ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. Ε59/2020)
15 Μαΐου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
Εφεσείοντας/Αιτητής
και
ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΟΥ
Εφεσίβλητος/Καθ΄ ου η Αίτηση
------------------------------------------------
Στέφανος Σάββα για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα/Αιτητή
Φωτεινή Χατζηϊωάννου για Α.K. Χατζηϊωάννου & Σία, για τον Εφεσίβλητο/Καθ΄ ου η Αίτηση
------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΟΝΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας / Λάρνακας / Αμμοχώστου, Τμήμα Λευκωσίας ημερ. 17.1.2020 με την οποία εξέδωσε διάταγμα εναντίον του εφεσείοντος προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του δια €500,00 μηνιαίως από 1.3.2020.
Προηγουμένως, στις 17.4.2018 το ως άνω Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση / Εφεσίβλητου και εναντίον του Αιτητή / Εφεσείοντος με την οποία απέρριψε την απαίτηση υπό Β(3) της κυρίως Αίτησης και εκδίδοντας διάταγμα υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντος διατάσσοντας τον τελευταίο όπως παραδώσει κενή και ελευθέρα την κατοχή του επίδικου υποστατικού. Ταυτόχρονα επιδίκασε υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντος ποσό €25.300,00 ως υπόλοιπο οφειλομένων ενοικίων μέχρι 31.7.2015, €1.250,00 ως ενδιάμεσο όφελος για τον μήνα Αύγουστο του 2015, €1.016,70 ως ενδιάμεσο όφελος για τον μήνα Σεπτέμβριο του 2015 και €900,00 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από την 1.7.2015 μέχρι παράδοσης της κατοχής πλέον τόκων και εξόδων (τα οποία υπολογίστηκαν σε €5.630,00 πλέον τόκων).
Η εκτέλεση του διατάγματος παράδοσης κατοχής ανεστάλη αρχικά μέχρι την 17.5.2018 και θα αναστέλλετο περαιτέρω νοουμένου ότι ο εφεσείων θα κατέβαλλε στον εφεσίβλητο τα ποσά των οφειλόμενων ενοικίων, ενδιάμεσων οφελών, και εξόδων κατά τον τρόπο που περιγραφόταν στην απόφαση.
Ο εφεσείων δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό, όμως παρέδωσε το υποστατικό περί τον Μάιο του 2018. Αφού ο εφεσίβλητος καταχώρισε ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο λόγω του ότι ο εφεσείων στερείτο κινητής περιουσίας, ο εφεσίβλητος καταχώρισε την 26.2.2019 αίτηση («η Αίτηση») με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο εφεσείων στερείτο κινητής περιουσίας και δεν είχε να λαμβάνει από τρίτα πρόσωπα, είχε όμως εισοδήματα από την εργασία του και από άλλες πηγές και ως εκ τούτου, μπορούσε να πληρώνει €900,00 μηνιαίως προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του. Η Αίτηση στηριζόταν, μεταξύ άλλων, στα Άρθρα 82-90, 91Α-91Δ και 92 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Αφού ο εφεσείων καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση με την οποία ισχυρίστηκε ότι δεν είχε την δυνατότητα να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό, αυτή οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά την ακροαματική διαδικασία δόθηκε προφορική μαρτυρία από τον εφεσείοντα ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως από την δικηγόρο του εφεσίβλητου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εκκαλούμενη απόφαση του ημερ. 17.1.2020 καταγράφει τη μαρτυρία του εφεσείοντος ως επίσης τη νομική πτυχή που διέπει το όλο θέμα. Σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένες δηλώσεις του εφεσείοντος χαρακτηρίζονταν από υπερβολή, ότι κατά τη μαρτυρία του αποκάλυψε κάποια από τα έσοδα του αλλά όχι όλα και όχι με ιδιαίτερη ειλικρίνεια. Δεν πίστεψε ότι η οικονομική κατάσταση του ήταν όπως την παρουσίασε και ότι, όπως διεφάνη από την ενώπιον του μαρτυρία, ήταν πιο εύρωστη, ως επίσης ότι θα ήταν σε θέση να καταβάλλει ένα ποσό προς τον σκοπό εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους του σε κάποια χρονική στιγμή.
Εν συνεχεία το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι δεν είχε ενώπιον του μαρτυρία για την ύπαρξη άλλων δικαστικών αποφάσεων εναντίον του εφεσείοντος, για τις οποίες να είχαν εκδοθεί διατάγματα αποπληρωμής δια μηνιαίων δόσεων.
Ακολούθως ανέφερε ότι:
«Ο Καθ' ου η Αίτηση είναι νυμφευμένος και ζει με τη σύζυγο του στην [ ]. Δεν αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε ενοίκιο για την οικία τους. Εργάζεται σε επιχείρηση εστιατορίου, την οποία ουσιαστικά διευθύνει και λαμβάνει μισθό €1.500 μηνιαίως, €1.050 μετά τη φορολογία. Η σύζυγος του είναι τραπεζική υπάλληλος και λαμβάνει μισθό €2.457,60, έστω €2.458 μηνιαίως, δηλαδή σύνολο €3.508.
Περαιτέρω, το εστιατόριο στο οποίο εργάζεται ο Αιτητής και ανήκει στη σύζυγο του, έχει εισπράξεις κατά μέσο όρο, σύμφωνα με τον ίδιο (για πέντε μέρες την εβδομάδα εκ των οποίων οι δύο είναι Σάββατο και Κυριακή) περίπου €1.575 την εβδομάδα, δηλαδή €6.300 το μήνα. Μείον ο μισθός του Αιτητή και των τριών υπαλλήλων, μένουν περίπου €2.900 το μήνα. Αφού αφαιρεθούν τα υπόλοιπα έξοδα (λογαριασμοί, τρόφιμα κλπ.), τα υπόλοιπα εισπράττονται από τη σύζυγο του Αιτητή και παραμένουν στην οικογένεια. Ελλείψει άλλης πληροφόρησης από πλευράς του Αιτητή, υπολογίζω τουλάχιστον το 1/3 του πιο πάνω ποσού, ήτοι €967.- το οποίο προσθέτω στο πιο πάνω ποσό των €3.508.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη οποιοδήποτε ποσό εξόδων για τα δύο παιδιά του εφεσείοντος, τα οποία ήταν ενήλικα. Το πρώτο είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του ενώ το δεύτερο ήταν ακόμη φοιτητής. Η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω αφού ο σχετικός λόγος (δεύτερος) έφεσης έχει αποσυρθεί.
Σε αντιδιαστολή με τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη «τόσο τα εισοδήματα της συζύγου του Αιτητή, όσο και τα έξοδα για τις βασικές της ανάγκες όπως έχουν κριθεί από την νομολογία, εφόσον οι σύζυγοι συγκατοικούν και έχουν, εν πολλοίς και κατά δική του ομολογία, κοινό προϋπολογισμό και πορτοφόλι».
Περαιτέρω, βασιζόμενο σε συγκεκριμένη νομολογία (Προκοπίου κ.ά. ν. Ανδρέας Λάμπρου Λτδ (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 310 και Κλεοβούλου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 207) έκρινε ότι ο εφεσείων και η σύζυγος του χρειάζονταν περίπου €350,00 μηνιαίως έκαστος για την κάλυψη των βασικών αναγκών τους. Στο ποσό αυτό πρόσθεσε €521,53 που κατέβαλλε μηνιαίως ο εφεσείων για οφειλές προς το κράτος μετά την ένταξη του στο σύστημα «Αριάδνη», €275,00 μηνιαίως στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, €113,00 για ηλεκτροδότηση (€226,00 περίπου τη διμηνία για την οικογενειακή κατοικία), €15,00 για υδροδότηση (€30,00 περίπου τη διμηνία), €39,66 για τις άδειες κυκλοφορίας αυτοκινήτου της οικογένειας και €89,41 για ασφαλιστική κάλυψη καταλήγοντας στο ποσό των €1.753,60 έστω €1.754,00 ως το συνολικό μηνιαίο ποσό εξόδων του ζεύγους. Όσον αφορά το ποσό το οποίο πλήρωνε μηνιαίως η σύζυγος του εφεσείοντος (€1.800,00) το οποίο της αφαιρείτο από το μισθό της, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι αφενός δεν είχε άλλη πληροφόρηση, αφετέρου δεν υπήρχε δικαστική απόφαση ή διάταγμα εναντίον της με αποτέλεσμα να μην το λάβει υπόψη στον υπολογισμό των εξόδων του ζεύγους, παραπέμποντας στην Νικολάου ν. Μακρίδη (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 801. Αφού υπόμνησε ότι η δικαστική απόφαση στην προκείμενη περίπτωση δεν είχε ικανοποιηθεί, ότι το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος το φέρει ο ίδιος, ότι ο εφεσείων έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του έναντι του εφεσίβλητου, κατέληξε ότι ο πρώτος μπορούσε να διαθέτει ποσό €500,00 μηνιαίως και προχώρησε στην έκδοση σχετικού διατάγματος εναντίον του εφεσείοντος με τα έξοδα της Αίτησης επίσης εναντίον του.
Ο εφεσείων, μετά την απόσυρση του δεύτερου λόγου έφεσης, προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με πέντε λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αυθαίρετα αποφάσισε στη σελ. 11 της απόφασης του ότι ελλείψει άλλης πληροφόρησης από πλευράς του εφεσίβλητου υπολόγισε το 1/3 του ποσού των €2.900,00, ήτοι €967,00, ως έσοδα από το εστιατόριο που εισπράττονταν από τη σύζυγο του εφεσείοντος και παρέμεναν στην οικογένεια το οποίο στη συνέχεια πρόσθεσε στα έσοδα του εφεσείοντος.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε στη σελ. 11 της απόφασης του τα εισοδήματα της συζύγου του εφεσείοντος ως εισοδήματα του ιδίου, αφού με τον τρόπο αυτό κατέστησε τη σύζυγο του εφεσείοντα εξ αποφάσεως οφειλέτη, πράγμα δικονομικά απαράδεκτο. Αποτελεί θέση της πλευράς του εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει κατά πόσον αυτός μπορούσε να καταβάλλει μηνιαία δόση προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του λαμβάνοντας υπόψη τα δικά του εισοδήματα και όχι αυτά της συζύγου του και της επιχείρησης που είχε υπό την ιδιοκτησία της.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε επίσης στη σελ. 11 της απόφασης του ότι ο ίδιος και η σύζυγος του χρειάζονταν ποσό τουλάχιστον €350,00 (£200,00 περίπου) μηνιαίως έκαστος για τις βασικές ανάγκες τους λαμβάνοντας καθοδήγηση μόνο από παλαιότερες υποθέσεις που αφορούσαν τρίτα πρόσωπα (Προκοπίου κ.ά. και Κλεοβούλου (ανωτέρω)). Σύμφωνα με τον εφεσείοντα ουδέποτε η νομολογία καθόρισε ως γενικό κανόνα ένα συγκεκριμένο ποσό με το οποίο ένα πρόσωπο μπορούσε να καλύψει τις βασικές ανάγκες του αλλά στις συγκεκριμένες αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο το Εφετείο κατέληξε στα εν λόγω ποσά λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές ανάγκες του κάθε χρεώστη ξεχωριστά και δεν καθόρισε τα εν λόγω ποσά ως γενικό κανόνα.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα, αυθαίρετα και χωρίς επαρκή αιτιολογία εξέδωσε διάταγμα όπως ο εφεσείων καταβάλλει το ποσό των €500,00 μηνιαίως προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του ενώ με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση στηριζόμενο σε αυθαίρετους υπολογισμούς χωρίς να έχει ενώπιον του μαρτυρικό υλικό.
Όλοι οι λόγοι έφεσης θα εξεταστούν μαζί λόγω συνάφειας. Εξάλλου στα περιγράμματα των δυο πλευρών αναπτύσσονται σωρευτικά αναφορικά με όλους τους λόγους έφεσης.
Η πλευρά του εφεσείοντος παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα υπολόγισε στα εισοδήματα του εφεσείοντα το μισθό που λάμβανε η σύζυγος του από την εργασία της χωρίς να έχει ακούσει μαρτυρία για τα έξοδα και τις υποχρεώσεις αυτής ως επίσης λανθασμένα υπολόγισε στα εισοδήματα του εφεσείοντα τα έσοδα που είχε η σύζυγος του από την επιχείρηση της στην οποία εργαζόταν ως μισθωτός ο εφεσείων χωρίς να έχει ενώπιον του μαρτυρία σχετική με τα έξοδα της επιχείρησης. Υποστηρίζει δε ότι ο υπολογισμός του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το μηνιαίο κέρδος της επιχείρησης ανερχόταν σε €967,00 ήταν αυθαίρετο. Θεωρεί επίσης το ποσό των €350,00 που υπολόγισε το πρωτόδικο Δικαστήριο για έξοδα διαβίωσης ως ιδιαίτερα χαμηλό.
Η πλευρά του εφεσίβλητου υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέλαβε ως εισόδημα του εφεσείοντα το μισθό της συζύγου του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατ΄ ομολογία του ίδιου του εφεσείοντος (κοινό προϋπολογισμό και πορτοφόλι) κατέληξε σε οικογενειακά έσοδα και έξοδα. Είναι καλά νομολογημένο, συνεχίζει, ότι η συνεισφορά εκάστου συζύγου στις οικογενειακές υποχρεώσεις είναι αναλογική με βάση τα εισοδήματα τους. Το γεγονός ότι ο εφεσείων εργαζόταν και διεύθυνε την επιχείρηση εστιατορίου της συζύγου του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτός και η σύζυγος του είχαν αυτό το έξτρα εισόδημα. Αναφορικά με τα έξοδα της επιχείρησης υποστηρίζει ότι δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες στον εφεσείοντα κατά τη μαρτυρία του να τα αναλύσει, πράγμα που δεν έκανε και το Δικαστήριο προχώρησε σε ένα δικό του υπολογισμό.
Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις θέσεις των δυο πλευρών.
Στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης όπως η επίδικη (άρθρο 82(1) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6), ο εξ αποφάσεως χρεώστης εξετάζεται ενόρκως, μεταξύ άλλων, αναφορικά με την ικανότητα του να πληρώνει το χρέος με περιοδικές δόσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία δεν δικαιολογείται η έκδοση τέτοιας διαταγής αν το αποτέλεσμα της θα είναι να στερηθεί της ικανότητας να αντιμετωπίζει τις βασικές βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των εξαρτωμένων του (βλ. Lacey ν. Σιηκ, Πολ. Έφ. Αρ. 85/2015, ημερ. 28.9.2023, ECLI:CY:AD:2023:A208).
Στην Φλαγκοφάς v. Αταλέζα Λτδ (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 686 λέχθηκε ότι η όλη διαδικασία «έχει ουσιαστικά ανακριτικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο μετά την διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας σχετικά με τα μέσα του χρεώστη να αποφασίσει κατά πόσο είναι σε θέση να αποπληρώσει με δόσεις το χρέος του. H οικονομική ευχέρεια για την αποπληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, μετά τον προσδιορισμό των μέσων του χρεώστη, συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειάς του για αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτές περιλαμβάνουν τη στέγαση, τη διατροφή και την ιατρική περίθαλψη των μελών της οικογένειας καθώς και τη μόρφωση των παιδιών και κάποια ευχέρεια για την κοινωνική διακίνηση του χρεώστη».
Ομοίως στην Μιχαήλ ν. Λαϊκής Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ (1993) 1 Α.Α.Δ. 812 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο στην διαδικασία αυτή:
«…προβαίνει σε έρευνα για την ικανότητα και τα μέσα του εξ αποφάσεως χρεώστη να πληρώσει. Η έρευνα δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση του χρεώστη, αλλά το Δικαστήριο ακούει και άλλους μάρτυρες που κρίνονται αναγκαίοι για το σκοπό αυτό.
Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο, στη διαδικασία αυτή, μπορεί να διατάξει το χρεώστη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος με περιοδικές δόσεις, με βάση την ολότητα της ενώπιόν του μαρτυρίας.
Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη είναι το εισόδημα, και οι εύλογες προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του χρεώστη. Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις, εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του -[βλ., μεταξύ άλλων, Anestos Adamou v. Xenophon loannides (1963) 2 C.L.R. 468·Chrysostomou v. Athanassiou (1981) 1 C.L.R. 669, 671·Gesico Photographic Ltd. v. J.K. Video Art Co. Ltd., (1991) 1 Α.Α.Δ. 134·In re a Judgment Debtor 51 T.L.R. 524, στη σελ. 525·Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Θεοχάρη Χαραλαμπίδη (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 556].»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση πρόσθεσε στα εισοδήματα του εφεσείοντος (€1.050,00) το μισθό που λάμβανε η σύζυγος του (€2.458,00) καταλήγοντας στο ποσό των €3.508,00. Διευκρίνισε βέβαια ότι ο εφεσείων και η σύζυγος του συγκατοικούσαν και είχαν κοινό προϋπολογισμό και πορτοφόλι, αντιμετωπίζοντας τους πιο πάνω μισθούς ως οικογενειακά έσοδα. Κρίνουμε την ενέργεια αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως ακροσφαλή αφού δεν είχε ενώπιον του μαρτυρία αναφορικά με τα έξοδα και τις υποχρεώσεις της συζύγου του εφεσείοντος. Όσον αφορά το δάνειο των €1.800,00 το οποίο αποκόπτετο από τον μισθό της συζύγου, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να διερευνήσει περαιτέρω το ζήτημα, δηλαδή να εξετάσει κατά πόσο η σύζυγος του, η οποία ήταν τραπεζικός υπάλληλος και το ποσό της μηνιαίας δόσης του δανείου απεκόπτετο από τον μισθό της, είχε την ευχέρεια να σταματήσει την καταβολή της δόσης του δανείου της τη στιγμή που το δάνειο λήφθηκε από τους εργοδότες της και απεκόπτετο απευθείας από τον μισθό της, δηλαδή κατά το χρόνο καταβολής του. Υπενθυμίζουμε ότι σε τέτοιου είδους διαδικασίες το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να ακούσει και άλλους μάρτυρες που σχετίζονται με τα υπό εξέταση ζητήματα. Επιπλέον, δεν διερευνήθηκε η ημερομηνία και οι όροι αποπληρωμής του εν λόγω δανείου.
Τα ίδια ισχύουν και για το ποσό των €967,00 το οποίο πρόσθεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο στα εισοδήματα του εφεσείοντος με την έννοια που έχουμε περιγράψει πιο πάνω. Βασιζόμενο στη μαρτυρία του εφεσείοντος υπολόγισε τα έσοδα της επιχείρησης του εστιατορίου από τα οποία αφαίρεσε τους μισθούς των υπαλλήλων (συμπεριλαμβανομένου του ιδίου) καταλήγοντας στο ποσό των €2.900,00. Ακολούθως, ελλείψει άλλης πληροφόρησης ως ανέφερε, υπολόγισε ως μηνιαίο κέρδος της επιχείρησης το 1/3 του πιο πάνω ποσού, δηλαδή €967,00. Το συμπέρασμα όμως αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν βασίστηκε σε μαρτυρία με αποτέλεσμα να καθίσταται αυθαίρετο. Σημειώνουμε ότι ο εφεσείων, σύμφωνα με τα πρακτικά της διαδικασίας, δεν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τα έξοδα της εν λόγω επιχείρησης. Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να διερευνήσει περαιτέρω το ζήτημα αυτό έχοντας υπόψη ότι η διαδικασία η οποία διεξάγεται σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ουσιαστικά ανακριτικού χαρακτήρα [βλ. Φλαγκοφάς (ανωτέρω)].
Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω αφού τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η συλλογιστική του πρωτόδικου Δικαστηρίου βασίστηκε σε μη στερεό υπόβαθρο.
Αποτελεί θέση της πλευράς του εφεσίβλητου ότι δεν μπορεί να επιτραπεί σε εξ αποφάσεως οφειλέτη να επιλέγει να έχει χαμηλά εισοδήματα και στη συνέχεια να τα προβάλλει ως δικαιολογία για την αδυναμία του να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος του. Παρατηρούμε όμως ότι αυτή η θέση δεν τέθηκε στον εφεσείοντα κατά την αντεξέταση του ούτως ώστε να καταγραφεί η θέση του. Ούτε και τέθηκαν ερωτήσεις ή υποβολές προς αυτή την κατεύθυνση.
Περαιτέρω, δεν συμμεριζόμαστε τη θέση της πλευράς του εφεσίβλητου ότι σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η εισήγηση της πλευράς του εφεσείοντος για παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης, ουσιαστικά επικροτείται η αποφυγή πληρωμής δικαστικών αποφάσεων και ο εμπαιγμός της δικαστικής διαδικασίας. Ασφαλώς οι δικαστικές αποφάσεις και διαταγές θα πρέπει να είναι ωφέλιμες, εφαρμόσιμες και τελέσφορες (βλ. Πιερή ν. Ματθαίου, Πολ. Έφ. Αρ. 378/2018, ημερ. 24.5.2024). Η δικαστική κρίση όμως θα πρέπει να στηρίζεται σε στέρεη βάση και στην προκείμενη περίπτωση κρίνουμε ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να κρίνεται ακροσφαλής.
Με βάση τα πιο πάνω η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Διατάσσεται η επανεκδίκαση της Αίτησης από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας / Λάρνακας / Αμμοχώστου, Τμήμα Λευκωσίας.
Επιδικάζονται €1.200,00 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του εφεσείοντος και σε βάρος του εφεσίβλητου.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο