ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 217/2023)
18 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
M.Ι.,
Εφεσίβλητου.
______________________________
Λ. Σίγαρ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα.
Μ. Νεοφύτου (κα), για τον Εφεσίβλητο.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσίβλητος βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία σε δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6(4)(α) και 6(7) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014) (εν της εφεξής «ο Νόμος»).
Αυτό που αποδόθηκε στον εφεσίβλητο, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, είναι ότι καταχρώμενος τη σχέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε στη θυγατέρα του, η οποία γεννήθηκε στις 22.2.2011, συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με αυτήν, και πιο συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2016 και 2017 την έβαλε να τον αυνανίσει με το χέρι της (κατηγορία 1) και ότι κατά την ίδια πιο πάνω ημερομηνία αλλά σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή, έγλυψε τα γεννητικά της όργανα (κατηγορία 2).
Του επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών σε κάθε μία από τις κατηγορίες.
Οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα της υπό κρίση υπόθεσης είναι ιδιαιτέρως σοβαρές και θεωρούμε την υπό κρίση περίπτωση από τις σοβαρές του είδους. Ο εφεσίβλητος είναι ο πατέρας της παραπονούμενης και το πρόσωπο που τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν ο υπεύθυνος, μοναδικός προστάτης και φροντιστής της αφού την πήρε στο σπίτι του για διανυκτέρευση, ενώ βρισκόταν σε διάσταση με τη μητέρα της. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πολύ τρυφερή ηλικία της παραπονούμενης, ήταν μόλις 5 ετών όταν διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Ο εφεσίβλητος αντί να της προσφέρει ασφάλεια, ασέλγησε στο σώμα της για να ικανοποιήσει τις ορέξεις του. Σημασία έχει, πέραν της μεγάλης διαφοράς ηλικίας μεταξύ της παραπονούμενης και του εφεσίβλητου, και η προφανής κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, επιρροής και εξουσίας που είχε ο εφεσίβλητος προς το θύμα.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με την υπό κρίση έφεση, επιδιώκει ανατροπή των ποινών που επιβλήθηκαν στον εφεσίβλητο, προβάλλοντας ως μοναδικό λόγο έφεσης ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1 και 2 είναι έκδηλα ανεπαρκείς και/ή ήταν αποτέλεσμα σφάλματος αρχής εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με την αιτιολογία του λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή προκύπτει τόσο από τον ίδιο τον Νόμο και τις ποινές που προβλέπει, αλλά και από τις συνθήκες διάπραξης των συγκεκριμένων αδικημάτων, τις οποίες, ως η εισήγηση του εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε και δεν έδωσε τη δέουσα σημασία στον τελικό στόχο που είχε ο εφεσίβλητος. Παραπονείται ακόμα ο εφεσείων ότι παραγνωρίστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο οι σοβαροί επιβαρυντικοί παράγοντες που συνέτρεχαν και τους οποίους αναγνωρίζει η νομολογία συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της μεγάλης διαφοράς ηλικίας μεταξύ εφεσίβλητου και ανήλικης παραπονούμενης, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, τις ψυχολογικές συνέπειες και τα τραύματα που είχε η παραπονούμενη, αλλά ιδιαίτερα τη σχέση πατέρα - θυγατέρας μεταξύ εφεσίβλητου και ανήλικης παραπονούμενης.
Προβάλλεται επίσης ως αιτιολογία η παραγνώριση από το πρωτόδικο Δικαστήριο της νομολογίας ως προς το ύψος της ποινής που πρέπει να επιβάλλεται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων και η υπέρμετρη βαρύτητα που, λανθασμένα, δόθηκε στους ελαφρυντικούς και μετριαστικούς παράγοντες του εφεσίβλητου, με αποτέλεσμα την εξασθένιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και την αποστολή λανθασμένων μηνυμάτων στους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων. Αναφέρεται επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την πραγματική μείωση της ποινής που δικαιούται ο εφεσίβλητος να εξασφαλίσει όπως και το δικαίωμά του για υποβολή αιτήματος για επ’ αδεία αποφυλάκιση. Τέλος, υποστηρίζεται ότι αγνοήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο η ψυχική ταλαιπωρία του θύματος, το οποίο, λόγω της μη παραδοχής του εφεσίβλητου, υποβλήθηκε σε αντεξέταση με αποτέλεσμα να βιώσει ξανά τα όσα την τραυμάτισαν σωματικά και ψυχολογικά.
Σημειώνουμε ότι αρχικά ο εφεσίβλητος είχε και αυτός καταχωρήσει έφεση, εναντίον της καταδίκης του, ειδικότερα την έφεση υπ’ αρ. 205/2023 με την οποία αμφισβητούσε ουσιαστικά την αξιολόγηση που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, συνεπεία της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης, της δασκάλας της, ΜΚ4, και της μητέρας της, ΜΚ6. Η έφεση 205/2023 απεσύρθη από τον εφεσίβλητο την ημέρα της ακρόασης της έφεσης.
Όπως έχει καταστεί σαφές ο εφεσίβλητος δεν είχε παραδεχθεί τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και προς απόδειξη τους η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε οκτώ μάρτυρες κατηγορίας ενώ δηλώθηκαν και κάποια παραδεκτά γεγονότα. Πέραν της παραπονούμενης ανήλικης, της μητέρας της και των αστυνομικών που ασχολήθηκαν με τη διερεύνηση της υπόθεσης, δόθηκε επίσης μαρτυρία από τη δασκάλα της και τη διευθύντρια του σχολείου στο οποίο φοιτούσε η ανήλικη, στις οποίες και είχε αποκαλύψει τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον πατέρα της, όπως και από κλινική ψυχολόγο και κοινωνική λειτουργό οι οποίες εργάζονται στο Σπίτι του Παιδιού. Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα προς υπεράσπισή του.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως προκύπτουν από την απόφασή του:
«Η Α.Α. γεννήθηκε στις 22/2/2011 και είναι παιδί που απέκτησαν στον γάμο τους ο κατηγορούμενος με τη Μ.Κ.6. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του Αυγούστου 2016 και Αυγούστου 2017, ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε διάσταση με τη Μ.Κ.6 και η Α.Α., ο αδελφός της και η Μ.Κ.6 διέμεναν στην Πάφο ενώ ο κατηγορούμενος συνέχισε να διαμένει στην οικία όπου διέμενε προηγουμένως η οικογένεια, στη Λεμεσό.
Κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, κάποια σαββατοκύριακα η Α.Α. διανυκτέρευε στο σπίτι όπου διέμενε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό. Για τον σκοπό αυτό, ο κατηγορούμενος έπαιρνε την Α.Α. από την Πάφο και ακολούθως την επέστρεφε στη Μ.Κ.6 στην Πάφο.
Το 2016, όταν ήταν 5 χρονών η Α.Α., αργά ένα βράδυ που διανυκτέρευε στην οικία όπου διέμενε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό, ενώ η Α.Α. βρισκόταν στο μπάνιο, ο κατηγορούμενος μπήκε μέσα γυμνός, άνοιξε την κουρτίνα του μπάνιου και της είπε να πιάσει με το χέρι της το πέος του και να το κινήσει πάνω κάτω, κατά τον τρόπο δηλαδή που διενεργείται αυνανισμός. Η Α.Α. ξαφνιάστηκε επειδή ο κατηγορούμενος ήταν γυμνός και δεν τον είχε δει ξανά προηγουμένως γυμνό. Η Α.Α. δεν καταλάβαινε γιατί το ήθελε αυτό ο κατηγορούμενος αλλά έπιασε το πέος του με το χέρι της και έκανε αυτό που της ζήτησε. Δεν θυμάται εάν σταμάτησε από μόνη της να το κάνει αυτό, ούτε πόση ώρα διήρκησε.
Στη συνέχεια η Α.Α. φόρεσε ττόρο και πήγαν με τον κατηγορούμενο στο δωμάτιο όπου θα κοιμούνταν. Εκεί, στο κρεβάτι και πριν η Α.Α. προλάβει να ντυθεί, ο κατηγορούμενος όντας γυμνός της είπε να του γλύψει το πέος του. Η Α.Α. αρνήθηκε επειδή ένιωθε άβολα διότι δεν καταλάβαινε τι ήθελε ο κατηγορούμενος αυτή να κάνει και τότε ενώ βρίσκονταν και οι δύο στο κρεβάτι, ο κατηγορούμενος έγλυψε τα γεννητικά όργανα της Α.Α. Καθώς της έγλυφε τα γεννητικά της όργανα, η Α.Α. του είπε να σταματήσει αλλά ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν η Α.Α. του είπε για δεύτερη φορά να σταματήσει. Μετά τα πιο πάνω η Α.Α. και ο κατηγορούμενος κοιμήθηκαν γυμνοί στο ίδιο κρεβάτι.
Η Α.Α. είχε πλήρη άγνοια για το τι είναι το σεξ και δεν αντιλαμβανόταν τη φύση αυτών που της ζήτησε ο κατηγορούμενος να κάνει, που του έκανε και της έκανε ακολούθως.
Εκείνη τη βραδιά, σε άλλο δωμάτιο της οικίας, βρίσκονταν η τότε συμβία του κατηγορούμενου με την ανήλικη θυγατέρα της, οι οποίες κοιμούνταν και δεν αντιλήφθηκαν τα πιο πάνω διαδραματισθέντα.
Από τα πιο πάνω προκύπτει αναμφίβολα ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε σε δύο διαφορετικές σεξουαλικές πράξεις με την Α.Α. δηλαδή με παιδί που δεν είχε φτάσει στην ηλικία της συναίνεσης.
Με βάση το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι πατέρας της Α.Α. δηλαδή έχουν μεταξύ τους συγγένεια πρώτου βαθμού, τεκμαίρεται και δεν έχει ανατραπεί το τεκμήριο αυτό, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος κατείχε θέση εξουσίας, εμπιστοσύνης και επιρροής σε σχέση με την Α.Α.
Έχοντας δε κατά τον επίδικο χρόνο την πεντάχρονη κόρη του (Α.Α.), υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του, μόνη της μακριά από τη μητέρα της, στον δικό του χώρο διαμονής, ο κατηγορούμενος καταχρώμενος την ως άνω θέση του, συμμετείχε στις προαναφερόμενες σεξουαλικές πράξεις με την Α.Α., η οποία δεν αντιλαμβανόταν τη φύση των πράξεων που της ζήτησε να του κάνει, της πράξη που του έκανε και της πράξης που της έκανε ο κατηγορούμενος και δεν είχε άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση.»
Πρόσφατα, στην απόφασή μας M. A. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινικές Εφέσεις 216/2022 και 221/2022, ημερομηνίας 25.2.2026, είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε τόσο τη νομολογία σε σχέση με αυτού του είδους τα αδικήματα αλλά και με τις αρχές που εφαρμόζει το Εφετείο, αναφορικά με εφέσεις που αφορούν το ύψος της ποινής που επιβάλλεται από πρωτόδικο Δικαστήριο. Σημειώσαμε σχετικά τα ακόλουθα:
«Η πάγια αρχή της νομολογίας είναι ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Ζ.Α.Η. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 137/2022 κ.ά., ημερομηνίας 8.11.2024).
Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, SELMANI Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).»
Η σοβαρότητα των αδικημάτων της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και του βιασμού είναι αυταπόδεικτη από το γεγονός ότι τόσο στο Άρθρο 6(4)(α)(7) του Ν.91(1)/2014 όσο και στο Άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19(γ) του Ν.91(Ι)/2014 όπου το αδίκημα διαπράχθηκε από μέλος της οικογένειας του θύματος ή από πρόσωπο που έχει προβεί σε κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας αυτό θα λαμβάνεται υπ' όψιν από το Δικαστήριο ως επιβαρυντικός παράγοντας.
[…]
Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αδικημάτων επίσης τα καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρά. Στην υπόθεση ΛΕΥΚΑΡΙΤΗΣ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 1165, λέχθηκε ότι όταν αδικήματα σεξουαλικής φύσης στρέφονται κατά νεαρών προσώπων τα οποία δεν έχουν ακόμα ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ή σταθερές δυνάμεις αντίστασης, καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Επίσης, στην υπόθεση Γ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 178/2017, ημερομηνίας 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας. Περαιτέρω, ορθά λήφθηκε εν προκειμένω υπόψιν η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ εφεσείοντα και παραπονούμενης.»
Χρήσιμη σύνοψη της νομολογίας για αυτού του είδους τα αδικήματα, και τις ποινές που επίσης επιβάλλονται, έχει γίνει πρόσφατα από το Εφετείο στις υποθέσεις K.I. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 145/2022, ημερομηνίας 31.7.2025 και T.O. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση 217/22, 237/22, ημερομηνίας 12.2.2026.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του ημερομηνίας 29.9.2023 με την οποία επέβαλε τις εκκαλούμενες ποινές στον εφεσίβλητο, ορθά παρέθεσε τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση αλλά και τόνισε το γεγονός ότι τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού είναι αναμφίβολα σοβαρά και το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζεται κατ’ αρχήν από την ποινή που ο Νόμος προβλέπει, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Επίσης, ορθά αναφέρει ότι ο Νόμος θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού που κατακυρώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναγνώρισε επίσης ότι η προστασία των παιδιών, τα οποία αποτελούν τη βάση της κοινωνίας αλλά και το μέλλον αυτής, αναγνωρίζεται από το Διεθνές και Ημεδαπό Δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεως του. Σχετική είναι η υπόθεση ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΠΑΤΟΥΡΗ, Ποινική Έφεση 51/2020, ημερομηνίας 3.12.2020.
Η ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και πλήττουν το παιδί και τον ευαίσθητο κόσμο του. Επίσης είναι γεγονός ότι τα αδικήματα αυτά συνιστούν παράβαση των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών όσον αφορά την προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους. Όπως αναφέρθηκε στην Σ.Λ. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 155/2019 ημερομηνίας 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου και σε αντίθεση με τους ενήλικες, οι ανήλικοι βρίσκονται σε μία κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητάς τους και έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ' επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Εξ ου και ο Νόμος 91(Ι)/2014 έχει στο επίκεντρό του την προστασία των παιδιών. Τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών, όσον αφορά την προστασία και τη φροντίδα, που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους (βλ. ΜΑΚΡΙΔΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 181/2019, ημερομηνίας 7.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:B312).
Στην Ν.Σ. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 184/2015, ημερομηνίας 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, τονίσθηκε, όχι απλώς η ανησυχία, αλλά η αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών διά του Νόμου 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών.
Σκοπός του Νόμου 91(Ι)/2014 είναι η προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης, οι οποίες έχουν διαφορετικές μεν βαθμίδες, με σταθερή όμως πάντα παράμετρο το ίδιο το θύμα και την ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό (βλ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 59/2016, ημερομηνίας 23.3.2017).
Έχει νομολογιακά τονισθεί η ανάγκη ότι οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα πρέπει να είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι' αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο τον Νόμο είναι ότι όταν το παιδί-θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Αυτό συναρτάται και με την αντίστοιχη αδυναμία του θύματος να προστατευθεί από σεξουαλικές ορέξεις ατόμων ειδικά του φιλικού - οικογενειακού περιβάλλοντός του και την εγγενή δυσκολία έκφρασης παραπόνου ως προς το ανάλογο βίωμα μίας τέτοιας τραυματικής εμπειρίας. Επιβάλλεται λοιπόν η ποινή, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του κατηγορούμενου, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας ανήλικων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, με δεδομένη μάλιστα την ανησυχητική αύξηση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. Ν.Ν., Ποινική Έφεση 69/17, ημερομηνίας 5.12.2017).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση αναφέρει ότι η σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει αναμφίβολα τόσο από τη φύση όσο και από τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων όπως επίσης και από το γεγονός ότι είναι ο πατέρας της ανήλικης παραπονούμενης. Η πολύ μικρή της ηλικία, κατά τον επίδικο χρόνο, η ανήλικη ήταν 5 μόλις χρονών, αλλά και η διαφορά ηλικίας που υπήρχε μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος ήταν 45 χρονών, αναφέρονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως επιβαρυντικοί παράγοντες. Η διαφορά ηλικίας προσδίδει στο αδίκημα τέτοια απαξία ώστε θα πρέπει να αντανακλάται στο ύψος της ποινής (βλ. Σ.Λ. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 155/2019, ημερομηνίας 25.2.2021), ECLI:CY:AD:2021:B57. Λέχθηκε περαιτέρω από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν του διαφεύγει ότι η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν συνίστατο σε απλά αγγίγματα και θωπείες αλλά σε σοβαρότερες σεξουαλικές πράξεις, και συγκεκριμένα σε πράξεις στο πέος του κατηγορούμενου που γίνεται κατά τον τρόπο που διενεργείται ο αυνανισμός και σε γλείψιμο των γεννητικών οργάνων της ανήλικης.
Υπάρχει επίσης λεκτική αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, ως ήταν αναφαίρετο δικαίωμά του, δεν έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες, γεγονός που είχε ως συνέπεια την διεξαγωγή δίκης η οποία έθεσε την ανήλικη παραπονούμενη θυγατέρα του στην δεινή θέση να βιώσει ξανά τις περιστάσεις των επίδικων αδικημάτων. Ομοίως το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει ότι αρνούμενος δε μέχρι τέλους τη διάπραξη των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος ουδέποτε επέδειξε μεταμέλεια για τις κολάσιμες πράξεις του (βλ. A.P. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 192/16, ημερομηνίας 26.9.2019), ECLI:CY:AD:2019:B395.
Παρά όμως, τα όσα σημειώνονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, έχει δίκαιο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ότι η ποινή που επέβαλε, 6 χρόνια σε κάθε κατηγορία με τις ποινές να συντρέχουν, δεν αντικατοπτρίζει τα όσα αναγράφονται στην απόφασή του.
Φαίνεται όντως, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια του καθήκοντος εξατομίκευσης της ποινής, έλαβε υπόψη του προς όφελος του κατηγορουμένου και προσμέτρησε ιδιαίτερα επιβάλλοντας τις ανωτέρω ποινές, το γεγονός ότι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και ότι έλαβε τιμητικό έπαινο από την Κυπριακή Δημοκρατία δημιουργώντας ομάδα για ανεύρεση ανηλίκου προσώπου που είχε απαχθεί και πέτυχε να εντοπίσει τον ανήλικο. Χωρίς επίσης οι μετριαστικοί αυτοί παράγοντες να τεθούν ενώπιόν του από τη συνήγορο του εφεσίβλητου, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη του το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν άσκησε βία, ούτε απείλησε την ανήλικη για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις, βέβαια ορθά σημειώνοντας ότι η ανήλικη λόγω της ηλικίας της δεν είχε αντίληψη της φύσης των σεξουαλικών πράξεων που της ζήτησε να του κάνει και συνεπώς δεν αντιστάθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ώστε να χρειαστεί η άσκηση βίας ή απειλής εκ μέρους του για να πετύχει τον άρρωστο σκοπό του.
Επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του προς όφελος του εφεσίβλητου το γεγονός ότι τα επίδικα αδικήματα διαπράχθηκαν σε σύντομο χρόνο μεταξύ τους, το ίδιο βράδυ, και δεν επαναλήφθηκαν έκτοτε, αναφέροντας ότι η υπόθεση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις της συνεχούς και επανειλημμένης για μεγάλο χρονικό διάστημα σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου. Επρόκειτο όμως για δύο σοβαρά περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης από πατέρα προς την πεντάχρονη κόρη του. Υπενθυμίζουμε ότι ο εφεσίβλητος ζήτησε από την ανήλικη να προβεί σε αυνανισμό του γεννητικού οργάνου και στη συνέχεια ο ίδιος έγλυψε τα γεννητικά όργανα της ανήλικης κόρης του και ενώ προέβαινε στην πράξη του, η ανήλικη του ζήτησε να σταματήσει, πράγμα το οποίο έπραξε τη δεύτερη φορά που του το ζήτησε, αγνοώντας την έκκλησή της να σταματήσει την πρώτη φορά.
Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι δεν διαφάνηκε ότι η ανήλικη, από τη διάπραξη των αδικημάτων υπέστη οποιαδήποτε ψυχολογική ή άλλη βλάβη, πέραν του ότι, ως είπε, νιώθει άβολα και αηδία για τα όσα βίωσε από τον κατηγορούμενο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει σχετικά ότι αυτό δεν τέθηκε κατά την αγόρευση για μετριασμό της ποινής.
Είναι όμως λανθασμένη αυτή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Υπήρξαν ψυχολογικά τραυματικά κατάλοιπα, ψυχική δοκιμασία, ταλαιπωρία και εξευτελισμός της αξιοπρέπειας της παραπονούμενης κατά τη διάρκεια της διάπραξης των αδικημάτων, καθώς και ψυχολογικές συνέπειες σε αυτήν, λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη. Από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας προκύπτει ότι στη μαρτυρία της κλινικής ψυχολόγου ΜΚ7 υπήρξαν αναφορές για κλάμα, στεναχώρια, πόνο στο στομάχι, δηλαδή ψυχολογικές αλλά και σωματικές αντιδράσεις στην ανήλικη, όταν αναφερόταν στα επίδικα επεισόδια. Υπήρχαν μνήμες που έρχονταν στο μυαλό του παιδιού ανά διαστήματα, τις οποίες δεν επιθυμούσε να θυμάται και έπαιζε ηλεκτρονικά παιχνίδια και παρακολουθούσε cartoons ως μέσο διαχείρισης για να αποφεύγει να τα σκέφτεται. Αισθανόταν άβολα όταν κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον πατέρα της και μόνο η παρουσία της μητέρας της στο ίδιο δωμάτιο την έκανε να είναι ήρεμη και να μπορεί να το διαχειριστεί. Αναφέρει επίσης η εν λόγω μάρτυρας ότι στο παιδί υπήρχε αρκετή συμπτωματολογία σε σχέση με τα καταγγελθέντα περιστατικά και η δική της σύσταση ήταν για αξιολόγηση από παιδοψυχίατρο αν θα μπορούσε να συνεισφέρει στη θεραπεία ή ενίσχυση της ανήλικης ώστε να μπορέσει να απεμπλακεί από τη δυσλειτουργική ενασχόληση με το διαδίκτυο (ως μέσο για να μπορεί να διαχειριστεί αυτά που της είχαν συμβεί) και παράλληλα να υποστηριχθεί ψυχολογικά για να μπορέσει να βρει πιο λειτουργικούς τρόπους διαχείρισης. Επομένως, είναι λανθασμένη η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχαν ψυχολογικές συνέπειες στην ανήλικη.
Έχουμε κατά νου τα πιο πάνω, και δη το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση τόσο οι σεξουαλικές πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος ο εφεσίβλητος, ήταν σοβαρές, δεν ήταν απλά αγγίγματα ή χάδια, αλλά και συντρέχουν και άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες αναγνωρισμένοι από τη νομολογία, υπενθυμίζουμε μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ εφεσίβλητου και παραπονούμενης, την ιδιαίτερα τρυφερή ηλικία της παραπονούμενης, 5 μόλις ετών, το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος είχε πάρει την ανήλικη για διανυκτέρευση σπίτι του μακριά από τη μητέρα της με την οποία ήταν τότε σε διάσταση και εκμεταλλεύτηκε το γεγονός αυτό, υπήρξε ουσιαστικός περιορισμός της παραπονούμενης ούτως ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει και κύρια και καθοριστικά λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας της, δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη σεξουαλική φύση των πράξεων που έγιναν, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι γινόταν και τι προθέσεις είχε ο εφεσίβλητος, στον οποίο είχε εμπιστοσύνη ένεκα της σχέσης πατέρα-κόρης που είχαν.
Επίσης, φαίνεται να μην δόθηκε η απαραίτητη σημασία από το πρωτόδικο Δικαστήριο στον τρόπο με τον οποίο διέπραξε το αδίκημα ο εφεσίβλητος και το γεγονός ότι το θύμα χρειάστηκε να ξαναβιώσει τα περιστατικά αφού ένεκα της μη παραδοχής του εφεσίβλητου, που αδιαμφισβήτητα αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά του, αναγκάστηκε να προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου και να δώσει μαρτυρία και να αντεξεταστεί. Υπενθυμίζουμε ξανά το γεγονός ότι ο νομοθέτης προνοεί ποινή φυλάκισης δια βίου για σεξουαλικά αδικήματα που γίνονται έναντι ανηλίκων κάτω του 13ου έτους της ηλικίας τους. Η συχνότητα διάπραξης των σεξουαλικών αδικημάτων έναντι ανηλίκων αλλά και η ένταση με την οποία διαπράττονται δεν φαίνεται να αντικατοπτρίζονται στην ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η οποία είναι ανεπαρκής με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η παρέμβασή μας.
Έχοντας κατά νου προηγούμενη νομολογία η οποία είναι ενδεικτική και καθοδηγητική, παραπέμπουμε σχετικά στις αποφάσεις ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ποινική Έφεση 64/2020 (σχ. με 61/2020) ημερομηνίας 14.7.2022 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΡΡΗ, Ποινική Έφεση 70/2022, ημερομηνίας 7.2.2023, ΚΡΑΣΙΑΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 278/2022, ημερομηνίας 7.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:B133, Σ.Α.Χ. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 109/2020, ημερομηνίας 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:D83, φρονούμε ότι η ορθή ποινή που αρμόζει στα δεδομένα και τα γεγονότα των κατηγοριών 1 και 2 είναι αυτή των 10 ετών σε κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες, οι οποίες να συντρέχουν.
Ενόψει των ανωτέρω, η υπό κρίση ποινική έφεση επιτυγχάνει αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 2 με την αύξηση των ποινών φυλάκισης σε 10 χρόνια σε κάθε μία. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και η έκτισή τους θα προσμετρά από τις 13.9.2023, που ο εφεσίβλητος τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Επικυρώνεται η έκδοση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον του κατηγορούμενου, όπως και η παραπομπή στην Αρχή Εποπτείας και η υποχρέωση που έχει δυνάμει του Νόμου για κοινοποίηση των στοιχείων του στην Αστυνομία.
M. AMΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο