε απλοϊκά ή με αφέλεια. Αντιθέτως, όπως ορθά επεσήμανε και το Κακουργοδικείο, το ποσό στην προκειμένη περίπτωση ήταν μεγάλο και ο δόλος του Εφεσείοντος διάχυτος σε όλο το φάσμα της δράσης του. Τονίζουμε και εμείς την κατάρτιση του πλαστού πληρεξουσίου, την παρουσίαση αυτού στον Μ.Κ.6 ώστε να πεισθεί να αγοράσει το Διαμέρισμα και την όλη διαδικασία που έγινε μέχρι τη μεταβίβαση, περιλαμβανομένης και της απαίτησης για πληρωμή μεγάλου μέρους του ποσού σε μετρητά. Οι ενέργειες του Εφεσείοντος είχαν ως αποτέλεσμα την αποστέρηση της περιουσίας των Μ.Κ.7, 8 και 9 αλλά και την πρόκληση σοβαρής οικονομικής ζημιάς στον Μ.Κ.6 και στην εταιρεία Arcnoah.
Οι προβλεπόμενες ποινές καταδεικνύουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Εφεσείων, αφού για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου προβλέπεται στα Άρθρα 336 και 339 του Π.Κ. ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια. Η ίδια ποινή προβλέπεται και για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο Άρθρο 4 του Ν.188(Ι)/07.
Επανειλημμένα έχει νομολογηθεί ότι το οικονομικό έγκλημα βρίσκεται σε έξαρση. Στην Sydenham ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 210 επικυρώθηκε η επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των επτά χρόνων για τα αδικήματα που περιλάμβαναν κλοπή υπό αντιπροσώπου, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Λέχθηκαν τα εξής, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής και στα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων από τον εδώ Εφεσείοντα:
«Λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και κυρίως τον προσχεδιασμό, το σχέδιο παγίδευσης και την εκμετάλλευση των παραπονουμένων, καθώς και το γεγονός ότι το όλο σχέδιο κράτησε τρία σχεδόν χρόνια, μας φέρνει στο συμπέρασμα ότι η επιβληθείσα ποινή, άνκαι κάπως αυστηρή υπό τις περιστάσεις, δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί επέμβασή μας. Το οικονομικό έγκλημα βρίσκεται τον τελευταίο καιρό σε έξαρση και δραττόμαστε της ευκαιρίας να δηλώσουμε την αποφασιστικότητα των δικαστηρίων να συμβάλουν με αυστηρές ποινές στην πάταξή του».
Στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104 ποινή 10ετούς φυλάκισης για τα αδικήματα της πλαστογραφίας πληρεξουσίου εγγράφου και κυκλοφορίας του, μειώθηκε κατ’ έφεση σε οκτώ χρόνια φυλάκισης.
Ο Εφεσείων είχε βεβαρημένο ποινικό μητρώο, ενώ διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα ενώ βρισκόταν σε περίοδο αναστολής ποινής φυλακίσεως που εξέτιε κατόπιν καταδίκης στην υπόθεση αρ. 1513/19 (στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν υπόψη και άλλες υποθέσεις), η οποία αναστολή του είχε δοθεί με Προεδρική χάρη στις 15.4.2020. Διαφαίνεται ότι ο Εφεσείων, αντί να αδράξει αυτήν τη δεύτερη ευκαιρία που του δόθηκε, τη χρησιμοποίησε για να συνεχίσει τον άνομο βίο του.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεν διαπιστώνουμε οι επιβληθείσες ποινές να είναι έκδηλα υπερβολικές. Αντιθέτως θεωρούμε ότι αυτές ήσαν πλήρως δικαιολογημένες και εντός του επιτρεπτού πλαισίου.
Η Έφεση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο