ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ.: 292/2019
15 Μαΐου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΤΟΙΜΟ ΜΠΕΤΟΝ ΛΤΔ,
Εφεσείοντες,
v.
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΟΤΑΜΙΟΥΣ,
Εφεσίβλητοι.
___________________
Ν. Πιριλλίδης και Σ. Θεοφάνους για Ν. Πιριλλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.
Μ. Γαβριηλίδης για κ.κ. Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.: Επαρχιακό Δικαστήριο – στο εξής το πρωτόδικο Δικαστήριο – απέρριψε την αγωγή που καταχώρησαν οι εφεσείοντες εναντίον των εφεσίβλητων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, στις 19.01.2010 επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα σε αγροτικό δρόμο στην περιοχή Πισσουρκώτισσα του χωριού Ποταμιού της Επαρχίας Λεμεσού. Συγκεκριμένα, μπετονιέρα ιδιοκτησίας των εφεσειόντων, οδηγούμενη από υπάλληλο τους, σε ώρα εργασίας, στον πιο πάνω αναφερόμενο δρόμο κατέπεσε σε γκρημνό βάθους 25 μέτρων, όταν σημειώθηκε κατολίσθηση του εδάφους. Οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι ευθύνη για το ατύχημα φέρουν οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι προέβησαν σε «μεγάλη επιχωμάτωση» στο σημείο που επεσυνέβη το ατύχημα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις αξιώσεις των εφεσειόντων, αφού κατέληξε πως οι εφεσείοντες δεν απέσεισαν, από τους ώμους τους, το βάρος που είχαν να αποδείξουν πως οι εφεσίβλητοι ήταν αμελείς ή παρέβηκαν οποιοδήποτε καθήκον τους.
Οι εφεσείοντες, αντιδρώντας στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με εννέα λόγους έφεσης, ζητούν την ανατροπή της πρωτόδικης κατάληξης.
Οι λόγοι έφεσης ένα μέχρι και οκτώ αντανακλούν στη θέση ότι η, εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης και αυθαίρετης συλλογιστικής, τα δε συμπεράσματα του δεν ήταν η λογική απόρροια της προσκομισθείσας μαρτυρίας.
Ως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χριστοδουλίδου v. Mocassino Shoes Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 294 «Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ― Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι αντίθετα με την κοινή λογική ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που αυτό έχει αποδεχτεί ως αξιόπιστη.». Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025.
Ο πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης θα εξετασθούν μαζί, καθότι, αφορούν τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου που έχουν ως αφετηρία την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΥ1 και σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 1(1).
Ο πρώτος λόγος έφεσης συνίσταται στο ότι είναι λανθασμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως το ατύχημα οφειλόταν στο αμελές οδήγημα του ΜΕ3, οποίος οδήγησε την μπετονιέρα στην εξωτερική πλευρά του δρόμου, προς το πρανές, το οποίο δεν είναι μέρος του δρόμου και το οποίο την ημέρα του ατυχήματος ήταν «χαλαρό», λόγω της βροχόπτωσης που προηγήθηκε το προηγούμενο βράδυ, και ότι αυτό καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 1(1) και την μαρτυρία του ΜΥ1.
Οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Τεκμήριο 1(1) καταδεικνύει το αντίθετο και ότι το σημείο που οδηγείτο η μπετονιέρα απείχε περί το 1.10μ. από την άκρια του δρόμου, ότι ο ΜΥ1 δεν είναι εμπειρογνώμονας στην εξέταση τροχαίων ατυχημάτων, η μπετονιέρα σύμφωνα με το Τεκμήριο 1(1) δεν οδηγήθηκε στην εξωτερική πλευρά του δρόμου και ότι η πραγματική μαρτυρία και η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ3 ανατρέπουν πλήρως τη μαρτυρία του ΜΥ1.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης συνίσταται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχτηκε τη μαρτυρία του ΜΥ1.
Οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι ενώ ο ΜΥ1 προσήλθε να μαρτυρήσει ως εμπειρογνώμονας, πολιτικός μηχανικός, έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας στην εξέταση τροχαίων ατυχημάτων και, περαιτέρω, είναι η θέση τους ότι αυτός υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, καθότι, τη μια στιγμή, ισχυρίζετο ότι οι χωμάτινοι δρόμοι δεν τηρούσαν τις προδιαγραφές ασφαλείας και, από την άλλη, ανέφερε ότι ο συγκεκριμένος χωμάτινος δρόμος πληρούσε την ελάχιστη συμπύκνωση.
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στο Τεκμήριο 1, το οποίο κατατέθηκε από τους εφεσείοντες και αποτελεί την αστυνομική έκθεση, αναφέρεται πως «Σε ένα σημείο, αμέσως μετά μια αριστερή στροφή, όπου ο δρόμος ήταν χωμάτινος και βρεγμένος, λόγω έντονης βροχόπτωσης, ο οδηγός της μπετονιέρας KSF387 έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, όταν το μπροστινό δεξιό ελαστικό διήλθε από σημείο του εδάφους, το οποίο κατολίσθησε, με αποτέλεσμα το όχημα να ανατραπεί σε κρημνό», και σε άλλο σημείο αναφέρεται, ότι «οι φυσικές καταστάσεις, δηλαδή έντονη βροχόπτωση και κατολίσθηση εδάφους, οι οποίες δεν μπορούσαν να προβλεφθούν συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος». Περαιτέρω, ο δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το ατύχημα ήταν χωματόδρομος και το πλάτος του δρόμου δεν μπορεί να καθοριστεί, σύμφωνα με τον ΜΕ1, γιατί σε κάποια σημεία είναι πιο στενός και σε κάποια σημεία πιο πλατύς. Φυσικά, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1(1), που ο ίδιος ετοίμασε, το πλάτος του δρόμου στο σημείο που έγινε η κατολίσθηση είναι 4,70μ. και το πλάτος της μπετονιέρας, σύμφωνα με τον ΜΕ1, είναι 2,45μ.. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 αναφέρει, για το σημείο Χ που έθεσε στο Τεκμήριο 1(1), ότι «το σημείο Χ εδώ είναι τα ίχνη τροχοπεδήσεων, που έκατσε ο δρόμος, προφανώς από το βάρος του οχήματος, τα ίχνη των τροχών να διορθώσω». Όπως εξήγησε ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να καθορίσει «το λοξώς δεξιά» γιατί ο δρόμος δεν είναι παντού ο ίδιος. Μπορεί να υπάρχει στην πορεία του οχήματος του το «λοξώς δεξιά» αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να το καθορίσει.
Ο ΜΥ1, ως αναφέρει στην κατάθεση του, είναι πολιτικός μηχανικός και εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού. Επισκέφθηκε τον χώρο που έγινε το επίδικο ατύχημα την επόμενη μέρα του ατυχήματος. Για την κατάσταση του δρόμου, όπως τον βρήκε την επόμενη μέρα του ατυχήματος, αναφέρει τα ακόλουθα:
«Μάρτυρας: Ο δρόμος είναι χωμάτινος με ένα πλάτος 4 με 4,5 μέτρα με σχετικά ομαλή κλίση, ο οποίος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια από το κάθε είδους τροχοφόρο και εκείνο που παρατηρήσαμε είναι ότι εννοώ το αυτοκίνητο, η μπετονιέρα μεγάλο φορτίο με μπετόν 30 τόνων οδηγούσε στην εσωτερική πλευρά του δρόμου, δηλαδή προς τον όχτο που λέμε.
Δικαστήριο (Προς μάρτυρα): Όταν λέτε εσωτερική πλευρά τι εννοείτε; Προς το βουνό;
Μάρτυρας: Προς το βουνό. Και στο μέρος του δρόμου που είναι, είναι χρησιμοποιημένο πατημένο που τα αυτοκίνητα και σχετικά σκληρό χωμάτινο μεν οδόστρωμα σε κάποια στιγμή παρέκκλινε της πορείας του και ακολουθούσε την εξωτερική πλευρά προς τον γκρεμό, δηλαδή προς το πρανές με αποτέλεσμα λόγω του μεγάλου φορτίου και του όγκου του αυτοκινήτου να πάει ο τροχός του αυτοκινήτου ο μπροστινός στο πρανές του δρόμου να ξεφύγει από το χρησιμοποιημένο οδόστρωμα, που είναι φυσικό και το πρανές μετά από βροχή και να μην έχει βροχή είναι χαλαρό, δεν κατασκευάστηκε να περνά αυτοκίνητο από εκεί με αποτέλεσμα να αποχωρήσει.
Δικαστήριο (Προς μάρτυρα): Στο σημείο αυτό μπορείτε να μας επεξηγήσετε το πρανές; Τι είναι το πρανές;
Μάρτυρας: Το πρανές στους αγροτικούς δρόμους επειδή δεν κατασκευάζονται τοίχοι αντιστήριξης όπως τα high-way τις κύριες οδικές αρτηρίες όπως λέμε Λεμεσού-Πλατρών για παράδειγμα, δημιουργείται πάγκος του δρόμου, χωμάτινο πρανές που στηρίζει τον δρόμο, αλλά εκείνο το μέρος του δρόμου το πρανές είναι πιο χαλαρό από το χωμάτινο δρόμο που χρησιμοποιείται από αυτοκίνητα καθημερινά.»
Ο ΜΥ1 περαιτέρω ανέφερε ότι ο δρόμος ήταν βρεγμένος «σε κάποια σημεία μπορεί να ήταν ολισθηρό, γιατί είναι χωμάτινος ο δρόμος ολόκληρος και στο σημείο που έγινε το ατύχημα φαίνονταν οι αντροσιές τα λάστιχα του αυτοκινήτου που πήγαν προς το πρανές να είναι πιο…να σχηματίστηκαν οι αντροσιές μες στον δρόμο που προηγήθηκε ο δρόμος, οι αντροσιές είναι αυτό που σχηματίζει ο τροχός». Αναγνώρισε τον φωτογραφικό φάκελο, Τεκμήριο 2, και ανέφερε, βλέποντας τις φωτογραφίες, τα εξής:
«…Είναι το σημείο που έγινε το ατύχημα που φαίνεται πράγματι αυτό που είπα προηγουμένως ότι ο αγροτικός δρόμος είχε ικανοποιητικό πλάτος να περάσει το τροχοφόρο και αν χρησιμοποιούσε προς το βουνό την εσωτερική πλευρά προς το βουνό δεν θα συνέβαινε το ατύχημα. Φαίνεται καθαρά αυτό που είπα πριν οι αντροσιές του αυτοκινήτου οι αρνέρες ότι έπιασαν την εξωτερική πλευρά προς τον ποταμό και λαμβάνοντας υπ’ όψιν το μεγάλο φορτίο της μπετονιέρας γύρω στους 30 τόνους είναι φυσικό πατώντας στο πρανές του δρόμου να υποχωρήσει και όχι μόνο στον συγκεκριμένο αγροτικό δρόμο, εμείς βλέπουμε την κάθε επαρχία, η κοινότητα έχει 5 χιλιάδες χιλιόμετρα αγροτικούς δρόμους παρόμοιας φύσης, οι οποίοι αγροτικοί δρόμοι που δεν είναι ασφαλτοστρωμένοι, χωρίς φως, κιγκλιδώματα και οδηγήσεις μια μπετονιέρα που οδηγήθηκε, το συγκεκριμένο όχημα θα συμβεί το μοιραίο, αλλά αναφέρω ότι σε τούτο τον δρόμο, επειδή γίνονται έργα στην κοινότητα εδώ και πολλά χρόνια χρησιμοποιείται που μπετονιέρες οι γεωτρητικές μηχανές, τρυπάνι συνεχώς και υπό βροχές είναι με ευθύνη του οδηγού που χρησιμοποιά το αυτοκίνητο του σε τέτοιο δρόμο πρέπει να είναι διπλά προσεκτικός και εκεί που εκτιμά ότι υπάρχει κίνδυνος σταματά, είτε δεν προχωρά. Εδώ φαίνεται καθαρά ότι ο τρόπος που οδηγήθηκε το φορτηγό ήταν επόμενο να πάει στον γκρεμό, δηλαδή αν εκράταν την πλευρά προς το βουνό λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι το αυτοκίνητο έχει πλάτος 2,40 μέτρα και ο χρησιμοποιημένος δρόμος 4 μέτρα δεν θα υποχωρούσε. Ήταν το συμπέρασμα το δικό μου ως πολιτικός μηχανικός που ασχολούμαι με τους δρόμους των κοινοτήτων τα τελευταία 20 χρόνια και βλέπουμε συχνά παρόμοια φαινόμενα και επαναλαμβάνω ότι οι αγροτικοί δρόμοι από τη στιγμή που δεν είναι σχεδιασμένοι να οδηγούν δύο αυτοκίνητα, είτε με σήμανση ή άσφαλτο και λοιπά, είναι να εξυπηρετούν τους αγρότες και τους υπόλοιπους που θέλουν να κάνουν χρήση τον δρόμο, αλλά να εκτιμήσουν οι ίδιοι πριν αν περνά το αυτοκίνητο, πιο κάτω υπάρχει επικίνδυνη στροφή δεν φορεί ένα μεγάλο ladder ή αυτό που τα φέρνουν να μπει στον δρόμο, γιατί κάπου θα σφηνώσει, είναι θέμα του οδηγού να το εκτιμήσει.»
Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ρωτήθηκε αν καταλαβαίνει από σχεδιαγραφήματα ως πολιτικός μηχανικός και αφού απάντησε ότι αντιλαμβάνεται, σε σχέση με το Τεκμήριο 1(1), ανέφερε τα ακόλουθα:
«Μάλιστα, είναι καθαρό το σχεδιάγραμμα, το πρώτο πράγμα που θέλω να πω όπως φαίνεται και στο σχεδιάγραμμα ο υφιστάμενος αγροτικός δρόμος έχει ένα πλάτος 3 με 3.60 μαζί με το πρανές που λέμε 4 μέτρα, το πρώτο πράγμα που δεν πληροί τις προδιαγραφές του Τμήματος Δημοσίων Έργων είναι το πλάτος, είναι αυτό που ανέφερα και προηγουμένως ότι οι δρόμοι είναι στενοί, ξεκινώντας από τούτο το σημείο ότι ο δρόμος έχει πλάτος 3 μέτρα, 4 μέτρα, δεν είναι αποδεκτό από τα Δημόσια Έργα που θέλω πλάτος δρόμου 6 μέτρα, 8 μέτρα. Το πρώτο είναι τούτο. Ξεκινώντας από αυτό δεν πληρούν κάποια πράγματα, να τα πληροί…τα Δημόσια Έργα θέλουν σήμανση και δεν έχει σήμανση κανένας αγροτικός δρόμος στη Λεμεσό σε ολόκληρη την Επαρχία, 100 κοινότητες.
……………………………………………………………………………………………Τώρα όσον αφορά το χωμάτινο οδόστρωμα από τη στιγμή που είναι χωμάτινο και δεν προστατεύεται από τις καιρικές συνθήκες δεν μπορείς να πεις ότι στο συγκεκριμένο σημείο πληροί τις προδιαγραφές λίγο πιο κάτω δεν τις πληροί, γιατί δεν θα είναι πραγματικό και δεν θα αντιπροσωπεύει την υφιστάμενη κατάσταση, τη συμπύκνωση του εδάφους. Όμως επακριβώς εδώ βλέποντας τον δρόμο, το χρησιμοποιημένο μέρος του δρόμου που χρησιμοποιείται εδώ και τόσα χρόνια από τα αυτοκίνητα πατήθηκε που λέμε χιλιάδες φορές σχεδόν 50-100 χρόνια θεωρούμε ότι η συμπύκνωση είναι ικανοποιητική πέραν και από αυτά τα πρότυπα που δεν μπορώ να τα υιοθετήσω εδώ του Τμήματος Δημοσίων Έργων, εκεί που υπάρχει το πρόβλημα είναι στα πρανή του δρόμου στον γκρεμό, δηλαδή στην άκρη του δρόμου. Στα πρανή που με τη βροχή φεύγει το λεπτόκοκκο υλικό με τη βροχή με αποτέλεσμα η συμπύκνωση να αδυνατίζει και στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται από το σχεδιάγραμμα που βλέπω μπροστά μου τώρα, το οποίο σχεδιάστηκε από τον αστυνομικό ότι το αυτοκίνητο ενώ οδηγούσε προς το βουνό σε κάποιο σημείο ακολούθησε πορεία προς το πρανές, προς τον γκρεμό, όπου λαμβάνοντας υπ’ όψιν το μεγάλο φορτίο και αυτό που ανέφερα προηγουμένως ότι στο πρανές η συμπύκνωση είναι φυσιολογικό να αδυνατίζει με την πάροδο του χρόνου και με τις βροχές, γιατί δεν προστατεύεται, υποχώρησε το έδαφος.»
Έχοντας παραθέσει τα πιο πάνω σημεία από την μαρτυρία του ΜΥ1, παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήταν εξαιρετικός και ότι ανέλυσε με λεπτομέρεια την θέση του, η οποία ήταν πλήρως τεκμηριωμένη. Κατ’ αρχάς, να αναφέρουμε ότι ο ΜΥ1, είναι κατά την αντεξέταση του που ρωτήθηκε αν μπορεί να κατανοήσει το σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος, Τεκμήριο 1(1) και, αφού ανέφερε ότι το κατανοεί, προχώρησε και αναφέρθηκε στα σημεία του σχεδιαγραφήματος.
Εξετάσαμε στο σύνολο της την μαρτυρία του ΜΥ1, σε συνδυασμό και με την μαρτυρία του ΜΕ1, και δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι αιτιάσεις που θέτουν οι εφεσείοντες σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΥ1, ούτε διαπιστώνουμε, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΥ1, πως αυτή υπερβαίνει την ειδικότητα του. Οι αναφορές του σε τροχαίο ατύχημα είναι τα όσα μπορούσε ο ίδιος να αντιληφθεί τόσο μέσα από το σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 1(1), τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 2, και την παρουσία του στην σκηνή του ατυχήματος την επόμενη μέρα. Περαιτέρω, διαπιστώνουμε ότι ο ΜΥ1 αιτιολόγησε τη θέση του, τόσο όσον αφορά στις αναφορές του ότι ο συγκεκριμένος δρόμος δεν πληρούσε τις προδιαγραφές των δημοσίων έργων, όσο και τους λόγους για τους οποίους δεν προχώρησε σε δειγματοληψία για την συμπίεση του εδάφους στο σημείο που έγινε το δυστύχημα.
Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο επίδικος δρόμος κατασκευάστηκε επί Αγγλοκρατίας και δεν ακολουθήθηκαν οι προδιαγραφές του Τμήματος Δημοσίων Έργων για την κατασκευή είτε αυτοκινητόδρομων είτε επί κυρίων δρόμων που οδηγούν σε μία κοινότητα. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι «Οι δρόμοι οι χωμάτινοι είναι χωμάτινοι, δηλαδή θα υποστούν ζημιά από τη βροχή θα επιδιορθωθούν ξανά πάλι με καθάρισμα δηλαδή και δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε αυτές τις προδιαγραφές που έχουν τα δημόσια έργα και χρησιμοποιούνται, είτε για την κατασκευή επιχωματώσεων, για να κάτσει, είναι κτήριο να το πούμε και γίνεται επιχωμάτωση για να τοποθετηθεί ένα κτήριο ή στην κατασκευή ενός δρόμου ασφαλτοστρωμένου.».
Δεν διαπιστώνουμε λάθος εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ούτε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ1 ούτε και στα συμπεράσματα του σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Δεν θεωρούμε ότι αυτά αντιστρατεύονται τη μαρτυρία του ΜΕ1 ή το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1(1). Ο ΜΕ1 δεν καθόρισε λεκτικά, κατά τη μαρτυρία του, την πορεία της μπετονιέρας, ως αυτή αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 1(1), υπέδειξε όμως την πορεία της, σημειώνοντας με πορτοκαλί χρώμα, επί του Τεκμηρίου 1(1), τα ίχνη τροχοπέδησης. Όπως δε σε άλλο σημείο, της κατάθεσης του, αναφέρει, τα ίχνη που άφησαν οι δεξιοί τροχοί της μπετονιέρας, «λογικά από το σχέδιο φαίνεται λίγο λοξά. Πόσο λοξά; Δεν μπορώ να καθορίσω.».
Συνεπώς οι λόγοι έφεσης ένα και δύο απορρίπτονται.
Ο τρίτος λόγος έφεσης άπτεται της αξιοπιστίας του ΜΕ3, οδηγού της μπετονιέρας. Είναι δε η θέση των εφεσειόντων ότι είναι λανθασμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πως ο εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν, αφού, κατά τη θέση τους, ο ΜΕ3 δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ενώ το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, για αποκλειστική αμέλεια του ΜΕ3, βασίστηκε στη μαρτυρία του ΜΥ1.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογώντας τον ΜΕ3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «δεν έχω καμία αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο, όχι για να εξιστορίσει το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα αλλά για να καταθέσει, ο,τιδήποτε θα ήταν υποβοηθητικό ώστε να μετριαστεί η δική του ευθύνη». Το συγκεκριμένο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περικλείεται, σε αδρές γραμμές, από τα όσα ο ίδιος ο ΜΕ3 κατέθεσε. Το Τεκμήριο 1, το οποίο οι εφεσείοντες κατέθεσαν, αναφέρεται σε έντονη βροχόπτωση, το προηγούμενο βράδυ, ενώ αυτός ανέφερε «δεν μπορώ να το πω λάσπη, ήταν έτσι λίγο ο δρόμος, δεν ήταν βρεγμένος, μπορεί να έβρεξε λίγο τον δρόμο και να είχε έτο λλίο μιλλούη». Σε άλλη ερώτηση, «Τι εννοείς βρεγμένος; απάντησε «Ήταν ελάχιστο, έτσι μια τσιπούη και δεν ήταν βρεγμένος, βρεγμένος, τέλος πάντων, ήταν τούτο το ελάχιστο και τούτο που σας είπα». Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας ανέφερε ότι αντιλήφθηκε οι μπροστινοί τροχοί να έχουν βυθιστεί στο χώμα, αλλά το θεώρησε λογικό γιατί είναι το είδος των τροχών να μπαίνουν μέσα για να μην σύρει την μπετονιέρα. Η αντίληψη ότι άρχισαν να βυθίζονται οι τροχοί της μπετονιέρας δεν είναι άσχετη με την, λογικά, αναμενόμενη ενέργεια του να σταματούσε την μπετονιέρα είτε να την οδηγούσε πιο αριστερά, ως η πορεία του, προς τον όχθο, όπου υπήρχε χώρος 1,10 μ., περίπου.
Με τα πιο πάνω δεδομένα, θεωρούμε ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αφού ο ΜΕ3 αντιστρατευόμενος τα γεγονότα που προβλήθηκαν από άλλη πειστική μαρτυρία, προσπάθησε να πείσει ότι ο δρόμος δεν ήταν βρεγμένος και ότι είναι φυσιολογικό οι τροχοί του οχήματος να μπουν μέσα στο χώμα και αυτός να συνεχίζει την ίδια πορεία διανύοντας απόσταση, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1(1), περί τα 23 μέτρα.
Θεωρούμε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως δεν μπορούσε να βασισθεί στη μαρτυρία του, ΜΕ3, οδηγού της μπετονιέρας, είναι εύλογο και εντός των νομολογιακών παραμέτρων. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα αρχής κατά την αξιολόγηση του.
Συνεπώς και ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Σε σχέση με τον λόγο έφεσης οκτώ, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε αποδεκτή την μαρτυρία του ΜΥ2, σημειώνοντας την θέση ότι η εμπλοκή του στην υπόθεση δεν ήταν άμεση. Φυσικά οι αναφορές του δεν έρχονται σε αντίθεση με τα όσα ο ΜΕ1 ανέφερε σχετικά με το ότι ο δρόμος ήταν βρεγμένος γιατί το προηγούμενο βράδυ «έβρεχε πολλά». Η αναφορά του ότι ο οδηγός της μπετονιέρας έπιασε δεξιά, είναι το αποτέλεσμα των όσων ο ίδιος ο μάρτυρας αντιλήφθηκε από την παρουσία του στη σκηνή του ατυχήματος, μετά το ατύχημα, και δη των αυλακώσεων που άφησαν οι τροχοί της μπετονιέρας. Με αυτά τα δεδομένα, δεν διαπιστώνουμε λάθος εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ2.
Συνεπώς και ο όγδοος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Οι λόγοι έφεσης πέντε και έξι αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΕ4 και ΜΕ5.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προσβάλλεται το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την μαρτυρία της ΜΕ4. Η προβληθείσα θέση είναι ότι η μαρτυρία της αποτελούσε ασφαλές βάθρο ώστε το πρωτόδικο Δικαστήριο να στηριζόταν σ’ αυτή και να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα. Στηρίζεται δε η θέση αυτή των εφεσειόντων, σύμφωνα και με την αιτιολογία, στο ότι (α) η ΜΕ4 δεν έδωσε μαρτυρία ως προς το πως γίνεται η κατασκευή των δημόσιων δρόμων, ως εσφαλμένα εξέλαβε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά, παρουσίασε μαρτυρία ως προς τις συνθήκες κατασκευής και κατάστασης του συγκεκριμένου επίδικου δρόμου, (β) το σημείο που έγινε το ατύχημα υποδείχθηκε από τον ΜΕ6 στο γεωλόγο, υπάλληλο του εργαστηρίου που προΐστατο η ΜΕ4, ο οποίος επισκέφθηκε την σκηνή του ατυχήματος, (γ) δεν αμφισβητήθηκε ότι η δειγματοληψία έγινε από το σημείο του δρόμου όπου σημειώθηκε το ατύχημα και η κατολίσθηση, (δ) τα αποτελέσματα της έκθεσης που παρουσίασε η ΜΕ4 δεν αμφισβητήθηκαν, (ε) ότι ο δρόμος επανακατασκευάστηκε, (στ) τα δείγματα λήφθηκαν από το σημείο που επανακατασκευάστηκε ο δρόμος και από άλλα τμήματα, (ζ) η μάρτυρας, ΜΕ4, επεξήγησε λεπτομερώς τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε και τις προδιαγραφές που λήφθηκαν υπόψη, ως μέτρο σύγκρισης στην ετοιμασία της έκθεσης, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω δρόμος ήταν επιρρεπής σε αστοχία (ήτοι κίνδυνος κατολίσθησης) και ακατάλληλος για να δεχθεί κυκλοφορία, (η) η ΜΕ4 ήταν κατηγορηματική στο θέμα της τήρησης των τεχνικών προδιαγραφών ελάχιστης συμπίεσης ασφαλείας που καθορίζονται από τα Δημόσια Έργα, ιδιαίτερα όταν ένας δρόμος ανήκει στη Δημοκρατία και είναι ανοικτός για χρήση από το κοινό, (θ) κατά τη γνώμη της ΜΕ4 η συμπύκνωση του επίμαχου δρόμου πρέπει να ήταν η ίδια και το 2010, (ι) ότι ένας, οποιοσδήποτε, δρόμος συμπυκνώνεται σε όλο του το πλάτος και δεν αναμένεται να αστοχήσει, έστω και αν γίνει χρήση παγκέτου ή ερείσματος και (ια) ότι η ύπαρξη των αυλακώσεων από τους τροχούς της μπετονιέρας επιβεβαιώνει πως ο δρόμος ήταν τελείως ασυμπύκνωτος, αλλιώς, δεν θα υπήρχε περιθώριο η βροχή να διαβρώσει τόσο πολύ την επιφάνεια και να δημιουργήσει αυλακώσεις βάθους 25 εκατοστών.
Ο έκτος λόγος έφεσης εστιάζεται στην απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΕ5, ο οποίος, ως γεωλόγος, έδωσε μαρτυρία σε σχέση με τις προδιαγραφές ελάχιστης ασφάλειας συμπύκνωσης, που πρέπει να έχουν οι δημόσιοι δρόμοι, και εξέτασε και την ορθότητα των μετρήσεων σύμφωνα με το Τεκμήριο 5.
Ως προς το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ισχύουν τα όσα έχουμε αναφέρει αρχικώς στην απόφαση. Προσθέτουμε ότι το Εφετείο επεμβαίνει στα ευρήματα και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων, μόνο όταν αυτά αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή έρχονται σε αντίθεση με αδιαμφισβήτητα μέρη της μαρτυρίας.
Στην υπόθεση Πιττάλης κ.ά. v. Ianera Enterprises Ltd κ.ά. (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 814, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει τη μαρτυρία πραγματογνώμονα ως προς το ύψος της απαιτούμενης δαπάνης για συμπλήρωση οικοδομής, επειδή η μαρτυρία του πραγματογνώμονα ήταν γενική και αόριστη, παρόλον ότι η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση επί του θέματος τούτου, τονίζοντας ότι η αιτιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση άλλων μαρτύρων και το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μόνο μέρος της μαρτυρίας του ή και καθόλου.
Στην υπόθεση Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 1498, τονίστηκε ότι η γνώμη του πραγματογνώμονα θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. Διαφορετικά, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί και να στηριχτεί στη μαρτυρία του, έστω και αν είναι ο μόνος πραγματογνώμονας που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Στην ίδια υπόθεση, Αυγουστή v. Ιωάννου (ανωτέρω), η μαρτυρία του μόνου πραγματογνώμονα για οικοδομικές εργασίες, ενός αρχιτέκτονα, κρίθηκε πρωτόδικα ως ανεπαρκής. Η μαρτυρία του ως προς διάφορες παραμέτρους αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά σε ζωτικά της σημεία και, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο μάρτυρας δεν κατάφερε να αντικρούσει τις αμφισβητήσεις κατά τρόπο τεκμηριωμένο. Ενόψει της παρατηρηθείσας ανεπάρκειας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αδύνατο, στηριζόμενο στη μαρτυρία εκείνου του πραγματογνώμονα, να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα, οπότε απέρριψε τη μαρτυρία του. Το Εφετείο επικύρωσε αυτή την προσέγγιση και την πρωτόδικη απόφαση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με την αξιολόγηση της ΜΕ4 αναφέρει τα ακόλουθα:
«Την μαρτυρία της Μαρίας Παπά (ΜΕ4), την εξέτασα από όλες τις πτυχές της και την μελέτησα σε βάθος. Θεωρώ, για τους λόγους που θα εκθέσω στην συνέχεια, πως η μαρτυρία της δεν είναι ασφαλές βάθρο ώστε να στηριχθώ σ’ αυτήν και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Η μαρτυρία της εστιάστηκε και αναλώθηκε στα πρότυπα που λαμβάνονται υπόψη από το Τμήμα Δημοσίων Έργων για την κατασκευή των δημόσιων δρόμων, χωρίς όμως να εξηγήσει πώς γίνεται η κατασκευή τους. Η ίδια δεν μετέβη στο μέρος, ούτε γνώριζε πώς είναι η επί τόπου κατάσταση, ούτε σήμερα ούτε και κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε και γνώριζε από ποια συγκεκριμένα σημεία έγιναν οι δειγματοληψίες. Το σημείο όπου εσημειώθη η κατολίσθηση τής υπεδείχθη, όπως η ίδια ανέφερε, από τους ενάγοντες. Το κατά πόσον αυτό ήταν ορθό, δεδομένου του ότι το ατύχημα έγινε 8 χρόνια πριν, δεν επιβεβαιώθηκε. Μιλούσε συνεχώς για «επανακατασκευασθέντα» δρόμο, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο επί τούτου. Ούτε και ανέφερε εάν γνώριζε πως κατ’ ουσίαν διαμορφώθηκε ο συγκεκριμένος δρόμος. Κατά την κρίση μου, τα όσα κατέθεσε ήταν επιφανειακά και αυθαίρετα, χωρίς την απαιτούμενη επιστημονική τεκμηρίωση αφού δεν στηρίζονται σε στοιχεία και παραμέτρους που έπρεπε να εξεταστούν. Θεωρώ καταληκτικά πως θα ήταν ιδιαίτερα επισφαλές να στηριχθώ στην Έκθεση της, η οποία ετοιμάστηκε 8 χρόνια μετά το ατύχημα, για να εξάγω ασφαλή συμπεράσματα. Τα όσα κατέθεσε παρέμειναν, θεωρώ, μετέωρα.»
Η ΜΕ4 καταθέτοντας, επίσης, ανέφερε ότι ο σκοπός της έρευνας της ήταν να διαπιστωθούν κάποιες συνθήκες της κατασκευής και της κατάστασης του χωμάτινου δρόμου που οδηγεί στην Ποταμιού. Το σημείο του ατυχήματος υποδείχθηκε από εκπρόσωπο των εφεσειόντων στον τεχνικό του εργαστηρίου τους. Ανέφερε, περαιτέρω, από που λήφθηκαν τα δείγματα τα οποία και καθορίζονται στην έκθεση της και τον τρόπο εξέτασης τους. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν επισκέφθηκε προσωπικά τον χώρο του ατυχήματος. Το σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος δόθηκε στον τεχνικό της. Ως εργαστήριο έχουν τεχνικούς, οι οποίοι αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν τις δουλειές που η ίδια τους αναθέτει. Ως υπεύθυνη μηχανικός και υπεύθυνη του εργαστηρίου τους έχει εμπιστοσύνη και αναλαμβάνει την ευθύνη και τον έλεγχο αυτών που παρουσιάζουν. Θεωρεί ότι όλοι οι δρόμοι πρέπει να διέπονται από τις προδιαγραφές που καθορίζουν τα Δημόσια Έργα. Για τον επίδικο δρόμο ανέφερε ότι ο δρόμος έγινε από σκάψιμο της βουνοπλαγιάς και ότι αυτό αποτελεί αναφορά του τεχνικού που επισκέφθηκε τον χώρο. Θεωρεί ότι μετά το ατύχημα του 2010, ο επίδικος δρόμος επανακατασκευάστηκε στο σημείο που κατέρρευσε. Η μάρτυρας ανέφερε ότι εάν ο δρόμος ήταν συμπυκνωμένος στο 100%, δεν θα υπήρχε περιθώριο η βροχή να διαβρώσει τόσο πολύ την επιφάνεια που να δημιουργήσει αυλάκι 25 cm.
Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι η μελέτη (Τεκμήριο 5) που ετοιμάστηκε και αφορά στον επίδικο δρόμο έγινε μετά από παρέλευση οκτώ ετών από την ημέρα του επίδικου ατυχήματος. Οι αναφορές της ΜΕ4 για εκσκαφή της παρακείμενης βουνοπλαγιάς και την τοποθέτηση των εκσκαφέντων χωμάτων δίπλα από την εκσκαφή για την δημιουργία του απαιτούμενου πλάτους του δρόμου, έχουν ουσιαστικά παραμείνει ατεκμηρίωτες. Το ίδιο, ατεκμηρίωτη, έχει παραμείνει και η αναφορά της ΜΕ4 για την επισκευή του δρόμου μετά το ατύχημα. Οι δε μετρήσεις που έγιναν για την συμπύκνωση του εδάφους αφορούσαν το χρονικό σημείο που έγινε η εξέταση. Θεωρούμε ότι το περιεχόμενο των αιτιάσεων που παρατίθενται στην αιτιολογία του πέμπτου λόγου έφεσης συνιστά το περιεχόμενο της γνώμης της ΜΕ4, η οποία ορθά δεν έγινε αποδεκτή, και δεν αφορά σε σφάλμα αρχής ή σφάλμα το οποίο να αντιστρατεύεται την κοινή λογική ή άλλη αδιαμφισβήτητη μαρτυρία. Συνεπώς, δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε λάθος στην αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την ΜΕ4 και κρίνουμε ορθή αυτή την προσέγγιση.
Για τον ΜΕ5, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του ανέφερε:
«…δεν έχει να προσθέσει ο,τιδήποτε στην υπόθεση. Ο ίδιος δεν είχε προσωπική αντίληψη των γεγονότων, ούτε και των μετρήσεων και ελέγχων που διεξήχθησαν από το εργαστήριο της ΜΕ4. Δεν γνώριζε επίσης ποια ήταν η κατάσταση του συγκεκριμένου δρόμου, 8 χρόνια πριν, ούτε και ποιο ήταν το σημείο όπου σημειώθηκε η αστοχία του δρόμου. Μίλησε εντελώς ακαδημαϊκά. Το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι εάν ακολουθήθηκαν οι απαιτούμενες προδιαγραφές για την κατασκευή του συγκεκριμένου δρόμου αλλά ποια ήταν η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος. Επί τούτου, η μαρτυρία του ΜΕ5 δεν βοηθά. Δεν θεωρώ ασφαλές υπόβαθρο την μαρτυρία του ώστε να στηριχθώ σ’ αυτήν και να εξάξω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα.»
Ο ΜΕ5 στην κατάθεση του, στο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στις ελάχιστες προδιαγραφές των δρόμων όπως αυτές καθορίζονται στα δεδομένα των Δημοσίων Έργων. Ο ίδιος δεν έχει κάνει την μελέτη για τον επίδικο δρόμο αλλά ανέλυσε τα δεδομένα του εργαστηρίου το οποίο επιμελήθηκε την έκθεση, Τεκμήριο 5. Όπως ο ίδιος ανέφερε, επειδή δεν είδε το ατύχημα δεν μπορεί να βγάλει συμπεράσματα αν υποχώρησε ή όχι το πρανές. Σύμφωνα με το σχέδιο της Αστυνομίας το οποίο είδε, υπήρχαν αυλακώσεις στον επίδικο δρόμο το οποίο δηλώνει ότι ο δρόμος ήταν τελείως ασυμπύκνωτος. Με αυτά τα δεδομένα δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η μαρτυρία του δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε στην υπόθεση, προσέγγιση την οποία κρίνουμε ορθή.
Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης πέντε και έξι απορρίπτονται.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης αφορά τον ισχυρισμό των εφεσειόντων ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι εφεσείοντες δεν απέσεισαν, από τους ώμους τους, το βάρος που είχαν να αποδείξουν πως οι εφεσίβλητοι ήταν αμελείς. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους, οι εφεσείοντες στηρίζουν την αμέλεια των εφεσίβλητων στο γεγονός ότι οι τελευταίοι (α) προέβησαν σε μεγάλη επιχωμάτωση του σημείου που συνέβηκε το ατύχημα, (β) δεν προέβησαν σε κατάλληλη σηματοδότηση για το βάρος των οχημάτων που επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τον δρόμο, (γ) δεν εντόπισαν τα προβλήματα που παρουσίαζε το οδόστρωμα και (δ) δεν έλαβαν υπόψη ότι στις έντονες βροχοπτώσεις το οδόστρωμα αδυνατίζει.
Η μόνη μαρτυρία που οι εφεσείοντες έχουν προσφέρει, σε σχέση με την κατάσταση του επίδικου δρόμου, είναι η μαρτυρία των ΜΕ4 και ΜΕ5, οι οποίοι είχαν βασισθεί σε έκθεση Τεκμήριο 5 και αφορούσε στην πυκνότητα του εδάφους, με ημερομηνία ελέγχου 12.02.2018, οκτώ χρόνια μετά το ατύχημα. Η ΜΕ4 δεν επισκέφθηκε ποτέ τον χώρο που επεσυνέβη το ατύχημα και οι αναφορές της ότι ο δρόμος έχει προκύψει από εκσκαφή για δημιουργία του απαιτούμενου πλάτους του δρόμου και ότι τοποθετήθηκαν τα εκσκαφέντα χώματα για την δημιουργία του απαιτούμενου πλάτους, προέρχονται από αναφορά τεχνικών του εργαστηρίου που προΐστατο στην έκθεση Τεκμήριο 5. Σημειώνεται, επίσης, ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 14, επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, ο επίδικος δρόμος ενεγράφηκε στο επίσημο κτηματολογικό σχέδιο από τις 10.04.1921. Στην επιστολή Τεκμήριο 12, η οποία αφορά ενημέρωση του Αστυνομικού Σταθμού Πάχνας, για τις συνθήκες που αφορούν το ατύχημα, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο δρόμος που έγινε το ατύχημα είναι αγροτικός δρόμος, και μέρος του δρόμου υποχώρησε λόγω της έντονης βροχόπτωσης, με αποτέλεσμα το όχημα να ανατραπεί.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ελευθερίας Ζιπιτή κ.α. (2003) 1 Α.Α.Δ. 749, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:
«Σε περιπτώσεις όπου η ευθύνη του εναγόμενου προκύπτει όχι γιατί δημιούργησε την οχληρία, αλλά επειδή επέτρεψε να συνεχίζεται, απόδειξη της αμέλειάς του είναι τουλάχιστον ουσιώδης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Sedleigh-Denfield v. O' Callaghan [1940] 3 All E.R. 349, αν ο εναγόμενος δεν δημιούργησε την οχληρία, για να θεωρηθεί υπεύθυνος θα πρέπει να την είχε συνεχίσει, δηλαδή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αμέλησε να την άρει όταν πληροφορήθηκε την ύπαρξή της ή όταν θα έπρεπε να είχε πληροφορηθεί την ύπαρξή της. Στην ίδια απόφαση έχει λεχθεί ότι ο κάτοχος ή ο ιδιοκτήτης γης όπου έγινε το ζημιογόνο γεγονός δεν είναι ασφαλιστής. Θα πρέπει να αποδειχθεί κάτι παραπάνω από την απλή ζημιά στην περιουσία του ενάγοντα για να ευθύνεται. Αυτό σημαίνει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ευθύνη, δηλαδή θα πρέπει να υπάρχει σφάλμα και σφάλμα βρίσκεται στην αμέλεια ή πολύ περισσότερο στην πρόθεση του κατόχου να βλάψει, υπό περιστάσεις τις οποίες το δικαστήριο θεωρεί ως μη εύλογη χρήση της περιουσίας του.
Στην Αγγλία όπου η ευθύνη των αρμόδιων αρχών για την μη επιδιόρθωση των αυτοκινητόδρομων καλύπτεται νομοθετικά, τα δικαστήρια στις περιπτώσεις όπου η παράλειψη επιδιόρθωσης προκάλεσε ζημιά σε πεζό, ήταν προσεκτικά στο να μην απαιτήσουν από τις αρμόδιες αρχές πολύ ψηλό επίπεδο προσοχής. Μικρές διαφορές στο οδόστρωμα δεν θεωρήθηκαν ως απόδειξη έλλειψης φροντίδας στην συντήρηση (Clerk & Lindsell on Torts, 16η Έκδοση, παραγρ. 24-78. Βλέπε επίσης Littler v. Liverpool Corporation [1968] 2 All E.R. 343n., 345).»
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων εισηγήθηκε πως ήταν λάθος που το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε στη μαρτυρία του ΜΥ1, ο οποίος υποστήριξε ότι το επίμαχο μέρος του χωμάτινου δρόμου είχε την ελάχιστη συμπύκνωση που καθορίζουν τα Δημόσια Έργα και ότι η εφαρμογή των προδιαγραφών ασφαλείας περιορίζεται στους «καινούργιους δρόμους» και δεν μπορούν να υιοθετηθούν για τους χωμάτινους δρόμους. Κατ’ αρχάς δεν υπήρξε αντίθετη μαρτυρία και δη περί της μη ελάχιστης συμπύκνωσης του δρόμου κατά τον χρόνο που συνέβη το επίδικο ατύχημα. Ανεξάρτητα, όμως, είτε πρόκειται για χωμάτινο ή οποιοδήποτε άλλο δρόμο, το στοιχείο της επικινδυνότητας είναι συνυφασμένο και με τις καιρικές συνθήκες, τον χρόνο διάρκειας της επικινδυνότητας, αλλά και τη γνώση των αρχών. Θεωρούμε χρήσιμο να παραπέμψουμε στην αγγλική νομολογία καθοριστική για το θέμα συντήρησης, έστω, αυτοκινητόδρομου, και δη στην υπόθεση BURNSIDE v. EMERSON, Court of Appeal, Civil Division (1968), στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«The plaintiff must prove that the dangerous condition was due to a failure to maintain, which includes a failure to repair the highway. In this regard, a distinction is to be drawn between a permanent danger due to want of repair, and a transient danger due to the elements. When there are potholes or ruts in a classified road which have continued for a long time unrepaired, it may be inferred that there has been a failure to maintain. When there is a transient danger due to the elements, be it snow or ice or heavy rain, the existence of danger for a short time is no evidence of a failure to maintain.
……………………………………………………………………………………………
The second point is whether there was a failure to maintain. The mere presence of this pool of water on that night does not by itself show a failure to maintain. It had been raining all day. The pool of water had not been very deep for very long. Mr. Bailey, a farmer, who drove along at 8.o p.m. had had no difficulty. It had become deep at 9.0 p.m. Later on, at 10.0 p.m., the pool was there, but was going down; but the evidence did not rest merely on the presence of the pool of water. There was additional evidence which showed that this stretch of road was not kept properly drained. It was quite often flooded when there was rain. A bus-driver gave evidence.»
(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)
Η πιο πάνω υπόθεση μνημονεύθηκε στην υπόθεση Χαγκούδης και Γεωργίου, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας Πολύμνιας Γεωργίου Χαγκούδη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2009) 1 Α.Α.Δ. 1574, με ιδιαίτερη αναφορά στις προϋποθέσεις καταλογισμού ευθύνης σε δημοτικά συμβούλια. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως:
«…Στην έφεση που ακολούθησε, οι ξεκάθαρες αρχές και οι τρεις προϋποθέσεις για καταλογισμό ευθύνης σε δημοτικά συμβούλια, τις οποίες έθεσε ο Lord Denning M.R., αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Οι προϋποθέσεις είναι:
1. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο δρόμος ήταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να ήταν επικίνδυνος για την τροχαία κίνηση.
2. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι η επικινδυνότητα οφειλόταν σε παράλειψη συντήρησης ή επιδιόρθωσης. Εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ ενός μόνιμου κινδύνου που οφείλεται σε έλλειψη επιδιόρθωσης και ενός παροδικού κινδύνου που οφείλεται στα στοιχεία της φύσης. Στο δεύτερο περιλαμβάνεται ο κίνδυνος από χιόνι, παγετό ή έντονη βροχόπτωση και σ' αυτή την περίπτωση ο παροδικός κίνδυνος που προκαλείται για σύντομο χρονικό διάστημα, δεν συνιστά μαρτυρία περί παράλειψης επιδιόρθωσης ή συντήρησης. Ειδικότερα ως προς τη βροχόπτωση, η πρόκληση πλημμύρας στο δρόμο λόγω έντονης βροχής δεν είναι αρκετή μαρτυρία.
3. Εάν πράγματι διαπιστώνεται παράλειψη συντήρησης/ επιδιόρθωσης, η αρμόδια αρχή είναι εκ πρώτης όψεως υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά προκαλείται λόγω αυτής και μπορεί τότε μόνο να αποφύγει ευθύνη, εάν αποδείξει ότι άσκησε τέτοια επιμέλεια και φροντίδα, όση ήταν εύλογη.»
Ερχόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνεται, κατ’ αρχάς, ότι οι εφεσείοντες δεν έχουν προσφέρει αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει τον δικογραφημένο ισχυρισμό τους πως οι εφεσίβλητοι προχώρησαν σε επιχωματώσεις στο σημείο που συνέβηκε το ατύχημα, και ότι τα χώματα της εκσκαφής μεταφέρονταν στο σημείο της υπαναχώρησης του εδάφους. Αντιθέτως, η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ότι οι φυσικές καταστάσεις, δηλαδή η έντονη βροχή το προηγούμενο βράδυ, και η κατολίσθηση του εδάφους, οι οποίες συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος, δεν μπορούσαν να προβλεφθούν. Οι δε αναφορές των ΜΕ4 και ΜΕ5 ότι η συμπύκνωση του οδοστρώματος δεν ήταν ικανοποιητική, πέραν του ότι δεν αφορούσαν σε πρότυπα χωματόδρομων, αφορούσαν σε χρόνο κατά τον οποίο διεξήχθη η έρευνα εκ μέρους τους, ήτοι 8 χρόνια μετά το ατύχημα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν δικαιολογείται εύρημα ότι οι εφεσίβλητοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν περί οποιουδήποτε κινδύνου από κατασκευαστικό πρόβλημα και αδιαφόρησαν να τον αντιμετωπίζουν, είτε επισκευάζοντας ή συντηρώντας το επίμαχο σημείο του χωμάτινου δρόμου, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν προς χρήση για αγροτικούς σκοπούς και όχι για χρήση κάθε οχήματος, ιδιαίτερα «βαρέων οχημάτων», υπό την έννοια ότι η επίμαχη μπετονιέρα είχε βάρος 30 τόνους. Κρίνουμε πως δεν προσκομίστηκε αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να δικαιολογούσε οποιαδήποτε επίρριψη ευθύνης στους εφεσίβλητους. Συνεπώς, η εν λόγω περίσταση οδηγεί σε απόρριψη και του τέταρτου λόγου έφεσης.
Μετά την κατάληξη μας επί των λόγων έφεσης ένα μέχρι έξι και οκτώ, κρίνουμε ότι οι λόγοι έφεσης επτά και εννέα δεν δύνανται να επιτύχουν. Ο λόγος έφεσης επτά αφορά στην μαρτυρία του ΜΕ6 σε σχέση με την απώλεια κερδών λόγω της μη χρήσης της μπετονιέρας, και ο λόγος έφεσης εννέα αφορά τα έξοδα της υπόθεσης και την διαταγή του πρωτόδικου Δικαστηρίου να πληρωθούν από τους εφεσείοντες, το οποίο είναι το αποτέλεσμα της κατάληξης του για επιδίκαση εξόδων σε αποτυχόντα διάδικο.
Ως εκ τούτου, και οι λόγοι έφεσης επτά και εννέα, απορρίπτονται.
Συνεπεία όλων των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €3.000,00, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον των εφεσειόντων.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο