ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ v. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2020, 28/5/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ v. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2020, 28/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2020)

 

28 Μαΐου, 2026

 

         

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

Εφεσείοντας/Ενάγοντας

 

και

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Εφεσίβλητη/Εναγόμενη

 

--------------------------------------------------

 

Γεώργιος Παπαθεοδώρου για Στέφανο Παπαθεοδώρου, για τον Εφεσείοντα

Πέτρος Α. Μιχαήλ για Πέτρος Α. Μιχαήλ Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

--------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΚΟΝΗΣ, Δ.: Ο Εφεσείων/Ενάγων με αγωγή του ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας αξίωσε το ποσό των €2.560,88 «ως συμφωνηθείσα ή/και λογική ή και τρέχουσα αξία δικηγορικών υπηρεσιών» που πρόσφερε στην Εφεσίβλητη/Εναγόμενη.

 

         Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του Εφεσείοντος στην Έκθεση Απαιτήσεως, η Εφεσίβλητη του ανέθεσε την Υπεράσπιση της σε αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας. Η Εφεσίβλητη τον διόρισε δικηγόρο στις 9.11.2009 με την υπογραφή τύπου Διορισμού Δικηγόρου και ο Εφεσείων προχώρησε με την καταχώριση την ίδια μέρα Ειδοποίησης Αλλαγής Δικηγόρου. Η αμοιβή του Εφεσείοντος θα ήταν σύμφωνα με τους Δικαστικούς Θεσμούς ενώ η Εφεσίβλητη θα ήταν υπόχρεη να πληρώνει για κάθε εμφάνιση στο Δικαστήριο που δεν ήταν πληρωτέα σύμφωνα με αυτούς. Η αμοιβή την οποία θα κατέβαλλε η Εφεσίβλητη και την οποία δικαιούτο ο Εφεσείων να κατακρατήσει θα ήταν ίση με την προνοούμενη ανώτατη αμοιβή για εμφάνιση σε ακρόαση που θα γινόταν στην κλίμακα της αξίωσης είτε η ακρόαση γινόταν είτε όχι. Εξουσιοδοτούσε επίσης η Εφεσίβλητη τον Εφεσείοντα όπως εισπράξει οποιοδήποτε ποσό είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο. Στην Έκθεση Απαιτήσεως (παρ. 5) καταγράφονταν οι παρεχόμενες υπηρεσίες και οι ανάλογες χρεώσεις. Αποτελούσε θέση του Εφεσείοντος ότι η Εφεσίβλητη δεν είχε καταβάλει οποιοδήποτε ποσό.

 

         Η Εφεσίβλητη στην Υπεράσπιση της ισχυρίστηκε ότι ανέθεσε την Υπεράσπιση της στην ως άνω αγωγή σε δυο δικηγόρους, τον Εφεσείοντα και τον Γ.Μ. Ο τύπος διορισμού δικηγόρου, ο οποίος αποτελούσε τη μεταξύ των δικηγόρων και της ίδιας συμφωνία αναφορικά με την αμοιβή τους, διαλάμβανε ότι η αμοιβή του Εφεσείοντος και του Γ.Μ. θα ήταν σύμφωνα με τους Δικαστικούς Θεσμούς. Αποτέλεσε θέση της Εφεσίβλητης ότι οποιεσδήποτε υπηρεσίες της προσφέρθηκαν από τον Εφεσείοντα στο πλαίσιο της ως άνω αγωγής, προσφέρθηκαν μαζί με τον Γ.Μ. και η ίδια εξόφλησε πλήρως και τους δυο δικηγόρους της. Η πληρωμή έγινε τμηματικά σε τρεις δόσεις, €1.000,00 η πρώτη δόση, €1.000,00 η δεύτερη δόση και €600,00 η τρίτη δόση, ήτοι συνολικά το ποσό των €2.600,00. Η συμφωνία ήταν να καταβάλει στον Εφεσείοντα τα ποσά έναντι των εξόδων και ο τελευταίος στη συνέχεια θα κατέβαλλε το ήμισυ των εξόδων που λάμβανε στον Γ.Μ. Τα χρήματα δίδονταν πάντα σε μετρητά χωρίς ο Εφεσείων να της δώσει οποιαδήποτε απόδειξη για την πληρωμή. Λόγω του ότι στις 15.7.2010 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της στην αγωγή, η Εφεσίβλητη κατέβαλε στον Εφεσείοντα το ποσό που όφειλε στην Ενάγουσα μαζί με το ποσό των €1.000,00 έναντι δικηγορικών εξόδων και για τους δυο δικηγόρους για την Πολιτική Έφεση 263/10 που ακολούθησε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στις 11.11.2015 ψηφίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή τα έξοδα των δικηγόρων της Εφεσίβλητης (Εφεσείουσας στην Πολιτική Έφεση) τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των €1.785,00 πλέον Φ.Π.Α., πλέον €267,25 πραγματικά έξοδα, ήτοι συνολικά €2.391,40 πληρωτέα προς τους δικηγόρους της, ήτοι τον Εφεσείοντα και τον Γ.Μ. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό των ψηφισθέντων εξόδων το ποσό της οφειλής της Εφεσίβλητης προς τον Εφεσείοντα ανέρχετο στο ήμισυ του πιο πάνω ποσού, δηλαδή στο ποσό των €1.195,70 και λόγω του ότι η Εφεσίβλητη είχε καταβάλει στον Εφεσείοντα το ποσό των €1.000,00 σε προγενέστερο χρόνο προχώρησε με την καταβολή μέσω επιταγής του ποσού των €195,70 προς πλήρη εξόφληση της οφειλής της.

 

         Στην Απάντηση του ο Εφεσείων παραδέχθηκε το διορισμό του Γ.Μ. ως δικηγόρου της Εφεσίβλητης στην ως άνω αγωγή. Αρνήθηκε ότι η τελευταία τον εξόφλησε πλήρως ή μερικώς ή ότι του κατέβαλε το ποσό των €2.600,00 ή ότι υπήρξε συμφωνία ότι θα κατέβαλλε στον Γ.Μ. το ήμισυ του ποσού που θα του κατέβαλλε η Εφεσίβλητη. Η συμφωνηθείσα γι΄ αυτόν αμοιβή ήταν ανεξάρτητη από την αμοιβή του άλλου δικηγόρου. Αρνήθηκε ότι η Εφεσίβλητη τον πλήρωσε σε μετρητά ή ότι αυτή κατέβαλε σ΄ αυτόν το ποσό που όφειλε στην Ενάγουσα στην ως άνω αγωγή. Όσον αφορά τον ψηφισθέντα κατάλογο εξόδων στο πλαίσιο της Έφεσης, αυτά ήταν πληρωτέα μόνο στον Εφεσείοντα διότι ψηφίστηκαν μετά που ο τελευταίος είχε προχωρήσει με την καταχώριση καταλόγου εξόδων στο Ανώτατο Δικαστήριο.

 

         Ενόψει του ύψους του αξιούμενου ποσού η αγωγή εκδικάστηκε βάσει των προνοιών της διαδικασίας ταχείας εκδίκασης της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε). Αμφότεροι οι διάδικοι καταχώρισαν εγγράφως τη μαρτυρία τους. Για την πλευρά του Εφεσείοντος δόθηκε μαρτυρία από τον ίδιο ο οποίος αντεξετάστηκε από την πλευρά της Εφεσίβλητης ενώ για την πλευρά της τελευταίας δόθηκε μαρτυρία από την ίδια και τον Γ.Μ. οι οποίοι επίσης αντεξετάστηκαν από την πλευρά του Εφεσείοντος.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε με λεπτομέρεια τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και προχώρησε σε αξιολόγησή της. Έκρινε ότι η Εφεσίβλητη δεν είπε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι τόσο ο Εφεσείων όσο και ο Γ.Μ. δεν είπαν όλη την αλήθεια σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ως εκ τούτων δεν υπήρχε αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας μπορούσε να βασιστεί για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης. Υπέδειξε ότι ο Εφεσείων είχε το βάρος να αποδείξει τα γεγονότα που περιέχονται στην απαίτηση του αλλά και η Εφεσίβλητη είχε το βάρος να αποδείξει τον θετικό ισχυρισμό της ότι πλήρωσε στον Εφεσείοντα το ποσό των €2.600,00. Σημείωσε ότι παρέμενε προς εξέταση η θέση του Εφεσείοντος ότι, όπως και να έχουν τα πράγματα, με βάση την ειδική συμφωνία για διορισμό του δικαιούτο τα χρήματα που αξίωνε με την αγωγή και ότι αυτά τα χρήματα πράγματι του οφείλονταν.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αρμοδιότητα να επιληφθεί της διαφοράς παρά το γεγονός ότι δεν είχε προηγηθεί διαδικασία ψήφισης των εξόδων σε σχέση με τον κατάλογο εξόδων που δικογραφείτο στην Έκθεση Απαίτησης. Κατέληξε όμως ότι ο Εφεσείων δεν είχε αποδείξει την Απαίτηση του εφόσον δεν είχε προηγηθεί της καταχώρισης της αγωγής η διαδικασία της ψήφισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεξηγεί στις σελ. 23 και επόμενες το σκεπτικό της πιο πάνω κατάληξης του με ιδιαίτερη αναφορά στις κύριες πρόνοιες της Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε). Υπόμνησε ότι, παρά το γεγονός ότι η εφεσίβλητη δεν είχε προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία να αποδείξει ότι κατέβαλε στον Εφεσείοντα το ποσό των €2.600,00, ο Εφεσείων δεν μπόρεσε να πετύχει στην αξίωση του διότι δεν απέδειξε ότι απέστειλε τον λογαριασμό του στην Εφεσίβλητη και ότι αυτή αρνήθηκε ή παρέλειψε να τον πληρώσει. Υπόμνησε περαιτέρω ότι ο Εφεσείων απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιούτο το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων διότι δεν είχε προγενέστερα της καταχώρισης της αγωγής προβεί σε διαδικασία ψήφισης των εξόδων και δεν απέδειξε ότι απέστειλε στην Εφεσίβλητη κατάλογο εξόδων ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να αποταθεί στον Πρωτοκολλητή για ψήφιση των εξόδων. Πρόσθεσε ότι, ως είχε διαμορφωθεί η απαίτηση, στηριζόταν στην προϋπόθεση της ψήφισης των εξόδων ως αναγκαίο πραγματικό θεμέλιο για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το αξιούμενο ποσό νόμιμα οφειλόταν στον Εφεσείοντα και ότι ο τελευταίος δεν είχε αποδείξει την απαίτηση του.

 

         Ως εκ των ανωτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη της Αγωγής με έξοδα εναντίον του Εφεσείοντος.

 

         Ο Εφεσείων ο οποίος δεν έμεινε ικανοποιημένος από την πρωτόδικη απόφαση την προσβάλλει με 6 λόγους έφεσης.

 

         Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας το θέμα της κατ΄ ισχυρισμό πληρωμής από την Εφεσίβλητη προς τον Εφεσείοντα του ποσού €2.600,00 για εξόφληση της οφειλής της, προέβη σε λανθασμένη ή ελλιπή ή καθόλου αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας με αποτέλεσμα να καταλήξει ότι ο Εφεσείων δεν αποκλείεται να λέει την αλήθεια (σελ. 17 της απόφασης) και συγχρόνως στην ίδια σελίδα, να προβεί σε εύρημα ότι αυτός δεν είπε ψέματα με τελικό αποτέλεσμα να μην αποδεχθεί τη μαρτυρία αυτή. Λανθασμένα, σύμφωνα με τον Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι ο Εφεσείων είχε το βάρος απόδειξης ότι η Εφεσίβλητη δεν του κατέβαλε το αξιούμενο ποσό, αντί να αποφασίσει ότι αυτός είχε αποσείσει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του και η Εφεσίβλητη θα είχε το βάρος απόδειξης της εξόφλησης του. Προς υποστήριξη του λόγου, ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και χωρίς καμία εξήγηση ή αιτιολογία θεώρησε ότι ο ίδιος ενήργησε με αδιαφανή τρόπο χωρίς να εξειδικεύσει τον χαρακτηρισμό αυτό και λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής, κατέληξε, λανθασμένα, ότι δεν ήταν διατεθειμένο να στηριχθεί στα λεγόμενα του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Σκόπιμα και παράνομα το πρωτόδικο Δικαστήριο, σύμφωνα με τον Εφεσείοντα, αρνήθηκε να αξιολογήσει τη μαρτυρία του ή χρησιμοποίησε ασαφή στοιχεία προς τούτο. Υποστηρίζει επίσης ότι παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ανεπιφύλακτα τις σχετικές μαρτυρίες τόσο της Εφεσίβλητης όσο και του Γ.Μ. που σκοπό είχαν την απόδειξη της πληρωμής στον Εφεσείοντα του επίδικου ποσού, ταυτόχρονα αποφάσισε ότι ο Εφεσείων δεν απέδειξε ότι δεν έλαβε το ποσό αυτό. Υποστηρίζεται τέλος, ότι εφόσον η Εφεσίβλητη είχε παραδεχτεί την επίδικη οφειλή της προς τον Εφεσείοντα και ισχυρίζετο την εξόφληση της, είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της αυτών όμως η σχετική μαρτυρία της απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αναξιόπιστη.

 

         Ο λόγος αυτός έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναλύει τη μαρτυρία του Εφεσείοντος στις σελ. 5 έως 11 της απόφασης του και τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εφεσίβλητης στις σελ. 11 έως 14 αυτής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιέχεται στις σελ. 14 έως 22 της πρωτόδικης απόφασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτει με λεπτομέρεια όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, συμπεριλαμβανομένης της μαρτυρίας του Εφεσείοντος και προβαίνει σε αξιολόγηση της επί όλων των πτυχών της. Ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αρνήθηκε να αξιολογήσει τη μαρτυρία του Εφεσείοντος ή ότι χρησιμοποίησε ασαφή στοιχεία προς τούτο είναι εντελώς αβάσιμος ενώ η χρησιμοποίηση από μέρους του Εφεσείοντος των λέξεων «σκόπιμα» και «παράνομα» είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτη. Ότι αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο είναι πολύ σοβαρό και δεν μπορεί να εκτοξεύεται ελαφρά τη καρδία  με αστήρικτες δηλώσεις/κατηγορίες χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση. Όπως έχουμε τονίσει στη Θεοδότου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 294/2019, ημερ. 12.4.2024:

 

            «Αναμένουμε από δικηγόρους που εκπροσωπούν διαδίκους ενώπιον του Εφετείου, αλλά και ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου να σκέφτονται δυο και τρεις φορές αλλά και να ζυγίζουν τον λόγο τους προτού προβούν σε τέτοιες αναφορές και σε περίπτωση που το πράξουν, ο λόγος τους να είναι αιτιολογημένος και τεκμηριωμένος...»

 

         Οι πιο πάνω λέξεις υπονοούν προκατάληψη εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ιωάννης Σταυριανού, διαχειριστής της αποβιωσάσης Νίκης Στυλιανου-Σταυριανού κ.ά. ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολ. Έφ. Αρ. 295/2019, ημερ. 10.2.2026 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι:

 

            «…η αναφορά σε «προκατάληψη» του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι βαριά κατηγορία που όχι απλώς θίγει τον συγκεκριμένο δικαστή, αλλά «βάλλει» γενικότερα κατά της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της ακεραιότητας των λειτουργών της. Ισχυρισμοί για προκατάληψη δικαστή θα πρέπει να πλαισιώνονται με στοιχεία και να υποβάλλεται σχετική καταγγελία προς το αρμόδιο σώμα προς εξέταση - ήτοι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Η αβασάνιστη και ατεκμηρίωτη εκτόξευση κατηγορίας για «προκατάληψη» ώστε να προσβληθεί κατ' έφεση, δικαστική απόφαση που δεν αρέσει, με κάθε σεβασμό, αφήνει περισσότερο εκτεθειμένο τον κατήγορο, παρά τον πρωτόδικο Δικαστή.»

 

         Στη συγκεκριμένη περίπτωση η σχετική αναφορά είναι εντελώς αναιτιολόγητη και ατεκμηρίωτη.

 

         Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ. 17 της απόφασης αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσείοντος ότι αυτός «δεν είπε ψέματα» και ότι «Δεν αποκλείεται να λέει την αλήθεια». Οι φράσεις αυτές όμως δεν πρέπει να απομονώνονται από το σύνολο των αναφορών του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η εκδοχή που προέβαλε ο Εφεσείων ήταν ότι οι υπηρεσίες του έγιναν και οφείλονταν με βάση την ειδική συμφωνία που υπέγραψε η Εφεσίβλητη επί του διοριστήριου εγγράφου και ότι, παρόλο που αυτές οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής, η Εφεσίβλητη ουδέποτε πλήρωσε οτιδήποτε σ΄ αυτόν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προβλημάτισε το γεγονός ότι ενώ ο Εφεσείων ισχυριζόταν ότι το ποσό αυτό οφείλετο και οι χρεώσεις προέκυψαν για δικηγορικές υπηρεσίες που παρείχε στην Εφεσίβλητη κατά την περίοδο 2009-2010, ουδέποτε της απέστειλε λογαριασμό για υπηρεσίες κατά τον επίδικο χρόνο για να απαιτήσει την αμοιβή του. Επιπρόσθετα, ουδέποτε προχώρησε στη ψήφιση των εξόδων και προχώρησε απευθείας στην καταχώριση αγωγής εναντίον της Εφεσίβλητης το έτος 2017, δηλαδή επτά χρόνια μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγή και δυο χρόνια μετά την εκδίκαση και αποπεράτωση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση. Δεν ήταν ακόμα κατανοητό για το πρωτόδικο Δικαστήριο γιατί ο Εφεσείων χρέωσε την Εφεσίβλητη με το ποσό των €53,00 για την ετοιμασία καταλόγου εξόδων χωρίς να της αποστείλει τον λογαριασμό και χωρίς να έχει πρόθεση να προβεί στη ψήφιση των εξόδων. Πρόσθεσε ότι η συμπεριφορά του Εφεσείοντος δημιούργησε ερωτηματικά σε σχέση με το κίνητρο του να διεκδικήσει, μετά από επτά χρόνια, την οφειλή για υπηρεσίες με αγωγή αντί με ψήφιση εξόδων. Υπέδειξε ότι, ενώ για την πολιτική έφεση κινήθηκε αμέσως προς ψήφιση των εξόδων, σε ότι αφορά τα έξοδα της αγωγής δεν προέβη στην ίδια διαδικασία ώστε να δοθεί ευκαιρία στην Εφεσίβλητη να προβάλει τους ισχυρισμούς της σε σχέση με το θέμα των δυο δικηγόρων, το ύψος της αμοιβής ως η ειδική συμφωνία και τον ισχυρισμό της ότι η οφειλή έχει αποπληρωθεί.

 

         Ανέφερε περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός του Εφεσείοντος ότι εισέπραξε το ποσό των €1.000 από τον πατέρα της Εφεσίβλητης με επιταγή και ότι του ζήτησε το ποσό των €300,00 ο Γ.Μ. ως δανεικά δεν είναι πειστικός αφού αν αυτά τα χρήματα ήταν δανεικά θα ήταν κάτι που θα το έγραφε στη σημείωση που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α.

 

         Όσον αφορά τις πιο πάνω αναφερόμενες λέξεις παραθέτουμε αυτούσιες τις παραγράφους στις οποίες αυτές περιέχονται:

 

            «Από την άλλη δεν είπε ψέματα κατ' ανάγκη διότι ήταν φανερό ότι ήθελε να κρατήσει αρχείο αυτής της πληρωμής και αυτός ήταν ο λόγος που εξέδωσε προσωπική επιταγή προς τον [Γ.Μ.] και δεν του τα έδωσε σε μετρητά. Όμως αυτή η σημείωση επενεργεί και ως δίκοπο μαχαίρι για την αλήθεια της εκδοχής της εναγόμενης και του [Γ.Μ.] ότι του έδινε μετρητά χωρίς αυτός να καταγράψει σημείωση και απόδειξη παρόλο που τα μισά τα χρήματα τα απέδιδε κάθε φορά στον [Γ.Μ.] σε μετρητά. Εφόσον στην περίπτωση των 300.00 ο ενάγοντας πλήρωσε τον [Γ.Μ.] με δική του επιταγή για να έχει απόδειξη ότι του τα έδωσε αντί μετρητά γιατί στην περίπτωση των δόσεων 1000.00, 1000.00 και 600.00 ευρώ να μην έκανε το ίδιο ώστε να είναι κατοχυρωμένος ο ίδιος αλλά και η πελάτης του ότι η οφειλή του [Γ.Μ.] είχε τακτοποιηθεί.

 

            Ως προς τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε έλαβε το ποσό των 2600.00 σε μετρητά ήταν η θέση του ότι δεν θα έκανε κάτι τέτοιο μετά από 45 χρόνια δικηγορίας. Δεν αποκλείεται να λέει την αλήθεια αλλά με τον αδιαφανή τρόπο που έχει ενεργήσει και την καθυστερημένη καταχώρηση της αγωγής δημιουργούνται σκιές για την ειλικρίνεια του και έτσι ενόψει απουσίας χειροπιαστής μαρτυρίας περί του αντιθέτου δεν είμαι διατεθειμένη να στηριχθώ στα λεγόμενα του για την εξαγωγή συμπερασμάτων.»

(υπογράμμιση δική μας)

 

         Προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω ότι ουσιαστικά το Δικαστήριο δεν έκρινε αξιόπιστο τον Εφεσείοντα και δεν δέχτηκε τη μαρτυρία του. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε τα όσα έχουν λεχθεί στην Χ”Μάρκου ν. Widehorizon (Cap. Market) Ltd (2010) 1(A) A.A.Δ. 108:

 

            «Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στα συμπεράσματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, καθώς και η διαπίστωση των πρωτογενών γεγονότων, ανάγονται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο βρίσκεται σε προνομιακή θέση να εκτιμήσει τα θέματα τούτα. (Papadopoulos v. Stavrou (1982) 1 C.L.R. 321). Το Εφετείο δικαιολογείται να επεμβαίνει στις διαπιστώσεις αξιοπιστίας, μόνο εφόσον καταφαίνεται ότι εξ αντικειμένου αυτές είναι ανυπόστατες. (Καννάουρου κ.ά. v. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, 39). Περαιτέρω, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί επέμβαση του Εφετείου εκεί όπου οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη δοθείσα μαρτυρία, ή όπου τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το Δικαστήριο. (Βλ. επίσης Αυξεντίου v. Δίγκλη (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1367).»

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο λοιπόν προσέγγισε τη μαρτυρία του Εφεσείοντος με προσοχή και επιμέλεια και την εξέτασε στο σύνολο της. Δεν συμφωνούμε με τον Εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξειδίκευσε τον χαρακτηρισμό του ότι αυτός ενήργησε με αδιαφανή τρόπο. Αντίθετα τα όσα καταγράφουμε πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο πιο πάνω χαρακτηρισμός του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν εύλογος υπό τις περιστάσεις.

 

         Αυτού λεχθέντος θα πρέπει υπό μορφή παρένθεσης να υποδείξουμε ότι ο Δικαστικός λόγος απαιτεί ευκρίνεια και βεβαιότητα ως προς την κατάληξη τόσο σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων όσο και των υπόλοιπων πτυχών της υπόθεσης. Από τη στιγμή επομένως που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν πείστηκε σε σχέση με την εκδοχή του Εφεσείοντος και δεν τον έκρινε αξιόπιστο, αναφορές του τύπου ο Εφεσείων «δεν είπε ψέματα κατ’ ανάγκη» και «δεν αποκλείεται να λέει την αλήθεια» δεν μπορεί παρά να θεωρούνται ατυχείς (βλ. Ευθυμίου ν. Τταντής, Πολ. Έφ. Αρ. 90/2018, ημερ. 11.10.2024).

 

         Απ΄ εκεί και πέρα δεν συμμεριζόμαστε τη θέση του Εφεσείοντος ότι η Εφεσίβλητη είχε παραδεχτεί την οφειλή της προς αυτόν. Η Εφεσίβλητη στην Υπεράσπιση της (παρ. 5) αρνείται τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος στην παρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης όπου παραθέτει τις κατ΄ ισχυρισμό υπηρεσίες του προς την Εφεσίβλητη και το ύψος αυτών και τον καλεί σε αυστηρή απόδειξη τους ισχυριζόμενη ότι οποιεσδήποτε υπηρεσίες προσφέρθηκαν από τον Εφεσείοντα στο πλαίσιο της αγωγής προσφέρθηκαν μαζί με τον Γ.Μ. και έχουν εξοφληθεί πλήρως. Περαιτέρω, η Εφεσίβλητη στην παρ. 6 της Υπεράσπισης της αρνείται κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παρ. 6 της Έκθεσης Απαίτησης όπου ο Εφεσείων αναφέρει ότι αυτή δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του αξιούμενου ποσού των €2.560,88, χαρακτηρίζοντας το ως παντελώς αναληθές, απαράδεκτο και ανυπόστατο καλώντας και πάλι τον Εφεσείοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι εξόφλησε πλήρως και τους δυο δικηγόρους για τις υπηρεσίες που της πρόσφεραν σε σχέση με την αγωγή. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η Εφεσίβλητη δεν παραδέχθηκε στην Υπεράσπιση της την επίδικη οφειλή προς τον Εφεσείοντα. Αυτό που υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν ότι ο Εφεσείων είχε το βάρος να αποδείξει τα γεγονότα που περιέχονται στην απαίτηση του, βάρος που δεν κατάφερε να αποσείσει. Το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία της Εφεσίβλητης και του Γ.Μ. δεν σημαίνει ότι ο Εφεσείων απέδειξε την υπόθεση του.

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ ορθά αποφάσισε ότι είχε αρμοδιότητα να επιληφθεί της διαφοράς - αξίωσης του Εφεσείοντος σε σχέση με τον κατάλογο εξόδων όπως ήταν δικογραφημένος στην Έκθεση Απαίτησης, λανθασμένα κατέληξε ότι αυτός δεν απέδειξε την απαίτηση του εφόσον δεν είχε προηγηθεί της καταχώρισης της αγωγής διαδικασία ψήφισης των εξόδων (σελ. 23 και 36 της πρωτόδικης απόφασης).

 

         Ο λόγος αυτός έφεσης επίσης δεν μπορεί να επιτύχει.

 

         Στην Ιωαννίδης ν. Λοϊζίδου κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 187/2015, ημερ. 21.10.2021 λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία είναι απολύτως διαφωτιστικά:

 

            «Ο εφεσείων, με τους δύο λόγους έφεσης που παραθέτει στη σχετική ειδοποίηση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, διαφωνεί με την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου. Ουσιαστικά, εισηγείται ότι αυτό έπρεπε να είχε αποφασίσει το ίδιο, στο πλαίσιο της αγωγής, το εύλογο της αμοιβής του για τις δικαστηριακής φύσεως υπηρεσίες που προσέφερε στους εφεσίβλητους, στη βάση της μαρτυρίας που είχε θέσει ενώπιόν του με τη μονομερή αίτηση. Τούτο δε, καταλήγει, δικαιολογούσε την καταχώριση, από μέρους του, της αγωγής.

 

            Η πιο πάνω εισήγηση του εφεσείοντος δε βρίσκει σύμφωνο το Εφετείο.  Τα δικαστηριακά έξοδα δικηγόρου εναντίον πελάτη του ψηφίζονται από Πρωτοκολλητή του δικαστηρίου, στη βάση σχετικού αιτήματος, συνοδευομένου από κατάλογο εξόδων, τον οποίο ο δικηγόρος υποβάλλει για το σκοπό τούτο, δυνάμει της Δ.59, Κ. 3. Δεν υπάρχει, κατά το νόμο, δυνατότητα υπολογισμού τέτοιων εξόδων από τον ίδιο το δικηγόρο, τα οποία, στη συνεχεία, να διεκδικούνται από αυτό μέσω αγωγής. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να επιληφθεί της συγκεκριμένης αίτησης και, ορθώς, την απέρριψε. Τούτο κρίνει και την τύχη της παρούσας έφεσης.»

 

         Κατά την ακρόαση της έφεσης η πλευρά του Εφεσείοντος υποστήριξε ότι τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά στην υπόθεση Ιωαννίδης (ανωτέρω), με το σκεπτικό της οποίας συμφωνεί, λόγω του ότι στην παρούσα υπάρχει παραδοχή οφειλής εκ μέρους της Εφεσίβλητης. Όπως όμως έχουμε υποδείξει πιο πάνω η θέση της πλευράς του Εφεσείοντος περί παραδοχής της οφειλής εκ μέρους της Εφεσίβλητης στην Υπεράσπιση της είναι αβάσιμη.

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

         Η κατάληξη μας σε σχέση με τον δεύτερο λόγο έφεσης συμπαρασύρει τους λόγους έφεσης υπ΄ αρ. 3, 5 και 6 όπου προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έχει συμπλέξει το θέμα της απόδειξης της υπόθεσης του Εφεσείοντος με τις πρόνοιες της Δ.59, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε) καταλήγοντας επίσης λανθασμένα ότι ο Εφεσείων δεν είχε κατορθώσει να αποδείξει την απαίτηση του (τρίτος λόγος) ως επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα θεώρησε και χειρίστηκε την υπόθεση ως υπόθεση που αφορούσε διαφορά μεταξύ δικηγόρου-Εφεσείοντος και πελάτιδας-Εφεσίβλητης αναφορικά με το ύψος της αξίωσης-αμοιβής του Εφεσείοντος (πέμπτος λόγος). Τέλος ότι λανθασμένα απέρριψε την αξίωση του Εφεσείοντος με την αιτιολογία ότι αυτός απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιούται συγκεκριμένο ποσό χρημάτων λόγω του ότι δεν είχε προγενέστερα της καταχώρισης της αγωγής προβεί σε διαδικασία ψήφισης των εξόδων και δεν απέδειξε ότι απέστειλε στην Εφεσίβλητη κατάλογο εξόδων του ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να αποταθεί στον Πρωτοκολλητή για ψήφισή τους (έκτος λόγος).

 

         Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 3, 5 και 6 απορρίπτονται.

 

         Απομένει ο τέταρτος λόγος έφεσης όπου προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα προέβη σε εξέταση και έλαβε απόφαση επί θεμάτων τα οποία η Εφεσίβλητη έθεσε στο στάδιο των αγορεύσεων και τα οποία δεν είχαν προηγουμένως κατάλληλα δικογραφηθεί και δεν αποτελούσαν μέρος της Υπεράσπισης της. Το παράπονο του Εφεσείοντος εστιάζεται στην εισήγηση της Εφεσίβλητης μέσω της γραπτής αγόρευσης της κατά την πρωτόδικη διαδικασία ότι ο Εφεσείων όφειλε πρώτα να απευθυνθεί με αίτηση του στο Δικαστήριο που εκδίκασε την αγωγή για το θέμα που προέκυψε μεταξύ του ιδίου και της πελάτιδος του-Εφεσίβλητης προς επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς. Σύμφωνα με τον Εφεσείοντα το πρωτόδικο Δικαστήριο ενεργώντας με τον τρόπο αυτό λανθασμένα εξέτασε και διάγνωσε άλλη βάση υπεράσπισης από την δικογραφημένη υπεράσπιση της Εφεσίβλητης ως επίσης στέρησε από αυτόν την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του θέματος αυτού.

 

         Σύμφωνα περαιτέρω με τον Εφεσείοντα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να ασχοληθεί με τη σχετική εισήγηση του δικηγόρου της Εφεσίβλητης στο πλαίσιο των τελικών αγορεύσεων, αφού η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και αυτό ανεξάρτητα αν κατά την αντεξέταση του Εφεσείοντος τέθηκε σ΄ αυτόν η θέση αυτή.

 

         Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει.

 

         Σύμφωνα με τις αρχές που πηγάζουν από τη νομολογία τα επίδικα θέματα  περιορίζονται σ΄ εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις. Η δίκη διεξάγεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Καθητζιώτης v. Μέλιος & Παφίτης Λτδ (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 252, Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enter. Ltd κ.ά. (1997) 1(B) A.A.Δ. 814, Καζάκου v. Αβρααμίδου κ.ά. (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1626, Εταιρεία Bulk Oil AG v. Α.Η.Κ. κ.ά. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1277, και Τσαγγάρη v. Γαβριηλίδου κ.ά. (2003) 1(Α) Α.Α.Δ. 472).

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελ. 23 και επόμενες εξέτασε κατά πόσο είχε την αρμοδιότητα να επιλύσει τη διαφορά ενόψει του γεγονότος ότι δεν είχε προηγηθεί η διαδικασία ψήφισης εξόδων και αφού έδωσε θετική απάντηση στο ερώτημα αυτό προχώρησε να εξετάσει κατά πόσο ο Εφεσείων είχε αποδείξει την απαίτηση του. Κατέληξε ότι ο Εφεσείων δεν απέδειξε την απαίτηση του εφόσον δεν είχε προηγηθεί της καταχώρισης της αγωγής η διαδικασία της ψήφισης. Δηλαδή, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε να αποφασίσει το κύριο επίδικο θέμα, που ήταν το θέμα των δικηγορικών εξόδων μεταξύ του Εφεσείοντος και της Εφεσίβλητης, κάτι που αποτελούσε καθήκον του. Όπως έχει νομολογηθεί αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου η διατύπωση δικαστικής κρίσης σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. Βασιλείου κ.ά. ν. Μενελάου κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 1125 και Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 555). Η έννοια της δικαστικής απόφασης είναι συνυφασμένη με την αποστολή της δικαστικής λειτουργίας για την επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Έκδοση 2014, σελ. 143, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389 και Βαττής ν. Αυξεντίου κ.ά. (Αρ. 1) (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 68).

 

         Περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε την υποχρέωση να εξετάσει και αξιολογήσει την επάρκεια και αξιοπιστία της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από την πλευρά του Εφεσείοντος, δηλαδή εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του ήταν αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. Αυτή η υποχρέωση υπάρχει ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα, κάτι βέβαια που δεν συνέβαινε στην παρούσα περίπτωση (βλ. Wynne v. Mavronicola (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1138 και Τράπεζα Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.ά. (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 829, Δρ. Χρίστου Φ. Κληρίδη, Κυπριακό Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2018, σελ. 205-206, 231).

 

         Η πλευρά της Εφεσίβλητης δεν εισήγαγε μαρτυρία μέσω της τελικής της αγόρευσης αλλά έθεσε τη θέση της σε σχέση με την απαίτηση του Εφεσείοντος.

 

         Το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε της καταχώρισης της αγωγής η διαδικασία της ψήφισης αποτελούσε εύλογο και αβίαστο συμπέρασμα το οποίο προέκυπτε από τη δοθείσα μαρτυρία. Επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ενήργησε λανθασμένα λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό κατά την εξέταση της απαίτησης του Εφεσείοντος.

 

         Με βάση τα πιο πάνω ο τέταρτος λόγος έφεσης επίσης απορρίπτεται.

 

         Συνεπεία των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με €1.900,00 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Εφεσίβλητης και σε βάρος του Εφεσείοντος.

 

 

 

                                                                        ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.

 

 

                                                                        Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                        Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο