ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ZAKARIA QASSOUM κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 86/2023, 14/5/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ZAKARIA QASSOUM κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 86/2023, 14/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 86/2023)

 

14 Μαΐου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ

Εφεσείων

v.

1.     ZAKARIA QASSOUM

2.     EYAD AL DAYOUB

Εφεσιβλήτων

--------------------

 

Π. Βαρνάβα, για Γενικόν Εισαγγελέα, για Εφεσείοντα

Μ. Αρμεύτης, για Εφεσίβλητους

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Με δύο λόγους έφεσης ο Εφεσείων Γενικός Εισαγγελέας προσβάλλει την απόφαση του Κακουργοδικείου Λεμεσού ημερ. 29.3.23, με την οποία αθώωσε αφενός τον Εφεσίβλητο 1 στις κατηγορίες 1 και 9 και αφετέρου τον Εφεσίβλητο 2 στις κατηγορίες 1, 6, 7, 8 και 9. Οι Εφεσίβλητοι ήταν αντίστοιχα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και αντιμετώπιζαν, από κοινού με την Κατηγορούμενη 3, συνολικά δέκα κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν:

 

·          Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (Κατηγορία 1)

·          Κατοχή τριών αθλητικών πιστολιών χωρίς άδεια (Κατηγορίες 2, 3,   4)

·          Κατοχή 128 φυσιγγίων χωρίς άδεια (Κατηγορία 5)

·          Κατοχή 1164,15 γρ. μεθαμφεταμίνης, ήτοι ναρκωτικών Τάξεως Α και κατοχή τους επί σκοπώ προμήθειας (Κατηγορίες 6, 7)

·          Κατοχή 5,54 γρ. κοκαΐνης, ήτοι ναρκωτικών Τάξεως Α (Κατηγορία 8)

·          Νομιμοποίηση εσόδων ύψους €71.500 προερχόμενων από παράνομες δραστηριότητες (Κατηγορία 9)

·          Παράνομη κατοχή μοτοσυκλέτας (Κατηγορία 11).

 

Ο Εφεσίβλητος 2 αντιμετώπιζε μόνος και την Κατηγορία 10, που αφορούσε παράνομη κατοχή δύο αυτοκινήτων («το ΒΜW» και «το RANGE ROVER»).

 

Ο Εφεσίβλητος 1 αρνήθηκε μόνο τις Κατηγορίες 1 και 9 ενώ παραδέχθηκε τις Κατηγορίες 2 έως 8 και την Κατηγορία 11. Ο Εφεσίβλητος 2 και η Κατηγορούμενη 3 αρνήθηκαν όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζαν. Με την ίδια απόφαση ο μεν Εφεσίβλητος 2 αθωώθηκε σε όλες τις κατηγορίες, ενώ η Κατηγορούμενη 3 καταδικάστηκε μόνο στις Κατηγορίες 2 και 3 (που αφορούσαν τα δύο αθλητικά πιστόλια) και αθωώθηκε σε όλες τις υπόλοιπες. Η έφεση δεν αφορά την ίδια αλλά εξ ανάγκης, για σκοπούς κατανόησης και συνοχής των γεγονότων, γίνεται αναφορά και σε αυτή. Κατά τον ίδιο τρόπο γίνεται αναφορά και σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο καταζητείται, χωρίς ασφαλώς να προδικάζεται οτιδήποτε εν σχέσει με τη δική του εμπλοκή ή ενοχή.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου οι τρεις κατηγορούμενοι κατά τα έτη 2020 και 2021 συμμετείχαν σε εγκληματική οργάνωση και στις 16.6.21, παρανόμως, αφενός κατείχαν τα προαναφερθέντα πιστόλια, φυσίγγια, ναρκωτικά και μοτοσυκλέτα και αφετέρου νομιμοποίησαν ποσόν €71.500, εν γνώσει τους ότι αυτό αποτελούσε έσοδα από τη συμμετοχή τους στην εγκληματική οργάνωση, καθώς και από τα γενεσιουργά αδικήματα των Κατηγοριών 2 έως 8, ο δε Εφεσίβλητος 2 κατείχε παρανόμως και τα δύο αναφερθέντα αυτοκίνητα.

 

Προς απόδειξη της υπόθεσης κλήθηκαν επτά μέλη της Αστυνομίας ως μάρτυρες. Από πλευράς κατηγορουμένων, μετά την κλήση τους σε απολογία, ο Εφεσίβλητος 1 άσκησε το δικαίωμα σιωπής χωρίς να καλέσει μάρτυρες, ο Εφεσίβλητος 2 προέβη σε δήλωση ανωμοτί, καλώντας τρεις μάρτυρες και η Κατηγορούμενη 3 προέβη επίσης σε δήλωση ανωμοτί, χωρίς επίσης να καλέσει μάρτυρες. Συνολικά κατατέθηκαν 68 τεκμήρια, καθώς και κείμενο εγκριθέντων παραδεκτών γεγονότων ως Τεκμήριο Α.

 

Συνάγεται από τα παραδεκτά γεγονότα ότι η ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης άρχισε στις 16.6.21, μετά από συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση και εκτέλεση ενταλμάτων έρευνας στις οικίες, υποστατικά και οχήματα των Εφεσιβλήτων 1, 2, καθώς και στην οικία της Κατηγορουμένης 3. Από εκείνη την ημέρα καταζητείται και τρίτο πρόσωπο, ο Bahaa Aldin Aldayoub (εφεξής «ο Bahaa»), ο οποίος είναι αδελφός του Εφεσίβλητου 2, φίλος του Εφεσίβλητου 1 και ο οποίος διατηρούσε δεσμό με την Κατηγορουμένη 3. 

 

Όσον αφορά τον Εφεσίβλητο 1, εντός της οικίας του εντοπίστηκαν τρία σακουλάκια με μεθαμφεταμίνη (17,99 γρ., 11,08 γρ. 2,52 γρ.). Εξωτερικά της οικίας του εντοπίστηκε, θαμμένο στο έδαφος ένα αθλητικό πιστόλι και 128 πλήρη φυσίγγια (9 mm) πυροβόλου όπλου. Εντός του αυτοκινήτου του εντοπίστηκε μια μεταλλική πινακίδα εγγραφής ΚΑΧ463, που ανήκει σε μοτοσυκλέτα η οποία την ίδια μέρα εντοπίστηκε έξω από την οικία του Εφεσίβλητου 2.

     

Σε σχέση με τον Εφεσίβλητο 2, εντοπίστηκαν έξω από την οικία του, σταθμευμένα, τα δύο αυτοκίνητα (ΒΜW και Range Rover), καθώς και η προαναφερθείσα μοτοσυκλέτα χωρίς πινακίδες εγγραφής. Εντός της οικίας εντοπίστηκαν (i) σε τσέπη παντελονιού του το ποσό των €3.400, (ii) σε τσαντάκι ώμου το ποσό των €68.100, (iii) στο σαλόνι, το κλειδί της πιο πάνω μοτοσυκλέτας και (iv) στην αυλή, σε τέσσερα διαφορετικά σημεία κάτω από πλαστικό χλοοτάπητα εντοπίστηκαν οκτώ συσκευασίες που περιείχαν μεθαμφεταμίνη και κοκαΐνη, ένα κουταλάκι για μέτρηση και δύο ζυγαριές ακριβείας.

 

Κατά την έρευνα στην οικία της Κατηγορούμενης 3 εντοπίστηκαν στο υπνοδωμάτιο της δύο αθλητικά πιστόλια. Η ίδια ανέφερε στην κατάθεση της ότι τα είχε φέρει εκεί, προ ενός έως δύο μηνών, ο καταζητούμενος Bahaa, με τον οποίο διατηρούσε δεσμό τα τελευταία τρεισήμισι χρόνια. Αργότερα διαπιστώθηκε επιστημονικά ότι τόσο για αυτά τα δύο πιστόλια όσο και για το άλλο, που εντοπίστηκε στον εξωτερικό χώρο της οικίας του Εφεσίβλητου 1, είχε προηγηθεί προσπάθεια τροποποίησης στις κάννες τους, με σκοπό να μπορούν να πυροβολήσουν πλήρη φυσίγγια, πλην όμως χωρίς επιτυχία.

 

Κατά τις προαναφερθείσες τρεις έρευνες εντοπίστηκαν συνολικά 1164,15 γρ. μεθαμφεταμίνης και 5,54 γρ. κοκαΐνης. Σε όλα τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στις εν λόγω έρευνες υπήρχε γενετικό υλικό του Εφεσίβλητου 1. Συνιστούσε επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο Μ.6 επί του κατηγορητηρίου και ο Μ.Υ.3 αγόραζαν ναρκωτικά (μεθαμφεταμίνη) από τον Εφεσίβλητο 1, ο δε Μ.Υ.3 έτυχε να αγοράσει και από τον καταζητούμενο Bahaa, για τον οποίο αντιλήφθηκε πως ήταν ο «μάστρος» του (Εφεσίβλητου 1).

 

Στην εκτενή ανωμοτί δήλωση του ο Εφεσίβλητος 2 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι δεν ασχολήθηκε ποτέ με ναρκωτικά, ότι δεν υπήρξε μέλος εγκληματικής ομάδας, ότι δεν είχε ποτέ όπλα ή πυρομαχικά, ότι τα χρήματα που βρέθηκαν προέρχονταν από τη δουλειά του και ότι η μόνη σχέση που είχε με τα οχήματα είναι ότι ήταν ιδιοκτήτης του Range Rover, το οποίο και, ως είναι δεκτό, πράγματι τού επέστρεψε η Αστυνομία.  

 

Στη δική της ανωμοτί δήλωση η Κατηγορούμενη 3 ανέφερε πως είχε πει στον φίλο της, τον Bahaa, να απομακρύνει τα αντικείμενα που εκείνος είχε φέρει στο σπίτι της και η ίδια πίστευε πως εκείνος το έπραξε, οπότε δεν είχε γνώση για την ύπαρξη τους στο υπνοδωμάτιο της.

 

Αξιολογώντας τους μάρτυρες το Κακουργοδικείο έκρινε ως αξιόπιστους τους Μ.Κ.1 έως Μ.Κ.7, καθώς και τον Μ.Υ.3, ενώ απέρριψε αφενός στην ολότητα της τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και αφετέρου από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 τη θέση ότι το ανευρεθέν, στην κατοχή του Εφεσίβλητου 2, ποσόν των €71.500 προερχόταν από την επιχειρηματική δράση, ήτοι την εταιρεία και την εργασία του Εφεσίβλητου 2.

 

Από τις γραπτές καταθέσεις του Εφεσίβλητου 1 έγινε δεκτό ότι αυτός γνωρίζει τον Bahaa, καθώς και τον αδελφό του, τον Εφεσίβλητο 2, αφού τον τελευταίο ενάμιση μήνα που διέμενε με τον Bahaa, έμενε μαζί τους και ο Εφεσίβλητος 2.

 

Από τα όσα προέβαλε ανωμοτί ο Εφεσίβλητος 2, το Κακουργοδικείο απέρριψε τη θέση του ότι το ευρεθέν στην κατοχή του ποσό των €71.500 προερχόταν από τις εμπορικές του δραστηριότητες. Δέχθηκε τη θέση του ότι ο Εφεσίβλητος 1 και ο Bahaa, διέμεναν στο δικό του σπίτι για κάποιο χρονικό διάστημα. Παρομοίως δέχθηκε και τη θέση του ότι κάποια μέρα, ενόσω ο ίδιος ήταν στο σπίτι του, ήρθε κάποιος άγνωστος του και τού ζήτησε ναρκωτικά, πλην όμως θύμωσε και τον έδιωξε, λέγοντας του ότι δεν υπάρχουν ναρκωτικά και να μην ξαναέρθει. Πρόκειται για θέση την οποία προέβαλε και ο Μ.Υ.3 ενόρκως, ο οποίος, ως έχει λεχθεί, κρίθηκε επίσης αξιόπιστος.

 

Από την ανωμοτί δήλωση της Κατηγορούμενης 3 και τις γραπτές καταθέσεις της, το Κακουργοδικείο δέχθηκε ότι στην οικία της διαμένει η ίδια με την ανήλικη θυγατέρα της και τη μητέρα της, καθώς και ότι έτυχε να κοιμηθεί κάποιες φορές εκεί και ο Bahaa, ο οποίος είναι και το πρόσωπο που έβαλε τα δύο πιστόλια στην κρυψώνα, η δε ίδια τα είχε δει και γνώριζε ότι αυτά ήταν χρώματος μαύρου. Το Κακουργοδικείο δεν έδωσε όμως βαρύτητα στις αναφορές της ότι νόμιζε πως ο Bahaa τα έπιασε και τα απομάκρυνε από εκεί. Τέλος, δεκτές ήταν οι θέσεις της αφενός ότι και η ίδια κάποιες φορές διέμενε με τον Bahaa στο σπίτι του Εφεσίβλητου 2 και αφετέρου ότι ο Bahaa τους τελευταίους δύο μήνες διακινείτο με ένα μαύρο αυτοκίνητο μάρκας BMW.

 

Στη συνέχεια το Κακουργοδικείο, αφού κατέγραψε λεπτομερέστερα τα ευρήματα του, εξέτασε κατά πόσον είχαν στοιχειοθετηθεί τα αδικήματα. Το έπραξε πρώτα για τον Εφεσίβλητο 2, για τον οποίο σημείωσε ότι τα μόνα στοιχεία ήταν τα ανευρεθέντα στην αυλή του ναρκωτικά και άλλα αντικείμενα, πλην όμως κατέληξε ότι «εγείρονται εύλογες αμφιβολίες αναφορικά με τη γνώση του» ενώ για τα χρήματα είπε πως από την αποδεκτή μαρτυρία δεν θα μπορούσε να βρει με βεβαιότητα ότι αυτά «προέρχονται από τη διάπραξη συγκεκριμένου τύπου ποινικό αδίκημα (sic)», ακόμα και με τη διαπίστωση ότι η κατοχή των μετρητών δεν ήταν δικαιολογημένη.

 

Παρομοίως για την Κατηγορούμενη 3 κρίθηκε πως είχε γνώση μόνο για τα δύο πιστόλια στο υπνοδωμάτιο της αλλά όχι για άλλα τεκμήρια της υπόθεσης. Για την ανεύρεση γενετικού υλικού του Εφεσίβλητου 1 στα δύο πιστόλια και την προκύπτουσα εμπλοκή του καταζητούμενου Bahaa (φίλου της) σε αυτά, λέχθηκε πως δεν σημαίνει ότι τεκμηριώνεται η κατηγορία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την προηγηθείσα παράθεση της νομικής πτυχής του εν λόγω αδικήματος.

 

Τέλος, εξετάστηκε για τον Εφεσίβλητο 1 πρώτα το αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων (Κατηγορία 9). Λέχθηκε πως δεν προκύπτει να συσχετίζονται τα χρήματα με τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος από τον Εφεσίβλητο 1, ο ίδιος δεν ήταν κάτοχος τους ή παρών κατά την κατάσχεση τους. Ούτε συσχετίζονται με τη διάπραξη αδικήματος από τον Εφεσίβλητο 2 ή άλλο πρόσωπο.

 

Αναφορικά με το αδίκημα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση το Κακουργοδικείο σημείωσε αφενός τα ευρήματα περί φιλίας του Εφεσίβλητου 1 με τον Bahaa και περί γνωριμίας του Εφεσίβλητου 1 με τον Εφεσίβλητο 2, καθώς και με την Κατηγορούμενη 3, ως τη φίλη του Bahaa και αφετέρου την παραδοχή του Εφεσίβλητου 1 στην κατοχή των πιστολιών για τα οποία κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη 3, κατοχή στην οποία εμπλέκεται και ο Bahaa, ο οποίος διασυνδέεται με τον Εφεσίβλητο 1 στη διακίνηση ναρκωτικών. Κατέληξε όμως πως όλα αυτά δεν καταδεικνύουν άνευ άλλου ότι ο Εφεσίβλητος 1 συμμετείχε σε εγκληματική οργάνωση. Ειδικότερα ανέφερε ότι:

 

«Δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 1, ο καταζητούμενος και κατηγορούμενη αρ. 3, μεταξύ τους, αποτελούσαν διαρθρωμένη ομάδα προσώπων, δηλαδή, ένα σύνολο ατόμων που συνδέονταν με κοινές πεποιθήσεις και δρούσαν για την πραγμάτωση των ίδιων στόχων, και η οποία ήταν δομημένη και τα επιμέρους μέλη της συνδεδεμένα κατά τρόπο ώστε να είναι εύρυθμη και λειτουργική, σε ότι (sic) αφορούσε την διάπραξη ποινικών αδικημάτων (για τα οποία μάλιστα από τον Νόμο προνοείται ποινή φυλάκισης για τουλάχιστον τριών χρόνων). Η προαναφερόμενη διαπιστωθείσα από το Δικαστήριο σχέση των Κατηγορουμένων αρ. 1, του καταζητούμενου και της κατηγορούμενης αρ. 3, στο σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης, δεν δικαιολογεί, και μάλιστα με βεβαιότητα, εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1, ο καταζητούμενος και η κατηγορούμενη αρ. 3 ήταν μέλη εγκληματικής οργάνωσης».

 

 

Παραδεκτότητα Έφεσης κατά Αθώωσης

 

Είναι καλώς νομολογημένο πως μια ποινική έφεση εξετάζεται μόνο στη βάση των λόγων έφεσης που διατυπώνονται στο εφετήριο (Μενελάου ν. Αστυνομία (2004) 2 Α.Α.Δ. 450, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 736, Χατζηαντώνη ν. Δήμου Πέγειας   (2013) 2 Α.Α.Δ. 307). Στην παρούσα περίπτωση οι δύο λόγοι έφεσης είναι ταυτόσημοι υπό την έννοια ότι με τον καθένα εξ αυτών προβάλλεται πως «[Τ]ο Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο πλημμελώς επί των πραγματικών γεγονότων». Πρόκειται για αναπαραγωγή του Άρθρου 137(1)(α)(iii) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και δη ενός από τους προβλεπόμενους λόγους, για τους οποίους ο Γενικός Εισαγγελέας δύναται να ασκήσει έφεση κατά αθωωτικής απόφασης. Βέβαια, ορθότερο είναι όπως εξειδικεύεται σε αυτό το σημείο του εφετηρίου ο κάθε λόγος και όχι να περιορίζονται όλοι οι λόγοι σε ταυτόσημη αντιγραφή από τον Νόμο αλλά δεν θα εμμείνουμε σε αυτό το θέμα, δεδομένου ότι οι προωθούμενοι λόγοι είναι διακριτοί από τα καταγραφόμενα σε μεταγενέστερο σημείο στο εφετήριο.

 

Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να συμφωνήσουμε πως η αναπαραγωγή, ως ανωτέρω, του λεκτικού από τον Νόμο, δεν εξυπακούει εκ προοιμίου ότι η παρούσα έφεση εντάσσεται στις περιπτώσεις στις οποίες ο Γενικός Εισαγγελέας δύναται να ασκήσει έφεση κατά αθωωτικής απόφασης. Σημειώνεται δε πως από πλευράς Εφεσιβλήτων εγείρεται επί τούτου προδικαστική ένσταση, ουσιαστικά για την παραδεκτότητα της έφεσης. Ισχυρίζονται συγκεκριμένα ότι αν και λεκτικώς τίθενται υπό τον μανδύα του Άρθρου 137(1)(α)(iii), εντούτοις «η αιτιολογία και τα επιχειρήματα […] δεν δικαιολογούν την ένταξη της περίπτωσης στο εδάφιο αυτό, εξ ου και η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς την εξέταση της ουσίας της». Προσθέτουν δε, οι Εφεσίβλητοι, ότι εκείνο το οποίο προσβάλλεται είναι η αξιολόγηση της μαρτυρίας, γεγονός που, κατά την εισήγηση, θέτει εκτός δικαιοδοτικού πλαισίου του Άρθρου 137 την έφεση.

  

Το νεοσυσταθέν Εφετείο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με παρόμοια εισήγηση, μεταξύ άλλων, τόσο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ, 214/2021, ημερ 20.12.23 όσο και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριακίδη κ.ά., Ποιν. Έφ. 256/22 κ.ά., ημερ. 27.2.25. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε ιδιαίτερα και ούτε εξυπηρετεί σε οτιδήποτε η ακριβής επανάληψη των εκεί λεχθέντων. Τονίζουμε μόνον ότι το δικαίωμα έφεσης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, αποκλειομένης της άσκησης έφεσης κατά της αξιολόγησης μαρτυρίας ή κατά οποιουδήποτε θέματος συναφούς προς την αξιολόγηση, όπως αποκλείεται και η προσβολή ευρημάτων του Δικαστηρίου επί των γεγονότων, εκτός των περιπτώσεων που ρητώς καθορίζονται στην κατωτέρω νομολογία.   

 

Ως προς το νόημα του όρου «γεγονότα», στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωφρονίου (2000) 2 Α.Α.Δ. 151, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η παράγραφος (ιιι) του Άρθρου 137(1)(α) παρέχει δικαίωμα έφεσης οποτεδήποτε οι σχετικές διατάξεις του νόμου τυγχάνουν εσφαλμένης εφαρμογής στα γεγονότα της υπόθεσης. Τα γεγονότα είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν τα ευρήματα του δικαστηρίου.  Ο όρος «γεγονότα» (facts) αντιδιαστέλλεται, στο πλαίσιο του Άρθρου 137(1)(α), προς τον όρο «μαρτυρία» (evidence)· υποδηλώνει δε παραδεκτά γεγονότα, ή γεγονότα τα οποία διαπιστώνει το δικαστήριο ως υπαρκτά». 

 

Σε σχέση με τον όρο «νομικό σημείο», κρίνουμε καθοδηγητικά από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.ά. (2010) 2 Α.Α.Δ. 94 (πλειοψηφία), τα εξής:

 

«Προσεγγίζουμε εδώ τον όρο «νομικό σημείο»,  όπως ακριβώς τον βρίσκουμε στη νομολογία μας κατά την αναφορά στο Άρθρο 137(1)(α), έχοντας υπόψη και τα εν γένει νομολογηθέντα ως προς το τι μπορεί να περιλαμβάνει αυτός ο όρος. Δεν υπάρχει εξαντλητικός ορισμός αλλά είναι στοιχειώδες πως δεν περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου  επί των γεγονότων, εκτός αν, όπως εξηγήθηκε, αυτές προκύπτουν από λανθασμένη καθοδήγηση ως προς το νόμο. Έπεται πως η απόφανση προϋποθέτει δοσμένη κατάσταση πραγμάτων αλλά δεν προϋποθέτει πάντοτε και κάποια ιδιαίτερη νομοθετική διάταξη με ζητούμενο το κατά πόσο αυτά τα γεγονότα καλύπτονται ή όχι από αυτή. Είναι ευρύτερη η έννοια του όρου και περιλαμβάνει, όπως ρητά αναγνωρίστηκε σε σειρά υποθέσεων, την εξαγωγή συμπερασμάτων που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με τη μαρτυρία που προσάχθηκε ή ακόμα και άποψη πάνω στα πρωτογενή γεγονότα που δεν μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί αλλά και, ειδικότερα, εκτίμηση περί της αποτυχίας απόσεισης του βάρους απόδειξης στη βάση των διαπιστωνόμενων γεγονότων».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

(βλ. και Corina Snacks Ltd ν. Ορφανίδη, Ποιν. Έφ. 212/15, ημερ. 29.5.18).

 

Όσον αφορά την παρούσα έφεση, έχοντας υπ’ όψιν τις πιο πάνω αρχές, καθώς και την παρατεθείσα αιτιολογία, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την εισήγηση των Εφεσιβλήτων.

 

Με τον λόγο έφεσης 1 ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν οι νομολογιακές αρχές εν σχέσει με την περιστατική μαρτυρία. Ο ισχυρισμός εξειδικεύεται στο ότι το Κακουργοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα του, ήτοι ότι ο Εφεσίβλητος 2 δεν είχε γνώση και κατοχή των ναρκωτικών, επειδή δεν αποτίμησε σωρευτικά το σύνολο της περιστατικής μαρτυρίας η οποία ήταν ενώπιον του βάσει των ευρημάτων του. Ο Εφεσείων, αφού εξειδικεύει την περιστατική μαρτυρία την οποία επικαλείται, καταλήγει πως το Κακουργοδικείο κατέληξε λανθασμένα ότι προέκυπτε μόνο σχέση μεταξύ του Εφεσίβλητου 1 με τον Εφεσίβλητο 2 και τον Bahaa αλλά δεν προέκυπτε μαρτυρία σύνδεσης του Εφεσίβλητου 2 με τις εγκληματικές πράξεις των εν λόγω προσώπων, συμπέρασμα το οποίο συγκρούεται με το σύνολο της μαρτυρίας που είχε το ίδιο το Κακουργοδικείο αποδεχθεί. Κατά τον Εφεσείοντα, η σωρευτική εκτίμηση της εν λόγω (αποδεκτής) μαρτυρίας θα οδηγούσε σε συμπέρασμα ενοχής των Εφεσιβλήτων για τις κατηγορίες που αφορά η έφεση.

 

Με τον λόγο έφεσης 2 ο Εφεσείων παραπονείται για το ότι το Κακουργοδικείο, κατά παράβαση των νομολογιακών αρχών, παρέλειψε να αποτιμήσει ψεύδος του Εφεσίβλητου 2. Αναφέρεται στον ισχυρισμό του Εφεσίβλητου 2 στην κατάθεση του, περί του ότι το ποσόν των €71.500 προήλθε από τον μεγάλο κύκλο εργασιών της εταιρείας του, από πώληση αυτοκινήτου και από δανεισμό. Κατά τον Εφεσείοντα, αφού έγινε δεκτό ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα τότε συνιστούσαν ψεύδη και βάσει της νομολογίας έπρεπε να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του, ενώ δεν κρίθηκε ως τέτοια.      

 

Όπως αναφέραμε, δεν συμφωνούμε με την προδικαστική ένσταση των Εφεσιβλήτων. Κατά τη δική μας κρίση, η εξέταση όλων των θέσεων του Εφεσείοντος, καταδεικνύει ότι σε κανένα σημείο δεν επιδιώκεται είτε η επέμβαση στην πρωτόδικη αξιολόγηση μαρτυρίας είτε η διαφοροποίηση πρωτόδικων ευρημάτων επί γεγονότων. Αντιθέτως, διαπιστώνουμε ότι είναι στη βάση της γενόμενης αξιολόγησης που ζητείται ο έλεγχος τόσο της εφαρμογής των νομικών αρχών όσο και της πρωτόδικης εκτίμησης περί αποτυχίας απόδειξης των συγκεκριμένων κατηγοριών στη βάση των πρωτόδικων ευρημάτων. Ο έλεγχος αυτός καλύπτεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 137(1)(α)(iii). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου (Αρ. 1) (2017) 2(Β) Α.Α.Δ. 99, το κατά πόσον η όλη περιστατική μαρτυρία τεκμηριώνει την ενοχή του κατηγορούμενου είναι ζήτημα το οποίο εμπίπτει βεβαίως στα όρια του Άρθρου 137.

 

Λόγοι Έφεσης - Ψεύδη Κατηγορουμένου - Περιστατική Μαρτυρία

 

Έχουμε ήδη αναφερθεί στην ουσία του κάθε λόγου έφεσης. Σε σχέση με τον λόγο έφεσης 1 αναφέραμε ότι ο Εφεσείων εξειδικεύει την περιστατική μαρτυρία την οποία επικαλείται, ως ικανή να καταδείξει γνώση του Εφεσίβλητου 2 για τα ναρκωτικά και κατ’ επέκταση σύνδεση του με τις πράξεις του Εφεσίβλητου 1 και του καταζητούμενου Bahaa. Ο Εφεσείων προωθεί τη θέση ότι «δεδομένης της ενοχής» του Εφεσίβλητου 2 «στο αδίκημα τουλάχιστον των ναρκωτικών ουσιών που εντοπίστηκαν στην οικία του» και της σχέσης του με τον καταζητούμενο αδελφό του, καθώς και τον Εφεσίβλητο 1, τότε υφίστανται τα τρία άτομα που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση. Κατά τον Εφεσείοντα, άμεσο συνεπακόλουθο αυτού θα είναι και η ενοχή των δύο Εφεσιβλήτων στο αδίκημα της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων.

 

Θα πρέπει να τονίσουμε πως, όπως συνάγεται από τα πιο πάνω, ο Εφεσείων πρωτίστως επικεντρώνεται στην ανατροπή της απόφασης για τον Εφεσίβλητο 2. Βασικό του επιχείρημα, καθώς και στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας, το οποίο επικαλείται, είναι ότι το ποσό των €71.500, που ανευρέθη στην κατοχή του, δεν αποτελεί έσοδο από τις εργασίες του ή από δανεισμό ή από πώληση αυτοκινήτου, οπότε «το μόνο εύλογο συμπέρασμα είναι ότι αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες» (βλ. αιτιολογία 1ου λόγου). Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία τα οποία επικαλείται ως περιστατική μαρτυρία. Πέραν του ως άνω στοιχείου, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης 1, ο Εφεσείων παραθέτει σειρά άλλων 11 στοιχείων, τα οποία εκλαμβάνει ως περιστατική μαρτυρία, η οποία κατά την εισήγηση, θα έπρεπε να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι ο Εφεσίβλητος 2 είχε γνώση και κατοχή των ναρκωτικών.

 

Υπενθυμίζουμε εδώ ότι ο γενικός κανόνας εν σχέσει με την περιστατική μαρτυρία είναι πως «δεν πρέπει να συγχέεται με τις περιστάσεις του επίδικου συμβάντος γενικώς» (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης, 2014, σ. 554). Όπως συναφώς έχει τονιστεί στην Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 102:

 

«Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν.  Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172).

Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του».  

 

Δεν είναι λοιπόν κάθε επιμέρους περίσταση ή περιστατικό της υπόθεσης που δύναται να λειτουργήσει ως περιστατική μαρτυρία. Η προσοχή κάθε φορά εστιάζεται σε συγκεκριμένο κατηγορούμενο και εντός αυτού του πλαισίου είναι που εξετάζεται κατά πόσον υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία σωρευτικά σφραγίζουν τη δική του ενοχή. Όπως χαρακτηριστικά έχει τονιστεί στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 260 το εκδικάζον Δικαστήριο πρέπει «… να αναφέρει με καθαρότητα και ένα προς ένα τα αποδεικτικά στοιχεία που βρήκε ότι συνιστούσαν κρίκους περιστατικής μαρτυρίας και να τα συνδέει με τη σειρά σε αλυσίδα που τελικά να δένει τον εφεσείοντα ως το δράστη του εγκλήματος».

 

Στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανές ότι κατά την προαναφερθείσα παράθεση στοιχείων, ο Εφεσείων, ως επί το πλείστον συμπεριέλαβε περιστάσεις γενικά της υπόθεσης. Μάλιστα, η πλειονότητα των περιστάσεων αυτών δεν σχετίζεται καν με το πρόσωπο του Εφεσίβλητου 2, όπως είναι π.χ. το ότι ο Εφεσίβλητος 1 με τον Bahaa πουλούσαν ναρκωτικά, ότι το γενετικό υλικό του Εφεσίβλητου 1 εντοπίστηκε σε όλα τα τεκμήρια, ότι τα ναρκωτικά ήταν αξίας €100.000 και ότι ο Εφεσίβλητος 1 και ο Bahaa δεν έχουν εισοδήματα για να ζήσουν. Σειρά άλλων στοιχείων σχετίζεται με το ότι ο Εφεσίβλητος 2 φιλοξενούσε τον αδελφό του, ήτοι τον Bahaa και τον φίλο εκείνου, ήτοι τον Εφεσίβλητο 1, όπως π.χ. το ότι ο Μ.Υ.3 αγόρασε ναρκωτικά από άλλους στον χώρο φιλοξενίας, ήτοι την οικία του Εφεσίβλητου 2, το ότι η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Εφεσίβλητος 1 εντοπίστηκε έξω από την οικία του Εφεσίβλητου 2 και το κλειδί της στο σαλόνι εντός της οικίας, το ότι στην αυλή εντοπίστηκαν κρυμμένα ναρκωτικά, ότι το ίδιο ναρκωτικό (μεθαμφεταμίνη) εντοπίστηκε και στην οικία του Εφεσίβλητου 1, το ότι το μαύρο BMW που εντοπίστηκε σταθμευμένο στον δρόμο έξω από την οικία του Εφεσίβλητου 2, το χρησιμοποιούσε κατά το τελευταίο δίμηνο ο Bahaa και τέλος ότι αυτοκίνητο της εταιρείας του Εφεσίβλητου 2 αναζητείται από τη μέρα που διέφυγε ο Bahaa και με βάση «πληροφορία» της Αστυνομίας, αυτό οδηγείτο από τον καταζητούμενο.

 

Εννοείται πως τα ως άνω 11 στοιχεία δεν είναι ικανά να οδηγήσουν με την απαιτούμενη λογική βεβαιότητα σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα ενοχής του Εφεσίβλητου 2. Αντιλαμβανόμαστε δε πως το αναγνωρίζει αυτό ο κ. Βαρνάβα εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέως και δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι στο περίγραμμα του ανέπτυξε πρώτα τον λόγο έφεσης 2. Δίδοντας μάλιστα και την εξήγηση ότι η επιτυχία του λόγου έφεσης 2 «είναι συνυφασμένη με την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης», τον οποίο και θεωρεί αντίστοιχα ότι είναι «άμεσα συνυφασμένος με τον δεύτερο λόγο έφεσης». Ουσιαστικά ο Εφεσείων αναγνωρίζει ότι η τυχόν απόρριψη του λόγου έφεσης 2 δεν αφήνει περιθώρια επιτυχίας του λόγου έφεσης 1, τον οποίο σε τέτοια περίπτωση θα συμπαρασύρει σε απόρριψη. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Εφεσείων θα επεδίωκε την καταδίκη στη βάση των 11 στοιχείων, πράγμα το οποίο ευλόγως δεν πράττει.      

 

Με τον λόγο έφεσης 2 ο Εφεσείων επιδιώκει όπως κάποιες δηλώσεις αποτιμηθούν ως ψεύδη εκτός Δικαστηρίου και ακολούθως να χρησιμοποιηθούν ως περιστατική μαρτυρία. Είναι γεγονός ότι στη γραπτή κατάθεση του ημερ. 16.6.21 (Τεκμήριο 41) ο Εφεσίβλητος 2 ερωτήθηκε κατά πόσον είχε οποιαδήποτε έγγραφα που να δικαιολογούν το νόμιμο της κατοχής του ποσού των €71.500 και απάντησε ότι: «Τα χρήματα αυτά είναι από τη δουλειά μου […]. Πέρσι η εταιρεία μου είχε τζίρο €300.000» (Απάντηση αρ. 6). Στο τέλος της κατάθεση ερωτώμενος εάν ήθελε να πει κάτι άλλο απάντησε: «Σχετικά με τα λεφτά που βρέθηκαν παίρνω €2.500 τον μήνα μισθό και επούλησα ένα όχημα €8.000 χωρίς να γίνει μεταβίβαση ακόμα. Επίσης από την Αινούρα πήρα €30.000 με συμβόλαιο υπό μορφή δανείου» (Απάντηση αρ. 20).

 

Σχετικά με το ίδιο θέμα, στην εκτενή ανωμοτί δήλωση του, ανέφερε ότι το 2018 έφυγε από τη Renault, ότι το 2019 ενοικίασε για 15ετή περίοδο οικόπεδο για την εγκατάσταση του δικού του συνεργείου, ότι στη διάρκεια αυτή τον βοήθησε με δάνειο €30.000 η φιλενάδα του, ότι η εταιρεία του είχε γρήγορη ανάπτυξη με μεγάλους πελάτες (επιδιορθώσεις φορτηγών) και ότι οι πελάτες πλήρωναν με μετρητά και με επιταγές.

 

Σχετικά με το θέμα, το Κακουργοδικείο είχε στη διάθεση του την εμπειρογνώμονη μαρτυρία δύο εγκεκριμένων λογιστών, μελών του ΣΕΛΚ, ήτοι του Μ.Κ.7 και του Μ.Υ.2. Ο Μ.Κ.7 είχε ετοιμάσει πολυσέλιδη Έκθεση (Έγγραφο Θ) με στόχο την ανάλυση της οικονομικής κατάστασης του Εφεσίβλητου 2 και της εταιρείας του (E.A.D. European Track Repairs Ltd), στην οποία ήταν ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής. Οι δύο λογιστές συμφωνούσαν σε κάποια θέματα. Έτσι έγινε δεκτό ότι το καθαρό κέρδος της εταιρείας του Εφεσίβλητου 2 για το 2020 ήταν €77.248 (Τεκμήριο 64). Δεκτό επίσης έγινε και το ότι με βάση τις καταστάσεις Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 66), για την τριμηνία από 1.12.20 έως 28.2.21 οι εταιρικές εισπράξεις ανήλθαν στις €100.000 και για την επόμενη τριμηνία, 1.3.21 έως 31.5.21 ανήλθαν στις €121.532. Ο Μ.Υ.2 επιχείρησε να πείσει ότι ο Εφεσίβλητος 2 πάντοτε είχε στην κατοχή του μετρητά και επιταγές, καθώς και ότι δυνατόν «να λειτουργούσε εξωθεσμικά», πλην όμως αυτό δεν έγινε δεκτό.

 

Θα πρέπει κατ’ αρχάς να διευκρινιστεί ότι το Κακουργοδικείο ασχολήθηκε κυρίως με την ανωμοτί δήλωση του Εφεσίβλητου 2 και όχι τόσο με τη γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που καθορίζεται στη νομολογία (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109, Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 693). Δέχθηκε κάποιες από τις προβληθείσες στη δήλωση θέσεις του Εφεσίβλητου 2, μεταξύ των οποίων και τις θέσεις του ότι η εταιρεία του είναι τυπική στις υποχρεώσεις της έναντι του Κράτους και ότι «πάει καλά οικονομικά». Συνεχίζοντας όμως, απέρριψε τη βασική του θέση με το εξής σκεπτικό:

 

«Δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα όμως στη θέση που ουσιαστικά προβάλλει ότι οι πελάτες του πλήρωναν σε μετρητά και επιταγές και ότι στην ουσία τα χρήματα που ανευρέθηκαν στην κατοχή του προκύπτουν από τέτοιες πληρωμές. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την υπόλοιπη μαρτυρία και δη τη μαρτυρία των λογιστών. Η θέση του ουσιαστικά που εκφράζεται μέσω της ανώμοτης δήλωσης του ότι τα χρήματα που βρέθηκαν στην κατοχή του προέρχονται από τις εμπορικές του δραστηριότητες και λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους της εταιρείας του, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές και δεν ενέχουν πειστικότητα. Σημειώνεται ότι στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι τα χρήματα αυτά προέρχονταν από δάνειο που του έκανε η φιλενάδα του – που όπως προκύπτει αυτό έγινε το 2018 και ο ίδιος στην ανώμοτη του δήλωση αναφέρει ότι χρησιμοποίησε τα χρήματα για να ανοίξει την επιχείρηση του και το γκαράζ αυτοκινήτων – και ότι πώλησε ένα αυτοκίνητο αξίας €8.000 που στην πορεία διαφάνηκε ότι ποτέ δεν έγινε η μεταβίβαση του και σύμφωνα με τη θέση που υποβλήθηκε από το συνήγορο του στον Μ.Κ.6 ο λόγος ήταν διότι δεν καταβλήθηκε το τίμημα του».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Δεν εξηγήθηκε βέβαια για ποιο λόγο με τις εισπράξεις που υπήρχαν (π.χ. το τελευταίο τρίμηνο) ήταν αδύνατο να κατείχε €71.500 σε μετρητά, πλην όμως είναι σαφές πως το Κακουργοδικείο απέρριψε την εκφρασθείσα ανωμοτί θέση ότι τα χρήματα που κρατούσε προήλθαν από την εργασία του. Μόνον επικουρικά το Κακουργοδικείο αναφέρθηκε στην κατάθεση στην Αστυνομία. Προφανώς επειδή η βασική θέση του Εφεσίβλητου 2, η οποία κάλυπτε το σύνολο του ποσού που είχε εντοπιστεί, όντως ήταν πως τα χρήματα προήλθαν από την εργασία του. Άλλωστε, για τα δύο ποσά των €30.000 και €8.000, που εκ των πραγμάτων δεν δικαιολογούσαν το πολύ ψηλότερο, σχεδόν διπλάσιο ποσό των €71.500, ούτως ή άλλως, όταν από μόνος του τα ανέφερε στην κατάθεση του, για το μεν πρώτο δεν είχε προσδιορίσει χρόνο λήψης του δανείου και για το δεύτερο είχε ο ίδιος εξηγήσει ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση. Η δε αναφορά του Κακουργοδικείου για μη καταβολή του τιμήματος πώλησης του αυτοκινήτου ήταν μια εν παρόδω αναφορά, στηριζόμενη όχι σε δικαστικό εύρημα αλλά σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης προς τον Μ.Κ.6. Το ερώτημα λοιπόν είναι κατά πόσον η μη αποδοχή της βασικής θέσης ότι «τα χρήματα που βρέθηκαν στην κατοχή του προέρχονται από τις εμπορικές του δραστηριότητες» καταδεικνύει ψεύδος εκ μέρους του Εφεσίβλητου 2 εν τη εννοία της νομολογίας, ως εισηγείται ο Εφεσείων.      

 

Ο κ. Βαρνάβα παρέθεσε από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου (ανωτέρω) κάποιο απόσπασμα, το οποίο όμως αφορά μόνο τις τέσσερεις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται το ψεύδος ενός κατηγορουμένου να χρησιμοποιηθεί ως περιστατική μαρτυρία. Θεωρούμε ορθότερη την παράθεση, από την υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), όλων των σχετικών αρχών, οι οποίες έχουν ως εξής:

 

«Σύμφωνα με το Δίκαιο της Απόδειξης που εφαρμόζουμε στην Κύπρο στο θέμα "Ψέματα του Κατηγορούμενου" ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:-

 

(1) Το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του κατηγορούμενου δε συνιστά αφ' εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής.

 

(2) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού θετικά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.

 

(3) Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:-

 

(α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο.

(β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα.

(γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας.  Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό.

(δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα».

 

(έμφαση δοθείσα)

Παρατηρούμε λοιπόν ότι η πρώτη και βασική αρχή είναι πως η απόρριψη της εκδοχής κατηγορουμένου δεν συνιστά αφ’ εαυτής στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας. Εύκολα γίνεται αντιληπτό πως δεν θα μπορούσε να ισχύει κάποια αντίθετη αρχή, ήτοι αρχή βάσει της οποίας οποτεδήποτε απορρίπτεται κατόπιν αξιολόγησης η εκδοχή κάποιου να δημιουργείται περιστατική μαρτυρία εις βάρος του από αυτό τούτο το γεγονός της απόρριψης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση R. v. Chapman a.o. (1973) 2 All E.R. 624, ως θέμα αρχής, υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ αφενός ψεύδους και αφετέρου μαρτυρίας η οποία απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως μη δυνάμενη να γίνει πιστευτή ή ως κατ’ άλλον τρόπο αναξιόπιστη (“as incapable of belief or as otherwise unreliable”).

 

Είναι για αυτό που οι πιο πάνω σχετικές νομολογιακές αρχές απαιτούν κάτι περισσότερο από την απόρριψη κατόπιν αξιολόγησης της εκδοχής ενός κατηγορουμένου και είναι σε αυτό το σημείο που υπάρχει διασύνδεση της πρώτης αρχής με την τρίτη αρχή, ως αναφέρονται στην Κωνσταντίνου (ανωτέρω). Απαιτείται, με βάση την τρίτη αρχή, όπως το ψέμα αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. Έχει λοιπόν διαφορά η απόρριψη της εκδοχής κάποιου κατηγορούμενου στη βάση διαπιστώσεων σχετιζόμενων με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία ή την πειστικότητα της εκδοχής του από την απόδειξη ότι είπε ψέματα είτε εντός είτε εκτός Δικαστηρίου. Στην πρώτη περίπτωση απορρίπτεται η εκδοχή, στη δεύτερη περίπτωση αποδεικνύεται ψεύδος.

 

Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση την εκδοχή του Εφεσίβλητου 2 την είχε υποστηρίξει ενόρκως και ο Μ.Υ.2. Αντίθετη μαρτυρία προσέφερε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ο Μ.Κ.7. Το Κακουργοδικείο κατέληξε στο να απορρίψει την εκδοχή του Εφεσίβλητου 2 ως μη πειστική και ως μη δυνάμενη να γίνει αποδεκτή, κατόπιν αξιολόγησης της ποιότητας της. Αυτό το οποίο εισηγείται ο Εφεσείων προϋποθέτει μαρτυρία και την απόδειξη ψεύδους. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν ετίθετο ζήτημα απόδειξης ψεύδους. Την πορεία την οποία εισηγείται ο Εφεσείων, την είχε ακολουθήσει το Κακουργοδικείο στην Κωνσταντίνου (ανωτέρω). Συγκεκριμένα, αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία, αποδέχθηκε τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, απέρριψε τη θέση της Υπεράσπισης ως κατασκεύασμα εκ των υστέρων και κατέληξε λέγοντας «… απορρίψαμε την εκδοχή του έτσι που το ψεύδος στο οποίο κατέφυγε να οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής». Αυτό ήταν σφάλμα και για αυτό, ακυρώνοντας την καταδικαστική απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο, τόνισε:

 

«Είναι φανερό από τα πιο πάνω αποσπάσματα της απόφασής του ότι το Κακουργιοδικείο καθοδήγησε λανθασμένα τον εαυτό του πάνω στο θέμα "Ψέματα του Κατηγορούμενου".  Θεώρησε ότι το γεγονός της εκ μέρους του απόρριψης της εκδοχής του εφεσείοντα αποδείκνυε αφ΄ εαυτού ότι ο εφεσείων είπε ψέματα στο δικαστήριο έτσι που το ψεύδος στο οποίο κατέφυγε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία που "να οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής" του.  Όμως η προσέγγιση αυτή παραβιάζει την αρχή ότι το γεγονός της απόρριψης της εκδοχής του κατηγορούμενου δεν συνιστά αφ΄ εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής (αρχή (1) πιο πάνω). Για να μπορούσε να αντληθεί ψέμα από τη μαρτυρία του εφεσείοντα δεν αρκούσε η απόρριψη της εκδοχής του από το Κακουργιοδικείο. Το ψέμα στο δικαστήριο έπρεπε να αποδειχτεί με ανεξάρτητη μαρτυρία».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Αντιθέτως, η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου (ανωτέρω), στην οποία στηρίζεται ο Εφεσείων, διακρίνεται από την παρούσα επί τω ότι εκεί, πέραν της απόρριψης της θέσης του κατηγορούμενου, άλλη «… αξιόπιστη μαρτυρία, όπως τη δέχθηκε το Κακουργοδικείο, επιμαρτυρούσε, διαψεύδοντας τον Εφεσίβλητο, ότι είχε διαφορές με τη σύζυγο του και περαιτέρω βεβαίωνε κατά τρόπο απόλυτο, ότι πράγματι το προηγούμενο του θανάτου βράδυ, ο Εφεσίβλητος τσακωνόταν και ύβριζε το θύμα».

 

Κρίνουμε ότι δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο. Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται και συμπαρασύρει σε απόρριψη και τον πρώτο λόγο έφεσης.

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται.    

 

 

  

 

                                                                    Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                            Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο