SIBYLLA HOTEL APARTMENTS LTD v. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΟΥΖΟΥΡΗ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΟΥΖΟΥΡΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 321/2019, 25/5/2026
print
Τίτλος:
SIBYLLA HOTEL APARTMENTS LTD v. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΟΥΖΟΥΡΗ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΟΥΖΟΥΡΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 321/2019, 25/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 321/2019)

 

25 Μαΐου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

SIBYLLA HOTEL APARTMENTS LTD,

Εφεσείοντες,

v.

 

1.   ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΟΥΖΟΥΡΗ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ

      ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ

      ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΟΥΖΟΥΡΗ,

2.   ΑΔΑΜΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΟΥΖΟΥΡΗ,

3.   ΞΕΝΙΑ ΚΩΣΤΑ ΜΟΥΖΟΥΡΗ,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Ε. Χριστοφορίδου (κα) για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Στ. Σταυράκη για Αντωνάκης Σωτηρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 1 και 2.

Ε. Α. Μάρκου (κα) για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη 3.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση, σε ανταπαίτηση, προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων, για τα ποσά των €74.000,00, ως μείωση της αξίας του ακινήτου τους και €40.000,00, ως αξία κατασκευής δημόσιου δρόμου που υποχρεούνταν να κατασκευάσουν εντός του ακινήτου τους.  Η υπόθεση προέκυψε όταν υπήρξε διαφωνία αναφορικά με την εφαρμογή Συμφωνίας Διαχωρισμού ενός συνιδιόκτητου, των διαδίκων, ακινήτου, (η περίπτωση του εφεσίβλητου 1 αφορά τον Δημήτρη Μουζουρή, ο οποίος απεβίωσε).  Είχε συμφωνηθεί, γραπτώς, στις 11.03.2003 ότι, μεταξύ άλλων, από τη Συμφωνία Διαχωρισμού θα προέκυπταν δύο ίσα μέρη, όπως φαίνονται σε επισυνημμένο τοπογραφικό σχέδιο. 

 

Η ουσία της διαφωνίας των διαδίκων προκύπτει μέσα από την εκδοχή τους, όπως αυτή καταγράφεται, συνοπτικά, στην πρωτόδικη, απόφαση και έχει ως εξής:

 

«Συνοψίζοντας τη μαρτυρία και τις εκατέρωθεν θέσεις προκύπτει ότι  ο ισχυρισμός της ενάγουσας είναι ότι οι εναγόμενοι δυνάμει της Συμφωνίας υπέχουν ευθύνη και είχαν και έχουν την  υποχρέωση να υπογράψουν άμεσα κάθε σχετική αίτηση και να δώσουν τη συγκατάθεση τους για όποιο έγγραφο απαιτηθεί για την εξασφάλιση του Πιστοποιητικού Εγκρίσεως από την αρμόδια αρχή και ακολούθως τίτλων ιδιοκτησίας για κάθε οικιστική μονάδα ξεχωριστά επί του συγκροτήματος κατοικιών και διαμερισμάτων που ανήγειραν επί του Μέρους Β  του κτήματος που τους αναλόγησε δυνάμει της Συμφωνίας. Επειδή μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι δεν συνεργάστηκαν και αρνούνται να το κάνουν κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας, προς συμμόρφωση ή εξαναγκασμό τους σε συμμόρφωση αιτείται διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της Συμφωνίας και/ή αποζημιώσεις για όποια ζημιά ήθελαν επωμισθεί. Από την άλλη η πλευρά των εναγομένων αρνείται την εκ μέρους τους παράβαση της Συμφωνίας και ισχυρίζονται ότι η μη υλοποίηση της οφείλεται στην ενάγουσα η οποία με τις ενέργειες της  και συγκεκριμένα με τις ενέργειες της ενάγουσας να καθοριστεί ο δημόσιος δρόμος να διέρχεται διαμέσου και να  επιβαρύνει αποκλειστικά  το Μέρους Α  που τους αναλόγησε ως ο όρος που είχε τεθεί στην άδεια οικοδομής που αυτή εξασφάλισε, παραβίασε τη Συμφωνία τους προκαλώντας τους ζημιά και ως εκ τούτου αξιώνουν οι ίδιοι αποζημιώσεις από την ενάγουσα.»

 

 

Δεδομένης της εν λόγω διαφωνίας, οι εφεσείοντες προσέφυγαν σε Επαρχιακό Δικαστήριο, αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, απόφαση και/ή διάταγμα με το οποίο να υποχρεώνονται οι εφεσίβλητοι να υπογράφουν κάθε αίτηση και να δίδουν συγκατάθεση για όποιο έγγραφο απαιτηθεί, ώστε να εξασφαλιστούν, αρχικά, Τελικό Πιστοποιητικό Έγκρισης, από την αρμόδια αρχή, και, ακολούθως, τίτλοι ιδιοκτησίας για κάθε οικιστική μονάδα, ξεχωριστά, επί του συγκροτήματος κατοικιών και διαμερισμάτων που αυτοί ανήγειραν επί του Μέρους Β του επίδικου ακινήτου, ως αυτό τους αναλογούσε δυνάμει της Συμφωνίας Διαχωρισμού. Αξίωσαν, επίσης, ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας δυνάμει του Άρθρου 76 του Κεφ. 149.    Οι εφεσίβλητοι 1 και 2, μαζί με την υπεράσπιση τους, καταχώρισαν και ανταπαίτηση.  Η υπεράσπιση της εφεσίβλητης 3, σε κάποιο βαθμό ταυτίζεται με την υπεράσπιση των εφεσίβλητων 1 και 2.  Ανταπαίτηση καταχώρισε και η εφεσίβλητη 3.

 

Κατά την πρωτόδικη, ακροαματική, διαδικασία κατέθεσαν, εκ μέρους των εφεσειόντων, ο Α. Κουτσόφτας (ΜΕ1), διευθυντής αυτών, και ο Σ. Σάββα (ΜΕ2), λειτουργός των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Παραλιμνίου.  Η πλευρά των εφεσίβλητων 1 και 2 δεν πρόσφερε μαρτυρία, ενώ η εφεσίβλητη 3 παρουσίασε τη μαρτυρία του Φ. Ιωάννου (ΜΥ1), εκτιμητή ακινήτων και την εξ ακοής μαρτυρία της μητέρας της, Μ. Μουζούρη (ΜΥ2).

 

Το εκδικάσαν, την αγωγή και την ανταπαίτηση, Δικαστήριο κατέληξε ότι οι εφεσείοντες δεν απέδειξαν τις αξιώσεις τους, οπότε, απέρριψε την αγωγή, προχώρησε, όμως, στην έκδοση απόφασης, στις ανταπαιτήσεις, προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων για το ποσό των €74.000,00, κρίνοντας ότι αποτελεί τη ζημιά για τη μείωση της αξίας του ακινήτου τους (Μέρος Α), ως αυτό προκύπτει από τη Συμφωνία Διαχωρισμού, αλλά, και για το ποσό των €40.000,00, ως έξοδα κατασκευής δημόσιου δρόμου εντός του μέρους (Μέρος Α) του ακινήτου τους, πλέον τόκους και για τα δύο ποσά.  Επιδικάστηκαν, δε, έξοδα εναντίον των εφεσειόντων.   

 

Ειδικότερα, οι προαναφερόμενες καταλήξεις, ως διατυπώθηκαν επί της πρωτόδικης απόφασης, έχουν ως ακολούθως:

 

«Σύμφωνα με τα ως άνω οι εναγόμενοι δικαιούνται αποζημιώσεις σύμφωνα με την εκτίμηση που προέβη ο κ. Ιωάννου (ΜΥ1). Κρίνω ότι δικαιούνται αποζημίωσης για το ποσό των €74.000,00 με νόμιμο τόκο από την 2.12.2003 μέχρι εξοφλήσεως για τη ζημιά την οποία υπέστη το ακίνητο και επί πλέον €40.000,00 τα έξοδα κατασκευής του δρόμου με νόμιμο τόκο από σήμερα.

 

Επομένως η Ανταπαίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση για τα ως άνω ποσά. Με την καταβολή τους και την εκτέλεση των αναγκαίων έργων οι διάδικοι θα είναι υπόχρεοι όπως υπογράψουν οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο με σκοπό να προωθηθεί η διαδικασία διαχωρισμού του κτήματος και της συμμόρφωσης της ενάγουσας με τον όρο παραχώρησης και κατασκευής δημόσιου δρόμου και της έκδοσης ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Με αυτόν τον τρόπο ο κάθε δικαιούχος θα μπορέσει να πάρει το μερίδιο που του αναλογεί με ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας ή αν είναι τρίτος την οικοδομή που αγόρασε για τα υπό διαχωρισμό τεμάχια ή οικοδομές. Με αυτό τον τρόπο όπως αντιλαμβάνομαι θα λήξει και η μακροχρόνια αντιδικία μεταξύ των διαδίκων.     

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω τα οποία προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει τις αξιώσεις της εναντίον των εναγομένων ούτε και ότι δικαιούται οποιοδήποτε διάταγμα και ειδικότερα διάταγμα ειδικής εκτέλεσης εφόσον όπως έχω αποδεχθεί πιο πάνω ήταν αυτή που με τις ενέργειες της παραβίασε όρο της Συμφωνίας κατά τρόπο που δεν άφηνε περιθώριο στους εναγομένους παρά να αρνηθούν υπογράψουν οποιοδήποτε έγγραφο με σκοπό να εξασφαλίσει η ενάγουσα το Πιστοποιητικό Έγκρισης και ακολούθως τίτλους ιδιοκτησίας των οικοδομών της κάτι που θα απόβαινε σε βάρος των συμφερόντων τους όπως διαφάνηκε με όσα ανέφερα πιο πάνω.»

 

 

Οι εφεσείοντες με την παρούσα Ειδοποίηση Έφεσης, η οποία περιλαμβάνει επτά λόγους έφεσης, διαφωνούν με τις προαναφερόμενες καταλήξεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Θα ακολουθήσει η εξέταση ενός εκάστου λόγου έφεσης με τη σειρά που κρίθηκε κατάλληλη.   Νοείται πως για την τοποθέτηση μας επί όλων των λόγων έφεσης έχουμε διεξέλθει, με κάθε δυνατή προσοχή, το περιεχόμενο των περιγραμμάτων αγόρευσης που προώθησαν, ενώπιον μας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προς υποστήριξη της εκδοχής των διαδίκων που αντιπροσωπεύουν.

 

Είναι σημαντικό να επισημανθεί, σ’ αυτό το στάδιο, πως οι εφεσείοντες δεν αμφισβητούν, με οποιοδήποτε λόγο έφεσης, την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των προσαχθέντων, στη δίκη, μαρτύρων.  Οι θέσεις τους βάλλουν κατά της εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων, άμεσα συνυφασμένων με τις τελικές, πρωτόδικες, καταλήξεις.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται πως «Η απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 19 στην υπόθεση δεν συνδέεται με το επίδικο κτήμα εφόσον αφορά άλλο τεμάχιο με διαφορετικό αριθμό που φαίνεται ότι ανήκει και αυτό στην εναγόμενη 3 και ως αποτέλεσμα η Εναγομένη 3 στερείτο γνώσης για την παραχώρηση δημοσίου δρόμου είναι εντελώς λανθασμένη».

 

Είναι βασικό εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη 3, όπως και οι εφεσίβλητοι 1 και 2, δεν γνώριζε και, κατ’ επέκταση, ουδέποτε αποδέχθηκε ότι θα κατασκευαζόταν δημόσιος δρόμος επί του Μέρους Α, το οποίο θα ήταν προϊόν από τον επίδικο διαχωρισμό, απορρίπτοντας τη θέση των εφεσειόντων ότι κάτι τέτοιο ήταν γνωστό στην εφεσίβλητη 3, επειδή στάλθηκε σ’ αυτήν απαντητική επιστολή, Τεκμήριο 19, από τον Δήμο Παραλιμνίου, όταν αυτή αποτάθηκε προβάλλοντας ένσταση για το μελλοντικό οδικό δίκτυο της περιοχής. 

 

Έχουμε εξετάσει τα επιχειρήματα των εφεσειόντων, τα οποία, άλλωστε, αξιολογήθηκαν και από το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Κύριο στοιχείο στην κρίση του Δικαστηρίου, ως διαφαίνεται, αποτέλεσε το γεγονός πως το εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται σε άλλο τεμάχιο της εφεσίβλητης 3 και όχι στο επίδικο. Φρονούμε πως υπό το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19, το οποίο έχουμε διεξέλθει, δεν υπήρχαν λογικά περιθώρια ώστε το πρωτόδικο Δικαστήριο να προέβαινε σε εύρημα ότι η εφεσίβλητη 3 γνώριζε πως το μελλοντικό οδικό δίκτυο θα επηρέαζε το Μέρος Α, του επίδικου ακινήτου της, και, κυρίως, ότι ο δρόμος θα περνούσε καθ’ ολοκληρία από αυτό, ως τέθηκε με όρο στην άδεια που παραχωρήθηκε από τον Δήμο Παραλιμνίου, κατόπιν αίτησης των εφεσειόντων.  Το γεγονός δε ότι πρόκειται για το ίδιο οδικό δίκτυο ασφαλώς δεν αποτελεί ικανοποιητικό στοιχείο για μη εξαγωγή του πιο πάνω ευρήματος, του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι, ξεκάθαρα, ο Δήμος Παραλιμνίου αναφερόταν σε άλλο τεμάχιο, διαφορετικό από το επίδικο, έστω και αν αυτό ανήκε πάλι στην εφεσίβλητη 3.   Εν πάση περιπτώσει, οφείλουμε να επισημαίνουμε πως το προαναφερόμενο εύρημα είναι συνυφασμένο με ένα σύνολο ενεργειών και πράξεων των εφεσειόντων, δια των οποίων προέκυψε εύλογα ότι ουδείς εκ των εφεσίβλητων γνώριζε για τα τροποποιημένα σχέδια και τη σχετική αίτηση που υπέβαλαν οι εφεσείοντες, εισηγούμενοι την κατασκευή δημόσιου δρόμου από το Μέρος Α του ακινήτου, το οποίο, σύμφωνα με τη Συμφωνία Διαχωρισμού, που είχαν συνάψει με τους εφεσίβλητους, εξ ολοκλήρου θα επηρέαζε τους τελευταίους, αφού αυτό τους αναλογούσε.  Ουσιαστικά, οι εφεσείοντες δεν προσκόμισαν καμία πειστική μαρτυρία για απόδειξη περί γνώσης και αποδοχής των εφεσίβλητων πως το οδικό δίκτυο θα περιλάμβανε το Μέρος Α, που συμφωνήθηκε να είχε ίσο μέγεθος με το Μέρος Β που πήραν και κατείχαν, αξιοποιώντας το ήδη, οι εφεσείοντες.  Ως διαπιστώνουμε, στη Συμφωνία Διαχωρισμού ουδεμία αναφορά γίνεται περί οδικού δικτύου ή αντιμετώπισης τυχόν επιβολής τέτοιου όρου από τον Δήμο. 

 

Ενόψει των πιο πάνω περιστάσεων που διέπουν το υπό συζήτηση εύρημα, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προκρίνεται η θέση πως «Εσφαλμένα το Δικαστήριο θεώρησε ότι η μη κατάθεση της επίδικης συμφωνίας ομού με την αίτηση για άδεια που κατατέθηκε στο Δήμο Παραλιμνίου, επηρέαζε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την αξίωση των Εφεσειόντων».

 

Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε πως η μη κατάθεση της Συμφωνίας Διαχωρισμού, εκ μέρους των εφεσειόντων, μαζί με την αίτηση τους για άδεια, που κατατέθηκε στον Δήμο Παραλιμνίου, επηρέασε την αξίωση τους, υπό την έννοια ότι η κατάθεση της εν λόγω Συμφωνίας θα αποτελούσε το υπόβαθρο για να ενημερωθούν και οι εφεσίβλητοι για τα τροποποιημένα σχέδια ή και να τους ζητηθεί να τα υπογράψουν, εφ’ όσον ήταν ξεκάθαρο ότι έμμεσα επιχειρήθηκε η τροποποίηση της Συμφωνίας Διαχωρισμού χωρίς τη γνώση ή τη συγκατάθεση των εφεσίβλητων.  Εύλογα, θεωρούμε, οι εφεσίβλητοι είχαν παράπονο αφού βρέθηκαν προ τετελεσμένων, δια της επιβολής όρου για κατασκευή δημόσιου δρόμου επί του Μέρους Α που αναλογούσε σ’ αυτούς, ενώ η άδεια, που ζητήθηκε, θα παραχωρούνταν για το Μέρος Β που αναλογούσε στους εφεσείοντες.

 

Δεν θεωρούμε, υπό τις περιστάσεις, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε οποιαδήποτε λανθασμένη κρίση ή αναφορά.

 

Ως αποτέλεσμα των αμέσως προαναφερόμενων, ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες ισχυρίζονται πως «Είναι εσφαλμένο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Εφεσείουσα παραβίασε την επίδικη συμφωνία».

 

Έχοντας διέλθει το περιεχόμενο των παραπόνων και των αιτιάσεων που σχετίζονται με τον τέταρτο λόγο έφεσης κρίνουμε ότι το εύρημα, του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πως οι εφεσείοντες παραβίασαν την επίδικη Συμφωνία Διαχωρισμού, υπό την έννοια ότι ενήργησαν κατά τρόπο που δεν ήταν σύμφωνος με τον βασικότερο όρο της, ήταν ορθό.  Ως ήταν η κοινή πρόθεση των μερών, θα προέκυπταν από τον διαχωρισμό δύο ίσα μέρη, ενώ με τον τρόπο  που οι εφεσείοντες ενήργησαν προκάλεσαν τη δημιουργία δύο ακινήτων διαφορετικού μεγέθους και αξίας, αλλά, και επιφόρτιση των εφεσειόντων με έξοδα κατασκευής δημόσιου δρόμου, απαλλασσόμενοι αυτοί, ταυτόχρονα, τέτοιας υποχρέωσης.  Ουσιαστικά, όπως υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι εφεσείοντες ανέπτυξαν οικιστικά το μέρος του ακινήτου που τους αναλογούσε επηρεάζοντας δυσμενώς τα συμβατικά δικαιώματα των εφεσίβλητων, αλλά, και το δικαίωμα ιδιοκτησίας αυτών.  Συμφωνούμε πλήρως με το πρωτόδικο συμπέρασμα.  Είναι ορθό και βασισμένο στα αποδεκτά, από το Δικαστήριο, γεγονότα.  Το επιχείρημα των εφεσειόντων ότι ο όρος περί κατασκευής του δρόμου τέθηκε πριν αποκτήσουν οι εφεσίβλητοι την ιδιοκτησία, εννοώντας προφανώς, το Μέρος Α, αφού δεν είχε ολοκληρωθεί η Συμφωνία Διαχωρισμού, δεν γίνεται αποδεκτό.  Οι εφεσίβλητοι ήταν ιδιοκτήτες κατά 1/3 μερίδιο έκαστος του υπό διαχωρισμό ακινήτου και διαχειρίστηκαν αυτό το δικαίωμα τους δια των όρων της Συμφωνίας Διαχωρισμού που υπέγραψαν με τους εφεσείοντες.  Δεν αποποιήθηκαν οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα, αντίθετα, τα εξασφάλισαν, αφενός, με τον όρο που προνοεί ότι θα προέκυπταν δύο ακίνητα κατ’ ίσα μέρη και, αφετέρου, με τον όρο 4 που προνοεί ότι «Από σήμερα και στο εξής κάθε ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ θα κατέχει, χρησιμοποιεί ή και αξιοποιεί ή και διαχειρίζεται το μέρος που παίρνει με τη συμφωνία αυτή σαν να είναι απόλυτος ιδιοκτήτης του και κατ’ αποκλεισμό του άλλου ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ.  Νοείται ότι τα έξοδα διαχωρισμού του κτήματος βαρύνουν τους ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ εξίσου».  Διασφάλιση, επίσης, των δικαιωμάτων, και των δύο πλευρών, βέβαια, επιτεύχθηκε και με τον όρο 8 της Συμφωνίας Διαχωρισμού, όπου συμφωνήθηκε ότι κάθε συμβαλλόμενος, μεταξύ άλλων, «…αξιοποιεί το μέρος που παίρνει χωρίς να παραβιάζονται τα δικαιώματα του άλλου ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ…».

 

Εν’ όψει των προλεγόμενων, καταλήγουμε πως ο τέταρτος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες προωθούν τη θέση πως «Το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η παροχή συγκατάθεσης των Εναγομένων για κατασκευή δημόσιου δρόμου εντός του μέρους εκ του επίδικου κτήματος που τους αναλογεί σημαίνει μείωση της αξίας αυτού είναι εσφαλμένο ως και εσφαλμένα είναι τα ποσά που απέδωσε δια της ανταπαίτησης».

 

Έχουμε αξιολογήσει τις αιτιάσεις που υποστηρίζουν τον δεύτερο λόγο έφεσης, πλην, όμως, δεν αποδεχόμαστε τις προωθημένες θέσεις και τα σχετικά με αυτές επιχειρήματα.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με δεδομένο ότι η Συμφωνία Διαχωρισμού προέβλεπε ότι θα προέκυπταν δύο ακίνητα, κατ’ ίσα μέρη, και δεδομένων των πραγματικοτήτων που δημιουργήθηκαν, ορθά επέλεξε την επιδίκαση αποζημίωσης προς όφελος των εφεσίβλητων, αλλά, και την καταβολή ποσού, εκ μέρους των εφεσειόντων,  για την αξία κατασκευής του δημόσιου δρόμου.  Τέτοια θεραπεία, περιεκτική θα λέγαμε, ήταν δίκαιη, αφού αυτή συνάδει με το περιεχόμενο της Συμφωνίας Διαχωρισμού.  Φρονούμε ότι δόθηκε τέλος, έστω πρωτόδικα, στην αντιδικία, αφού, διαφορετικά, οι εφεσείοντες δεν θα είχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα έγγραφα τιτλοποίησης των οικοδομημάτων που ανήγειραν (κάτι που ήταν επιθυμία τους σε ξεχωριστή όμως βάση), ούτε και οι εφεσίβλητοι θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν το Μέρος Α, που προέκυψε ως το ακίνητο τους, παρά μόνο αν κατασκευάσουν τον δημόσιο δρόμο που επιβλήθηκε από τον Δήμο Παραλιμνίου, πλην, όμως, θα επιβαρύνονταν με το κόστος κατασκευής του, η δε αξία του ακινήτου τους θα ήταν μειωμένη.  Ούτε το ένα συμβάν ούτε και το άλλο είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων.  Κρίνουμε, συνεπώς, καθόλα εύλογη και δίκαιη την πρωτόδικη προσέγγιση.

 

Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον έβδομο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες θεωρούν ότι «Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι έκδηλα αντιφατική ή και δεν είναι αιτιολογημένη και αντιθέτως προκαλεί σύγχυση σε βαθμό που παραβιάζει το άρθρο 30 του Συντάγματος»

 

Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, στον ισχυρισμό περί μη αιτιολογημένης απόφασης, θεωρούμε χρήσιμο να παραπέμψουμε στα όσα, μεταξύ άλλων, ειπώθηκαν στην υπόθεση Αθηνή v. Ιωάννου, Πολιτική Έφεση Αρ. 69/2016, ημερομηνίας 02.12.2024, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«Όπως έχει τονιστεί επανειλημμένα σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου η αιτιολόγηση της απόφασης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εγκυρότητας της δικαστικής διεργασίας. Αυτό διασφαλίζεται και από το Άρθρο 30(2) του Συντάγματος το οποίο επιβάλλει την αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων ως απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα της δικαστικής λειτουργίας (βλ. Ioannidou v. Dikeos (1969) 1 C.L.R. 235, Pioneer Candy Ltd and another v. Tryfon & Sons Ltd (1981) 1 C.L.R. 540Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδης (1990) 1 Α.Α.Δ. 1026, Βασιλείου κ.ά. ν. Μενελάου κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 1125 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους κ.ά. (1999)   2 Α.Α.Δ. 320). Η αιτιολόγηση μιας απόφασης είναι αναπόσπαστο μέρος της δίκαιης δίκης και αποτελεί μορφή λογοδοσίας για την εκπλήρωση του δικαστικού έργου. Η αιτιολόγηση βασίζεται κατά κανόνα στην ανάλυση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Μια γενική αναφορά στη μαρτυρία δεν είναι από μόνη της αρκετή (βλ. Ανδρέου ν. Χριστοφόρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 828).»

 

Έχουμε εξετάσει, με ιδιαίτερη προσοχή, τις θέσεις και τα επιχειρήματα που προωθήθηκαν ενώπιον μας.  Δεν συμφωνούμε ότι προκαλείται οποιαδήποτε σύγχυση μέσα από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, και μάλιστα τέτοια, η οποία να παραβιάζει το Άρθρο 30 του Συντάγματος, ως είναι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων.  Η πρωτόδικη απόφαση είναι σαφής και δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε έλλειμα στην κατανόηση της.  Περιλαμβάνει αναφορά, σύντομη, στα δικόγραφα δια μέσου της μαρτυρίας, την ουσία αυτής, αξιολόγηση της μαρτυρίας, νομικές αρχές περί των επίδικων ζητημάτων και ανάλυση αυτών, καθώς, και ευρήματα και συμπεράσματα.  Η θέση των εφεσειόντων κρίνεται ανεδαφική.  Πρόκειται για εμπεριστατωμένη και δομημένη απόφαση. 

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί αντιφατικότητας, όντως το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την αξίωση των εφεσειόντων, περί ειδικής εκτέλεσης της Συμφωνίας, την απέρριψε.  Ορθώς, ως κρίνουμε.   Παρέπεμψε στην υπόθεση HadjiYiannis v. Attorney - General of the Republic (1970) 1 C.L.R. 32, όπου νομολογήθηκε πως επειδή ο διάδικος που ζητούσε την ειδική εκτέλεση είχε παραβεί όρους της σύμβασης, δεν ήταν ορθό και επιεικές να επιτύχει σε τέτοια αξίωση του.  Επίσης, με αναφορά στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England (Vol. 14) σελ. 530 και παράθεση σχετικού αποσπάσματος, το Δικαστήριο ορθά έκρινε ότι οι εφεσείοντες δεν είχαν προσφύγει ενώπιον του με καθαρά χέρια. Ταυτόχρονα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ουδόλως εμποδιζόταν, κατά την ικανοποίηση της ανταπαίτησης, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, συνεκδικάστηκε με την αγωγή, να περιλάβει στην απόφαση του ως μέρος του διατακτικού θεραπεία (όπως … οι διάδικοι θα είναι υπόχρεοι όπως υπογράψουν οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο με σκοπό να προωθηθεί η διαδικασία διαχωρισμού του κτήματος και της συμμόρφωσης της ενάγουσας με τον όρο παραχώρησης και κατασκευής δημόσιου δρόμου και της έκδοσης ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας).  Η εν λόγω θεραπεία αποτελούσε και μέρος της αξίωσης των εφεσειόντων, η οποία όμως δεν δικαιολογούνταν, δεδομένου ότι η αξίωση των εφεσειόντων,  για ειδική εκτέλεση, ήταν συνδεδεμένη με τον αναπόδεικτο ισχυρισμό τους ότι οι εφεσίβλητοι αντισυμβατικά δεν υπόγραψαν έγγραφα ή δεν έδιδαν τη συγκατάθεση τους για σκοπούς έκδοσης Τελικού Πιστοποιητικού Έγκρισης ή και έκδοσης τίτλων ιδιοκτησίας για τα οικοδομήματα που οι εφεσείοντες ανήγειραν στο δικό τους Μέρος Β.   Οι αξιώσεις των εφεσίβλητων είχαν διαφορετικό υπόβαθρο. Πρόκειται, θεωρούμε, για τη δικαιότερη λύση και θεραπεία που μπορούσε το Δικαστήριο να δώσει, υπό τις περιστάσεις, όταν είχε πλέον αποφασίσει την έκδοση απόφασης στην ανταπαίτηση, όσον αφορά στις αξιώσεις των εφεσίβλητων. 

 

Αποτελεί, ως εκ τούτου, κατάληξη μας ότι οι θέσεις των εφεσειόντων είναι αστήρικτες, πραγματικά και νομικά.  Συνεπώς και ο έβδομος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες ισχυρίζονται, επίσης, ότι «Δεν ήτο δυνατό το Σεβαστό Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ διάδικου στη βάση των ισχυρισμών αυτού τη στιγμή που ούτος ουδεμία μαρτυρία προσέφερε».

 

Ο υπό συζήτηση λόγος έφεσης είναι συνυφασμένος με τη θέση των εφεσειόντων ότι δεν υπήρχε μαρτυρία για την απόδειξη της ανταπαίτησης και, κατ’ επέκταση, έκδοση σχετικής απόφασης.  Απορρίπτουμε την εν λόγω θέση.  Η έκδοση απόφασης στην ανταπαίτηση βασίστηκε στη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε σε σχετικά ευρήματα.  Η μαρτυρία από όποιον διάδικο και αν προσκομίζεται μπορεί να οδηγεί σε ανάλογα ευρήματα.  Ό,τι ελέγχεται, κατ’ έφεση, είναι αν τα ευρήματα είναι ορθά ή εσφαλμένα.  Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στα επιδικασθέντα ποσά στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΥ1.  Συνεπώς, δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε λανθασμένο εύρημα, αλλά, ούτε και σφάλμα αρχής στον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης, είτε για τη μείωση της αξίας του Μέρους Α, που αναλογούσε στους εφεσείοντες, είτε στο ύψος του ποσού για την κατασκευή του δημόσιου δρόμου, τον οποίο όφειλαν, με βάση την άδεια που δόθηκε για το Μέρος Β  το οποίο αναλογούσε στους εφεσείοντες, να κατασκευάσουν οι εφεσίβλητοι, προκειμένου να εξασφαλιστεί Τελικό Πιστοποιητικό Έγκρισης και τίτλοι ιδιοκτησίας για τις κατοικίες και τα διαμερίσματα που ανήγειραν οι εφεσείοντες, αλλά, και για να δύνανται οι εφεσίβλητοι να αναπτύξουν νομίμως το δικό τους Μέρος Α.  Άλλωστε, ως προκύπτει από το περιεχόμενο της Συμφωνίας Διαχωρισμού,  η οποία, σημειωτέον δεν είχε τερματισθεί, αυτή ήταν η κοινή πρόθεση των διαδίκων.  Ως εκ τούτου, το παράπονο των εφεσειόντων είναι ανυπόστατο.

 

Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος. 

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες παραπονούνται ότι «Το Δικαστήριο προέβη σε υπέρβαση ή και κατάχρηση εξουσίας με την εκδοθείσα απόφαση του»

 

Έχουμε εξετάσει όλες τις αιτιάσεις των εφεσειόντων που υποστηρίζουν τον έκτο λόγο έφεσης.  Όλες, αφορούν και περιλαμβάνουν τα παράπονα τους ως αυτά προωθούνται με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης για τους οποίους έχουμε ήδη τοποθετηθεί.  Διεξήλθαμε τα δικόγραφα της υπόθεσης και δεν εντοπίζουμε παραχώρηση θεραπείας πέραν των δικογραφημένων.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε θεραπείες στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών, αξιώσεων και σχετικής μαρτυρίας. Ειδικότερα, ως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανταπαίτησης, οι εφεσίβλητοι αξίωσαν, μεταξύ άλλων, «Ζ. Οποιαδήποτε απόφαση κριθεί δίκαιη και δικαιολογεί τα γεγονότα.».  Συνεπώς υπήρχε δικογραφική κάλυψη.  Εξάλλου, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα, στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (1992) 1 Α.Α.Δ. 400, μεταξύ άλλων, με αναφορά στην Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 1 C.L.R. 542, λέχθηκε ότι «…Το Εφετείο επαναβεβαίωσε ότι μπορεί να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως, εφόσον αποδεικνύονται κατά τη δίκη.».  Θεωρούμε πως αυτή ήταν και η περίπτωση, δια της ανταπαίτησης, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Κρίνουμε, ως εκ τούτου, τον έκτο λόγο έφεσης αβάσιμο.

 

Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, εφόσον ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Η πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα εναντίον των εφεσειόντων €3.000,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος των εφεσίβλητων 1 και 2 και €3.000,00, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος της εφεσίβλητης 3.

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο