ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ «ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΛΤΔ» v. ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΗΓΑΒΡΙΗΛ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε106/2025, Ε107/2025, 25/5/2026
print
Τίτλος:
ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ «ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΛΤΔ» v. ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΗΓΑΒΡΙΗΛ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε106/2025, Ε107/2025, 25/5/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

25 Μαΐου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε106/2025

Σχετική με Ε107/2025

 

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ

«ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΛΤΔ»,

 

Εφεσείοντες/Αιτητές,

v.

 

1.  ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΗΓΑΒΡΙΗΛ,

2.  ΛΟΥΚΙΑ ΧΑΤΖΗΓΑΒΡΙΗΛ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Μιχάλη Χατζηγαβριήλ τέως από Λευκωσία,

 

Εφεσίβλητοι/Καθ’ ων η Αίτηση.

 

 

Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε107/2025

Σχετική με Ε106/2025

 

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ

«ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΛΤΔ»,

Εφεσείοντες/Αιτητές,

v.

 

1.  ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΤΖΗΓΑΒΡΙΗΛ,

2.  ΛΟΥΚΙΑ ΧΑΤΖΗΓΑΒΡΙΗΛ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Μιχάλη Χατζηγαβριήλ τέως από Λευκωσία,

 

Εφεσίβλητοι/Καθ’ ων η Αίτηση.

 

Αιτήσεις ημερομηνίας 15.01.2026 για παράταση του χρόνου επίδοσης και στις δύο εφέσεις

 

___________________

 

Γ. Παπαθεοδώρου, για τους Εφεσείοντες/Αιτητές.

Ν. Χατζηϊωάννου (κα) για Α. Κ. Χατζηϊωάννου & Σία, για τους Εφεσίβλητους/Καθ’ ων η Αίτηση

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.:  Οι εφεσείοντες διατάχθηκαν από πρωτόδικο Δικαστήριο όπως πληρώσουν στον εφεσίβλητο 1 το ποσό των €1.435.225,21 πλέον τόκους και στον εφεσίβλητο 2 το ποσό των €717.612,61, πλέον έξοδα.  Εναντίον αυτής της απόφασης οι εφεσείοντες καταχώρησαν την έφεση με αριθμό Πολ. Έφ. 281/2023.

 

Οι εφεσίβλητοι 1 και 2, για να εισπράξουν από τους εφεσείοντες τα ποσά της πιο πάνω απόφασης, καταχώρισαν στις 10.01.2025 αίτηση για εξέταση των εφεσειόντων όσον αφορά την οικονομική τους κατάσταση και σε σχέση με οποιαδήποτε καταδολιευτική δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού τους στοιχείου.  Πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού άκουσε τους μάρτυρες που κλήθηκαν για αντεξέταση, έκδωσε στις 10.11.2025, διάταγμα με το οποίο διέταξε την κατάσχεση, εις χείρας τρίτου, του ποσού των €706.679,92 το οποίο είναι κατατεθειμένο επ’ ονόματι της Μ. Παπαθεοδώρου και το ποσό αυτό να πληρωθεί στους εφεσίβλητους 1 και 2.  Οι εφεσείοντες αντιδρώντας στην εν λόγω απόφαση, στις 21.11.2025 καταχώρησαν την ενώπιον μας Πολιτική Έφεση Ε106/2025. 

 

Στις 19.02.2025 οι εφεσίβλητοι 1 και 2 καταχώρησαν, επίσης, αίτηση για πώληση μετοχών και διορισμό ως παραλήπτη των μετοχών των εφεσειόντων.  Πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε την προρρηθείσα αίτηση, στις 20.10.2025 εξέδωσε διάταγμα, μεταξύ άλλων, για την πώληση των μετοχών των εφεσειόντων με δημόσιο πλειστηριασμό και τον διορισμό του εφεσίβλητου 1 ως Παραλήπτη των μετοχών.  Οι εφεσείοντες αντιδρώντας και σ’ αυτή την απόφαση, στις 21.11.2025 καταχώρισαν την, επίσης, ενώπιον μας Πολιτική Έφεση Ε107/2025. 

 

Στις 15.01.2026, οι εφεσείοντες – στο εξής οι Αιτητές - καταχώρησαν πανομοιότυπη αίτηση σε έκαστη από τις εφέσεις Ε106/2025 και Ε107/2025, με την οποία ζητούν όπως τους επιτραπεί «η επίδοσης της Ειδοποίησης Εφεσείοντα προς τους Εφεσίβλητους, η οποία καταχωρήθηκε την 21/11/22025 και η οποία δεν επιδόθηκε μέσα σε 21 μέρες όπως προβλέπεται από τους Κανονισμούς, γίνει στους Εφεσίβλητους μέσα σε 20 ημέρες από την σύνταξη του εκδοθησόμενου διατάγματος».

 

Ενόψει του ότι, και για τις δύο Αιτήσεις, το αιτούμενο διάταγμα, αφορά την παράταση χρόνου επίδοσης της ειδοποίησης έφεσης, στηρίζεται στην ίδια νομική βάση, αλλά, και τα γεγονότα, τα οποία εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις Αιτήσεις, έχουν το ίδιο περιεχόμενο, οι δύο Αιτήσεις ακούστηκαν και θα εξετασθούν μαζί.

 

Οι δύο Αιτήσεις στηρίζονται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 2023, Μέρος 41 Κανονισμοί:

(α) 42.2(3)(β),

(β) 41.6(2)(β), Καν. 3.1(2)(α),

(γ)  41.2(3)(β),

(δ) 41.4(2)(θ),

(ε) 23.4(2)(δ) ως και στη διακριτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου.  Οι δύο Αιτήσεις συνοδεύονται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου των εφεσειόντων -Αιτητών ο οποίος στην Ε106/2025 αναφέρει ότι:

 

«3.    Από δικό μου λάθος, αντί να τα τοποθετήσω στη θυρίδα αριθμός 5, την οποία διατηρεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ο ιδιώτης επιδότης Αχιλλέας Τσολιάς, με τον οποίο συνεργάζομαι, για να τα επιδώσει στους Ενάγοντες — Εφεσίβλητους, από αβλεψία τα τοποθέτησα/άφησα στο φάκελο της υπόθεσης που διατηρώ στο γραφείο μου. Ακολούθως, ο φάκελος της υπόθεσης τοποθετήθηκε στο αρχείο, αναμένοντας την ειδοποίηση του αριθμού της Έφεσης και τον ορισμό της υπόθεσης από το Εφετείο.

 

4.      Το πιο πάνω λάθος το εντόπισα περί την 9/1/2026 όταν μου δόθηκε η Ειδοποίηση ένστασης των Εφεσίβλητων ημερομηνίας 7/1/2026 που καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον Αίτησης των Εφεσειόντων — Αιτητών . Με την Αίτηση των Αιτητών αυτή ημ. 10/01/2025 ζητείται η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας ημ. 20/10/2025 η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 3019/2002 μεταξύ των ιδίων διαδίκων , μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Έφεσης Ε 106/2025 η οποία καταχωρήθη την 21/11/2025. Αντίγραφο της Ειδοποίησης Ένστασης αυτής ημερομηνίας 7/1/2026 καταθέτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ /  ΣΥΝΗΜΜΕΝΟ ΄΄1΄΄.

 

5.      Με την Ένορκη Δήλωση επί της άνω ένστασης τους οι Καθ'ων η Αίτηση στην παράγραφο 12, αναφέρουν ότι η άνω Έφεση δεν έχει επιδοθεί στους Καθ'ων η Αίτηση — Εφεσίβλητους στη διαδικασία αυτή.

 

6.      Μετά από την πιο πάνω εξέταση του φακέλου της υπόθεσης και αφού βεβαιώθηκα μετά από επικοινωνία που είχαμε με τον ιδιώτη επιδότη Α. Τσολιά, διαπιστώθηκε ότι δεν του είχα δώσει την Ειδοποίηση Έφεσης για επίδοση στους Εφεσίβλητους , εντοπίστηκε το λάθος το οποίο συνίσταται ότι ακόμη δεν επιδόθηκε η Ειδοποίηση Εφεσείοντα της παρούσας Έφεσης Ε 106/2025 προς τους Εφεσίβλητους ενώ αυτή θα έπρεπε να επιδοθεί προς τους Εφεσίβλητους εντός 21 ημερών από την 21/11/2025 ημερομηνία καταχώρησής της.»

 

 

Και στην Ε107/2025, αναφέρει ότι:

 

«3.    Από δικό μου λάθος, αντί να τα τοποθετήσω στη θυρίδα αριθμός 5, την οποία διατηρεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ο ιδιώτης επιδότης Αχιλλέας Τσολιάς, με τον οποίο συνεργάζομαι, για να τα επιδώσει στους Ενάγοντες — Εφεσίβλητους, από αβλεψία τα τοποθέτησα/άφησα στο φάκελο της υπόθεσης που διατηρώ στο γραφείο μου. Ακολούθως, ο φάκελος της υπόθεσης τοποθετήθηκε στο αρχείο, αναμένοντας την ειδοποίηση του αριθμού της Έφεσης και τον ορισμό της υπόθεσης από το Εφετείο

 

4.      Το πιο πάνω λάθος το εντόπισα περί την 9/1/2026 όταν μου δόθηκε η Ειδοποίηση ένστασης των Εφεσίβλητων ημερομηνίας 7/1/2026 που καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον Αίτησης των Εφεσειόντων — Αιτητών . Με την Αίτηση αυτή ημ. 21/11/2025 ζητείται η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας ημ. 20/10/2025 η οποία εκδόθηκε στην αγωγή 3019/2002 μεταξύ των ιδίων διαδίκων , μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Έφεσης Ε 107/2025 η οποία καταχωρήθη την 21/11/2025. Αντίγραφο της Ειδοποίησης Ένστασης αυτής ημερομηνίας 7/1/2026 καταθέτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ / ΣΥΝΗΜΜΕΝΟ  ′′1′′.

 

5.      Με την Ένορκη Δήλωση επί της άνω ένστασης τους οι Καθ' ων η Αίτηση στην παράγραφο 13, αναφέρουν ότι η άνω Έφεση δεν έχει επιδοθεί στους Καθ'ων η Αίτηση — Εφεσίβλητους στη διαδικασία αυτή.

 

6.      Μετά από την πιο πάνω εξέταση του φακέλου της υπόθεσης και αφού βεβαιώθηκα μετά από επικοινωνία που είχαμε με τον Ιδιώτη επιδότη Α. Τσολιά, διαπιστώθηκε ότι δεν του είχα δώσει την Ειδοποίηση Έφεσης για επίδοση στους Εφεσίβλητους , εντοπίστηκε το λάθος το οποίο συνίσταται ότι ακόμη δεν επιδόθηκε η Ειδοποίηση Εφεσείοντα της παρούσας Έφεσης Ε 107/2025 προς τους Εφεσίβλητους ενώ αυτή θα έπρεπε να επιδοθεί προς τους Εφεσίβλητους εντός 21 ημερών από την 21/11/2025 ημερομηνία καταχώρησης.»

 

Οι εφεσίβλητοι 1 και 2 – στο εξής Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2 -,  καταχώρισαν ένσταση και στις δύο Αιτήσεις και με 12 λόγους ένστασης ζητούν την απόρριψη των Αιτήσεων. Παραθέτουμε, αυτούσιους, τους λόγους ένστασης οι οποίοι έχουν ως ακολούθως:

 

«1.    Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δικονομίας και/ή τους κανονισμούς και είναι αντικανονική καθότι με την αίτηση και την ένορκη δήλωση δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για παράταση της προθεσμίας επίδοσης της έφεσης.

 

2.      Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και οι λόγοι που προβάλλονται δεν δικαιολογούν την καταχώρηση της.

 

3.      Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από επαρκή και/ή ικανοποιητική μαρτυρία.

 

4.      Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες εξαιρετικές περιστάσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

5.      Οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και οποιοδήποτε αίτημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό βάση των αρχών της επιεικείας («καθαρά χέρια»).

 

6.      Οι αιτητές ζητούν τη βοήθεια του Δικαστηρίου ενώ μέχρι σήμερα οι ίδιοι δεν έχουν τηρήσει τις δικαστικά επιβληθείσες υποχρεώσεις του. Συγκεκριμένα δεν πληρώνουν την απόφαση εναντίον τους αλλά ούτε και τα έξοδα στα οποία καταδικάστηκαν στην αγωγή και στις επακόλουθες αιτήσεις.

 

7.      Η καταχωρηθείσα έφεση είναι εκπρόθεσμη και εν πάση περιπτώσει προδήλως αβάσιμη.

 

8.      Δεν είναι επιτρεπτό ο δικηγόρος ο οποίος καταχωρεί την έφεση και την αίτηση, ο οποίος εμφανίζεται και στην διαδικασία να προβαίνει και στην ένορκη δήλωση εις υποστήριξη της αίτησης.

 

9.      Η έφεση είναι κακόπιστη και σκοπός των αιτητών είναι να καθυστερήσουν με όλους τους διαθέσιμους τρόπους την πληρωμή στους καθ'ων η αίτηση των όσων δικαιούνται με βάση τις δικαστικές αποφάσεις.

 

10.    Με την έφεση τους οι αιτητές — εφεσείοντες επιδιώκουν την ακύρωση μέτρου εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 25/07/2023 παρόλο που η αίτηση τους για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης απορρίφθηκε την 11/10/2024 και η απόφαση είναι εκτελεστή.

 

11.    Οι αιτητές είναι αναξιόχρεοι και είναι αμφίβολο αν μπορούν να πληρώσουν το εξ' αποφάσεως χρέος τώρα, πόσο μάλλον μέχρι να εκδικαστεί η έφεση, ενόψει και της δήλωσης του μεσεγγυούχου (escrow agent) που έγινε την 29/04/2024, αλλά και των δηλώσεων των διευθυντών των αιτητών στις 01/07/2025 και 03/07/2025.

 

12.    Πρόθεση των αιτητών είναι να καθυστερήσουν όσο πιο πολύ μπορούν τους αιτητές να εισπράξουν τα όσα δικαστικά δικαιούνται και να δημιουργούν έξοδα χωρίς οι ίδιοι να πληρώνουν και να αναλώσουν/σπαταλήσουν ότι χρήματα υπάρχουν, αν υπάρχουν, με τη καταχώρηση διαφόρων δικαστικών διαδικασιών και σε δικαιώματα διευθυντών/υπαλλήλων.»

 

Οι δύο ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση 1, ο οποίος αναφέρεται στο όλο ιστορικό της αντιδικίας των διαδίκων και στις διαδικασίες που εκκρεμούν.  Είναι δε η θέση του ότι οι Αιτητές με τις διάφορες διαδικασίες που καταχωρούν, δημιουργούν συνεχώς δικηγορικά έξοδα και θεωρεί ότι ακόμα και η δικαιολογία την οποία προβάλλουν πως δεν επέδωσαν την έφεση και ότι αυτό έγινε αντιληπτό κατά την καταχώρηση της ένστασης στα πλαίσια των αιτήσεων αναστολής, αποτελεί προσπάθεια καθυστέρησης των διαδικασιών, ώστε να μπορέσουν να αποξενώσουν περιουσιακά τους στοιχεία.  Περαιτέρω, αναφέρει ότι, ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η έφεση είναι εκπρόθεσμη και ζητά την απόρριψη των Αιτήσεων.

 

Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση των Αιτήσεων και συγκεκριμένα εάν αιτιολογείται η παράταση της προθεσμίας, η οποία ζητείται από τους Αιτητές, θα πρέπει να εξετάσουμε τον όγδοο λόγο ένστασης, ότι «δεν είναι επιτρεπτό ο δικηγόρος ο οποίος καταχωρεί την έφεση και την αίτηση ο οποίος εμφανίζεται και στην διαδικασία να προβαίνει και στην ένορκη δήλωση εις υποστήριξη της αίτησης»

 

Για το θέμα αυτό, στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Αιτητών, ανέφερε ότι αντικείμενο των Αιτήσεων είναι το σφάλμα του να δώσει εμπρόθεσμα τις εφέσεις για επίδοση, γεγονός το οποίο ο ίδιος γνώριζε και κανένας άλλος, και πως αυτός ήταν ο λόγος που ο ίδιος ετοίμασε την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. 

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος των Καθ’ ων η Αίτηση για το συγκεκριμένο θέμα ζήτησε όπως αγνοηθούν ή απορριφθούν οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις Αιτήσεις γιατί ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος και Γραμματέας των Αιτητών.

 

Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1 Α.Α.Δ. 82 για την περίπτωση που ο ομνύων είναι δικηγόρος, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:

 

«Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd (1968) 1 C.L.R. 1, In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036).

Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής.»

 

Στην υπόθεση Investylia Public Company Ltd v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου (2013) 1 Α.Α.Δ. 1202, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1 Α.Α.Δ. 82).  Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Alexander v. Alexander (2013) 1 Α.Α.Δ. 1093).»

 

Έχουμε μελετήσει όλα τα πιο πάνω.  Αυτό που διαπιστώνουμε από τη νομολογία είναι ότι αποτελεί ανεπιθύμητη πρακτική η όμνυση από δικηγόρο χωρίς την ίδια στιγμή να την απαγορεύει όταν η αίτηση δεν αφορά την ουσία της έφεσης.  Στις παρούσες, τα αιτήματα αφορούν την παράταση του χρόνου επίδοσης της ειδοποίησης έφεσης και στις οποίες ως υποστηρίζεται το λάθος μη εμπρόθεσμης επίδοσης οφείλεται αποκλειστικά από το δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται τις εφέσεις.  Ο κ. Παπαθεοδώρου, ενόρκως δηλών στις υπό κρίση Αιτήσεις, είναι ο δικηγόρος των Αιτητών, ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά τις υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εφέσεις και σε αυτό το στάδιο δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία αφορούν την ουσία των εφέσεων, περιορίζεται μόνο στα θέματα που αφορούν διαδικασίες και παραλείψεις που ήταν κατ’ ουσίαν προσωπική ευθύνη του ιδίου και όχι των διαδίκων που εκπροσωπεί.  Κρίνουμε υπό αυτή και μόνο την έννοια, ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί αναρμόδιος μάρτυρας και ούτε αυτό και μόνο το γεγονός είναι δυνατόν να αποστερήσει το δικαίωμα των Αιτητών να ακουστούν.  Συνεπώς, ο όγδοος λόγος ένστασης δεν μπορεί να έχει ισχύ.

 

Προχωρούμε να εξετάσουμε τους υπόλοιπους λόγους ένστασης.  Κατ’ αρχάς να επισημάνουμε ότι δεν είναι ορθή η θέση που εκφράζεται από τον Καθ’ ου η Αίτηση 1 στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις και αφορούν τους λόγους ένστασης 5, 6, 9 – 12, και συγκεκριμένα ότι οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και ο σκοπός των Αιτητών είναι να καθυστερήσουν με όλους τους διαθέσιμους τρόπους την πληρωμή στους Καθ’ ων η Αίτηση των όσων δικαιούνται με βάση τις δικαστικές αποφάσεις.  Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι οι Αιτητές έχουν προχωρήσει στις υπό αναφορά διαδικασίες βασιζόμενοι στο δικαίωμα που τους παρέχουν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, Κανονισμός 41.2 και σ’ αυτές τις πράξεις τους δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε κακοπιστία.  Συνεπώς οι λόγοι ένστασης 5, 6, 9 – 12 δεν ευσταθούν. 

 

Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την Αίτηση είναι ότι ο δικηγόρος των Αιτητών αντιλήφθηκε το σφάλμα του ότι η ειδοποίηση έφεσης δεν επιδόθηκε στους εφεσίβλητους στις 09.01.2026 όταν τους δόθηκε η ένσταση των εφεσιβλήτων ημερομηνίας 07.01.2026, η οποία καταχωρήθηκε στο Ε. Δ. Λευκωσίας εναντίον Αίτησης των Αιτητών.  Διαπιστώνεται δε ότι ενήργησε αμέσως εφόσον στις 15.01.2026, δηλαδή σε έξι ημέρες από την ημέρα που έλαβε γνώση, προχώρησε και καταχώρησε τις υπό αναφορά Αιτήσεις.

 

Το Μέρος 41, Κανονισμός 6(1) και 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 υπό τον τίτλο «Διαφοροποίηση προθεσμίας» προνοεί ότι «το δικαστήριο δύναται να παρατείνει ή βραχύνει τον χρόνο συμμόρφωσης με οποιονδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα (ακόμα και αν υποβληθεί αίτηση παράτασης μετά τη λήξη του χρόνου συμμόρφωσης)».  Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη ότι η Αίτηση υποβλήθηκε αμέσως μετά που διαπιστώθηκε το σφάλμα, δεν διαπιστώνεται καμία κακοπιστία καθότι οι οποιεσδήποτε δικαστικές διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων εκκρεμούν δεν αποτελούν δείγμα κακοπιστίας ή παρέκκλιση της διαδικασίας και ούτε η παρούσα διαδικασία μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο της εξέτασης γεγονότων που αφορούν άλλες μεταξύ τους διαδικασίες.

 

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο δεχόμαστε τη θέση των Αιτητών ότι η μη έγκαιρη επίδοση της ειδοποίησης έφεσης οφειλόταν σε καλόπιστη παραδρομή και συγκεκριμένα από λάθος του δικηγόρου τους.  Συνεπώς ούτε οι λόγοι ένστασης ένα, δύο, τρία και τέσσερα μπορεί να τύχουν εφαρμογής.

 

Ως προς τον λόγο ένστασης 7 ότι η έφεση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής καθότι και οι δύο εφέσεις αφορούν αιτήσεις για εκτέλεση αποφάσεως Επαρχιακού Δικαστηρίου στο πλαίσιο του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, και είναι αυτοτελείς και όχι ενδιάμεσες (βλέπε Κιταλίδης v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (2000) 1 Α.Α.Δ. 1759).  Τόσο η έφεση στην υπόθεση υπ’ αριθμό Ε106/2025 όσο και η έφεση στην υπ’ αριθμό Ε107/2025 καταχωρήθηκαν στις 25.11.2025, δηλαδή σε χρόνο εντός της προθεσμίας των 42 ημερών από την έκδοση της απόφασης (10.11.2025 η πρώτη και 19.10.2025 η δεύτερη).  Συνεπώς ούτε και ο έβδομος λόγος ένστασης μπορεί να επιτύχει.

 

Χωρίς η κατάληξη μας να θεωρηθεί ως ενθάρρυνση στη μη τήρηση προθεσμιών που προβλέπονται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παρατείνεται ο χρόνος επίδοσης τόσο της έφεσης Ε106/2025 όσο και της έφεσης Ε107/2025.  Η επίδοση να γίνει εντός 20 ημερών από σήμερα.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα, κατά κανόνα ακολουθούν το αποτέλεσμα.  Στην προκειμένη περίπτωση οι επιτυχόντες διάδικοι βαρύνονται με τη διαδικαστική παράλειψη που οδήγησε στην αναγκαιότητα καταχώρησης των Αιτήσεων, η αναγκαιότητα αυτή δεν είναι δυνατό να επιβραβευθεί με τα έξοδα.  Από την άλλη, από πλευράς των Καθ’ ων η Αίτηση, παρ’ ότι οι θέσεις τους δεν έγιναν αποδεκτές, θεωρούμε πως ήγειραν συζητήσιμα θέματα σε διαδικασία που έχουν κλητευθεί, για την οποία δεν έφεραν ευθύνη, ως εκ τούτου, κρίνουμε ορθό να επιδικάσουμε προς όφελος τους το ποσό των €800,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, ως μέρος των εξόδων τους και για τις δύο Αιτήσεις, αφού λάβαμε υπόψη και το ύψος της κλίμακας των εφέσεων.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο