U.C.C. UNITED CLEANING (CYPRUS) LIMITED κ.α. v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 167/2023, 168/2023, 20/5/2026
print
Τίτλος:
U.C.C. UNITED CLEANING (CYPRUS) LIMITED κ.α. v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 167/2023, 168/2023, 20/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

20 Μαΐου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 167/2023)

U.C.C. UNITED CLEANING (CYPRUS) LIMITED,

Εφεσείουσα,

 

v.

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητου.

(Ποινική Έφεση Αρ.: 168/2023)

ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΤΤΗΣ,

Εφεσείων,

 

v.

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Χ. Χαραλάμπους για Γιώτα Μιλτιάδους, για Εφεσείουσα στην 167/2023 και Εφεσείοντα στην 168/2023

Α. Τιμοθέου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα στις 167/2023 και 168/2023

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Οι εφεσείοντες στην 167/2023 και ο εφεσείων στην 168/2023 ήταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιστοίχως σε ποινική υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Αντιμετώπιζαν συνολικά εννέα κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν αδικήματα κατά παράβαση Άρθρων του περί Αποβλήτων Νόμου, Ν.185(I)/2011. Με τις κατηγορίες 1, 4 και 7 τους αποδιδόταν ότι λειτουργούσαν ή διαχειρίζονταν πράσινο σημείο χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν άδεια διαχείρισης αποβλήτων. Με τις κατηγορίες 2, 5 και 8 τους αποδιδόταν ότι δεν γινόταν σωστή διαχείριση και/ή αποθήκευση για κάθε ρεύμα αποβλήτων, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία, να προκαλείται όχληση από οσμές και να επηρεάζεται δυσμενώς ο χώρος. Με τις κατηγορίες 3, 6 και 9 τους αποδιδόταν ότι δεν πραγματοποιούσαν ανάκτηση και διάθεση αποβλήτων και/ή ανάθεση σε άλλα πρόσωπα που εκτελούν εργασίες επεξεργασίας αποβλήτων καθώς επίσης δεν εξασφάλισαν την ανάκτηση και τη διάθεση αποβλήτων μέσω διακανονισμού με δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα. Εξώδικο πρόστιμο ύψους €1.000 εκδόθηκε για καθεμία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στην κατηγορία 1 και στην κατηγορία 4, τα οποία δεν πληρώθηκαν εντός του καθορισμένου από τον νόμο χρόνο.

 

Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τους κατηγορούμενους 1 και 2 ένοχους στις κατηγορίες 1 και 4. Τους αθώωσε και τους απάλλαξε στην κατηγορία 7 καθότι η κατ' ισχυρισμόν ημερομηνία τέλεσης της αποδιδόμενης παράλειψης αφορούσε χρόνο κατά τον οποίο έπαυσαν να διαχειρίζονται τα εν λόγω πράσινα σημεία λόγω τερματισμού της σύμβασής τους. Τους αθώωσε και τους απάλλαξε, επίσης, στις κατηγορίες 2, 5 και 8 κρίνοντας ότι δεν είχε προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει την πρόκληση κινδύνου στην ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον ή την πρόκληση οχληρίας από οσμές, καθώς επίσης στις κατηγορίες 3, 6 και 9 κρίνοντας ότι δεν είχε αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι είχαν συμβληθεί με τους ιδιωτικούς φορείς που αναφέρονται σε συγκεκριμένα έγγραφα.

 

Για τους λόγους που το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε στη σχετική απόφασή του, αυτό επέβαλε στους κατηγορούμενους, όσον αφορά την πρώτη κατηγορία, χρηματική ποινή ύψους €25.000, εκ των οποίων οι €20.000 να καταβληθούν από την πρώτη κατηγορούμενη και οι άλλες €5.000 από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Στην τέταρτη κατηγορία δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή εφόσον, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, αφορούσε το ίδιο ουσιαστικά αδίκημα το οποίο, εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να ενυπάρχει στο περιεχόμενο της πρώτης κατηγορίας.

 

Κάθε ένας από τους κατηγορουμένους 1 και 2, με ξεχωριστή έφεση, ως είναι άλλωστε και το ορθό μέσο, προσβάλλει την επιβληθείσα ποινή στη βάση πέντε λόγων έφεσης. Είναι πανομοιότυποι οι λόγοι έφεσης που οι εφεσείοντες εγείρουν, ο κάθε ένας με τη δική του έφεση, και πανομοιότυπα τα θέματα που εγείρονται αιτιολογικά αυτών.

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης κάθε μιας από τις υπό κρίση εφέσεις αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα και αυθαίρετα επέβαλε την υπερβολική ποινή των €25.000, εκ των οποίων οι €20.000 επιβλήθηκαν στην πρώτη κατηγορούμενη και οι υπόλοιπες €5.000 στον δεύτερο κατηγορούμενο, αφού ερμήνευσε λανθασμένα σχετική νομολογία στην οποία στηρίχτηκε. Αναφορά γίνεται σε αριθμό γεγονότων τα οποία αποδέχτηκε το Δικαστήριο σε συνάρτηση με το σκεπτικό της αναφερόμενης νομολογίας.

 

Κατά ανάλογο τρόπο, η επιβληθείσα ποινή προβάλλεται ως υπερβολική και στον δεύτερο λόγο έφεσης με αναφορά στην απουσία βλάβης ή ζημιάς στην ανθρώπινη ζωή και το περιβάλλον.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης αποδίδει σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς την ανάλυσή του επί της ευθύνης των κατηγορουμένων στην καθυστέρηση που υπήρξε στην εκδίκαση της υπόθεσης.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν συνυπολόγισε τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων 1 και 2, ενώ με τον πέμπτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα στην επιβολή της ποινής που επιβλήθηκε ενόσω το εξώδικο το οποίο εκδόθηκε για τη συγκεκριμένη παράλειψη ανερχόταν μόνο στο ποσό των €1.000, με αποτέλεσμα η επιβληθείσα ποινή να είναι δυσανάλογη.

 

Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση, περιλαμβανομένων των θέσεων της κάθε πλευράς, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας.

 

Κρίνουμε ορθό να εξετάσουμε πρώτα τον λόγο έφεσης 5 των δύο εφέσεων, ο οποίος προβάλλει το ύψος του εξωδίκου προστίμου το οποίο επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία και το οποίο παρουσιάζεται να μην πληρώθηκε στη βάση της θέσης ότι είχε δοθεί παράταση στην υπό κρίση υποχρέωση της κατηγορούμενης. Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν φαίνεται να ασχολήθηκε με το θέμα αυτό. Φρονούμε όμως ότι ορθώς έπραξε, αφού το ζήτημα έχει σαφώς αναλυθεί από τη νομολογία. Ως εξηγήθηκε στην ΒΡΑΧΙΜΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 527 «εφόσο ένας αδικοπραγών δεν επωφεληθεί της ευκαιρίας που του προσφέρεται από την εξώδικη ρύθμιση τότε η επιμέτρηση της ποινής για το διαπραχθέν αδίκημα διέπεται αποκλειστικά από τις γενικές αρχές που ρυθμίζουν την επιμέτρηση της ποινής. Το ποσό του εξώδικου προστίμου δεν μπορεί να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο και δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη».

 

Επομένως, το ύψος της εξώδικης ρύθμισης δεν θα μπορούσε να αποτελέσει στοιχείο που να επηρεάσει τη διεργασία του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αρμόζουσας ποινής με βάση αφενός την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή και αφετέρου τις περιστάσεις της υπόθεσης και των κατηγορουμένων είτε αυτές απέληγαν σε επιβαρυντικούς ή μετριαστικούς παράγοντες.

 

Ως αποτέλεσμα, αβάσιμος κρίνεται ο πέμπτος λόγος έφεσης ο οποίος και απορρίπτεται.

 

Οι υπόλοιποι τέσσερεις λόγοι έφεσης παρουσιάζουν συνάφεια μεταξύ τους εφόσον εγείρουν ζητήματα που αφορούν τη διεργασία του πρωτόδικου Δικαστηρίου για επιβολή της ποινής στους κατηγορουμένους. Η συνάφεια αυτή είναι τέτοια που επιτρέπει την παράλληλη εξέταση των λόγων έφεσης αυτών μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.

 

Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν  οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:

 

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

“Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).”»

 

Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι κατά την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο πραγματεύτηκε θεμάτων που αφορούσαν παραλείψεις και ενέργειες άλλων φορέων και που επηρέασαν τις ενέργειες και παραλείψεις των κατηγορουμένων, στοιχεία τα οποία εξήγησε τους λόγους που δεν μπορούσαν να αποτελέσουν βάση για απαλλαγή των κατηγορουμένων από ευθύνη αλλά θα μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψιν ως ελαφρυντικά κατά την επιβολή ποινής. Εις δε την υπό κρίση πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την ποινή, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέδειξε τέτοια στοιχεία, αναφέροντας ότι:

 

«Για σκοπούς κατανόησης της ποινής που τελικώς θα επιβληθεί, αναφέρω εισαγωγικά πως από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ανέκυψε έντονα ως διαπίστωση, η ανετοιμότητα που είχε το Συμβούλιο Εκμετάλλευσης Χώρων Διάθεσης ή Αξιοποίησης Οικιακών Αποβλήτων των Επαρχιών Λάρνακας/Αμμοχώστου σε σχέση με τη λειτουργία των πράσινων σημείων των παραπάνω Επαρχιών αλλά και την επιπολαιότητα με την οποία μια τόσο μεγάλης σπουδαιότητας πτυχή των Ευρωπαϊκών υποχρεώσεων του Κράτους, έτυχε χειρισμού τόσο από το ΣΕΧΔ ή ΑΟΑ αλλά και από όλους τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους φορείς οι οποίοι αναφέρονται στην προηγούμενη απόφαση μου.»

 

Ανέδειξε, παράλληλα, ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν ήταν ασύνδετη και με τον τρόπο που η ίδια η Δημοκρατία (μέσω του φορέα εκμετάλλευσης των πράσινων σημείων) αντιμετώπισε το ζήτημα αδειοδότησης των πράσινων σημείων που οι κατηγορούμενοι διαχειρίζονταν, εξηγώντας ότι αυτό θα είχε καταλυτικό ρόλο στην ποινή σε μία προσπάθεια εξισορρόπησης του όποιου συναισθήματος αδικίας που οι κατηγορούμενοι, ενδεχομένως, να αισθάνονταν, αφού δεν θα έπρεπε, ενδεχομένως, να ήταν μόνοι ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανέδειξε και το γεγονός ότι από την κοινοπραξία που ανέλαβε τη δραστηριότητα, μόνο οι κατηγορούμενοι διώχθηκαν, καθώς επίσης και την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος.

 

Επί του τελευταίου, είναι γεγονός ότι τα λεγόμενα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν παρουσιάζονται να είναι αρκούντως σαφή ως προς την τελική κρίση του επί του σημείου. Ενώ αναγνώρισε τον παράγοντα χρόνο ως σημαντικό, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε ότι μεγάλη ευθύνη σε σχέση με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε έφερε και η πλευρά των κατηγορουμένων η οποία, ουκ ολίγες φορές, αιτήθηκε αναβολή της υπόθεσης. Συνέχισε όμως να εξηγήσει ότι δεν παραγνωρίζει ότι στις πλείστες των περιπτώσεων που υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα, ο λόγος ήταν ότι δεν είχε παραδοθεί το μαρτυρικό υλικό, παράλειψη για την οποία αποκλειστική ευθύνη είχε η Κατηγορούσα Αρχή. Σύγχυση προκαλείται από το ότι τέτοιος λόγος αποδίδεται στις πλείστες των περιπτώσεων, κάτι το οποίο τείνει να απαλλάσσει τους κατηγορούμενους από σχετική ευθύνη.

 

Παράλληλα, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με σαφή τρόπο, εξήγησε τα ελαφρυντικά που θα έπρεπε να αποδοθούν προς όφελος των κατηγορουμένων. Προσθέτοντας σε αυτά, ως περαιτέρω ελαφρυντικά, το λευκό τους ποινικό μητρώο, τις περιστάσεις, προσωπικές και οικογενειακές του κατηγορουμένου 2 και τις ιδιάζουσες περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα για τα οποία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι.

 

Στην αντίπερα όχθη, το πρωτόδικο Δικαστήριο με επάρκεια ανέλυσε τα όσα αφορούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν τον Ν.185(I)/2011, αναδεικνύοντας τη σημασία του ύψους της προβλεπόμενης ποινής (φυλάκιση μέχρι 3 χρόνια και χρηματική ποινή μέχρι €500.000.- ή και οι δύο ποινές), αλλά και της αναγκαιότητας προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, στοιχεία άρρηκτα συνυφασμένα με το δικαίωμα της ζωής.

 

Διαπιστώνεται, συναφώς, ότι είναι στη βάση όλων αυτών των στοιχείων που το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην ποινή την οποία επέβαλε στους κατηγορούμενους. Παράλληλα δε, υπ' όψιν του το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε την ΠΑΨΑΝΑΚΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 117/2021 και 118/2021, ημερομηνίας 19.1.2023. Την επικαλέστηκε σχετικά με τον τρόπο που επέβαλε την ποινή στους κατηγορούμενους, δηλαδή με την επιβολή του συνόλου της ποινής και τον καθορισμό του μέρους της οποίας για το οποίο ο κάθε κατηγορούμενος θα ήταν υπεύθυνος.

 

Έχουμε την άποψη ότι, ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εντόπισε τα όσα θα έπρεπε να λάβει υπ' όψιν για σκοπούς επιβολής ποινής και ορθά προσέγγισε γενικότερα το ζήτημα της ποινής σε τέτοιες περιπτώσεις, η ποινή που τελικώς επιβλήθηκε δεν είναι ανάλογη των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, ιδιάζουσων περιστάσεων, ως τις χαρακτήρισε το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η όλη ανάλυση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τα ελαφρυντικά που θα έπρεπε να αποδοθούν στους κατηγορούμενους, εν όψει των συνθηκών της συγκεκριμένης υπόθεσης και η εκφρασμένη πρόθεση αυτές οι συνθήκες να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο στην ποινή, αντικειμενικά κρινόμενες, δεν φαίνεται να αντικατοπτρίζονται στην επιβληθείσα ποινή. Περαιτέρω, διαπιστώνεται η απουσία επίδρασης, με οποιονδήποτε τρόπο, της έλλειψης βλάβης στο περιβάλλον ή την ανθρώπινη ζωή, αγαθά που η σχετική νομοθεσία αναζητεί να προστατεύσει. Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να είναι άνευ σημασίας η κατάληξη του ίδιου του Δικαστηρίου στις κατηγορίες που αφορούσαν τέτοια ενδεχόμενα, στις οποίες αθώωσε τους κατηγορούμενους. Διαπίστωση του Δικαστηρίου ήταν ότι δεν υπήρξε τέτοια βλάβη ή ζημιά. Περαιτέρω, η ΠΑΨΑΝΑΚΗΣ (ανωτέρω) είναι αρκούντως διαφωτιστική ως προς τον ρόλο που διαδραμάτισε η απουσία επηρεασμού του φυσικού περιβάλλοντος στον καθορισμό της ορθής ποινής. Σαφώς και η εν λόγω υπόθεση δεν ήταν πανομοιότυπη με την υπό κρίση, όμως το ουσιαστικό κοινό τους στοιχείο είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού του φυσικού περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Θα μπορούσε η εν λόγω υπόθεση να προσδώσει καθοδήγηση στο πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με την ποινή.

 

Έχουμε την άποψη ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση όλων των πιο πάνω, έσφαλε στην κρίση του, προφανώς υπερβάλλοντας τη σημασία της προβλεπόμενης ποινής και της, ως θέμα αρχής, ανάγκης προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και της ανθρώπινης ζωής, καθιστώντας αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Υποβαθμίζοντας έτσι το τι το ίδιο ανέδειξε ως σημαντικούς ελαφρυντικούς παράγοντες που αφορούσαν τους κατηγορούμενους και την απουσία δυσμενούς επηρεασμού του φυσικού περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Κρίνουμε, υπό τις περιστάσεις, ως αποτέλεσμα αντικειμενικής κρίσης και όχι στη βάση υποκειμενικής άποψης των μελών του Εφετείου, ότι η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα υπερβολική, καθιστώντας απαραίτητη την παρέμβασή μας.

 

Υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η συνολική χρηματική ποινή καθορίζεται στο ποσό των €15.000, το οποίο κατανέμεται μεταξύ της εφεσείουσας εταιρείας στην 167/2023 και του εφεσείοντα στην 168/2023 σε €12.000 και €3.000 αντιστοίχως.

 

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο