A. ISSA DEVELOPMENT LTD v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 109/2023, 113/2023, 30/6/2026
print
Τίτλος:
A. ISSA DEVELOPMENT LTD v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 109/2023, 113/2023, 30/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

30 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

(Ποινική Έφεση Αρ. 109/2023)

A. ISSA DEVELOPMENT LTD,

Εφεσείουσα,

 

v.

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητου.

(Ποινική Έφεση Αρ. 113/2023)

TSA CROCOPARK LTD,

Εφεσείουσα,

 

v.

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Α. Μυλωνάς, για τις Εφεσείουσες στις 109/2023 και 113/2023

Γ. Αγγελή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο στις 109/2023 και 113/2023

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη. Θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Αμφότερες οι εφεσείουσες στις δύο υπό τους άνω αριθμούς εφέσεις καταδικάστηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για κατηγορίες επί του ίδιου κατηγορητηρίου, για εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, χωρίς την προηγουμένως λήψη σχετικής άδειας των αρμόδιων Αρχών, επί διαφορετικών τεμαχίων γης έκαστη, κατά παράβαση διατάξεων του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου 90/72.

 

Προσβάλλουν την καταδίκη τους με πανομοιότυπους λόγους έφεσης, γι’ αυτό κρίνεται πρόσφορο όπως οι δύο εφέσεις εξεταστούν μαζί. Οι λόγοι έφεσης σε αμφότερες εφέσεις φέρουν την ίδια αρίθμηση.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα ως άνω αδικήματα δεν είχαν παραγραφεί. Παραθέτουμε σχετικά αποσπάσματα από την πρωτόδικη απόφαση, από τα οποία προκύπτει με σαφήνεια το ζήτημα το οποίο καλούμαστε να αποφασίσουμε:

 

«


Με παραπομπή στις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές, ήτοι, στο άρθρο 87 του Νόμου 90/72, ο κ. Μυλωνάς εισηγήθηκε ότι, αφού οι προνοούμενες ποινές σε ότι αφορά τα εν λόγω αδικήματα είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι 6 μήνες ή η επιβολή χρηματικής ποινής μέχρι Λ.Κ500 ή και τις δύο αυτές ποινές, τα εν λόγω αδικήματα κατατάσσονται στην κατηγορία των αδικημάτων που η νομολογία χαρακτηρίζει ως ήσσονος σημασίας. Ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων συμφώνως των Λεπτομερειών των αδικημάτων στις κατηγορίες 1 και 4 καθορίζεται ως η 19.9.14. Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε μόλις, το 2018. Είναι προφανές λοιπόν, εισηγείται ο κ. Μυλωνάς ότι, σε ότι αφορά τις κατηγορίες 1 και 4 δεν έχει περάσει ένας χρόνος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, αλλά τέσσερα έτη. Συνεπώς, δυνάμει των προνοιών του νέου άρθρου 88(β) του Κεφ. 155, ως έχει τροποποιηθεί την 26.10.18, και το οποίο θέτει για πρώτη φορά χρονικούς περιορισμούς στην καταχώρηση ποινικών υποθέσεων, η κατ’ ισχυρισμόν διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων έχει παραγραφεί. Προς επίρρωση των θέσεων του παρέπεμψε το Δικαστήριο στην Ποινική Αίτηση 28/2019, ημερ. 20.11.19 (Μονομερής Αίτηση του Δήμου Λάρνακας - Αίτηση για Έκδοση Διατάγματος). Στα πλαίσια της προαναφερθείσας Ποινικής Αίτησης το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε την άρνηση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για καταχώρηση 98 κατηγορητηρίων εκ μέρους του Δήμου Λάρνακας για αδικήματα που είχαν συντελεστεί τα έτη 2017 και 2018. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο στήριξε την άρνηση του δια καταχώρηση στην υφιστάμενη παραγραφή, αποκλείοντας έτσι τη δυνατότητα καταχώρισης των. Την εν λόγω Δικαστική κρίση το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως ορθή.

Το Δικαστήριο κρίνει ορθό να παραθέσει αυτούσιες τις πρόνοιες του νέου άρθρου 88(β) του Κεφαλαίου 155:

«88. Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου με τις οποίες καθορίζεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εντός του οποίου δύναται να προσαφθεί κατηγορία για ποινικό αδίκημα, καμιά κατηγορία δε δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα για το οποίο δύναται να επιβληθεί

(α) ……..

(β) ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια οκτώ ευρώ (€1.708) ή/και οι δύο αυτές ποινές μετά την πάροδο δώδεκα (12) μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος».

Έχω με προσοχή εξετάσει την εισήγηση του συνηγόρου. Για να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα, το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να απαντήσει κατά πόσον ο τροποποιητικός Νόμος είναι διαδικαστικός, οπότε δύναται να έχει αναδρομική ισχύ και συνεπώς να καλύπτει και τα υπό κρίση αδικήματα, ή αν είναι ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόζεται αναδρομικά, εκτός και αν ρητά κάτι τέτοιο προβλέπεται στο ίδιο το Νομοθέτημα.

Σημειώνεται ότι με το Νόμο 129(Ι)/2008 τέθηκε για πρώτη φορά χρονικός περιορισμός για πρόσαψη κατηγοριών για αδικήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης άνω των 3 μηνών και κάτω των 12, καθώς και χρηματική ποινή μέχρι €1.708. Ο Νομοθέτης όμως, με την εισαγωγή αυτού του νέου άρθρου στον Νόμο, καμία ρύθμιση, ή πρόνοια δεν έκανε ως προς τo τι συμβαίνει σε σχέση με αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν την δημοσίευση του. Καμία μεταβατική διάταξη επίσης, δεν περιλήφθηκε στο Νόμο.

Σημαντικά ως προς την αναδρομικότητα των Νόμων κρίνονται τα όσα λέχθηκαν στην Σάντης ν. lnterfund lnvestments Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 1670

«Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο Νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η εκδ. Τόμος 44, παρ. 921). Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια (βλ. Halsbury's ανωτέρω, παρ. 924). Στην προκείμενη περίπτωση, ο νόμος δεν αφορά σε ζητήματα διαδικαστικά ή αποδείξεως και δεν είναι δηλωτικός και ως εκ τούτου ισχύει το γενικό τεκμήριο της μη αναδρομικότητας, το οποίο δεν ανατράπηκε εφόσον o νομοθέτης δεν προέβη σε οποιαδήποτε ρητή ή και εξυπακουόμενη πρόνοια περί αναδρομικότητας».

Ως εύστοχα επισημαίνει η Έντιμη Δικαστής Πούγιουρου, στα πλαίσια της Απόφασης της Ποινικής Αίτησης 23/19 ημερ. 30.9.19 (Μονομερής Αίτηση του Δήμου Αγλαντζιάς - Αίτηση για Έκδοση Διατάγματος), με παραπομπή στην υπόθεση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Evropaiki Dynamiki Proigmena Systimata Tilepikoinonion Pliroforikis kai Tilematikis ΑΕ ν European Commission C469/11, Απόφαση ημερ. 8.11.2012, παρ. 52, Νομοθετική πρόνοια που καθορίζει προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ληφθεί δικαστικό μέτρο μετά την παρέλευση της οποίας εμποδίζεται η διεκδίκηση δικαιώματος, είναι ουσιαστικής φύσης. Ως λέχθηκε και στην προαναφερθείσα απόφαση του Δ.Ε.Ε:

«In Contrast to procedural time limits, the limitation period in question, by resulting in the extinction of the legal action, is a matter of substantive law since it affects the enforceability of a subjective right which the person concerned can no longer effectively assert before the Courts».

Η μη ύπαρξη πρόνοιας στο Νόμο για παραγραφή αδικημάτων για τα οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης 12 μηνών ή και πρόστιμο μέχρι €1.708, σαφώς, επηρεάζει τα δικαιώματα του παραπονούμενου, εφόσον σε αυτόν κανένα χρονικό περιθώριο δεν δόθηκε για καταχώρηση των υποθέσεων που αφορούσαν σε αδικήματα τα οποία είχαν ήδη παραγραφεί κατά τη δημοσίευση του Νόμου.

Στην απόφαση Secretary of State for Social Security ν Tunnicliffe (1991) 2 Αll E.R. 712, λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά σε σχέση με τα λοιπά κριτήρια που οφείλει όπως έχει υπόψιν του ένα Δικαστήριο όταν καλείται να απαντήσει κατά πόσον η αναδρομικότητα του Νόμου αφορά σε δικονομικής ή ουσιαστικής φύσης πρόνοιες:

«Ιn my judgment the true principle is that Parliament is presumed not to have intended to alter the law applicable to past events and transactions in a manner which to the concerned ίη them, untess a contrary intention appears. lt is not simply a question of classifying an enactment as retrospective or not retrospective. Rather it may well be a matter of degree - the greater the unfairness, the more it is to be expected that Parliament will make it clear if that is intended.

Precisely how the single question of fairness will be answered in respect of a particular statute will depend on the interaction of several factors, each of them capable of varying from case to case. Thus, the degree to which the statute has retrospective effect is not a constant. Nor is the value of the rights which the statute affects, or the extent to which that value is diminished or extinguished by the retrospective effect of the statute. Again, the unfairness of adversely affecting the right, and hence the degree of unlikelihood that this is what Parliament intendent, will vary from case to case. So also, will the clarity of the language used by Parliament, and the light shed on it by consideration of the circumstances in which the legislation was enacted. All these factors must be weighed together to provide a direct answer to the question whether the consequences of reading the statute with the suggested degree of retrospectivity are so unfair that the words used by Parliament cannot have been intended to mean what they might appear to say».

Υιοθετώντας πλήρως τον Δικαστικό Λόγο, ως αυτός έχει καταγραφεί στην Ποινική Αίτηση 23/19 (ante), το Δικαστήριο φρονεί ότι: «η μόνη ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στον τροποποιητικό Νόμο 129(Ι)/08 ώστε να μην παραβλάπτονται συνταγματικά δικαιώματα» και να μην προκαλείται αδικία, είναι ότι αυτός εφαρμόζεται μόνο σε αδικήματα που διαπράττονται από τη δημοσίευση του και μετά, δηλαδή, από τις 26.10.18 και εντεύθεν. Αντίθετη προσέγγιση του Δικαστηρίου θα επέφερε βλάβη στα Συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του παραπονούμενου προσώπου, όπως αυτά προκύπτουν από τα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, με την απαγόρευση προσφυγής ενώπιον Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο, δεν θα μπορούσε να ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη. Αποτελεί συνεπώς κρίση του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορίες 1 και 4 δεν έχουν παραγραφεί. Η εισήγηση του συνηγόρου απορρίπτεται.»

 

Με κάθε σεβασμό προς τις θέσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων, θα συμφωνήσουμε με την πρωτόδικη κρίση επί του σημείου αυτού.

 

Για σκοπούς πληρότητας, θα προσθέταμε το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Maxwell on Interpretation of Statutes, στο οποίο περιγράφεται η διάκριση μεταξύ ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου. Πρόκειται για απόσπασμα, το οποίο υιοθετήθηκε στην DATAMEDIA A.E. v. K.S.N., (1990) 1 Α.Α.Δ. 13:

 

«Και ο Maxwell on Interpretation of Statutes, δωδεκάτη έκδοση στη σελίδα 222, αναφέρει τα εξής σχετικά με νόμους που αφορούν τη Δικονομία:

"Procedural Acts

The presumption against retrospective construction has no application to enactments which affect only the procedure and practice of the courts. No person has a vested right in any course of procedure, but only the right of prosecution or defence in the manner prescribed for the time being, by or for the court in which he sues, and if an Act of Parliament alters that mode of procedure, he can only proceed according to the altered mode. "Alterations in the form of procedure are always retrospective, unless there is some good reason or other why they should not be.

Thus the provision of section 128 of the Common Law Procedure Act 1852, that the plaintiff might issue execution within six years from the recovery of a judgment without revival of the judgment, was held to apply to a judgment which had been signed more than a year and a day before the Act was passed, and which therefore could not have been put in force under the previous state of the law without revival."

Σε πρόχειρη μετάφραση:

"Δικονομικές πράξεις

Το τεκμήριο εναντίον της ερμηνείας της αναδρομικότητας, δεν έχει εφαρμογή σε νομοθετήματα που επηρεάζουν μόνο τη δικονομία και πρακτική των δικαστηρίων. Κανένα πρόσωπο δεν έχει κεκτημένο δικαίωμα σε οποιαδήποτε διαδικασία, εκτός από το δικαίωμα δίωξης και υπεράσπισης κατά τον προβλεπόμενο κατά το συγκεκριμένο χρόνο, τρόπο, υπό ή ενώπιον του εκδικά-ζοντος δικαστηρίου, και αν οποιαδήποτε νομοθεσία τροποποιεί τον τρόπο διαδικασίας, μπορεί μόνο να ενεργήσει σύμφωνα με την τροποποιημένη διαδικασία. Δικονομικές τροποποιήσεις έχουν πάντοτε αναδρομική ισχύ, εκτός αν υπάρχει καλή αιτία περί του αντιθέτου.»

 

Αναφορά στην DATAMEDIA (ανωτέρω) έγινε και από το Εφετείο στην AWENDALE RECOURCES INC v. INFINITUM VENTURES LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε34/2022, ημερομηνίας 5.2.2024.

 

Συνακόλουθα της πιο πάνω κρίσης μας, ο πρώτος λόγος έφεσης σε αμφότερες τις εφέσεις απορρίπτεται.

 

Οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4 εστιάζονται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στα αναγκαία για την ενοχή των εφεσειόντων ευρήματα στηριζόμενο αποκλειστικά σε εξ ακοής μαρτυρία, εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή δεν κάλεσε μάρτυρα με πρωτογενή γνώση των επίδικων γεγονότων. Ο ΜΚ1 (Λειτουργός στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως) κατέθεσε έγγραφα από τον φάκελο του Τμήματος αναφορικά με την υπόθεση. Παραπονούνται οι εφεσείοντες ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αναφέρθηκε σε όλα τα κριτήρια τα οποία προβλέπονται στο Άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφερόμενο στις πρόνοιες του Κεφ.9 αναφορικά με τη βαρύτητα που δύναται να αποδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία καθοδηγήθηκε από την υπόθεση ΤΟΥΜΑΖΗ ΘΕΟΠΙΣΤΗ ν. VANDITA DIXIT, (2015) 1 ΑΑΔ 963, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Εκτός από τα τυπικά και ουσιαστικά κριτήρια που αναγράφονται στο Άρθρο 27(2) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων που αναφέρονται στο Άρθρο 27(1), ένα δικαστήριο, για να αποφασίσει ως προς τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε εξ ακοής μαρτυρία, θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν του και το συμφέρον της δικαιοσύνης, δηλαδή τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το οποίον περιλαμβάνει πρωτίστως τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων.»

 

Μετά από ρητή αναφορά στο ότι για να αποφασίσει ως προς τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε εξ ακοής μαρτυρία, θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν του και το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο πρωτίστως περιλαμβάνει τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και της ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε μία συνολική εκτίμηση των περιστάσεων υπό τις οποίες τα έγγραφα του εν λόγω φακέλου συντάχθηκαν. Δεν θεωρούμε ότι η παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διεξέλθει ονομαστικά όλων των κριτηρίων τα οποία προβλέπονται από το Άρθρο 27 του Κεφ.9, αποτελεί σφάλμα. Η όλη διεργασία του δεικνύει ότι προσέγγισε το ζήτημα εντός του ορθού πλαισίου.

 

Ούτε και θεωρούμε ότι ευσταθεί η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι επειδή το περιεχόμενο του φακέλου περιελάβανε έγγραφα από τμήματα του κράτους τα οποία συντάχθηκαν για την ανταλλαγή μεταξύ τους πληροφοριών, είχαν κάποια άλλη βαρύτητα περισσότερη από ένα συνηθισμένο έγγραφο.

 

Αν και δεν γίνεται ρητή παραπομπή από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο Άρθρο 27(2)(δ) του Κεφ.9, το οποίο περιλαμβάνει το κριτήριο  «κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα», είναι προφανές ότι η όλη αναφορά του στην προέλευση των εν λόγω εγγράφων έχει αφετηρία την εν λόγω πρόνοια.

 

Σειρά έχει η εξέταση της εισήγησης του συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο  εσφαλμένα ανέφερε ότι το τεκμήριο 2 (επιστολή του Τμήματος Περιβάλλοντος) επενεργεί στα λεγόμενα του ΜΚ1 ως πραγματική μαρτυρία. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στη μαρτυρία του σε πληροφόρηση που έλαβε σε σχέση με την ύπαρξη των επίδικων χωματουργικών εργασιών.

 

Με κάθε σεβασμό, αβάσιμο κρίνεται το παράπονο του συνηγόρου καθότι παραγνωρίζει το ότι ένα έγγραφο πράγματι, στο δίκαιο της απόδειξης, μπορεί να θεωρηθεί ως «real evidence» όταν παρουσιάζεται για την απόδειξη της ύπαρξής του. Είναι προφανώς υπό αυτήν την έννοια που σημείωσε εύστοχα το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το εν λόγω τεκμήριο επενεργεί ενισχυτικά στα λεγόμενα του ΜΚ1, προς επίρρωση δηλαδή της μαρτυρίας του ότι είχε πράγματι λάβει πληροφόρηση για γεγονότα σε σχέση με τα οποία έδωσε ένορκη μαρτυρία.

 

Παραπέμπουμε, συναφώς, στα πιο κάτω από τη σελίδα 689 του συγγράμματος Η Απόδειξη, του Γιώργου Π. Κακογιάννη, έκδοση 1983, στο οποίο ο όρος «real evidence» αποδίδεται στα ελληνικά με τον όρο «ενσώματη μαρτυρία»:

 

«Το κατά πόσο ένα έγγραφο θα θεωρηθεί έγγραφη ή ενσώματη μαρτυρία θα εξαρτηθεί από το σκοπό για τον οποίο παρουσιάζεται (λχ. κατά πόσο παρουσιάζεται για την απόδειξη της ύπαρξής του ή για την απόδειξη του περιεχομένου του).»

 

Τέλος, ο συνήγορος των εφεσειόντων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι, επειδή δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση του τεκμηρίου 2, η Υπεράσπιση αποδέχθηκε την αλήθεια του περιεχομένου του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε καμία τέτοια αναφορά, ούτε βεβαίως και σε τέτοια θεώρηση, εξ ου και η ανάλυσή του για τους λόγους για τους οποίους αποδέχθηκε την εξ ακοής μαρτυρία.

 

Ο λόγος για τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι το τεκμήριο 2 κατατέθηκε χωρίς ένσταση συνδέεται με το ότι του παρεχόταν, έτσι, η δυνατότητα να το λάβει υπόψη ως «real evidence», όπως περιγράφουμε ανωτέρω.

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω, οι λόγοι έφεσης 2, 3 και 4 απορρίπτονται. Συνακόλουθα, αμφότερες οι εφέσεις απορρίπτονται στην ολότητά τους και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο