ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΖΑΒΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 232/2025, 26/5/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΖΑΒΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 232/2025, 26/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 232/2025)

 

26 Μαΐου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΓΙΩΡΓΟΥ ΖΑΒΟΥ,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Ε. Κωνσταντίνου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα

Ο. Γρηγορίου (κα), για τον Εφεσίβλητο

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων προσβάλλει τις ποινές φυλάκισης οι οποίες επιβλήθηκαν στον εφεσίβλητο, κατόπιν παραδοχής του, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ως έκδηλα ανεπαρκείς. Πρόκειται για τις πιο κάτω ποινές:

 

Για το αδίκημα της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των Άρθρων 4 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών (πρώτη κατηγορία). Ο εφεσείων κατηγορήθηκε ότι συνωμότησε με άλλο πρόσωπο, να διαπράξει διάρρηξη και κλοπή. Σχετικός είναι ο πρώτος λόγος έφεσης.

 

Για το αδίκημα της διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύχτας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των Άρθρων 4, 20, 291 και 292(α) του Κεφ.154, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 22 μηνών (δεύτερη κατηγορία). Ο εφεσείων κατηγορήθηκε ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας διέρρηξε τον Ιερό Ναό Αποστόλου Ανδρέα στην Αγλαντζιά, με σκοπό τη διάπραξη κλοπής. Έκλεψε χρυσαφικά αξίας €2.832, τα οποία πώλησε σε χρυσοχοείο. Δεν αποζημίωσε τον Ναό για τη ζημία του. Σχετικός είναι ο δεύτερος λόγος έφεσης.

 

Για το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των Άρθρων 4, 20, 29, 255 και 266(β) του Κεφ.156, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών (τρίτη κατηγορία). Πρόκειται για την κλοπή των όσων αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με το αδίκημα της διάρρηξης.

 

Για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση των Άρθρων 4, 20 και 324(Ι) του Κεφ.154, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών (τέταρτη κατηγορία). Ο εφεσείων κατηγορήθηκε ότι προκάλεσε ζημιά ύψους €150 στο παράθυρο και σε γυάλινη προθήκη εντός του πιο πάνω αναφερόμενου Ναού. Σχετικός είναι ο τέταρτος λόγος έφεσης.

 

Για το αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση των Άρθρων 4, 29 και 306(α) του Κεφ.154, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών (έκτη κατηγορία). Ο εφεσείων κατηγορήθηκε ότι κατακράτησε περιουσία που γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαία, ήτοι ένα αυτοκίνητο. Σχετικός είναι ο πέμπτος λόγος έφεσης.

 

Σε κάθε λόγο έφεσης επαναλαμβάνεται το ίδιο περίπου λεκτικό, ήτοι ότι η ποινή που επιβλήθηκε σε κάθε κατηγορία είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβανομένων υπόψιν σωρευτικά της σοβαρότητας του αδικήματος, των προβλεπόμενων από τον Νόμο ποινών, της νομολογίας, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, της έξαρσης στη διάπραξη του κάθε αδικήματος, της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών και της ανάγκης για γενική και ειδική αποτροπή. Η αιτιολογία στους λόγους έφεσης είναι ουσιαστικά ταυτόσημη, γι’ αυτό θα εξεταστούν μαζί.

 

Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμπουμε στα όσα λέχθηκαν στην Δ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 57/2020, ημερομηνίας 6.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B432:

 

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε Πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, ημερ. 5/10/2016 - και επαναλήφθηκαν στη συνέχεια και στις υποθέσεις ΧΧΧ Bora v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018  και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/2019, ημερ. 29/9/2020- λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, XXX Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν, Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και XXX Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).

Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525).»»

 

Κύρια θέση του εφεσείοντα είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε τη δέουσα σημασία στα εξής: Είχε δοθεί άδεια να ληφθούν υπόψη στη βάση του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.115, μεταξύ άλλων, και επτά άλλες υποθέσεις εναντίον του εφεσίβλητου, οι οποίες αφορούσαν αδικήματα συνωμοσίας, κλοπής, και διάρρηξης και μία υπόθεση που αφορούσε πρόκληση ζημίας η οποία δεν είχε ακόμη καταχωριστεί, η οποία αφορούσε συνομωσία και κλοπή. Επίσης ο εφεσείων είχε και μία καταδίκη για αδικήματα κλεπταποδοχής, κλοπής και παράνομης κατοχής περιουσίας.

 

Πράγματι, προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση ότι ενώ γίνεται αναφορά στα επιβαρυντικά στοιχεία που αναφέρονται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice του 2004, για το αδίκημα της διάρρηξης, τα οποία περιλαμβάνουν και την επαναλαμβανόμενη δράση και την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών, δεν έγινε αναφορά σε πρόσφατη Κυπριακή νομολογία στην οποία αυξήθηκε ποινή φυλάκισης, λόγω του ότι παραγνωρίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο η επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Πρόκειται για την ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΗΡΑΚΛΗ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 264/2024, ημερομηνίας 20.5.2025 και την εκεί αναφερόμενη GHEORGHE κ.ά. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 824.

 

Όπως και στην ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ (ανωτέρω), και εδώ, ο εφεσείων υποστηρίζει ότι ο εφεσίβλητος ενεργούσε με συγκεκριμένο modus operandi και ότι ο τρόπος διάπραξης όλων των αδικημάτων που λήφθηκαν υπόψη καταδείκνυε προμελέτη με την έννοια του προσχεδιασμού και της προετοιμασίας. Παρατηρούμε όμως, ότι στην παρούσα υπόθεση δεν μας έχουν υποδειχθεί τα ανάλογα στοιχεία.

 

Η παράλειψη, εν πάση περιπτώσει, του πρωτόδικου Δικαστηρίου να προσδώσει βαρύτητα στην επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, αποτελεί σφάλμα το οποίο καθιστά αναγκαία την παρέμβαση του Εφετείου, χωρίς να χρήζουν εξέτασης οι λοιπές αιτιάσεις του εφεσείοντα.

 

Εν όψει τούτου, σύμφωνα με την ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, «η απόφαση του Εφετείου ως προς την ποινή αντανακλά πρωτογενώς την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για την τιμωρία».

 

Στρεφόμενοι τώρα στο έργο του καθορισμού της αρμόζουσας ποινής, λαμβάνουμε υπόψη τα πιο κάτω λεχθέντα σε σχέση με αδικήματα του είδους που αντιμετωπίζει ο εφεσίβλητος στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. SHEH HOUSEIN, Ποινική Έφεση Αρ.: 268/2024, ημερομηνίας 13.11.2025:

 

«Στο σημείο αυτό παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ΞΕΝΟΦΟΝΤΩΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 9/2024 ημερομηνίας 19/7/2024:

«Μέσα από τη νομολογία τονίζεται η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών τα οποία δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση, «προκαλώντας ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών» (βλ. Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 138, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Ilie κ.ά. ν. Αστυνομίας (2012) 2 A.A.Δ. 280, Bezandidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785, Gheorghe v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824).»

Στην παλαιότερη, επίσης, υπόθεση FEDOROV v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 40/2021, ημερομηνίας 20/7/2021, επεσημάνθηκε η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σημειώνοντας ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης (BALAMPANIDIS ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, ημερομηνίας 10.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B178) και δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη διαβρώνοντας το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (ILIE Κ.Α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΊΑΣ (2012) 2 Α.Α.Δ. 280, 283).

Στην υπόθεση SAADI ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 572, υπογραμμίστηκε ότι «η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις.  Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα» (βλ. ΤΖΙΑΜΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 17/2017, ημερομηνίας 18.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B468, EKOLE ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 108/2021, ημερομηνίας 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62).

Εξετάζουμε τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής σε αδικήματα της φύσης που παραδέχθηκε ο εφεσίβλητος, με σκοπό την προστασία του κοινωνικού συνόλου και της καταστολής τους ενόψει της ανησυχητικής αύξησης που παρατηρείται σε σχέση με αυτά, αναγνωρίζοντας μόνο λεκτικά την έξαρση που παρατηρείται σε αυτού του είδους τα αδικήματα και συναφώς δεν καθοδηγήθηκε ορθά ως προς το μέτρο της ενδεικνυόμενης ποινής.

Στην απόφαση ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΤΟΚΚΑΛΛΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 264/2023, ημερομηνίας 19/7/2024 αναφέρθηκαν τα εξής:

«Η Νομολογία έχει επανειλημμένα τονίσει τη σοβαρότητα αδικημάτων διαρρήξεων και κλοπών, τονίζοντας ότι η συνήθης ποινή για αδικήματα αυτής της φύσης είναι αυτή της φυλάκισης. Όπως λέχθηκε, μεταξύ άλλων, στην Hussein ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 252/18, ημερ. 31.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B206:

«Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών.

Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016, που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:

«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824)».

Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και στην πρόσφατη υπόθεση Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/18 ημερ. 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178, όπου αναφέρθηκε επίσης ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής».

 Όπως επισημαίνεται σε αριθμό αποφάσεων, οι διαρρήξεις, οι κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης (βλ. BANDITS ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2015) 2 Α.Α.Δ. 717, MANGA EKOLE ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, ημερομηνίας 15.2.2022), ECLI:CY:AD:2022:B62. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Χαρακτηριστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση BEZANIDIS ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2013) 2 Α.Α.Δ. 785:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια».

[…]

Σε τέτοιας φύσης αδικήματα η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου και δη της ανάγκης για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών (βλ. ΚΑΤΤΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1991) 2 Α.Α.Δ. 498). Όπως τονίστηκε στην GHEORGHE ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ανωτέρω) «Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ιδίων των αδικημάτων».

  

Η συνήγορος του εφεσείοντα επισήμανε ότι στην πιο πάνω υπόθεση (SHEH HOUSEIN) επιβλήθηκε από το Εφετείο ποινή φυλάκισης 22 μηνών για το αδίκημα της διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύχτας, σε κατηγορούμενο ο οποίος αντιμετώπιζε μόνο μία υπόθεση για το ίδιο αδίκημα. Συνεπώς, υποστηρίζει ότι στην παρούσα υπόθεση εν όψει της σωρείας άλλων υποθέσεων θα πρέπει όλες οι ποινές να αυξηθούν και δη η ποινή φυλάκισης 22 μηνών για το αδίκημα της διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύχτας.

 

Θεωρούμε χρήσιμο στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσουμε ότι στην πιο πάνω απόφαση, λέχθηκαν και τα εξής:

 

«Αναδρομή στη νομολογία καταδεικνύει ότι σε υποθέσεις φύσεως όπως η παρούσα, οι ποινές φυλάκισης που επιβάλλονται είναι μεταξύ δύο και τεσσάρων ετών. Σχετικές είναι οι υποθέσεις ΤΣΙΛΙΚΙΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (ανωτέρω), NTENI BEZANIDIS ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (ανωτέρω), ΙLIE K.A. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (ανωτέρω) και HUSSEIN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, ημερομηνίας 31/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B206».

 

Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ως σημαντικό μετριαστικό παράγοντα τις έμπρακτες προσπάθειες του κατηγορουμένου για απεξάρτησή του από τα ναρκωτικά. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, χρήστης ηρωίνης, εντάχθηκε σε διάφορα προγράμματα απεξάρτησης, χωρίς να τα ολοκληρώσει. Το 2002 μετέβη στο εξωτερικό όπου υποβλήθηκε σε θεραπεία αποτοξίνωσης και διέκοψε τη χρήση για περίοδο 10 μηνών. Είχε επίσης λεχθεί από τον κατηγορούμενο κατά το στάδιο των αγορεύσεων για μετριασμό της ποινής, ότι επιθυμούσε να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης και είχε αιτηθεί έκδοση διατάγματος θεραπείας στο πλαίσιο άλλης ποινικής διαδικασίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο τον ενημέρωσε όμως ότι η συμβουλευτική επιτροπή δεν συνέστησε την ένταξή του στο εν λόγω πρόγραμμα, ήτοι στο πρόγραμμα της Αγίας Σκέπης. Στη συνέχεια, η συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος προτίθετο να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης στις κεντρικές φυλακές σε περίπτωση που του επιβαλλόταν ποινή φυλάκισης. Αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση ότι οι προσπάθειες απεξάρτησης θα πρέπει να αποτιμώνται και να ανταμείβονται ακόμη και σε περίπτωση αποτυχίας ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης και να τις συνεχίζει. Αναφέρεται επίσης ότι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι χρήστες και ότι οι πιθανότητες αποτυχίας σε προγράμματα θεραπείας είναι μεγάλες. Έγινε δε συναφής παραπομπή σε νομολογία, ήτοι στις ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ ΠΕΤΡΟΣ Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 148, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 463, ΤΣΙΑΚΚΑ ΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2011) 2 Α.Α.Δ. 282 και ΜΑΥΡΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 333.    

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσίβλητου, μας παρέπεμψε και στις πιο κάτω υποθέσεις αναφορικά με το τελευταίο ανωτέρω  ζήτημα, τις οποίες λαμβάνουμε υπόψη.

 

Στην υπόθεση ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΜΑΡΙΟΣ Π. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 82 το Ανώτατο Δικαστήριο εφαρμόζοντας το πιο κάτω σκεπτικό μείωσε την ποινή φυλάκισης του εφεσείοντα, η οποία του είχε επιβληθεί για κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, από 6 μήνες σε δυόμιση.

 

«Πράγματι, στην πρόσφατη απόφαση μας στην υπόθεση Καρακάννα, ανωτέρω,  είχαμε επισημάνει την καταλυτική σημασία που είχε στην επιμέτρηση της ποινής το γεγονός πως ο ίδιος ο εφεσείων με τη δική του θέληση παρακολούθησε πρόγραμμα απεξάρτησης. Σε εκείνη την υπόθεση το πρόγραμμα ήταν επιτυχές. Στην παρούσα δεν έχουμε τέτοιο στοιχείο, μια και η προσπάθεια συνεχίζεται. Να σημειώσουμε επίσης πως ο εφεσείων άρχισε αυτή τη προσπάθεια πολύ αργά στη ζωή του, δεδομένου ότι είναι χρήστης ναρκωτικών, όπως είπαμε πιο πάνω, από τα 18 του. Σημαντικό στοιχείο όμως στην υπόθεση δεν είναι μόνο η άμεση παραδοχή του στην αστυνομία και το δικαστήριο αλλά και η γενική ομολογία του πως είναι και χρήστης ναρκωτικών για τόσα χρόνια, εκδηλώνοντας με αυτή του την ομολογία το αδιέξοδο στο οποίο ζει και ταυτόχρονα επικαλούμενος βοήθεια.»

 

Στην υπόθεση ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2016) 2 Α.Α.Δ. 364, ο εφεσείων καταδικάστηκε για εισαγωγή, κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και του επιβλήθηκε πρωτοδίκως ποινής φυλάκισης δεκαεννέα μηνών. Μειώθηκε κατ' έφεση κατά επτά και πλέον μήνες, με το πιο κάτω σκεπτικό:

 

«Η νομολογία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έχει τονίσει την καταλυτική σημασία στην επιμέτρηση της ποινής του γεγονότος ότι ένας κατηγορούμενος με δική του θέληση ακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης. Η ανάγκη απόδοσης ουσιαστικής σημασίας στην ένταξη εθισμένου ατόμου σε πρόγραμμα απεξάρτησης έγκειται στο ότι φυλάκιση πέραν του αναγκαίου βαθμού δυνατόν να ανακόψει τη θετική πορεία προς την ολοκληρωτική απεξάρτηση, (Καρακάννας ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 463 και Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας - πιο πάνω).»

 

Υπό το φως των ανωτέρω, σημειώνουμε ότι κατά την ενώπιον του Εφετείου ακρόαση, η ευπαίδευτη συνήγορος του εφεσίβλητου, υπέδειξε ότι κατά την ημερομηνία επιβολής ποινής, το πρωτόδικο Δικαστήριο ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για την απόρριψη του αιτήματός του να ενταχθεί στο πρόγραμμα απεξάρτησης στην Αγία Σκέπη. Αμέσως μετά την καταδίκη του ο εφεσίβλητος αιτήθηκε οικειοθελώς την ένταξή του στο πρόγραμμα απεξάρτησης στις Κεντρικές Φυλακές «Δανάη», στο οποίο εντάχθηκε την 22.10.2025 και συνέχιζε μέχρι την ημερομηνία ακρόασης της έφεσης το πρόγραμμα επιτυχώς.

 

Κατέθεσε επίσης στο Εφετείο, βεβαίωση ημερομηνίας 22.10.2025 από ειδική ψυχολόγο, επιστημονική συντονίστρια της Διεύθυνσης Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας, σύμφωνα με την οποία από τη μέχρι τότε συνεργασία του με το εν λόγω πρόγραμμα παρουσιαζόταν πρόθυμος, με κίνητρο τη διαχείριση της εξαρτητικής συμπεριφοράς του. Σημειώνουμε ότι ο εφεσίβλητος είναι ηλικίας 48 ετών και η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά άρχισε σε ηλικία 18 ετών. Λόγω της εξάρτησής του αντιμετώπισε σοβαρά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, δημιούργησε χρέη, και πώλησε την επιχείρησή του, παραμένοντας άνεργος και συντηρούμενος από κρατικά επιδόματα. Ενώ τελούσε υπό κράτηση για τα αδικήματα που αντιμετώπιζε, η εν διαστάσει σύζυγός του, τον επισκεπτόταν στον χώρο κράτησης και τον στήριζε. 

 

Προκύπτει θεωρούμε, από την ΓΕΩΡΓΙΟΥ (ανωτέρω) ότι εφόσον το Εφετείο καθορίζει πρωτογενώς την ποινή, δύναται να λάβει υπόψη και γεγονότα που έλαβαν χώραν μετά τον καθορισμό της ποινής από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Συνεπώς, στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής, στο περιορισμένο πλαίσιο βεβαίως που αυτή διεξάγεται για τα υπό κρίση αδικήματα όπως περιγράφεται στη νομολογία που παραθέσαμε ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη ως σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα την τρέχουσα προσπάθεια του εφεσίβλητου να αποτοξινωθεί με την ένταξή του στο πρόγραμμα «Δανάη», καθώς και την προθυμία και κίνητρο που επιδεικνύει, παρά τις προφανείς δυσκολίες που το όλο εγχείρημα ενέχει, δεδομένης της προηγούμενης χρήσης ηρωίνης και της μακροχρόνιας έξης του, η οποία αποτελούσε την ουσιαστική αιτία της εγκληματικής του συμπεριφοράς.

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη όλα τα πιο πάνω   επιβαρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένης της επαναλαμβανόμενης παραβατικής συμπεριφοράς του εφεσείοντα, σε συνάρτηση με την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη την έμπρακτη πλέον ένταξη του εφεσίβλητου σε πρόγραμμα απεξάρτησης, ως περιγράφεται ανωτέρω, η οποία, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, αντισταθμίζει την αναγκαία αύξηση της επιβληθείσας ποινής. Επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή, υπό τις περιστάσεις, επιείκεια, καταλήγουμε στη διατήρηση των ποινών που πρωτοδίκως επιβλήθηκαν για τα υπό κρίση αδικήματα, τις οποίες και επιβάλλουμε.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο