ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 247/2023)
20 Μαΐου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ,
Εφεσείουσα,
v.
ΝΙΚΗΣ Χ’’ΝΕΟΦΥΤΟΥ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Σ. Χ’’ Νεοφύτου (κα) για Γ. Χ’’ Νεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.
Σ. Ζαννούπας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Η κατηγορούμενη αντιμετώπισε πρωτόδικα πενήντα (50) κατηγορίες που αφορούσαν το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, κατά παράβαση των Άρθρων 3(1)(γ)(2) και 4 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008) ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, η κατηγορούμενη ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους της Συνεργατικής Εταιρείας Εκτοπισθέντων Μανδριών Λτδ, στη Γενική Αίτηση υπ' αριθμό 161/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Την 27.06.2011 στα πλαίσια της αναφερόμενης Γενικής Αίτησης διατάχθηκε από το αναφερόμενο Δικαστήριο να καταβάλλει το εξ' αποφάσεως χρέος της στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου, όπως προέκυψε μετά από συγχώνευση, με μηνιαίες δόσεις ύψους €100 εκάστης, αρχής γενομένης την 1.8.2011 και ακολούθως την πρώτη ημέρα εκάστου επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως του εκ δικαστικής απόφασης χρέους. Παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλλει στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ η οποία αποδέχτηκε τη μεταβίβαση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ με το οποίο είχε συγχωνευθεί η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου, το ποσό της δόσης των €100 για τους μήνες από 1.9.2013 μέχρι και την 1.10.2017 (σύνολο 50 δόσεις για συνολικό ποσό €5000).
Όπως αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου Ειδοποίηση δυνάμει του Άρθρου 18(6) του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου (Ν.169(Ι)/2015) στην οποία αναφέρεται ότι δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 19(5) του ίδιου Νόμου δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η μεταβίβαση στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ όλων των πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εξασφαλίσεων που κατείχε η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ μέχρι την 7.10.2022 και ώρα 2:30μμ. Αναφέρεται ακόμα ότι εντός της έννοιας των «πιστωτικών διευκολύνσεων» περιλαμβάνονται και αυτές που αφορούν την υπό εκδίκαση υπόθεση. Τέλος, αναφέρεται ότι σε όλα τα μελλοντικά δικόγραφα ως κατήγορος θα φέρεται η Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ.
Προς απόδειξη της υπόθεσης των παραπονουμένων δόθηκε μαρτυρία από δύο μάρτυρες. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης από πλευράς παραπονουμένων ο συνήγορος της κατηγορούμενης κάλεσε το Δικαστήριο να την αθωώσει και να την απαλλάξει από το στάδιο αυτό, βασίζοντας την εισήγησή του σε δύο άξονες.
Ο πρώτος άξονας αφορούσε τη θέση ότι η καταχώρηση και προώθηση της υπόθεσης έγινε καταχρηστικά λόγω καθυστέρησης της προώθησης της υπόθεσης από πλευράς παραπονουμένων, με δεδομένο ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη αφορούν την περίοδο 1.9.2013 μέχρι 1.10.2017 ενώ το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε τον Αύγουστο του 2020. Ο συνήγορος της κατηγορούμενης ανέφερε επίσης ότι οι ίδιοι οι μάρτυρες της παραπονούμενης ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι ζητούν την έκδοση διατάγματος είσπραξης εναντίον της για τις κατ’ ισχυρισμόν καθυστερημένες δόσεις συνολικού ποσού €5.000, χωρίς να ζητηθεί η τιμωρία της κατηγορουμένης.
Ο δεύτερος άξονας αφορούσε τη θέση του συνηγόρου της κατηγορούμενης ότι το νομικό πρόσωπο που προωθεί την παρούσα υπόθεση δεν έχει έννομο συμφέρον να το πράξει. Ήταν ειδικότερα η θέση του ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου η υπόθεση προωθείται από την Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ. Λτδ ενώ το κατηγορητήριο φέρει ως παραπονούμενη την Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ. Λτδ.
Η ΜΚ1 προέβηκε σε μια περιγραφή των καθηκόντων της και την πηγή της γνώσης της αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρθηκε αρχικά στην έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον της κατηγορούμενης και τρίτου προσώπου ως πρωτοφειλέτων και άλλων δύο προσώπων ως εγγυητών και υπέρ της (τότε) Συνεργατικής Εταιρείας Εκτοπισθέντων Μανδριών. Γίνεται αναφορά στο οφειλόμενο ποσό και στο διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 161/2003.
Ακολούθως, η μάρτυρας έδωσε μια λεπτομερή περιγραφή των συγχωνεύσεων και μετονομασιών που έλαβαν χώραν με τελευταία την συγχώνευση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Η τελευταία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, και ακολούθως σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ). Κατά δε την 7.10.2022 η Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ μεταβίβασε στην Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ δυνάμει του Ν.169(Ι)2015 όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής κατά την αναφερόμενη ημερομηνία και ώρα 2:30μ.μ. Κατά τον τρόπο αυτό η Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ υποκατέστησε τη Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις περιλαμβανομένων συμβατικών, νομικών και αγώγιμων δικαιωμάτων σε σχέση με όλα τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια και σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση.
Η ΜΚ1 επίσης ανέφερε ότι υπήρξε συμφωνία διαχείρισης δανείων και μη εξυπηρετούμενων διευκολύνσεων μεταξύ της Αλταμίρα και της πρώην Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. Στη διαχείριση των τραπεζικών διευκολύνσεων περιλαμβάνεται και η σχετιζόμενη με την υπό κρίση υπόθεση. Τέλος, η ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 26.06.2023 η Αλταμίρα με ειδικό ψήφισμα άλλαξε όνομα σε DOVALUE CYPRUS LTD (Τεκμήριο 1 – εφεξής Dovalue).
Κατατέθηκαν επίσης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως τεκμήρια όλες οι σχετιζόμενες με τις αναφερόμενες μετονομασίες και συγχωνεύσεις ειδοποιήσεις που κατατέθηκαν στον φάκελο της Γενικής Αίτησης όπως και τα διατάγματα ανανέωσης της διαιτητικής απόφασης.
Το Άρθρο 74(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 δίδει στην Υπεράσπιση τη δυνατότητα να εισηγηθεί, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Το Δικαστήριο επίσης πρέπει μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή να ικανοποιηθεί ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ώστε να δικαιολογείται η κλίση του σε απολογία και προβολή της υπεράσπισής του.
Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα:
«74.-(1) Μετά την εγκατάλειψη του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, το Δικαστήριο προχωρεί στην ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης κατά τον ακόλουθο τρόπο:
(α) ………………………………………………………………………….
(β) μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δύναται να υποβάλει ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και, αν το Δικαστήριο αποδεχτεί την εισήγηση, αθωώνει τον κατηγορούμενο.
(γ) μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορία αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του, το Δικαστήριο καλεί αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του και τον πληροφορεί ότι δύναται να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, αφού ορκιστεί ως μάρτυρας, οπότε υπόκειται σε αντεξέταση ως μάρτυρας.
……………………………………………………………………………..»
Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο εξέτασης του ζητήματος αυτού έχουν διαχρονικά καθιερωθεί και επαναληφθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α., Ποινική Έφεση 121/2014, ημερομηνίας 16.12.2016:
«Η διαχρονική θέση της νομολογίας αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως κρίση, είναι η ακόλουθη:
«Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos (1985) 1 C.L.R.250.
Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas a.ο. v. Police (1981) 2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,
(α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και
(β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.
Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητικού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azinas (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex v. Mehmed (V16) 1 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Δέστε μεταξύ άλλων: (a) Wiseman a.o. v. Bomeman a.o. [1967] 3 All E.R. 1045 (b) Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1 (c) Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893 (d) R. V. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061 (e) R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr. App. R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.» (Δέστε Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133).»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε στην εκκαλούμενη απόφασή του ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν έχει αμφισβητήσει κατά πόσο υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ως προς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ανέφερε ότι ως θέμα αρχής, πρέπει να εξετάσει αυτεπάγγελτα επίσης το κατά πόσο η μαρτυρία που προσφέρθηκε στερείται πειστικότητας. Κατέληξε ότι από τα όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του υφίσταται μαρτυρία για όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Επίσης, ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί η ενώπιόν του μαρτυρία σε τέτοιο βαθμό αντινομική ώστε να μην μπορεί να βασιστεί επ’ αυτής για να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής της κατηγορουμένης.
Μετά τις εν λόγω διαπιστώσεις του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αντί να προχωρήσει και να καλέσει την κατηγορούμενη σε απολογία εξηγώντας της τα δικαιώματά της αναφορικά με την προβολή της υπεράσπισής της, εξέτασε τις εισηγήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης περί κατάχρησης διαδικασίας υπό το πρίσμα της καθυστέρησης της ποινικής δίωξης της κατηγορούμενης, τις οποίες και αποδέχτηκε. Ειδικότερα, αποφάσισε, ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από την διάπραξη των αδικημάτων, 1.9.2013 μέχρι 1.10.2017, μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου που ήταν τον Αύγουστο του 2020, ότι υπήρξε απουσία εξηγήσεων για το γεγονός αυτό από τους παραπονούμενους οι οποίοι γνώριζαν για τη διάπραξη των αδικημάτων, και αφού ανέφερε ότι η φύση των κατηγοριών που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο είναι ιδιαίτερα απλή, και στην απουσία οποιασδήποτε μεμπτής, ως προς το θέμα της πρόκλησης καθυστέρησης, συμπεριφοράς της κατηγορουμένης, έκρινε ότι η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας υπόθεσης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ανέφερε χαρακτηριστικά «τρία χρόνια αδικαιολόγητης απραξίας για τέτοιας φύσεως αδικήματα, καθιστά την προώθηση της υπόθεσης καταχρηστική».
Παρά το ότι η πιο πάνω διαπίστωση του πιο πάνω Δικαστηρίου είχε ουσιαστικά καθορίσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, προχώρησε και εξέτασε την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι το πρόσωπο που προωθεί στην ουσία την παρούσα υπόθεση δεν έχει έννομο συμφέρον να το πράξει, νοουμένου ότι η υπόθεση προωθήθηκε από την Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ, ενώ το κατηγορητήριο φέρει ως παραπονούμενη την Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ. Λτδ, η οποία, σύμφωνα με την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, δεν περιβάλλεται από την δέουσα νομιμοποίηση να προωθήσουν την παρούσα υπόθεση.
Κατέληξε στην απόρριψη αυτού του σκέλους της εισήγησης της Υπεράσπισης, αναφέροντας ότι με βάση το Άρθρο 18(4) και (6) του Ν.169(Ι)/2015, η παραπονούμενη έχει καταδείξει για σκοπούς της υπόθεσης ότι απέκτησε την ιδιότητα του πιστωτή εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Ν.60(Ι)/2008 και κατ’ επέκταση τη νομιμοποίησή της ως ιδιώτης κατήγορος. Σημειώνοντας ότι στον φάκελο της υπόθεσης έχει καταχωρηθεί η προβλεπόμενη ειδοποίηση ως τεκμήριο, κατέληξε ότι η εισήγηση αυτή δεν έχει έρεισμα.
Έτσι, αποφάσισε όπως η ποινική δίωξη της κατηγορουμένης τερματιστεί και η υπόθεση απορριφθεί λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Απάλλαξε την κατηγορουμένη από όλες τις κατηγορίες και επιδίκασε υπέρ της και εναντίον των παραπονούμενων τα έξοδα της ιδιωτικής ποινικής δίωξης, όπως υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Η παραπονούμενη-εφεσείουσα έλαβε την έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για να καταχωρήσει έφεση εναντίον της αθωωτικής απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου την οποία και προώθησε ενώπιόν μας προβάλλοντας δύο λόγους έφεσης. Αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης είναι η θέση ότι υπήρξε πλημμελής εφαρμογή του Νόμου επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης δυνάμει του Άρθρου 137(1)(α) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, εφόσον η κατάληξή του περί κατάχρησης της διαδικασίας λόγω υπερβολικής καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπόθεσης λήφθηκε παρερμηνεύοντας πλημμελώς τη νομολογία που το ίδιο το Δικαστήριο επικαλέστηκε.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης προβάλλει την εισήγηση ότι δεν μπορούσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, να διαπιστώσει κατάχρηση εφόσον δυνάμει του Άρθρου 137(1)(α) του Νόμου, έκρινε ότι είχαν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που η κατηγορούμενη αντιμετώπιζε και ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του δεν ήταν τόσο αντινομική που να δικαιολογούσε την απαλλαγή της κατηγορουμένης. Προβάλλεται η θέση ότι θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να καλέσει την κατηγορούμενη σε απολογία και να προβάλει την υπεράσπισή της και να αποδείξει η ίδια, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τον κατ’ ισχυρισμό δυσμενή επηρεασμό της, σε βαθμό που η δίκη να ήταν καταχρηστική.
Οι λόγοι έφεσης παρουσιάζουν τέτοια συνάφεια ως προς την ουσία τους, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, ώστε να ενδείκνυται η παράλληλη εξέτασή τους.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εκκαλούμενη απόφασή του, προχώρησε και εξέτασε αυτεπάγγελτα, ως το Άρθρο 74(Ι)(β) του Κεφ. 155 επιβάλλει κατά πόσο είχαν αποδειχθεί ενώπιόν του εκ πρώτης όψεως τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετώπιζε η κατηγορούμενη, όπως επίσης και κατά πόσο η μαρτυρία που προσφέρθηκε είναι τόσο αντινομική σε βαθμό που να στερείται πειστικότητας. Αποφάσισε, ότι υφίστατο μαρτυρία για όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Επίσης, ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί η ενώπιόν του μαρτυρία σε τέτοιο βαθμό αντινομική ώστε να μην μπορεί να βασιστεί σε αυτήν για να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής της κατηγορούμενης.
Μετά από αυτές τις διαπιστώσεις του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το τι έπρεπε να πράξει, σύμφωνα και με το Άρθρο 74(Ι)(β) του Κεφ.155 ήταν να προχωρήσει και να καλέσει την κατηγορουμένη σε απολογία, και να προβάλει την υπεράσπισή της, αφού της εξηγούσε τα δικαιώματά της. Αντί τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε τις εισηγήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης περί κατάχρησης και μη νομιμοποίησης των παραπονουμένων να καταχωρήσουν την ιδιωτική υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, απέρριψε την εισήγηση, περί νομιμοποίησης της παραπονούμενης να καταχωρήσει την υπό εξέταση ιδιωτική υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, αλλά συμφώνησε με το ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της δικαστικής διαδικασίας εξετάζοντας το κατά πόσο ήταν καταχρηστική αποφασίζοντας υπέρ της Υπεράσπισης και προχώρησε και απέρριψε την υπόθεση ως αποτελούσα κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και απάλλαξε την κατηγορουμένη.
Η πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι καταφανώς εσφαλμένη. Το θέμα της κατάχρησης μπορούσε να εξεταστεί μόνο μέσα από συγκεκριμένο πλαίσιο γεγονότων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο το εξέτασε έχοντας ενώπιόν του μόνο την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, παραγνωρίζοντας τη βασική αρχή που διέπει τον τρόπο εξέτασης τέτοιων ισχυρισμών που εναποθέτει στους ώμους του κατηγορούμενου να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι υπέστη δυσμενή επηρεασμό σε βαθμό που η δίκη να μην ήταν δίκαιη (Γ.Π.Β. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 5/2020, ημερομηνίας 30.7.2021). Έχει χαρακτηριστικά λεχθεί ότι «Η όποια δικαιολογία για την καθυστέρηση, έχει σημασία στο βαθμό και μόνο που μπορεί να ρίξει φως στο ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού, (βλ. CPS v. F [2011] EWCA Crim 1844). Η καθυστέρηση δεν επαρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε διακοπή της δικαστικής διαδικασίας. Είναι δε σχετική με το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να δικαστεί ο κατηγορούμενος μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων».
Στην υπό κρίση υπόθεση, στο στάδιο που το Δικαστήριο απάλλαξε την κατηγορούμενη, ήταν προτού προβληθεί η υπεράσπιση της, και/ή τυχόν εισηγήσεις και θέσεις της περί δυσμενούς επηρεασμού στην προώθηση και παρουσίαση της υπεράσπισής της λόγω του χρόνου που έχει διαρρεύσει και μάλιστα κατά τρόπο που να οδηγούσε σε μη δίκαιη δίκη.
Ο χρόνος από μόνος του δεν αποδεικνύει οτιδήποτε πέραν του αυτόδηλου γεγονότος ως μέρος του ιστορικού της υπόθεσης. Αυτό που έχει σημασία και μάλιστα κρίσιμη, είναι η επίδραση της όποιας καθυστέρησης στο δίκαιο της δίκης.
Στην υπόθεση R v. RD [2013] EWCA Crim 1592 (η οποία σχολιάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Γ.Π.Β. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ανωτέρω), το Αγγλικό Εφετείο έχει αναφέρει τα ακόλουθα:
«The delay in this case is exceptionally long, between 39 and 63 years. The length of the period of itself proves nothing beyond that historical fact. What is of crucial importance is the effect of such delay on the fairness of the trial and the safety of any resultant convictions. In this case the appellant's submissions have not proceeded by reference to generalities based on the substantial lapse of time.
Although this matter required careful scrutiny because of the very substantial delay in this case, we are entirely satisfied that the judge was correct in her assessment that the trial process could properly cope with the difficulties faced by this appellant and that there would be and indeed was no prejudice to him of a type which would mean that he could not and did not get a fair trial. On an analysis of the missing material and on an analysis of the evidence given at the trial and the issues before the jury, we are satisfied that this appellant received a fair trial, and was not disadvantaged in a way that could properly be described as amounting to serious prejudice to his ability to mount a proper defence to the allegations brought against him. Accordingly, our conclusion is that the convictions are safe and that the appeal against conviction must be dismissed.»
Λανθασμένα, λοιπόν, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε το ζήτημα της καθυστέρησης του χρόνου και κατέληξε σε εύρημα για δυσμενή επηρεασμό της κατηγορούμενης να προβάλει την υπεράσπισή της και αποστέρηση του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη, χωρίς να τεθεί από πλευράς της Υπεράσπισης το ζήτημα του επηρεασμού στην προβολή υπεράσπισης από πλευράς κατηγορουμένης το οποίο να στοιχειοθετηθεί ενώπιόν του για να μπορέσει να εκφράσει την κρίση του επί αυτού. Θα έπρεπε να προβεί σε εύρημα ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, να καλέσει την εφεσίβλητη σε απολογία, εξηγώντας της τα δικαιώματά της, και να προχωρήσει αναλόγως.
Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι και οι δύο λόγοι έφεσης θα πρέπει να πετύχουν.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι, πως θα πρέπει να αντιμετωπιστεί και τι οδηγίες να δοθούν από το Εφετείο για χειρισμό της υπόθεσης, δεδομένης της ακύρωσης της πρωτόδικης απόφασης.
Στην πρόσφατη απόφασή μας ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΛΛΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 17/2023, ημερομηνίας 26.1.2026, αναφέραμε τα ακόλουθα σε σχέση με παρόμοιο θέμα που κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε:
«Παραμένει η άσκηση της διακριτικής μας ευχέρειας αναφορικά με το κατά πόσον θα διαταχθεί επανεκδίκαση της υπόθεσης. Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (1990) 2 Α.Α.Δ. 133, λέχθηκαν τα εξής:
«Το Άρθρο 25 (3) του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60) καθώς και το Άρθρο 145(1)(δ) του Κεφ. 155, παρέχουν εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του, να διατάξει την επανεκδίκαση ποινικής υπόθεσης οποτεδήποτε κρίνεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι επιρρεπής σε ακύρωση. Η εξουσία για την επανεκδίκαση υπόθεσης δεν επιβάλλει την αυτόματη έκδοση διαταγής οποτεδήποτε κρίνεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι ακροσφαλής. Η απόφαση για επανεκδίκαση ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου μετά την συνεκτίμηση των παραγόντων εκείνων που προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση. Οι παράγοντες αυτοί επεξηγούνται στις υποθέσεις Pierides v. Republic, (1971) 2 C.L.R. 263, Εκδοτική Εταιρεία Κόσμος ν. Της Αστυνομίας (1984) 2 C.L.R. 121, Charalambous v. The Republic (1985) 2 C.L.R. 97 και Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 258. Συνεκτιμούνται και σταθμίζονται όλοι εκείνοι οι παράγοντες οι οποίοι τείνουν να διαμορφώσουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης στις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης. Αφενός, τα συμφέροντα του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με την αρχή του δικαίου ότι είναι κατά κανόνα ανεπιθύμητο για τον πολίτη να υποβάλλεται στη δοκιμασία της δίκης για περισσότερες της μιας φορές και αφετέρου, τα συμφέροντα του δημοσίου για την αποτελεσματική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η σοβαρότητα και η συχνότητα του αδικήματος, το περίπλοκο της υπόθεσης, ο χρόνος ο οποίος έχει διαρρεύσει από την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος, καθώς και η δαπάνη η οποία θα απαιτηθεί για τη νέα δίκη, είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
Λαμβάνουμε επίσης υπόψη, τα πιο κάτω λεχθέντα στην υπόθεση ASSADOURIAN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1995) 2 Α.Α.Δ. 279:
«Παραμερισμός της καταδικαστικής απόφασης για λόγους όπως αυτοί που συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση, αφήνει ακάλυπτο από δικαστική κρίση το ερώτημα της ενοχής του εφεσείοντα στις κατηγορίες. Δεν είναι όμως πάντοτε δίκαιη η πρόκριση της επανεκδίκασης. Οι αρχές που διέπουν την ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά υποθέσεων, [βλ. Pierides v. Republic (1971) 2 CLR 263, Ekdotiki Eteria Kosmos v. Police (1984) 2 CLR 121, Charalambous v. Republic (1985) 2 CLR 97 Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 258, Δεσπότης ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 287, Σάββας Κακόψητος ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 200, Ανδρέας Σωτηριάδης και άλλος ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, και Lanitis Bros Ltd ν. Ιατρικών Υπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημοσίας Υγείας, (1995) 2 Α.ΑΑ 266. Οι παράγοντες που κατά περίπτωση διαδραματίζουν ρόλο δεν επιδέχονται προκαθορισμό αλλά το κυρίαρχο κριτήριο είναι σταθερό. Η απόφαση λαμβάνεται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως αυτό προσδιορίζεται από την εξισορρόπηση της ανάγκης για ορθή εφαρμογή του Νόμου και των επιπτώσεων πάνω στον κατηγορούμενο.»
Σημειώνουμε ότι πρόκειται για υπόθεση παράλειψης καταβολής δόσεων δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Ειδικότερα είχε εκδοθεί εναντίον της εφεσίβλητης διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους της με μηνιαίες δόσεις ύψους €100 εκάστη από 1.8.2011 και κάθε πρώτη εκάστου επόμενου μήνα. Η υπό κρίση υπόθεση αφορούσε 50 κατηγορίες και τις μηνιαίες δόσεις οι οποίες δεν καταβλήθηκαν από την κατηγορούμενη από την 1.9.2013 μέχρι και την 1.10.2017. Δηλαδή 50 δόσεις για συνολικό ποσό €5.000. Το νομικό πρόσωπο που προέκυψε από τις συγχωνεύεις και μετονομασίες νομιμοποιήθηκε στην καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης την 1.7.2017. Με την παρούσα υπόθεση ο κατήγορος ζητούσε διάταγμα είσπραξης για τις καθυστερημένες δόσεις.
Διαπιστώνεται ότι πρόκειται για σοβαρό θέμα το οποίο απασχολεί συχνά τα Δικαστήρια. Δεν παρουσιάζεται πολυπλοκότητα στα επίδικα θέματα, ούτε αναμένεται να είναι χρονοβόρα ή δαπανηρή η συνέχιση της διαδικασίας.
Ενόψει του ότι επίδικο θέμα αποτελεί η ενδεχόμενη κατάχρηση της διαδικασίας σε συνάρτηση με την παρέλευση μεγάλου χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων, κρίνουμε ότι ορθό είναι η υπόθεση να συνεχιστεί.
Επομένως, η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Η υπόθεση να επιστραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για συνέχιση από το σημείο στο οποίο βρισκόταν, ως ανωτέρω εξηγούμε. Τα έξοδα της έφεσης θα βαρύνουν την εφεσίβλητη, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα πρωτόδικα έξοδα θα ακολουθήσουν το τελικό αποτέλεσμα.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο