ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: E91/2025)
(i-justice)
15 Μαΐου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. Α. Α.
2. Α. Α.
Εφεσείοντες
v.
Ι. Χ.
Εφεσιβλήτου
--------------------
Π. Γεωργίου, για Εφεσείοντες
Α. Χαριλάου (κα), για Απόστολο Γεωργίου, για Εφεσίβλητο
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η κυρίως υπόθεση ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού αφορά την αξίωση του Εφεσίβλητου γονέως, 73 ετών, για διατροφή του από τους Εφεσείοντες 1 και 2 υιούς του, 52 και 43 ετών αντίστοιχα, βάσει του Άρθρου 34 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Ν.216/90. Ταυτόχρονα με την κυρίως αίτηση του ο Εφεσίβλητος καταχώρισε και μονομερή αίτηση, αξιώνοντας ενδιάμεσο διάταγμα διατροφής ύψους €600 μηνιαίως. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης. Μετά την ακρόαση της, εξέδωσε στις 29.7.25 προσωρινό διάταγμα με το οποίο διέταξε τους Εφεσείοντες όπως καταβάλλουν €75 έκαστος μηνιαίως από 1.8.25, ως συνεισφορά στη διατροφή και συντήρηση του Εφεσίβλητου πατέρα τους, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης.
Πρωτόδικη Απόφαση
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε πρώτα τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, εν συνεχεία τις νομικές αρχές σε σχέση με έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τις ειδικές νομοθετικές πρόνοιες για διατροφή γονέων και αφού κατέγραψε τα βασικά γεγονότα, τα οποία συνεκτίμησε, καθώς και σχετική νομολογία (Παπαντωνίου ν. Παπαντωνίου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ.1875), κατέληξε ως εξής:
«Εφαρμόζοντας τις παραπάνω αρχές και έχοντας μια εικόνα των αναγκών του Αιτητή, το γεγονός ότι ο ίδιος αναφέρει ότι δεν εργάζεται, θεωρώ ότι ποσό των €300 για μεταφορικά, για να μεταβαίνει στους ιατρούς είναι υπερβολικό και ότι τα λογικά έξοδα διαβίωσης του Αιτητή είναι χαμηλότερα του ποσού των €1070, που ο ίδιος αναφέρει.
Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη μου τα εισοδήματα των υιών του και τις υποχρεώσεις τους ως παρουσιάστηκαν από τους ιδίους σήμερα, (χωρίς βέβαια να παρουσιάζεται από αυτούς οποιοδήποτε (sic) κατάσταση μισθοδοσίας και φορολογική δήλωση και να εξηγείται κατά πόσο αυτά τα οποία παρουσιάζονται είναι οι μεικτές ή οι καθαρές απολαβές τους), το γεγονός ότι έχουν υποχρεώσεις έναντι των ανηλίκων παιδιών τους, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη μου την κατάσταση του υιού του ο οποίος εκδιώχθηκε από τη συζυγική κατοικία και έχει υποχρέωση να συνεισφέρει στη διατροφή της ανήλικης θυγατέρας του με ένα ποσό €190 το μήνα, επίσης ότι στο σπίτι που παραχώρησε ο Αιτητής στον ένα υιό του διαμένει ο ίδιος, συνεπώς δεν έχει έξοδα ενοικίου, επίσης ότι αυτός ο υιός του διαμένει σε κοντέινερ και έχει χρέος, χωρίς να μπορώ να αξιολογήσω σε αυτό το στάδιο τον ακριβή λόγο και να εμπλακώ στην αντιπαράθεση πατέρα και υιών, έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι η υποχρέωση των υιών απέναντι στον πατέρα τους έπεται της υποχρέωσης τους έναντι των ανηλίκων τέκνων τους, θεωρώ ότι είναι εύλογο και δίκαιο όπως εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα της τάξεως των €75 για κάθε υιό του Αιτητή. Ποσό το οποίο θεωρώ εύλογο υπό τις περιστάσεις ως συνεισφορά για τη διατροφή και συντήρηση του πατέρα τους, χωρίς να διακινδυνεύει η δική τους διατροφή και η διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους.
Τονίζω σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο θα ήταν πρόωρο να προχωρήσει σε τελικά ευρήματα επί των αναγκών και υποχρεώσεων των διαδίκων».
Λόγος Έφεσης 1 – «Καθαρά Χέρια» - Παραπλάνηση Δικαστηρίου
Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η πρωτόδικη Δικαστής περιέπλεξε το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων με το καθήκον προσέλευσης με καθαρά χέρια και μη παραπλάνησης. Κατά την εισήγηση, αποτέλεσμα τούτου ήταν να εφαρμόσει τις αρχές της Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1168 και να απορρίψει την ένσταση τους περί παραβίασης της αρχής για καθαρά χέρια.
Είναι γεγονός ότι, κατ’ επίκλησιν της ως άνω υπόθεσης, η πρωτόδικη Δικαστής υπέδειξε πως η υποχρέωση για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων υφίσταται μόνο στην περίπτωση μονομερούς αίτησης και ότι στην παρούσα περίπτωση, που η αίτηση μετατράπηκε σε αίτηση δια κλήσεως, «έχει εφαρμοστεί ο κανόνας της υποχρέωσης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων στην περίπτωση αίτησης διά κλήσεως και δόθηκε στους καθ’ ων το δικαίωμα να ακουστούν».
Οι Εφεσείοντες εξηγούν πως η θέση τους πρωτοδίκως ήταν ότι ο Εφεσίβλητος επέδειξε συνειδητή και σταθερή προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, παραβιάζοντας την υποχρέωση για προσέλευση με καθαρά χέρια, ως αυτή διαπιστώθηκε στην υπόθεση Investar SPC Ltd v. Investar Investments Ltd, Πολ. Έφ. Ε50/2021, ημερ. 15.2.24. Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκε πως «… στις περιπτώσεις που διατάσσεται η επίδοση της αίτησης, ενώ δεν ισχύουν οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη με τον τρόπο που εφαρμόζονται στις μονομερείς αιτήσεις, εντούτοις εξακολουθεί να ισχύει η γενική υποχρέωση του αιτητή που εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις που εδράζονται στο δίκαιο της επιείκειας, ήτοι να προσέλθει στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και ότι αυτό «περιλαμβάνει την υποχρέωση του αιτητή να μην παραπλανά το Δικαστήριο».
Η πραγματικότητα βέβαια είναι πως στην παρούσα οι Εφεσείοντες είχαν εγείρει και ζητήματα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, όπως διαπιστώνεται από τους λόγους ένστασης (βλ. Λόγους Δ έως Η, ΙΖ, ΙΗ). Αυτό δικαιολογούσε την αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου και στο ζήτημα της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης. Η ουσία της σχετικής αρχής είναι ότι, επειδή στις μονομερείς αιτήσεις το Δικαστήριο βασίζεται μόνο στα λεγόμενα του ενός διαδίκου, ο διάδικος αυτός υποχρεούται να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς του παρεμπίπτοντος διατάγματος («Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμης, 2016, σ. 164»). Όπως εξηγείται στην Alexander v. Alexander (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 1093: «Αποσιώπηση δεδομένων που τείνουν να ρίξουν διαφορετικό φως στην υπόθεση που προωθείται από τον αιτητή, αποτελεί απόκρυψη και παραπλάνηση του Δικαστηρίου ικανά να εκθεμελιώσουν το βάσιμο και το uberrima fides της αίτησης με την οποία εξασφαλίστηκε το διάταγμα, ώστε αυτό να είναι άμεσα ακυρώσιμο». Εδώ όμως δεν ήταν η περίπτωση χορήγησης διατάγματος μονομερώς, ούτως ώστε να τίθεται ζήτημα ακύρωσης για ένα τέτοιο λόγο. Αυτό ήταν που προσπάθησε να εξηγήσει η πρωτόδικη Δικαστής. Δικαιολογημένα, θα λέγαμε, δεδομένου ότι όντως εγείρετο και τέτοιο θέμα με τους λόγους ένστασης.
Παράλληλα όμως, είναι γεγονός πως πράγματι οι Εφεσείοντες είχαν εγείρει και ζήτημα μη προσέλευσης με καθαρά χέρια. Εξηγείται στο σύγγραμμα «Διατάγματα» (ανωτέρω, σ. 60), ότι όποιος επικαλείται την επιείκεια «πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» και «πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια» (“… must come with clean hands”, “must do equity”). Εξηγείται περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα, πως τα δύο αυτά αξιώματα στηρίζονται στη φιλοσοφία ότι ο διάδικος ο οποίος επιζητεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας θα πρέπει να συμπεριφέρθηκε καθόλα έντιμα και δίκαια. Με το πρώτο αξίωμα η προσοχή εστιάζεται στο παρελθόν ενώ με το δεύτερο επικεντρώνεται στη μελλοντική του συμπεριφορά. Αν κριθεί ότι η προηγηθείσα συμπεριφορά του αιτητή δεν ήταν η ενδεδειγμένη, ενδέχεται το Δικαστήριο να αρνηθεί την αιτούμενη θεραπεία. Όπως προστίθεται στο ίδιο σύγγραμμα, «Διατάγματα» (ανωτέρω, σ. 151):
«Ο ενάγοντας, ως αιτητής θεραπείας του δικαίου της επιείκειας θα πρέπει να προσέρχεται με «καθαρά χέρια». Διαφορετικά το δικαστήριο δεν θα του επιτρέψει να εκμεταλλευθεί τις δικές του παρανομίες για να αποκτήσει όφελος. Η παρανομία, ή άλλη μεμπτή συμπεριφορά, θα πρέπει να σχετίζεται με το αντικείμενο της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα. Ασήμαντα γεγονότα που τυπικά μπορεί να ισοδυναμούν με τεχνικές παραβιάσεις του νόμου, συνήθως δεν λαμβάνονται υπόψη».
Είναι εντός του πιο πάνω πλαισίου που, ακόμα και η απόκρυψη στοιχείων ή η ψευδής ένορκη κατάθεση ή η χρήση ανήθικων ή ελεεινών μεθόδων, έχουν θεωρηθεί ως παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της μη χορήγησης ενδιάμεσου διατάγματος («Διατάγματα», ανωτέρω, σ. 61). Αντιλαμβανόμαστε ότι με τον πρώτο λόγο έφεσης οι Εφεσείοντες είναι σε τέτοια ζητήματα που επιθυμούσαν να αναφερθούν, δεδομένου ότι η βασική τους θέση είναι πως ο Εφεσίβλητος παραπλάνησε το Δικαστήριο (προφανώς εννοούν με τις ένορκες του δηλώσεις). Παρατηρούμε όμως ότι πέραν της γενικής νομικής ανάλυσης δεν παρατίθεται κάτι συγκεκριμένο στο εφετήριο.
Όπως είναι καλώς νομολογημένο ένας λόγος έφεσης συντίθεται πρώτον από τον προσδιορισμό του σφάλματος και δεύτερον από τους λόγους οι οποίοι στοιχειοθετούν το σφάλμα (Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 112). Ο προσδιορισμός του λόγου ο οποίος καθιστά την εκκαλούμενη απόφαση τρωτή και η αιτιολογία η οποία υποστυλώνει τη βάση της έφεσης, συνιστούν τα συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης (Χριστοδούλου ν. Μεταξάκη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1002). Ο δε εφεσείων πρέπει, με τον λόγο έφεσης και την αιτιολογία, να υποδεικνύει το σφάλμα και όχι απλώς να περιορίζεται γενικά σε απόδοση σφάλματος στο πρωτόδικο Δικαστήριο (Πολιτιστική και Πληροφοριακή Εταιρεία «Ο Λόγος» ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 91). Ουσιαστικά είναι απαραίτητο να προσδιορίζονται με την αιτιολογία τα συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης, τα οποία να καθιστούν την απόφαση τρωτή (Προκοπίου ν. Ryan (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1982). Όπως έχει λεχθεί στην πιο πρόσφατη Αναφορικά με την αίτηση της Tricor Ltd, υπό εκκαθάριση, Πολ. Έφ. 28/2023, ημερ. 6.7.23, ECLI:CY:AD:2023:D98 «η αιτιολογία […] αναμένεται πως θα χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, βραχυλογία και αναγκαία λεπτομέρεια, αλλά και να συνδέεται άμεσα (εξού και ο όρος), με τους αντίστοιχους λόγους έφεσης». Κατά τη δική μας κρίση, τα όσα αναφέρονται στο περίγραμμα των Εφεσειόντων δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ορθή αιτιολογία, η οποία θα έπρεπε να υπάρχει στο ίδιο το εφετήριο για τον πρώτο λόγο έφεσης. Ο οποίος υπόκειται σε απόρριψη και εκ μόνου του λόγου τούτου.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και εάν προχωρούσαμε, θα παρατηρούσαμε ότι στο περίγραμμα τους οι Εφεσείοντες, αφού παραθέτουν το περιεχόμενο της αρχικής και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Εφεσίβλητου, εν συνεχεία αντιπαραθέτουν την, αποκαλούμενη από τους ίδιους, «τελείως διαφορετική εικόνα των γεγονότων και της πραγματικότητας», την οποίαν εξιστόρησαν οι ίδιοι στις αρχικές και στις συμπληρωματικές δικές τους ένορκες δηλώσεις. Επίκεντρο των δικών τους θέσεων είναι ότι ο Εφεσίβλητος ψεύδεται σχετικά με τα εισοδήματα του, την κατ’ ισχυρισμόν ανεργία του και γενικά την κατάσταση του (διαμονή, υγεία κ.λπ.). Έτσι, ακόμα και αν προχωρούσαμε να εξετάσουμε τον πρώτο λόγο έφεσης, θα λέγαμε απλώς πως δεν υπάρχει κάποια θέση του Εφεσίβλητου την οποία δεν σχολίασαν και στην οποία δεν απάντησαν οι Εφεσείοντες.
Κατ’ ακρίβειαν, το όλο ζήτημα ανακύπτει από την προωθούμενη (και με άλλους λόγους) επίμονη θέση τους ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ώφειλε να διαπιστώσει το ψευδές της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου και την πρόθεση του να παραπλανήσει, διότι οι θέσεις του ήταν ατεκμηρίωτες και καταρρίπτοντο από τη δική τους μαρτυρία. Εννοείται πως τέτοια διεργασία θα απαιτούσε ανεπίτρεπτη, σε ενδιάμεσο στάδιο, διεξοδική αξιολόγηση μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων. Πράγμα το οποίο ορθώς επισήμανε η πρωτόδικη Δικαστής. Η κατάληξη μας συνεπώς θα ήταν η ίδια, όπως στην υπόθεση Rostovtsev v. Shchukin, Πολ. Έφ. Ε415/2016, ημερ. 5.7.19, στην οποία είχε λεχθεί ότι:
«Ο εφεσείων έθεσε, επίσης, θέμα μη αποκάλυψης από μέρους του εφεσίβλητου κάποιας μαρτυρίας, την οποία ο ίδιος επικαλέστηκε προς υποστήριξη της ένστασής του. Η εισήγηση η οποία υποβλήθηκε, συναφώς, είναι ότι, συνεπεία της πιο πάνω κατ' ισχυρισμό παράλειψης, ο εφεσίβλητος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια». Δεν τεκμηριώθηκε, όμως, η πιο πάνω εισήγηση με την παράθεση κοινώς αποδεκτών στοιχείων μαρτυρίας. Το εκδικάσαν Δικαστήριο, εξετάζοντας το θέμα, ως έναν από τους λόγους ένστασης, υπέδειξε πως αυτό δεν ήταν δυνατό να εξεταστεί, αφού θα συνεπαγόταν αξιολόγηση, εκ μέρους του, μαρτυρίας, η οποία δεν είχε αντικειμενικό έρεισμα, προκειμένου να διαπιστώσει την αλήθεια. Κατέληξε δε ότι τέτοιο επιχείρημα δεν ήταν δυνατό να προβληθεί στο πλαίσιο της ενώπιόν του ενδιάμεσης διαδικασίας. Η κατάληξή του κρίνεται ορθή».
Στη βάση των πιο πάνω ο πρώτος λόγος υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγοι Έφεσης 2 έως 8 – Αξιολόγηση – Βάρος Απόδειξης
Στο περίγραμμα τους οι μεν Εφεσείοντες αναπτύσσουν ενιαία τους λόγους έφεσης 2 και 3, ο δε Εφεσίβλητος πράττει το ίδιο για τους λόγους έφεσης 2, 3 και 4. Από δικής μας πλευράς κρίνουμε ότι δύνανται να ενταχθούν λειτουργικά στην ίδια ενότητα και οι λόγοι έφεσης 5 έως 8.
Με τους λόγους έφεσης 2 έως 8, οι Εφεσείοντες, προβάλλουν, διατηρουμένης της αρίθμησης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: (2) Αντέστρεψε το βάρος απόδειξης και ή έκρινε ότι ο Εφεσίβλητος απέσεισε το βάρος που είχε, (3) Ερμήνευσε λάθος και ή δεν εξέτασε το προαναφερθέν Άρθρο 34, (4) Δεν έλαβε υπ’ όψιν ότι δεν απεδείχθησαν τα έξοδα και οι ανάγκες του Εφεσίβλητου, (5) Δεν έλαβε υπ’ όψιν τις ανάγκες και υποχρεώσεις των Εφεσειόντων και ή ότι δεν είναι σε θέση να συνεισφέρουν, χωρίς να διακινδυνεύσει η δική τους διατροφή, (6) Αξιολόγησε ανεπαρκώς την ενώπιον του μαρτυρία και κατέληξε σε λανθασμένα συμπεράσματα, (7) Δεν έλαβε υπ’ όψιν και ή αρνήθηκε να αξιολογήσει την πραγματική μαρτυρία την οποία προσκόμισαν οι Εφεσείοντες και (8) Δεν έλαβε υπ’ όψιν και δεν εξέτασε την εγερθείσα ένσταση περί καταχρηστικής αίτησης και διαδικασίας.
Εν πρώτοις, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, ως θέμα γενικής αρχής, το βάρος απόδειξης σε αιτήσεις, το έχει ο εκάστοτε αιτητής, ιδιαίτερα εκεί που οι θέσεις του αμφισβητούνται («Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης & Ν. Γ. Σάντης, 2014, σ. 213). Δεν διαπιστώνουμε να αντέστρεψε το βάρος αυτό η πρωτόδικη Δικαστής. Ο λόγος έφεσης 2 είναι άνευ ερείσματος.
Είναι επίσης καλώς νομολογημένο ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, ενδιάμεσο διάταγμα δύναται να εκδοθεί όταν καταδεικνύεται σωρευτικά (i) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (ii) ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και (iii) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others (1982) 1 C.L.R.557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd (2013) 1(Α) Α.Α.Δ.354).
Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248).
Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.ά. (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1400, Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία, αλλά μόνο για σκοπούς αφενός ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων χορήγησης προσωρινής θεραπείας και αφετέρου κάποιας προεκτίμησης της δυνητικής αποδεικτικής ισχύος της εκατέρωθεν μαρτυρίας, με προοπτική την εκδίκαση της ουσίας. Αυτό, χωρίς να χρειάζεται να επεκτείνεται λεπτομερώς σε κάθε επιμέρους ζήτημα ή γεγονός για το οποίο ενδεχομένως να υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές. Ουσιαστικά, το εκδικάζον την αίτηση Δικαστήριο ελέγχει και εκτιμά κατά πόσον, στη βάση των όσων έχει ενώπιον του, είναι πιθανόν να επιτύχει ο αιτητής στην κυρίως υπόθεση του. Οι σχετικές αρχές συνοψίστηκαν στην υπόθεση Λόρδος κ.ά. ν. Σιακόλα κ.ά., (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 653 ως εξής:
«Ορθή είναι η κοινή θέση ότι σ΄αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας […].
Όπως εξηγήθηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του. Συνεπώς, τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο».
Παρά την πιο πάνω ξεκάθαρη νομολογία, εντούτοις οι Εφεσείοντες επιμένουν να αναφέρονται, με τους λόγους έφεσης 6 και 7, σε ανεπαρκή αξιολόγηση, εσφαλμένα συμπεράσματα και σε μη αξιολόγηση της πραγματικής μαρτυρίας (φωτογραφιών), χρησιμοποιώντας ορολογία και επιχειρήματα, τα οποία παραπέμπουν σε τελικά ευρήματα επί της ουσίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθώς πράττοντας, δεν προέβη σε τέτοιο χειρισμό. Όπως κατέγραψε εξετάζοντας την πιθανότητα επιτυχίας: «Θα ήταν πρόωρο ακόμα για το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών. Αυτό θα γίνει στα πλαίσια της εκδίκασης της κυρίως αίτησης όταν ενώπιον του Δικαστηρίου θα βρίσκεται ολοκληρωμένη η μαρτυρία των διαδίκων και θα αξιολογηθεί η αξιοπιστία τους. Φαίνεται εξάλλου από τις ένορκες δηλώσεις ότι υπάρχουν αρκετά διαφιλονικούμενα θέματα, ειδικότερα για τα εισοδήματα των διαδίκων αλλά και την ανικανότητα και απορία του πατέρα τους. Αλλά και για τα έξοδα τόσο του πατέρα τους αλλά και των υιών του». Βρίσκουμε μάλιστα ομοιότητες με την υπόθεση Κυριακίδης ν. Θεμιστοκλέους, Εφ. 18/2019, ημερ. 3.12.20, υπό την έννοια ότι και εκεί προβάλλονταν τα ίδια παράπονα, προκαλώντας την ακόλουθη κρίση από το Εφετείο, την οποία υιοθετούμε και η οποία απαντά στις αιτιάσεις των εδώ Εφεσειόντων:
«Ενώ το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά εξέτασε την υπόθεση στα δικά της πλαίσια ως ενδιάμεση αίτηση, η έφεση, όπως δομήθηκε αλλά και όπως αναπτύχθηκε στη συνέχεια, αντιμετώπισε την πρωτόδικη απόφαση ως εάν να επρόκειτο για τελική κρίση. Έτσι, αποδίδεται στο δικαστήριο ότι δεν προέβη σε εύρημα αναφορικά με τα εισοδήματα του εφεσείοντα […]. Αλλ΄ εν πάση περιπτώσει όλοι οι σχετικοί παράγοντες για τον καθορισμό της διατροφής, περιλαμβανομένης της επικοινωνίας ή του ζητήματος των επιδομάτων, θα εξεταστούν πλήρως και θα γίνουν τα αναγκαία τελικά ευρήματα κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης. Με την ενδιάμεση αίτηση δεν εκαλείτο το δικαστήριο να κρίνει τελικά και ουσιαστικά τα δικαιώματα των διαδίκων, ούτε να καταλήξει σε τελικά ευρήματα αναγνωρίζοντας δικαιώματα και κατανέμοντας υποχρεώσεις (Αποστόλου ν. Ιωάννου (ανωτέρω)). Το δικαστήριο λειτούργησε στα ορθά πλαίσια της διαδικασίας και είναι χαρακτηριστικό ότι με τους λόγους έφεσης δεν αμφισβητείται η πρωτόδικη κρίση ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την παροχή ενδιάμεσης προσωρινής θεραπείας. Αυτό που ο εφεσείοντας επιδιώκει είναι όπως στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο επιλυθούν τα ζητήματα ουσίας και μάλιστα σε εφετειακό βαθμό, τακτική που αποδοκιμάστηκε στην Κωνσταντίνου ν. Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Έφεση Αρ. 10/2020, ημερ. 15.10.2020».
Εξίσου χαρακτηριστικό είναι και στην παρούσα το ότι δεν αμφισβητείται η συνδρομή των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 με την έφεση. Πράγμα βεβαίως το οποίο θα μπορούσε και αφ’ εαυτού να θέσει τέρμα στην όλη συζήτηση.
Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση αυτό το οποίο εξετάζεται είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον Νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, παραθέτοντας τα σχετικά Άρθρα 34 έως 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Ν.216/90.
Το Άρθρο 34 προνοεί ότι το ενήλικο τέκνο έχει υποχρέωση διατροφής των γονέων του εφόσον οι τελευταίοι δεν μπορούν να διατρέφουν τον εαυτό τους από την περιουσία ή τα εισοδήματα τους ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία, την κατάσταση της υγείας τους και τις λοιπές βιοτικές τους ανάγκες. Το εν λόγω άρθρο εντάσσεται στο Μέρος ΙΙ του Ν.216/90, το οποίο αφορά γενικά τη «Διατροφή» ανιόντων ή κατιόντων και αντιστοιχεί, κατά το μάλλον ή ήττον, με πρόνοιες του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, οι οποίες αναλύονται διεξοδικά στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο», Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Τέταρτη Έκδοση, 2025, σ.757 έως 800. Δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην ερμηνεία του σχετικού άρθρου από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο λόγος έφεσης 3 υπόκειται επίσης σε απόρριψη.
Προβάλλουν οι Εφεσείοντες, με τον λόγο έφεσης 8, ότι η αίτηση ήταν καταχρηστική διότι ο Εφεσίβλητος υπήρξε αδιάφορος, εντελώς ξένος, τους εγκατέλειψε το 2014 για χάρη νεαρής συμβίας και έχει εκδηλώσει βούληση να μην υπάρχει μεταξύ τους συναισθηματικός δεσμός. Δεν τίθεται όμως οποιαδήποτε τέτοια προϋπόθεση από τον Νόμο. Όπως μάλιστα εξηγείται στο «Οικογενειακό Δίκαιο» (ανωτέρω, σ.759), «[Γ]ια τη θεμελίωση του δικαιώματος διατροφής είναι αδιάφορο αν τα συγγενικά πρόσωπα συνοικούν ή όχι, αν επικοινωνούν συχνά, αν υπάρχει μεταξύ τους συναισθηματικός δεσμός κ.ο.κ.». Συνεπώς, ο λόγος έφεσης 8 δεν ευσταθεί.
Βασικά, η υποχρέωση διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων προϋποθέτει αφενός την απορία (έλλειψη πόρων) του αιτητή και αφετέρου την ευπορία του καθ’ ου. Εξ ου και το ότι στη δίκη που θα ακολουθήσει θα είναι σημαντική η εξακρίβωση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης των διαδίκων.
Σύμφωνα με το εν λόγω σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» (ανωτέρω, σ.760), για την ύπαρξη απορίας θα συνεκτιμηθούν κατά την ακρόαση:
α) Έλλειψη περιουσίας
Ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει απόλυτη αδυναμία αυτοδιατροφής σε σχέση με την περιουσία του, δηλαδή είτε ότι δεν έχει περιουσία είτε ότι έχει περιουσία η οποία όμως είναι ασήμαντη.
β) Αδυναμία εύρεσης εργασίας
Ο αιτητής υποχρεούται να αναζητήσει εργασία κατάλληλη βάσει της ηλικίας του και της κατάστασης της υγείας του.
γ) Υπαιτιότητα δικαιούχου
Δεν ενδιαφέρει αν η ανικανότητα αυτοδιατροφής οφείλεται σε υπαιτιότητα του αιτητή, εκτός εάν αυτός περιήλθε σκοπίμως σε απορία για να εξασφαλίσει τη διατροφή.
δ) Μερική αξίωση
Αν η απορία του δικαιούχου είναι μερική, τότε η αξίωση και η αντίστοιχη υποχρέωση διατροφής υφίσταται για το τμήμα αυτό (οπότε δίδεται συμπληρωματική αντί πλήρης διατροφή).
Αντίστοιχα, κατά την ακρόαση είναι που εξετάζεται και η ευπορία του καθ’ ου. Εννοείται πως δεν έχει υποχρέωση διατροφής εκείνος ο οποίος δεν είναι σε θέση να την παράσχει χωρίς να διακινδυνεύσει τη δική του διατροφή. Ως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα (σ.765) «η καταβολή της διατροφής από συγκεκριμένο υπόχρεο προϋποθέτει ότι αυτός είναι «εύπορος», όχι με την έννοια ότι διαθέτει κάποιον ιδιαίτερο πλούτο, αλλά ότι οι προσωπικές οικονομικές συνθήκες του επιτρέπουν να διατρέφει τόσο τον δικαιούχο διατροφής όσο και τον εαυτό του. Μολονότι η ευπορία του υποχρέου συνιστά βασική προϋπόθεση για την καταβολή διατροφής, δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της αγωγής διατροφής∙ αντίθετα, η έλλειψη ευπορίας μπορεί να προταθεί στη σχετική δίκη από τον εναγόμενο-υπόχρεο διατροφής ως ένσταση καταλυτική της αγωγής (ένσταση διακινδύνευσης)». Διακινδύνευση υφίσταται όταν προκύπτει αδυναμία του καθ’ ου να παράσχει διατροφή, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς να διακινδυνεύει η αυτοδιατροφή του (σ.765). Το θέμα της διακινδύνευσης συνεκτίμησε δεόντως και η πρωτόδικη Δικαστής. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να λεχθεί ότι ευπορία σημαίνει την, υπό τις περιστάσεις του καθ’ ου, οικονομική του δυνατότητα για καταβολή διατροφής και ότι εάν ελλείπει τέτοια οικονομική δυνατότητα, τότε η αγωγή διατροφής απορρίπτεται.
Εντός του πιο πάνω πλαισίου, το καθήκον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν να αποφασίσει κατά πόσον είχε καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Έλαβε προς τούτο υπ’ όψιν την ηλικία, διάφορες ιατρικές βεβαιώσεις και τα εισοδήματα του Εφεσίβλητου. Σε ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 4.6.24 γινόταν αναφορά σε παλαιό έμφραγμα, θωρακικό αορτικό ανεύρυσμα, αγγειοπάθεια, σκλήρυνση, αυξημένη αρτηριακή πίεση και υπερπλασία προστάτη. Η βεβαίωση καρδιολόγου ημερ. 23.7.24 επιβεβαίωνε την ύπαρξη ιστορικού ανευρύσματος ανιούσας θωρακικής αορτής, η δε γνωμάτευση πνευμονολόγου ίδιας ημερομηνίας πιστοποιούσε ότι ο Εφεσίβλητος πάσχει από διάμεση πνευμονοπάθεια μέσου βαθμού. Και για τα δύο ευρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση. Στις 20.8.24 είχε νοσηλευθεί για δύο ημέρες, προς διενέργεια στεφανιογραφίας, λόγω υπερηχογραφικών παρατηρήσεων και θωρακικού άλγους.
Σε σχέση με τα εισοδήματα του η προσφερθείσα μαρτυρία ήταν πως ο Εφεσίβλητος λαμβάνει σύνταξη €424, ότι ενδεχομένως δικαιούται επίδομα χαμηλοσυνταξιούχου και ότι μέχρι πρόσφατα ασκούσε περιστασιακά χειρωνακτική εργασία (βοηθός καλουπωτής), με εισόδημα €300 μηνιαίως περίπου, την οποία εργασία τερμάτισε, προ της υποβολής της αίτησης, λόγω της υγείας του και των πόνων που αντιμετώπιζε.
Ουσιώδες μέρος των εισηγήσεων των Εφεσειόντων εδράζεται στο ότι η προαναφερθείσα πνευμονολόγος, στη βεβαίωση της, είχε καταγράψει πως ο Εφεσίβλητος «εξακολουθεί να εργάζεται σκληρά … λόγω οικονομικών προβλημάτων που προέκυψαν μετά την παραχώρηση της ακίνητης περιουσίας του στα παιδιά του». Οι Εφεσείοντες επικαλούνται το πρώτο μέρος, ισχυριζόμενοι ότι αυτό βεβαιώνει πως ο πατέρας τους «εργαζόταν σκληρά», άρα δεν έχει πρόβλημα υγείας και έχει εισόδημα. Παραγνωρίζουν όμως ότι η βεβαίωση ήταν ημερ. 23.7.24 και ότι ανάλογη ήταν και η θέση του Εφεσίβλητου, ήτοι ότι εργαζόταν πριν την καταχώριση της αίτησης του, που έγινε στις 12.9.24.
Παραπονούνται όμως και για το δεύτερο μέρος λέγοντας ότι οι αναφορές της πνευμονολόγου για την παραχώρηση περιουσίας του «απέβλεπαν καταφανώς στο στήσιμο της παρούσης και όχι στην αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης της υγείας του Εφεσίβλητου». Ασφαλώς δεν ήταν ζητήματα τα οποία θα επέλυε σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο. Αναφερόμαστε στο ότι όντως ο Εφεσίβλητος είχε μεταβιβάσει ακίνητο του στους Εφεσείοντες αλλά οι ίδιοι προβάλλουν πως αυτό έγινε μετά που οι ίδιοι ανέλαβαν το τραπεζικό χρέος, για να μην εκποιηθεί το εν λόγω ακίνητο δυνάμει της υφιστάμενης υποθήκης. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι με αυτό τον τρόπο το αγόρασαν από την Τράπεζα. Εδώ έγκειτο η διαφωνία τους και προφανώς και η απαίτηση τους να εγκαταλείψει τη συγκεκριμένη οικία ο Εφεσίβλητος. Δεν ήταν όμως αυτό ζήτημα το οποίο θα μπορούσε ή απαιτείτο να επιλυθεί στο ενδιάμεσο στάδιο.
Για να καταδείξουμε απλώς τις περιπλοκές που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν από μια τέτοια ενασχόληση, αρκεί μόνο να υπενθυμίσουμε ότι, στην ημεδαπή έννομη τάξη, η εσκεμμένη παραμέληση υποχρέωσης διατροφής γονέως, συνιστά και ποινικό αδίκημα, το οποίο εάν στοιχειοθετηθεί δυνατόν να οδηγήσει ακόμα και σε διάταγμα επαναμεταβίβασης στον γονέα, οποιασδήποτε περιουσίας έχει δωρίσει στον καταδικασθέντα (βλ. Άρθρο 182 του Ποινικού Κώδικος). Δεν συμφωνούμε λοιπόν ότι έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εμπλακεί σε τέτοια ζητήματα και μάλιστα στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, ήτοι αν ήταν αγορά ή δωρεά.
Αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος έφεσης 4, με τον οποίον οι Εφεσείοντες παραπονούνται ότι ο Εφεσίβλητος δεν απέδειξε τα κατ’ ισχυρισμόν έξοδα και ανάγκες του, αφού δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Γινόταν όμως αναφορά στις ανάγκες του Εφεσίβλητου, εξ ου και ζητείτο το συγκεκριμένο ποσό των €600 ως συνεισφορά στο συνολικό ποσό των €1.070. Ούτως ή άλλως δεν απαιτείται να εκτίθενται οι εν ευρεία εννοία διατροφικές ανάγκες αναλυτικώς ούτε το ποσό που χρειάζεται για την κάλυψη καθεμιάς με ακρίβεια («Οικογενειακό Δίκαιο», ανωτέρω, σ.793). Παρομοίως, απορριπτέος κρίνεται και ο λόγος έφεσης 5, αφού είναι εμφανές, από το απόσπασμα που έχουμε παραθέσει στην αρχή, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο συνεκτίμησε τα ζητήματα για τα οποία παραπονούνται οι Εφεσείοντες.
Εν πάση περιπτώσει, σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο το ουσιώδες είναι άλλο και ως προς αυτό συμφωνούμε ότι ευλόγως το πρωτόδικο Δικαστήριο διείδε ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως υπόθεση. Ορθώς διαπίστωσε και τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης. Το τρέχον ζήτημα της διατροφής προσώπου δεν είναι ζήτημα για το οποίο δύναται ευχερώς να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη μελλοντικώς με την εκ των υστέρων χορήγηση αποζημιώσεων.
Οι λόγοι έφεσης 2 έως 8 απορρίπτονται.
Λόγος Έφεσης αρ. 9 – Ισοζύγιο Ευχέρειας
Με τον τελευταίο λόγο έφεσης οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε προς όφελος του Εφεσιβλήτου. Στην αιτιολογία προβάλλουν πρώτον, την ίδια σειρά στοιχείων τα οποία σχετίζονται με την παλαιότερη συμπεριφορά του Εφεσίβλητου απέναντι τους (αδιαφορία, εγκατάλειψη, απουσία συναισθηματικού δεσμού κ.λπ.), δεύτερον, το ότι ο Εφεσίβλητος οικειοποιείται τη μοναδική περιουσία του Εφεσείοντος 1, τρίτον τη δική τους οικονομική δυσπραγία και τέταρτον τη σωρεία ψευδών δηλώσεων το Εφεσίβλητου.
Συνιστά πάγια αρχή ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εκτός εάν διαπιστώσει ότι αυτή ασκήθηκε κατά παράβαση των σχετικών νομολογιακών αρχών. Αυτές συνοψίζονται καθοδηγητικά στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/2018, ημερ. 21.3.19, ως εξής:
«Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας».
(έμφαση δοθείσα)
Στην παρούσα περίπτωση αναγνωρίζουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε ιδιαίτερες εξηγήσεις «ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο», ως προνοείται στην καθιερωμένη νομολογία. Περιορίστηκε στην κατάληξη ότι είναι «δίκαιο και πρόσφορο» να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα. Πλην όμως, εντοπίζονται σε άλλα σημεία αναφορές οι οποίες άπτονται των λόγων για τους οποίους η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Αυτές είναι οι αναφορές ότι η διαβίωση του πατέρα «δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης» και ότι το «επείγον της έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος συνεισφοράς είναι αυταπόδεικτο».
Δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία πως η παρούσα είναι περίπτωση στην οποία ο κίνδυνος αδικίας καθίσταται ασυγκρίτως μεγαλύτερος στην περίπτωση που διαφανεί οριστικά ότι ο Εφεσίβλητος δικαιούτο σε διατροφή αλλά δεν εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα εν αντιθέσει με την περίπτωση εν τέλει να διαφανεί οριστικά ότι δεν δικαιούται και άρα κακώς εκδόθηκε. Συμφωνούμε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει αναμφίβολα υπέρ του Εφεσίβλητου.
Ο λόγος έφεσης 9 απορρίπτεται.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €700, συν Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει), υπέρ του Εφεσίβλητου και εις βάρος των Εφεσειόντων 1 και 2, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο