ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 106/2023)
29 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ,
Εφεσίβλητου.
________________________
Α. Χατζηκύρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα
Σ. Ζαννούπας, για τον Εφεσίβλητο.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσίβλητος, πρωτοδίκως, αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, τρεις κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν πράξεις που στοχεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του Άρθρου 228(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1), εσκεμμένη παρεμπόδιση οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του Άρθρου 244(β) του Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και παρεμπόδιση οποιουδήποτε μέλους της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του Άρθρου 28(2)(3) του περί Αστυνομίας Νόμου, Ν.73(I)/2004 (κατηγορία 3).
Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, για τους λόγους που εξηγούνται στην πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου Πάφου, ο εφεσίβλητος αθωώθηκε στις κατηγορίες 1 και 3 και κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία 2.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εφεσιβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με έναν λόγο έφεσης, ο οποίος προβάλλει ότι ο νόμος εφαρμόστηκε πλημμελώς επί των πραγματικών γεγονότων. Καθίσταται προφανές από το περιεχόμενο του τι αιτιολογικά προβάλλεται στον λόγο έφεσης ότι το παράπονο του εφεσείοντα εστιάζεται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια να τροποποιήσει το κατηγορητήριο δυνάμει του Άρθρου 85(4) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προσθέτοντας κατηγορία στη βάση του Άρθρου 243 του Κεφ.154 για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Είναι αυτήν τη διεργασία του Κακουργιοδικείου που προσβάλλει ο λόγος έφεσης με τη θέση ότι, ενώ η μη συμπερίληψη του Άρθρου 243 δεν ήταν επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής αλλά αναγκαιότητα και ενώ από τα όσα ο εφεσίβλητος ανέφερε στη μαρτυρία του στοιχειοθετείτο το αδίκημα κατά παράβαση του Άρθρου 243, το Κακουργιοδικείο, παρά το ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις του Άρθρου 85(4) του Κεφ. 155, δεν προχώρησε με την προσθήκη τέτοιας κατηγορίας.
Δεν θα μας απασχολήσουν οι λεπτομέρειες των όσων αφορούν στις υπό κρίση κατηγορίες, πέραν της αναφοράς ότι το Κακουργιοδικείο δεν ήταν σε θέση να καταλήξει ως συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος είχε την ειδική πρόθεση που το Άρθρο 228 του Κεφ.154 προβλέπει και η οποία αποδίδετο στον εφεσίβλητο με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Ως το Κακουργιοδικείο εξήγησε στην απόφασή του «...αυτό που με ασφάλεια προκύπτει είναι ότι σκοπός του τελευταίου ήταν όπως μέσω των ενεργειών του απεμπλακεί από τον Μ.Κ.2 και αποφύγει την έρευνα. Υπό τις περιστάσεις δεν μπορούμε να καταλήξουμε ότι παράλληλα με τον πιο πάνω σκοπό και του τρόπου με τον οποίο οδήγησε το όχημα του και/ή εκ της σύγκρουσης του οχήματος αυτού με το σταθμευμένο όχημα HBP 817, ο κατηγορούμενος είχε και ως σκοπό και/ή πρόθεση να προκαλέσει στον Μ.Κ.2 όχι απλώς σωματική βλάβη η οποία υπό τις περιστάσεις αποτελούσε αντικειμενικά ορατό ενδεχόμενο, αλλά ακρωτηριασμό, παραμόρφωση, πρόκληση αναπηρίας ή βαριά σωματική βλάβη, χωρίς υποβόσκουσα αμφιβολία».
Ως προς το επίδικο στην παρούσα έφεση ζήτημα, το Κακουργιοδικείο, έχοντας αθωώσει τον εφεσίβλητο στις κατηγορίες 1 και 3, εξέτασε το εγειρόμενο ζήτημα. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:
«Ο ευπαίδευτος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, στα πλαίσια της αγόρευσης του, εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν πειστεί για την στοιχειοθέτηση της πρόθεσης του κατηγορούμενου να επιφέρει στον Μ.Κ.2 συνέπειες για τις οποίες γίνεται αναφορά στην εισαγωγή του άρθρου 228 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, τότε αυτό θα πρέπει, με νομοθετικό υπόβαθρο το άρθρο 85 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, να προσθέσει στο κατηγορητήριο τις κατηγορίες της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη αλλά και της εγκατάλειψης τόπου τροχαίου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας για την οποία γίνεται πρόβλεψη στο άρθρο 235 Α(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Ως περαιτέρω και μεταξύ άλλων ανέφερε ο κ. Χατζηκύρου κατά την αγόρευση του, «τα γεγονότα της υπόθεσης συνηγορούν με αυτές τις κατηγορίες» για τις οποίες δεν προβλέπονται βαρύτερες ποινές από το αδίκημα της κατηγορίας 1.
Ως προκύπτει από την ενώπιον μας αποδεκτή μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου Τεκμήριο 4, κατά το ανακριτικό στάδιο ο κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί ότι εναντίον του διερευνάτο από την Αστυνομία υπόθεση αναφορικά με τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2 και 3 αλλά και για τα αδικήματα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης καθώς επίσης και της εγκατάλειψης τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. Ο κατηγορούμενος, κατά το εν λόγω στάδιο της ανάκρισης του, επιφυλάχθηκε να αναφέρει οτιδήποτε για τα όσα η Αστυνομία εναντίον του διερευνούσε, περιλαμβανομένου και της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και εγκατάλειψης του τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. απάντηση κατηγορούμενου στις ερωτήσει στο Τεκμήριο 4 «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο»).
Χωρίς καμία εξήγηση, η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε με το κατηγορητήριο το οποίο συνέταξε και καταχώρησε στο Κακουργιοδικείο, να μην διώξει και κατηγορήσει τον κατηγορούμενο και για αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 243 και 235Α του Ποινικού Κώδικα, παρά το ότι (α) εν γνώσει της η Αστυνομία είχε διερευνήσει την διάπραξη και αυτών των αδικημάτων τα οποία, όπως και αυτά των κατηγοριών 1, 2 και 3, είχαν αποτελέσει αντικείμενο ανάκρισης του κατηγορούμενου, (β) η μαρτυρία που είχε στην διάθεση της, της δημιουργούσε την πεποίθηση ότι στοιχειοθετούσε και αυτά τα δύο αδικήματα, δηλαδή τα αδικήματα που τα άρθρα 243 και 235 Α του Ποινικού Κώδικα δημιουργούν και (γ) εν γνώσει της ο κατηγορούμενος είχε επιφυλαχθεί να αναφέρει ενώπιον Δικαστηρίου την θέση του αναφορικά και με την αποδιδόμενη σε αυτόν κατά την ανάκριση επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας.
Εφόσον χωρίς καμία εξήγηση και παρά τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να προσάψει στον κατηγορούμενο μόνο τις συγκεκριμένες επί του κατηγορητηρίου κατηγορίες παρέχοντας έτσι και γνώση στον τελευταίο ως προς το πλαίσιο εντός του οποίου θα κριθεί η ποινική του ευθύνη (βλ. Κασάπη και Rbeiz ανωτέρω) με αποτέλεσμα αυτός να καθορίσει ή ενδεχόμενα να καθορίσει κατά την ακρόαση και την υπερασπιστική του γραμμή περιοριζόμενος στα όσα οι κατηγορίες 1, 2 και 3 του απέδιδαν, κρίνουμε ότι υπό τις περιστάσεις δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο για τον κατηγορούμενο να ασκήσουμε την διακριτική ευχέρεια που το άρθρο 85(4) της Ποινικής Δικονομίας μας παρέχει για τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης των κατηγοριών που η Κατηγορούσα Αρχή έχει εισηγηθεί και τις οποίες σημειώνουμε ότι ουδέποτε σε προγενέστερο χρόνο επιδίωξε ή προσπάθησε να προσάψει στον κατηγορούμενο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης.»
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα όσα προβάλλονται από την πλευρά του εφεσείοντα. Ως πρώτο σημείο, θα πρέπει να σημειωθεί η διαφωνία μας με τη θέση ότι η μη συμπερίληψη στο κατηγορητήριο αδικήματος κατά παράβαση του Άρθρου 243 του Κεφ. 154 δεν ήταν επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής για την οποία δεν υπήρχε εξήγηση, αλλά ήταν αναγκαιότητα που επιβαλλόταν από τη νομολογία. Έχουμε την άποψη ότι η υπόθεση στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσείοντα μας παρέπεμψε ουδόλως υποστηρίζει το επιχείρημά του. Στην υπόθεση εκείνην είναι προφανές ότι οι κατηγορίες στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόταν ήταν αντιφατικές στη βάση του πραγματικού τους υπόβαθρου. Ως επιπρόσθετη παρατήρηση, λέχθηκε ότι η πρώτη κατηγορία δεν συνήδε με τις άλλες δύο, αφού αφορούσε διατήρηση των χυμών στο περίπτερο από την εφεσίβλητη, ενώ οι άλλες δύο κατηγορίες αφορούσαν πώληση από την εφεσίβλητη προς τον ιδιοκτήτη του περιπτέρου. Σαφώς και δεν μπορούσαν να συνυπάρχουν τέτοιες κατηγορίες, δεδομένου του τι απέδιδαν ως γεγονός στην εφεσίβλητη. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο στην περίπτωσή μας.
Άλλωστε, είναι σαφώς αποδεκτή η συμπερίληψη σε ένα κατηγορητήριο διαφορετικών κατηγοριών, οι οποίες στοιχειοθετούνται από τα ίδια ή κάποια εκ των γεγονότων που στοιχειοθετούν άλλη κατηγορία ή ακόμη και διαζευκτικών κατηγοριών. Αναφορά μπορεί να γίνει στην ΝΤΙΜΙΤΡΕΝΚΟ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 124/2021, ημερομηνίας 18.4.2024 στην οποία το Εφετείο, εξετάζοντας εγειρόμενο θέμα κατάχρησης, αναφέρθηκε στα εξής:
«Το Κακουργοδικείο με αναφορά στη νομολογία (βλ. Andreou v. The Republic (1977) 2 C.L.R. 81, Dunn a.o. v. Regina [2021] EWCA, Crim. 439), πολύ ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «Το γεγονός και μόνο της συνύπαρξης των κατηγοριών της ανθρωποκτονίας και της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, στο κατηγορητήριο, όχι απλά δεν είναι μεμπτό, αλλά είναι και επιθυμητό, στη βάση της διαζευκτικότητας που χαρακτηρίζει τις κατηγορίες 1 και 2, όπου, για την πρώτη είναι αναγκαία η απόδειξη από πλευράς της κατηγορούσας αρχής ότι η παράλειψη εκτέλεσης καθήκοντος από πλευράς του κατηγορούμενου ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, ενώ για την δεύτερη αυτό που πρέπει ν' αποδειχθεί είναι ότι η πράξη ή η συμπεριφορά (απερίσκεπτη ή επικίνδυνη ή αλόγιστη) του κατηγορούμενου δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Κατ' ακολουθία, δεν προκύπτει, λόγω της συνύπαρξης των πιο πάνω κατηγοριών, ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας ή ότι η δίκη δεν είναι δίκαια. Εξάλλου, το ζήτημα της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται αφηρημένα, αλλά σε συνάρτηση με τον οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό του κατηγορουμένου (βλ. Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 563). Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχει καταδειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε δυσμενώς λόγω της συνύπαρξης των δύο, πιο πάνω, κατηγοριών».»
(βλ. επίσης ΑΧΤΑΡ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2010) 2 Α.Α.Δ. 397).
Επομένως, καθ' όλα θεμιτό θα ήταν για την Κατηγορούσα Αρχή να διώξει τον εφεσίβλητο και για άλλα αδικήματα τα οποία έκρινε ότι στοιχειοθετούνταν και για τα οποία δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη της ίδιας διανοητικής κατάστασης του εφεσίβλητου κατά την τέλεσή τους. Ήταν όντως, ως προβάλλει από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου, επιλογή από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ο περιορισμός του σε κατηγορία με βάση το Άρθρο 228 του Κεφ.154, χωρίς απόδοση κατηγορίας είτε με βάση το Άρθρο 243 του Κεφ.154 είτε με βάση το Άρθρο 235Α του ιδίου Νόμου. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το Κακουργιοδικείο προσέγγισε και ανέλυσε το υπό κρίση ζήτημα, ως εμφαίνεται στο απόσπασμα ανωτέρω. Είναι, επίσης, ορθή η αναφορά ότι, ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο εφεσίβλητος καθόρισε την υπερασπιστική του γραμμή, γνωρίζοντας ότι αντιμετωπίζει μόνο την ως άνω κατηγορία. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 85(4) του Κεφ.155, αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι με τη μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία δεν μπορεί να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου, τότε μπορεί να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο κατηγορίας ή κατηγοριών για αυτό ή για αυτά και να αποφασίσει ωσάν η κατηγορία ή οι κατηγορίες αυτές να αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου. Ως εξηγείται στην ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΗ, Ποινική Έφεση 19/2020 κ.α., ημερομηνίας 20.7.2022:
«Όπως προκύπτει από το πιο πάνω Άρθρο και όπως διατυπώθηκε από τη νομολογία (Panayides and others v. The Police (1985) 2 C.L.R. 147, 162‑163, Leonidou v. The Police (1987) 2 C.L.R. 96, 103, Κυριάκου v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 458, 467 και Issa and Another v. The Republic (1989) 2 C.L.R. 39, 46‑47) για την εφαρμογή του Άρθρου 85(4) πρέπει να συντρέχουν οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις:
(Α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον Κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
(Β) Είναι αδύνατη η καταδίκη του Κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
(Γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο Κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του έχει επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Δηλαδή η ποινή που προβλέπεται για την κατηγορία που προστίθεται δεν υπερβαίνει εκείνη που προβλέπεται για τα αδικήματα του αρχικού κατηγορητηρίου.
(Δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του.
Η τροποποίηση κατηγορητηρίου συνιστά ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Βασικό κριτήριο στη μετατροπή ενός κατηγορητηρίου είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου.
Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Charalambous v. Municipality of Nicosia (1965) 2 C.L.R. 63, η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποκλειστεί όπου υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση των λεπτομερειών της υφιστάμενης κατηγορίας, συγκρινόμενη με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που προστίθεται από το Δικαστήριο.»
Στην ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΗ (ανωτέρω), πέραν του ότι το ζήτημα που απασχολούσε είχε τεθεί στον εφεσίβλητο κατά την αντεξέταση, ο ίδιος αμφισβήτησε τους σχετικούς ισχυρισμούς. Επομένως, εύκολα διαπιστώνεται ο, εκεί, μη δυσμενής επηρεασμός του εφεσίβλητου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, με τον εφεσίβλητο να έχει τοποθετηθεί με τρόπο που επηρέαζε τα δικαιώματά του για μία τέτοια κατηγορία, προβάλλοντας υπερασπιστική γραμμή σε σχέση με το τι αντιμετώπιζε, αναπόφευκτα θα προέκυπτε δυσμενής επηρεασμός του από τυχόν τέτοια τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Ορθή κρίνουμε την επί τούτου πρωτόδικη κρίση ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο για τον εφεσίβλητο να ασκείτο η διακριτική ευχέρεια που το Άρθρο 85(4) του Κεφ.155 παρέχει για προσθήκη κατηγοριών τις οποίες η Κατηγορούσα Αρχή δεν επιδίωξε να προσάψει σε αυτόν στο πλαίσιο της υπόθεσης.
Στη βάση των ως άνω, αβάσιμο κρίνουμε τον λόγο έφεσης. Η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο