ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΦΕΛΛΑΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 194/2023, 19/5/2026
print
Τίτλος:
ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΦΕΛΛΑΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 194/2023, 19/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 194/2023)

 

19 Μαΐου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΦΕΛΛΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Μ. Αποστολίδης, για τον Εφεσείοντα

Γ. Αργυρού για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων προσβάλλει την καταδίκη του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές κατά παράβαση του Άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Κατηγορείτο ότι απείθησε σε διάταγμα του Δικαστηρίου, δηλαδή πλησίασε την εν διαστάσει σύζυγό του -παραπονούμενη και τον γιο τους, επειδή τους πλησίασε σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων ενώ δυνάμει του εν λόγω διατάγματος του απαγορευόταν να το πράξει. Κατά τον επίδικο χρόνο η παραπονούμενη και ο γιος τους βρίσκονταν εντός της οικίας της παραπονούμενης.

 

Κατόπιν απόσυρσης των λοιπών λόγων έφεσης, παραμένει προς εκδίκαση ο πρώτος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε λανθασμένα ότι υπήρξε «ηθελημένη ανυπακοή» σε διάταγμα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος συνίσταται σε ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου με παραπομπή στις MΑΥΡΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Κ.Α., (1998) 1 ΑΑΔ 2389 και KRASHIAS SHOE FACTORY v. ADIDAS, (1989) 1(E) Α.Α.Δ. 750, υποθέσεις που αφορούν στο Άρθρο 42 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 και την καταφρόνηση του Δικαστηρίου λόγω ανυπακοής σε διάταγμα.

 

Στην ΤΑΣΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 245/2022, ημερομηνίας 9.10.2025, το Εφετείο εφαρμόζοντας το Άρθρο 137 του Κεφ. 154, ανέφερε τα εξής σε σχέση με το πιο πάνω εγερθέν ζήτημα, παραπέμποντας σε νομολογία που αφορά καταφρόνηση του Δικαστηρίου:

 

«Είναι χρήσιμο, υπό τις περιστάσεις, να τεθεί ότι ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποτύπωσε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στη γνώση του διατάγματος και των όρων του από τον κατηγορούμενο, την παρακοή των όρων αυτών από τον κατηγορούμενο και την ύπαρξη πρόθεσης παρακοής του διατάγματος. Με αναφορά δε σε σχετική νομολογία (μεταξύ άλλων, MOUZOURIS AND ANOTHER v. XYLOPHAGOU PLANTATIONS LTD (1977) 1 CLR 287), ανέλυσε τις αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα. Ανέδειξε, συναφώς, την αναγκαιότητα ύπαρξης σαφήνειας στους όρους ενός διατάγματος, καθώς επίσης γνώσης αυτών από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, την αναγκαιότητα αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος με τέλεση πράξης ανυπακοής του διατάγματος ή παράλειψης συμμόρφωσης μ' αυτό, όχι τυχαία αλλά ηθελημένα, δηλαδή με πρόθεση καταστρατήγησής του, ώστε να υφίσταται και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος.»

 

Επομένως, ορθά καθοδηγήθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο από τη νομολογία σχετικά με την καταφρόνηση Δικαστηρίου ως προς το υπό κρίση συστατικό στοιχείο του αδικήματος βάσει του Άρθρου 137 του Κεφ. 154.

 

Η έφεση εστιάζεται στο σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου διά του οποίου κατέληξε στο σχετικό εύρημά του αναφορικά με το πιο πάνω συστατικό του αδικήματος.

 

Για να γίνει κατανοητό το εκκαλούμενο σκεπτικό παραθέτουμε μέρος των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου:

 

«Στις 04.03.2023 ο κατηγορούμενος διέσχισε το διπλανό οικόπεδο που γειτνιάζει με την οικία που διαμένει η εν διαστάσει σύζυγος του, Μ.Κ.2 και ο γιός τους, Μ.Κ.3, για να αφαιρέσει από την εξωτερική περίφραξη της οικίας τους ξύλα.

[…]

Ο κατηγορούμενος, λίγες ημέρες πριν το επίδικο συμβάν είχε ενημερώσει τον ΜΚ6 για την πρόθεση του να αφαιρέσει ξύλα από την περίφραξη της οικίας που διέμεναν οι ΜΚ2 και ΜΚ3. Ένεκα του ύψους του τοίχου και της περίφραξης της οικίας των τελευταίων, δεν υπήρχε δυνατότητα οπτικής επαφής εντός της οικίας τους από το διπλανό οικόπεδο το οποίο ο κατηγορούμενος διέσχισε για να πάει στο συγκεκριμένο σημείο της περίφραξης

 

Σημειώνουμε ότι ο πιο πάνω αναφερόμενος ΜΚ6 ήταν ο ιδιοκτήτης του εν λόγω διπλανού οικοπέδου στο οποίο βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο ο εφεσείων. Προσθέτουμε ότι κατέστη εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η απόσταση από το σημείο στο οποίο μετέβη ο εφεσείων και αφαιρούσε ξύλα από την περίφραξη της οικίας της παραπονούμενης μέχρι το σαλόνι της εν λόγω οικίας στο οποίο βρισκόταν αυτή και ο γιος της κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν 15 μέτρα, ενώ από το σημείο από το οποίο η παραπονούμενη είδε τον εφεσείοντα όταν βγήκε εκτός της οικίας της, η απόσταση ήταν 30 μέτρα.

 

Το εκκαλούμενο σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου έχει ως εξής:

 

«Όσον αφορά το ηθελεμένο ή όχι της ανυπακοής, θεωρώ πως από τα ενώπιον μου γεγονότα δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος δεν βρέθηκε τυχαία στο συγκεκριμένο μέρος, αφού όπως προέκυψε από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, η απόφαση του να πάει στο επίδικο μέρος είχε ληφθεί μέρες προηγουμένως και μάλιστα είχε ενημερώσει σχετικά τον Μ.Κ.6. Η παρουσία του στο συγκεκριμένο σημείο έξω, δηλαδή, από την περίφραξη της οικίας όπου διέμεναν οι παραπονούμενοι οι οποίοι, όπως προανέφερα βρίσκονταν σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων από το σημείο που αφαιρούσε τα ξύλα, σε συνδυασμό με το ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε τη δυνατότητα ενόσω διέσχιζε το διπλανό οικόπεδο να διαπιστώσει κατά πόσο οι παραπονούμενοι βρίσκονταν εντός της οικίας τους και στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς του ότι έλαβε οποιαδήποτε μέτρα, ώστε να διασφαλίσει ότι κατά τον επίδικο χρόνο οι παραπονούμενοι θα απουσίαζαν από την οικία, καταδεικνύουν το ηθελημένο της παρακοής των διαταγμάτων του Δικαστηρίου.»

 

Παραπονείται ο εφεσείων ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ότι γνώριζε ότι η παραπονούμενη βρισκόταν εντός του υποστατικού και ότι σε συνδυασμό με το ότι δεν υπήρχε δυνατότητα οπτικής επαφής εντός της οικίας δεν στοιχειοθετείται το συστατικό της ηθελημένης ανυπακοής. Υποστηρίζει ότι η απουσία προληπτικών μέτρων από μόνη της, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ληφθεί υπόψη εναντίον του κατηγορουμένου.

 

Με κάθε σεβασμό, θα διαφωνήσουμε με τη θέση του εφεσείοντα, καθότι παραβλέπει τη νομολογία αναφορικά με την απόδειξη πρόθεσης διά περιστατικής μαρτυρίας. Στην ΧΑΤΖΗΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 ΑΑΔ 316, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί στη νομολογία, η πρόθεση συνήθως δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδεικνύεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία αποτελούν τα ευρήματα του δικαστηρίου. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 486 και Στυλιανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 646)

 

Πιο πρόσφατα, το Εφετείο υιοθέτησε νομολογία σε σχέση με τη σημασία της περιστατικής μαρτυρίας στις ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 136/2024, ημερομηνίας 31.3.2025 και ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΟΙΒΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ v. ΗΛΙΑΝΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΟΥΡΝΑΡΗ, Ποινική Έφεση Αρ.: 187/2023, ημερομηνίας 28.4.2026.

 

Ειδικότερα, δε σε σχέση με το mens rea της καταφρόνησης Δικαστηρίου, το οποίο όπως προαναφέραμε είναι ταυτόσημο με το mens rea του αδικήματος που προβλέπεται στο  Άρθρο 137 του Κεφ. 154, στην ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΔΡΟΣΟΣ ν. MARGITA ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ POLIAKOVA (Aρ. 1), (2011) 1 ΑΑΔ 356 επισημάνθηκαν τα εξής:

 

«Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από τα όλα στοιχεία και όσο πιο εμφανής η απείθεια στο Διάταγμα, τόσο πιο εύλογα καταλογίζεται ένοχη διάνοια

 

Πιο συγκεκριμένα, η θέση του εφεσείοντα παραβλέπει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμά του αφού πρώτα αξιολόγησε και έκρινε αντιφατικές συγκεκριμένες πτυχές της μαρτυρίας του. Επισημαίνουμε επίσης, ότι ο εφεσείων ηθελημένα και μάλιστα βάσει προηγούμενης συνεννόησης με τον ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου οικοπέδου, πλησίασε την οικία της παραπονούμενης σε απόσταση 15 μέτρων από το σαλόνι αυτής και 30 μέτρων από την εξωτερική βεράντα αυτής, ενώ ήταν εις γνώσιν του το διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο του απαγορευόταν να πλησιάζει την ίδια και τον γιο της σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων. Κατευθυνόμενος δε προς το σημείο αυτό, δεν μπορούσε να διακρίνει τη θέση της παραπονούμενης. Σαφώς και από την όλη συμπεριφορά του εφεσείοντα, η πρόθεσή του να παραβεί το διάταγμα ήταν το μόνο εύλογο συμπέρασμα που μπορούσε να συναχθεί, (βλ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ (ανωτέρω)). Εφαρμόζοντας δε τα πιο πάνω λεχθέντα στην MΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΔΡΟΣΟΣ (ανωτέρω), ήταν τόσο εμφανής εν προκειμένω η απείθεια, ώστε το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί του ηθελημένου ήταν απόλυτα δικαιολογημένο. Συνεπώς, δεν ευσταθεί η θέση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε, άνευ ετέρου, ότι εκ της απουσίας μαρτυρίας από πλευράς του ότι έλαβε οποιαδήποτε μέτρα ώστε να διασφαλίσει ότι οι παραπονούμενοι θα απουσίαζαν από την οικία, καταδείχθηκε το ηθελημένο της παρακοής. Κάθε άλλο, το πρωτόδικο Δικαστήριο συνυπολόγισε το σύνολο των περιστάσεων και προέβη σε ορθό συμπέρασμα.

 

Συνακόλουθα, η έφεση κρίνεται αβάσιμη στην ολότητά της και απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο