J & P PELEKANOS LTD v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 112/2023, 29/6/2026
print
Τίτλος:
J & P PELEKANOS LTD v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 112/2023, 29/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 112/2023)

 

29 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

J & P PELEKANOS LTD,

Εφεσείουσα,

 

v.

 

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,

Εφεσίβλητου.

_____________________

 

Στ. Μιχαήλ (κα) με Λ. Μπιρτσίεβα (κα) για Ε. Μιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. για την Εφεσείουσα.

Π. Βαρνάβα, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Το εργατικό ατύχημα που επεσυνέβη σε εργοδοτούμενο της εφεσείουσας στις 4.9.2019 απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια κατηγορητηρίου που καταχωρήθηκε από τον Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας – εφεσίβλητο.

 

          Η εφεσείουσα αντιμετώπισε πρωτόδικα τρεις κατηγορίες που αφορούσαν ισχυριζόμενες παραβάσεις του Περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμoυ τoυ 1996 (Ν. 89(I)/1996), των Περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών του 2002, ΚΔΠ 173/2002 και του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου του 1989, Ν.174/1989.

 

Ειδικότερα, με την 1η κατηγορία η εφεσείουσα κατηγορείτο ότι παρέλειψε να παρέχει και να διατηρεί μέθοδο εργασίας η οποία να είναι ασφαλής και χωρίς κινδύνους για την υγεία κατά παράβαση Άρθρων του Περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμoυ τoυ 1996 (Ν.89(I)/1996). Με τη 2η κατηγορία η εφεσείουσα κατηγορείτο για παράλειψη διάθεσης γραπτής εκτίμησης των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία των εργοδοτούμενων, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 3, 4 (1) και 4 (2)(α) των Περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών του 2002, ΚΔΠ 173/2002 και Άρθρων του Περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμoυ τoυ 1996 (Ν.89(I)/1996). Με την 3η κατηγορία η εφεσείουσα κατηγορείτο για παράλειψη ασφάλισης ευθύνης για ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια σε κάθε εργοδοτούμενο κατά παράβαση Άρθρων του Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμου του 1989, Ν.174/1989.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η εφεσείουσα στις 4.6.2019 ενώ ήταν εργοδότης και διέθετε υποστατικό κοπής και τοποθέτησης υαλοπινάκων, ανέθεσε στον εργοδοτούμενο της Γ.Π. τη μεταφορά τεμαχίων υαλοπινάκων από τον χώρο στοίβαξής τους σε ημιφορτηγό όχημα, παραλείποντας να του καθορίσει ασφαλή και χωρίς κινδύνους μέθοδο εργασίας, με αποτέλεσμα κατά την προσπάθειά του να συλλέξει τους υαλοπίνακες από τον σωρό που ήταν στοιβαγμένοι, να τραυματιστεί στο αριστερό πόδι από υαλοπίνακες που κατέρρευσαν.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, η εφεσείουσα εταιρεία από άγνωστη στην Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία μέχρι και την 4.6.2019 στον ίδιο τόπο, όπως αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν εργοδότης, παρέλειψε να έχει στην κατοχή της γραπτή εκτίμηση των κινδύνων που δημιουργούνται κατά την κοπή και μεταφορά υαλοπινάκων με βάση την οποία να καθορίζονται τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα αντιμετώπισης των κινδύνων, με αποτέλεσμα τα πρόσωπα που εργοδοτούνταν από αυτήν να εκτίθενται σε κίνδυνο.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, η εφεσείουσα από άγνωστη στην Κατηγορούσα Αρχή ημερομηνία μέχρι και την 4.6.2019 στον ίδιο τόπο όπως αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ ήταν εργοδότης και ασχολείτο με την κοπή και τοποθέτηση υαλοπινάκων, παρέλειψε να ασφαλίσει την ευθύνη της έναντι ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας σε κάθε εργοδοτούμενό της.

 

          Διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία όπου για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δόθηκε μαρτυρία από δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τους Ν. Νικολάου, Λειτουργό Επιθεώρησης Εργασίας στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΜΚ1) και τον Γ. Πέγκερο (ΜΚ2) που ήταν ο εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης εταιρείας ο οποίος και τραυματίστηκε στο υπό εκδίκαση εργατικό ατύχημα. Εκ πλευράς της κατηγορουμένης εταιρείας δόθηκε μαρτυρία από τον Διευθυντή της, Λάμπρο Πελεκάνο (ΜΥ1).

 

Ο ΜΚ1 διερεύνησε το επίδικο ατύχημα και ετοίμασε Έκθεση Διερεύνησής του, Έγγραφο Α΄.

 

Σύμφωνα με το Έγγραφο Α το επίδικο ατύχημα συνέβη στον χώρο κοπής και επεξεργασίας υαλοπινάκων του εργοστασίου και συγκεκριμένα στον χώρο στοίβαξης των τελικών προϊόντων. Τα τεμάχια υαλοπινάκων βρίσκονταν στοιβαγμένα σε σωρό με την κάτω πλευρά τους τοποθετημένη πάνω σε τεμάχιο ξύλου, το οποίο εδράζεται στο δάπεδο του υποστατικού και την πάνω πλευρά του τοποθετημένη με ελαφριά κλίση στην εξωτερική πλευρά των «σταντ» πλησίον της κύριας εισόδου και εντός του διαδρόμου διακίνησης. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στον συγκεκριμένο χώρο στοιβάζονταν διαφόρων διαστάσεων τεμάχια υαλοπινάκων τα οποία θα διαχωρίζονταν κατά τη φόρτωσή τους στο φορτηγό και θα μεταφέρονταν για τοποθέτηση στα διάφορα εργοτάξια. Ο διαχωρισμός γινόταν από δύο άτομα, ο ένας συγκρατούσε και έγερνε προς το μέρος του το ή τα τεμάχια των υαλοπινάκων που δεν θα φορτώνονταν τη συγκεκριμένη μέρα έτσι ώστε να μπορεί ο άλλος να πάρει το τεμάχιο του υαλοπίνακα το οποίο θα μεταφερόταν για τοποθέτηση στο εργοτάξιο.

 

Σε ό,τι αφορά το επίδικο ατύχημα, ο ΜΚ1 αναφέρει στο Έγγραφο Α ότι την 04.06.2019 γύρω στις 10:00π.μ ο ΜΚ2 μαζί με μια συνάδελφό του έπρεπε να διαχωρίσουν από το σωρό των τελικών προϊόντων δύο τεμάχια υαλοπινάκων οι οποίοι θα μεταφέρονταν για τοποθέτηση σε εργοτάξιο στην Πάφο. Οι συγκεκριμένοι υαλοπίνακες βρίσκονταν τοποθετημένοι πίσω από άλλους υαλοπίνακες και έτσι με τη βοήθεια της συναδέλφου του η οποία συγκρατούσε τους υαλοπίνακες που βρίσκονταν μπροστά από τους υαλοπίνακες τους οποίους έπρεπε να πάρει από τον σωρό, προσπαθούσε να πάρει τα δύο τεμάχια. Ο ΜΚ2 έβγαλε τον πρώτο υαλοπίνακα και προσπάθησε να βγάλει και τον δεύτερο όταν στην προσπάθειά του αυτή είδε τη συνάδελφό του να δυσκολεύεται να συγκρατήσει τους υαλοπίνακες προς το μέρος της. Τότε, της είπε ότι θα πάρει αυτός τη δέσμη με τα τεμάχια των υαλοπινάκων και να προσπαθήσει αυτή να βγάλει το δεύτερο τεμάχιο του υαλοπίνακα. Στην προσπάθειά του αυτή δεν πρόλαβε να πιάσει και με τα δύο του χέρια τους υαλοπίνακες με αποτέλεσμα αυτοί να πέσουν και να τον χτυπήσουν στο αριστερό πόδι από το γόνατο μέχρι τη φτέρνα. Από την πτώση των υαλοπινάκων, ο ΜΚ2 υπέστη κάταγμα κνήμης και κάταγμα φτέρνας.

 

Στις διαπιστώσεις του ο ΜΚ1 στο Έγγραφο Α αναφέρει ότι ο ΜΚ2 κατά την πρόσληψή του δεν είχε ενημερωθεί για θέματα ασφάλειας και υγείας και για τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Η μόνη ενημέρωση που είχε αφορούσε στις διαδικασίες τις οποίες θα ακολουθούσε για να γίνεται πιο αποτελεσματικά η εργασία. Περαιτέρω, καταγράφει στις διαπιστώσεις του ότι η τοποθέτηση των τελικών προϊόντων τα οποία θα φορτώνονταν στο ημιφορτηγό και θα μεταφέρονταν για τοποθέτηση στο εργοτάξιο, γινόταν εντός του διαδρόμου διακίνησης και πλησίον της κύριας εισόδου χωρίς να λαμβάνονται τα κατάλληλα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα για αποφυγή της πτώσης τους και τραυματισμού των εργαζομένων. Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία η οποία ακολουθείτο για τη διαλογή των υαλοπινάκων κατάγραψε στο Έγγραφο Α τα ακόλουθα: «Η διαλογή/διαχωρισμός των υαλοπινάκων από το σωρό όπου ήταν στοιβαγμένοι γινόταν από δύο άτομα όπου ο ένας συγκρατούσε/έγερνε προς το μέρος του το ή τα τεμάχια των υαλοπινάκων που δεν θα φορτώνονταν τη συγκεκριμένη μέρα έτσι ώστε να μπορεί ο άλλος να πάρει το τεμάχιο του υαλοπίνακα το οποίο θα μετέφεραν για τοποθέτηση στο εργοτάξιο. Συνήθως η διαλογή γινόταν από δύο άντρες όμως τη συγκεκριμένη μέρα βοήθησε τον ΜΚ2 γυναίκα, συνάδελφος του».

 

Περαιτέρω, ο ΜΚ1 καταγράφει στις διαπιστώσεις του ότι ο ΜΚ2 κατά την ώρα του ατυχήματος δεν έφερε παπούτσια ασφαλείας και γάντια, ότι η κατηγορούμενη δεν παρείχε στους εργαζόμενους της τα κατάλληλα μέτρα ατομικής προστασίας, ότι επίσης δεν έχει εκπονήσει σύστημα διαχείρισης των κινδύνων και γραπτή εκτίμηση κινδύνων στην οποία να περιγράφονται τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα για τη συγκεκριμένη εργασία κατά τη διάρκεια της οποίας συνέβη το ατύχημα και τέλος, ότι η κατηγορούμενη κατά τη μέρα του ατυχήματος δεν διέθετε πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης εργοδότη.

 

Κατά την προφορική του μαρτυρία και παρά την έντονη αντεξέτασή του και τις υποβολές που του τέθηκαν, ο ΜΚ1 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του για όσα κατέγραψε στο Έγγραφο Α΄.

 

Ο ΜΚ2 υιοθέτησε το Τεκμήριο 2, την κατάθεση που έδωσε στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος. Ανέφερε ότι όταν προσλήφθηκε στην κατηγορούμενη εταιρεία το 2016 ενημερώθηκε για τις εργασίες που απαιτούνταν από τον ίδιο, χωρίς όμως να ενημερωθεί για οποιοδήποτε μέτρο ασφάλειας. Δεν του παρασχέθηκαν παπούτσια ασφαλείας, ούτε και έτυχε οποιασδήποτε εκπαίδευσης τόσο για τη δουλειά που έκανε όσο και για θέματα ασφάλειας και υγείας στην εργασία. Τα «γυαλιά» τα μετέφεραν με γυμνά χέρια χωρίς να λαμβάνουν οποιαδήποτε μέτρα προστασίας, ούτε η κατηγορούμενη τους παρείχε προστατευτικά γάντια. Όπως ανέφερε, συνήθως στη μεταφορά των γυάλινων πορτών τις οποίες μετέφεραν πάντα με τον ίδιο τρόπο, τον βοηθούσαν δύο αλλοδαποί εργάτες της κατηγορούμενης εταιρείας οι οποίοι την επίδικη μέρα απουσίαζαν και έτσι τον βοήθησε η γυναίκα συνάδελφός του. Εφτά ή οκτώ γυάλινες πόρτες έπεσαν πάνω στα πόδια του με αποτέλεσμα να σπάσει γόνατο, κνήμη, αστράγαλο και φτέρνα. Χειρουργήθηκε, του έβαλαν πλατίνες και χρειάστηκε περίπου ένα χρόνο για να αποθεραπευτεί. Έκανε φυσιοθεραπείες και χρειάστηκε να ξανακάνει εγχείρηση για να βγάλει τις πλατίνες.

 

Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι κατά την πρόσληψη του ΜΚ2 συζήτησαν τις εργασίες που θα έκανε, δηλαδή να παίρνει και να φέρνει υαλοπίνακες σε διάφορες οικοδομές σε διάφορες πόλεις. Ισχυρίστηκε ότι την εν λόγω εργασία την αναλαμβάνουν πάντα δύο άτομα και ότι ο ΜΚ2 δεν ήταν αρχάριος αφού προηγουμένως ήταν αλουμινιτζής. Προέβαλε επίσης τη θέση ότι η κατηγορούμενη έδινε στους εργοδοτούμενους της δύο ειδικά «πετσιά» και παπούτσια ασφαλείας. Δόθηκαν επίσης στους εργοδοτούμενους σαφείς οδηγίες ότι κανένας δεν θα μετακινούσε ή μετέφερε μόνος του τζάμια. Αναφορικά με το γεγονός ότι η κατηγορούμενη δεν είχε ασφάλεια εκείνη την περίοδο, ήταν η θέση του ότι έλαβε χώρα περιστατικό όπου ο ίδιος τραυματίστηκε κατά την εργασία του, έκοψε το χέρι του, και όταν υπέβαλε αίτημα για κάλυψη στην ασφαλιστική εταιρεία, δεν τον κάλυψαν και αποφάσισε να αλλάξει ασφαλιστική εταιρεία και μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της νέας ασφαλιστικής κάλυψης έγινε το επίδικο ατύχημα. Αναφορικά με την γυναίκα υπάλληλο, που βοηθούσε τον ΜΚ2 την επίδικη μέρα είπε ότι είναι η αδελφή του της οποίας τα καθήκοντα είναι η λήψη παραγγελιών και ο χειρισμός του τηλεφώνου της εταιρείας. Επέμενε στη θέση του ότι ο ΜΚ2 ήταν έμπειρος εργάτης στα αλουμίνια και ήξερε τα πάντα και ειδικά «ήξερε τι σημαίνει γυαλί». Δεν θυμόταν κατά πόσο ο ΜΚ2 φορούσε παπούτσια ασφαλείας και επανέλαβε ότι δεν χρειαζόταν ειδική εκπαίδευση ο ΜΚ2.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτοντας ορθά τη νομολογία που διέπει την αξιολόγηση ενός εμπειρογνώμονα-μάρτυρα, δέχτηκε ότι ο ΜΚ1 είναι εμπειρογνώμονας στα θέματα που αφορούν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων σε χώρους εργασίας λαμβάνοντας υπόψη του το γεγονός ότι η εκπαίδευσή του, η πείρα και οι γνώσεις του οι οποίες είχαν αναφερθεί λεπτομερώς κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, όπως επίσης και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας, παραπέμποντας σχετικά στην υπόθεση EVANGELOU AND ANOTHER v. AMBIZAS, (1982) 1 CLR 41. Αξιολόγησε θετικά ως μάρτυρα τον ΜΚ1 του οποίου και αποδέχτηκε τη μαρτυρία στην ολότητά της αναφέροντας ότι η Υπεράσπιση δεν εισηγήθηκε σε κανένα στάδιο ότι ο τρόπος μεταφοράς των υαλοπινάκων ήταν ορθός, ενδεδειγμένος και ασφαλής, και ο ΜΚ1 μάρτυρας ήταν απόλυτος ότι η μέθοδος μεταφοράς των υαλοπινάκων που χρησιμοποιούσε η κατηγορούμενη εταιρεία ήταν μη ασφαλής και λανθασμένη, και υπέδειξε ο ίδιος τους ασφαλείς τρόπους για την διεκπεραίωση αυτού του είδους εργασίας. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι η υπεράσπιση που προωθήθηκε από πλευράς κατηγορούμενης εταιρείας ήταν ότι ο ΜΚ2 ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών που είχε λάβει, δηλαδή ότι δεν περίμενε τον Διευθυντή της προκειμένου να μεταφέρουν μαζί τους υαλοπίνακες.

 

Θετική ήταν και η αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τον ΜΚ2 του οποίου τη μαρτυρία αποδέχτηκε στην ολότητά της, σε αντίθεση με τον χαρακτηρισμό που απέδωσε στον ΜΥ1 ως μη αξιόπιστο μάρτυρα, του οποίου τη μαρτυρία χαρακτήρισε ως γενική, ασαφή, χωρίς να παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Διέκρινε μια έντονη προσπάθεια παρουσίασης μιας εικόνας σε σχέση με την παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας, που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφού ο ΜΥ1 δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει τις επί προκειμένου αναφορές του. Παρέθεσε παραδείγματα των αναφορών του, σχολιάζοντας ότι «Ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση έκαναν και οι αναφορές του στο σύστημα διαχείρισης κινδύνων από τις οποίες αναδύθηκε ότι στην πραγματικότητα ο ίδιος δεν γνώριζε καν τι σημαίνει σύστημα διαχείρισης κινδύνων. Όταν ερωτήθηκε αν είχε σύστημα διαχείρισης των κινδύνων στην εργασία διερωτήθηκε για την έννοια του συστήματος διαχείρισης κινδύνων και ακολούθως ανέφερε ευθαρσώς ότι δεν καταλαβαίνει τι είναι το σύστημα διαχείρισης κινδύνων».

 

Ακολούθως, πραγματεύτηκε τα σχετικά νομοθετήματα που αφορούν οι κατηγορίες που αντιμετώπιζε η κατηγορούμενη αλλά και τους σχετικούς κανονισμούς, αναφέροντας τα σχετικά άρθρα. Παρέπεμψε σχετικά σε νομολογία, αναφορικά με τη βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει ένα αυστηρό σύστημα για την προαγωγή της ασφάλειας και της υγείας τόσο των εργαζομένων στον χώρο εργασίας του όσο και τρίτων δυνάμενων να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες εργοδοτών, εργολάβων ή υπεργολάβων, αναφέροντας ότι το γεγονός αυτό αντανακλούν και οι προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές. Παρέπεμψε σχετικά στις αποφάσεις MASS PACK TRADING LTD v. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΠΑΦΟΥ, (1996) 2 Α.Α.Δ. 142, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. P PASTELLIS ENGINEERING WORKS LTD ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 90 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΑΣ ΛΤΔ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 573.

 

Αναφέρθηκε, ακολούθως, στις υπερασπίσεις που παρέχονται μέσα από τον Νόμο, σε εργοδότη προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, παραπέμποντας στις αποφάσεις ΛΙΓΓΗΣ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 48/2011 και 49/2011, ημερομηνίας 30.9.2014 και ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, (1991) 2 Α.Α.Δ. 261.

 

Αποφάσισε τελικά:

 

«Τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ικανά για να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη εταιρεία δεν παρείχε ασφαλές σύστημα και μέθοδο εργασίας κατά τη διαδικασία μεταφοράς των υαλοπινάκων, δεν έλαβε επαρκή μέτρα και ενέργειες για την πρόληψη των κινδύνων που ενείχε η χρήση, χειρισμός και μεταφορά των υαλοπινάκων, ούτε μερίμνησε για την παροχή τέτοιων πληροφοριών, οδηγιών και εκπαίδευσης για τη διασφάλιση της ασφάλειας και υγείας του εργοδοτούμενου της κατά τη διαδικασία διαλογής και μεταφοράς των υαλοπινάκων. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύουν επίσης ότι η κατηγορούμενη εταιρεία ανέθεσε τη διεξαγωγή αυτού του είδους της εργασίας εκ μέρους του εργοδοτούμενου της, χωρίς ο εργοδοτούμενος της να λάβει επαρκή σχετική εκπαίδευση για τους κινδύνους που ενείχε αυτή η εργασία αφού φαίνεται να είχε επαναπαυτεί στην εμπειρία του εργοδοτούμενου της.»

 

Ανέφερε, επίσης, ότι τυχόν συντρέχουσα αμέλεια του τραυματισθέντα η οποία δυνατόν να σχετίζεται με τον καταμερισμό της ευθύνης σε πολιτική υπόθεση, δεν επηρεάζει την ποινική ευθύνη της κατηγορουμένης για την παράλειψή της να φροντίσει όπως ο συγκεκριμένος εργοδοτούμενος της, διεξάγει την εργασία διαλογής και μεταφοράς των υαλοπινάκων, υπό ασφαλείς συνθήκες και παρέπεμψε σχετικά στην απόφαση ΜΑSS PACK (ανωτέρω). Κατέληξε τελικά ότι αποδείχτηκαν και οι τρεις κατηγορίες που αντιμετώπισε η κατηγορούμενη και την έκρινε ένοχη σε σχέση και με τις τρεις.

 

Επέβαλε δε, ποινές προστίμου, ως ακολούθως:

 

Στην 1η κατηγορία χρηματικό πρόστιμο €4.000,

στην 2η κατηγορία χρηματικό πρόστιμο €2.000,

στην 3η κατηγορία χρηματικό πρόστιμο €2.000.

 

Η κατηγορούμενη εφεσιβάλει τόσο την απόφαση για την καταδίκη της όσο και την απόφαση επιβολής ποινής. Με πέντε λόγους έφεσης, ισχυρίζεται ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για καταδίκη της κατηγορουμένης και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα, προωθεί τις θέσεις ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα και/ή πλημμελώς τον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.9 όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία που προσκομίστηκε, ότι εφάρμοσε πλημμελώς και/ή λανθασμένα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεση επί των επίδικων νόμων και κανονισμών, δεν έδωσε τη δέουσα σημασία στα ειδικά γεγονότα της υπόθεσης καταλήγοντας σε εσφαλμένα ευρήματα, εσφαλμένα αποφάσισε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και του αποδίδει επίσης λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σε σχέση με την ποινή ισχυρίζεται ότι οι ποινές είναι υπερβολικές, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε εξατομίκευση της ποινής που επέβαλε στην κατηγορούμενη εταιρεία, και ότι αναφορικά με την κατηγορία 3 την οποία η κατηγορούμενη παραδέχθηκε εξ αρχής, το Δικαστήριο άσκησε όλη την αυστηρότητά του χωρίς να λάβει υπόψη την άμεση παραδοχή της κατηγορουμένης εταιρείας.

 

Επειδή, οι λόγοι έφεσης άπτονται των ευρημάτων του Δικαστηρίου και της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έγινε από αυτό, υπενθυμίζουμε ότι το πώς το Εφετείο αντιμετωπίζει θέματα αξιολόγησης που έγιναν από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι καλά θεμελιωμένο στη νομολογία. Αναφέρουμε ενδεικτικά την πρόσφατη απόφασή μας FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2023, ημερομηνίας 25.2.2026 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.

Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.

Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»

Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:

«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»

 

Ο πέμπτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε ορθά την ενώπιόν του μαρτυρία. Έχουμε αναφέρει πιο πάνω πότε επιτρέπεται στο Εφετείο να επέμβει στην αξιολόγηση μάρτυρα πρωτοδίκως. Παρατηρούμε ότι στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε ενδελεχώς τη μαρτυρία και των τριών μαρτύρων που έδωσαν μαρτυρία ενώπιόν του αλλά και τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τον ΜΚ1 εφαρμόζοντας τις ορθές αρχές της νομολογίας τον κατέταξε ως εμπειρογνώμονα. Αναφέρουμε ότι δεν υπάρχει λόγος έφεσης που να αμφισβητεί αυτό το εύρημα του Δικαστηρίου. Επομένως, ορθά μπορούσε να λάβει υπόψη του τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε, όχι μόνο σε σχέση με τις διαπιστώσεις του επί τόπου αλλά και τις παρατηρήσεις του και τις θέσεις του αλλά και τη γνώμη του ως προς τη λανθασμένη και μη ασφαλή μέθοδο που χρησιμοποιούσε η εφεσείουσα κατά την μεταφορά υαλοπινάκων. Επίσης, η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν σταθερή, πειστική, απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς και παρέμεινε σταθερός και συνεπής στις θέσεις του υποστηρίζεται πλήρως από τα πρακτικά της  υπόθεσης. Δεν υπάρχει πεδίο επέμβασής μας στην αξιολόγηση του ΜΚ1.

 

Αναφορικά με τον ΜΚ2, το πρωτόδικο Δικαστήριο τον έκρινε επίσης αξιόπιστο με βάση τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και χωρίς διαπίστωση αντιφάσεων στη μαρτυρία του. Όπως σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, η μαρτυρία του δεν έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Με δεδομένο ότι απέρριψε τις θέσεις της Υπεράσπισης περί της ορθότητας του τρόπου μεταφοράς υαλοπινάκων και της παντελώς ανυπόστατης θέσης ότι ο ΜΚ2 ο οποίος προηγουμένως ήταν αλουμινιτζής, είχε γνώσεις για τους υαλοπίνακες, ήταν καθόλα εύλογη η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποδεχτεί τη μαρτυρία του ΜΚ2 ως αξιόπιστη. Θεωρούμε ότι η εν λόγω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ορθή.

 

Αναφορικά με τον ΜΥ1 το πρωτόδικο Δικαστήριο, προέβηκε σε ιδιαίτερα ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας του και τεκμηριώνει κάθε θέση του σε σχέση με την απόρριψη των θέσεων του. Κανένας λόγος επέμβασής μας στην αξιολόγηση του ΜΥ1.

 

Ενόψει των ανωτέρω, ο πέμπτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Το βασικό παράπονο της εφεσείουσας αφορά τη θέση της ότι η μαρτυρία και η έκθεση του ΜΚ1 ήταν εξ ακοής και το Δικαστήριο λανθασμένα την υιοθέτησε ως αξιόπιστη, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι στηρίχθηκε σε όλα όσα του ανέφερε ο ΜΚ2 αγνοώντας πλήρως τα όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΥ1.

 

Το Άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«27.-(1)  Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.

(2) Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω:

(α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση·

(β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται·

(γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού·

(δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα·

(ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι·

(στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση·

(ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση·

(η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.»

 

Στην υπό κρίση περίπτωση ο ΜΚ1 μετέβη επί τόπου στο σημείο που έγινε το εργατικό ατύχημα και προέβηκε προσωπικά σε διαπιστώσεις τις οποίες και κατέγραψε στην Έκθεσή του και για τις οποίες έδωσε μαρτυρία ενόρκως στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε. Περαιτέρω, το πρόσωπο το οποίο του έδωσε τις πληροφορίες, ήτοι ο ΜΚ2, επίσης παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο και υποβλήθηκε σε αντεξέταση από τη συνήγορο της εφεσείουσας. Περαιτέρω, ο διευθυντής της εφεσείουσας, που ήταν το άλλο πρόσωπο που είχε «εμπλοκή» στο ατύχημα επίσης έδωσε ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε συνεπώς ενώπιόν του την απαραίτητη μαρτυρία που χρειαζόταν για να μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν μετά από την αξιολόγηση που έκανε στους ΜΚ1 και ΜΚ2 ως αξιόπιστους. Δεν ευσταθεί η θέση που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα και/ή πλημμελώς τον Περί Αποδείξεως Νόμο, όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία που προσκομίστηκε. Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης αφορά ουσιαστικά τις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την ευθύνη που διαπίστωσε ότι έφερε η εφεσείουσα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε σωστά τα Άρθρα του Ν.89(Ι)/1996 και τους σχετικούς Κανονισμούς της ΚΔΠ 173/2002 για να προβεί στις διαπιστώσεις του μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Παρέπεμψε, επίσης, ορθά σε σχετική νομολογία και ορθά σημείωσε ότι η ευθύνη ενός εργοδότη δεν είναι απόλυτη υπό την έννοια ότι παρέχεται σε αυτόν από τις ίδιες τις διατάξεις του Νόμου υπερασπίσεις ούτως ώστε να απαλλαγεί από την ευθύνη σε περίπτωση συμβάντων οφειλόμενων σε συνθήκες πέραν του ελέγχου του ή έκτακτα γεγονότα οι συνέπειες των οποίων δεν μπορούσαν να αποφευχθούν όπως και να αποδείξει ότι δεν θα ήταν πρακτικά εφικτό ή εύλογα εφικτό να πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Αναφέρθηκε σχετικά στα Άρθρα 13(1) και 54 του Ν.89(Ι)/1996.

 

Ορθά, επίσης, σημείωσε ότι «Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι το τι δύναται να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις «πρακτικώς εφικτό ή ευλόγως εφικτό» είναι θέμα πραγματικό και αποφασίζεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Θα μπορούσε όμως να λεχθεί ότι όσο πιο προβλέψιμος και λογικά αναμενόμενος είναι ο κίνδυνος, τόσο πιο αυξημένο είναι και το καθήκον του εργοδότη να μεριμνήσει για την ασφάλεια των επηρεαζόμενων προσώπων».

 

Αφού αποδέχτηκε τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 και απέρριψε αυτήν του ΜΥ1, κατέληξε σε ευρήματα τα οποία υπήγαγε σωστά στα σχετικά Άρθρα του Νόμου. Σημείωσε επίσης ότι:

 

«Αδιαμφισβήτητα, η διεξαγωγή των εργασιών μεταφοράς υαλοπινάκων εμπεριέχει από τη φύση της πολλούς κινδύνους οι οποίοι αναγνωρίσθηκαν από τον ΜΚ1 και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Στην προκείμενη περίπτωση η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε για την εκτέλεση της εργασίας μεταφοράς των υαλοπινάκων όπως αυτή αποτυπώνεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύει, ότι επρόκειτο για μία ανασφαλή και ιδιαίτερα επικίνδυνη μέθοδο εργασίας εκ μέρους της κατηγορούμενης εταιρείας. Ο τρόπος μεταφοράς των υαλοπινάκων από τους εργοδοτούμενους της κατηγορούμενης εταιρείας δεν διασφάλιζε την ασφαλή μεταφορά τους και την αποφυγή πτώσης και  καταπλάκωσης των εργοδοτουμένων κατά το στάδιο της μεταφοράς τους, όπως πράγματι έγινε. Η κατηγορούμενη εταιρεία κατά τη διεκπεραίωση αυτής της επικίνδυνης εργασίας δεν μερίμνησε να δώσει τέτοιες οδηγίες, πληροφορίες και εκπαίδευση στον εργοδοτούμενο της προκειμένου να καταστήσει σε αυτόν σαφείς τους κινδύνους που ενείχε η διεκπεραίωση της ανατεθείσας σε αυτόν εργασίας. Δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να καταδεικνύει το είδος της κατ' ισχυρισμό εκπαίδευσης στη διαδικασία μεταφοράς των υαλοπινάκων, ή των δοκιμασιών και ελέγχων στις οποίες ο τραυματισθείς υποβλήθηκε πριν του επιτραπεί η διεξαγωγή αυτής της εργασίας ή οποιαδήποτε δήλωση ενημέρωσης από την οποία να προκύπτει ότι ο τραυματισθείς είχε δεόντως ενημερωθεί για την ασφαλή μεταφορά των υαλοπινάκων. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύουν την αντιμετώπιση του όλου ζητήματος από μέρους της κατηγορούμενης εταιρείας με επιπολαιότητα σε ότι αφορά τους κινδύνους που ενείχε η συγκεκριμένη εργασία και την ανάγκη λήψης μέτρων από μέρους της προκειμένου να αντισταθμίσει τους κινδύνους.  Η πλευρά της κατηγορούμενης εταιρείας, είχε την πεπλανημένη αντίληψη ότι εάν η μεταφορά γινόταν από τον ΓΠ και τον διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας τότε η μεταφορά θα ήταν ασφαλής παραγνωρίζοντας ότι η μεθοδολογία ήταν άκρως ανασφαλής και επικίνδυνη και αυτό, ανεξαρτήτως του κατά πόσο αυτή η μεταφορά θα γινόταν από τον διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας και τον ΓΠ. Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα δυνάμει αυτής, το στοίβαγμα υαλοπινάκων εντός του διαδρόμου διακίνησης του προσωπικού με τέτοιο τρόπο ώστε κατά το στάδιο διαλογής με σκοπό την μεταφορά τους οι εργοδοτούμενοι να γέρνουν πάνω τους τους υαλοπίνακες προκειμένου να ξεχωρίσουν τους υαλοπίνακες που θα μεταφέρονταν δεν ήταν μία ασφαλής μέθοδος διαλογής και μεταφοράς των υαλοπινάκων.

Τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ικανά για να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη εταιρεία δεν παρείχε ασφαλές σύστημα και μέθοδο εργασίας κατά τη διαδικασία μεταφοράς των υαλοπινάκων, δεν έλαβε επαρκή μέτρα και ενέργειες για την πρόληψη των κινδύνων που ενείχε η χρήση, χειρισμός και μεταφορά των υαλοπινάκων, ούτε μερίμνησε για την παροχή τέτοιων πληροφοριών, οδηγιών και εκπαίδευσης για τη διασφάλιση της ασφάλειας και υγείας του εργοδοτούμενου της κατά τη διαδικασία διαλογής και μεταφοράς των υαλοπινάκων. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδεικνύουν επίσης ότι η κατηγορούμενη εταιρεία ανέθεσε τη διεξαγωγή αυτού του είδους της εργασίας εκ μέρους του εργοδοτούμενου της, χωρίς ο εργοδοτούμενος της να λάβει επαρκή σχετική εκπαίδευση για τους κινδύνους που ενείχε αυτή η εργασία αφού φαίνεται να είχε επαναπαυτεί στην εμπειρία του εργοδοτούμενου της.»

 

Δεν διαπιστώνουμε κανένα σφάλμα στον τρόπο προσέγγισης του θέματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο, κάτι που οδηγεί σε απόρριψη και του δεύτερου λόγου έφεσης.

 

Οι λόγοι έφεσης 3 και 4 είναι συνδεδεμένοι με τον δεύτερο λόγο έφεσης και αποδίδουν στο πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ευρήματα και εσφαλμένη απόφαση ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως έχουμε ανωτέρω αναφέρει απορρίπτοντας τον δεύτερο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έκανε τη διεργασία υπαγωγής των ευρημάτων του στις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και ορθά αποφάσισε ότι «Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούμενης ικανή για να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της ότι έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα για την αποτροπή κινδύνων κατά τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης εργασίας. Υπήρχαν συνεπώς πρακτικώς εφικτά μέτρα και προφυλάξεις που θα μπορούσε να είχε πάρει η κατηγορούμενη, προκειμένου να αποτρέψει τον προβλεπτό κίνδυνο πτώσης και καταπλάκωσης του εργοδοτούμενου της από τους υαλοπίνακες κατά τη διαδικασία διαλογής και μεταφοράς των υαλοπινάκων. Υπό αυτές τις περιστάσεις, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορουμένη απέτυχε να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τη συνδρομή είτε της υπεράσπισης που δημιουργεί η πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 13 (1) είτε της υπεράσπισης που δημιουργεί το Άρθρο 54 του Νόμου».

 

Δεν υπάρχει λόγος παρέμβασής μας με αυτά τα ευρήματα του Δικαστηρίου, γεγονός που οδηγεί στην απόρριψη των λόγων έφεσης 3 και 4.

 

Οι λόγοι έφεσης 6, 7 και 8 αφορούν την ποινή που έχει επιβληθεί στην εφεσείουσα. Στο στάδιο αυτό παραθέτουμε τη νομολογία που  διέπει τον τρόπο με τον οποίο το Εφετείο μπορεί να παρέμβει στην ποινή που επιβλήθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Ποινική Έφεση 67/2021, ημερομηνίας 17.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:

 

«Σε ό,τι αφορά την εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε πρωτόδικο Δικαστήριο, επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά την πάγια νομολογία ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, (2014) 2 (Α) ΑΑΔ 329, και ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 222/2014, ημερομηνίας 25/11/2015). Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1991) 2 Α.Α.Δ. 525).»

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης η εφεσείουσα παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι είχε γίνει παραδοχή στην τρίτη κατηγορία εκ πλευράς της από την πρώτη κιόλας στιγμή, γεγονός που οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο να ασκήσει όλη την αυστηρότητα και να επιβάλει πρόστιμο στην εφεσείουσα ωσάν να είχε εκδικαστεί η κατηγορία 3. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε χρηματικό πρόστιμο €2.000. Έχει δίκαιο η συνήγορος της εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε στην απόφασή του ημερομηνίας 16.5.2023 με την οποία επέβαλε ποινή στην εφεσείουσα ότι αυτή είχε παραδεχτεί την τρίτη κατηγορία. Δεν χρησιμοποιήθηκε η παραδοχή της στην τρίτη κατηγορία ως μετριαστικός παράγοντας η οποία ήταν άμεση. Ειδικότερα, στο μέρος της απόφασης που το πρωτόδικο Δικαστήριο λαμβάνει προς όφελος της εφεσείουσας για σκοπούς μετριασμού της ποινής τα ελαφρυντικά της δεν γίνεται καμία αναφορά στην παραδοχή της στην τρίτη κατηγορία. Θεωρούμε λάθος του πρωτόδικου Δικαστηρίου το γεγονός αυτό, η παραδοχή όπως έχει νομολογηθεί αμείβεται με έκπτωση στην ποινή. Αν και δεν είχε γίνει παραδοχή στις υπόλοιπες κατηγορίες για τις οποίες διεξήχθη ακροαματική διαδικασία η παραδοχή στην κατηγορία αυτή θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ο Νόμος σε ό,τι αφορά το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας προνοεί ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσα τους 12 μήνες ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα τις €5.000 ή/και τις δύο αυτές ποινές. Θεωρούμε ότι δικαιολογείται η παρέμβασή μας σε αυτό το σημείο και η ποινή των €2.000 που έχει επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμερίζεται και αντικαθίσταται με χρηματικό πρόστιμο €1.000.

 

Σε ό,τι αφορά τους λόγους έφεσης 7 και 8, και την επιβολή της ποινής του προστίμου των €4.000 στην 1η κατηγορία, δεν συμφωνούμε με τους λόγους που προβάλλονται σε αυτούς και ειδικά, με τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε εξατομίκευση της ποινής στην εφεσείουσα και ότι η επιβολή ποινής στην εν λόγω κατηγορία είναι λανθασμένη και υπερβολική. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις ποινές που προβλέπει ο νομοθέτης, το λευκό της ποινικό μητρώο, το γεγονός ότι κατά την περίοδο της απουσίας του εργοδοτούμενού της του κατέβαλε τους μισθούς του, τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την ανάγκη επίδειξης αυξανόμενης ευαισθησίας για αδικήματα που άπτονται της ασφάλειας των εργοδοτούμενων, όπως αυτές έχουν πρόσφατα επαναληφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΜΑΡΙΟΣ & ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΥΛΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Ποινική Έφεση 183/2021, ημερομηνίας 25.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:B23. Το πρόστιμο των €4.000 που έχει επιβληθεί στην εφεσείουσα στην πρώτη κατηγορία για την οποία κρίθηκε ένοχη, θεωρούμε ότι είναι ορθό και αποτελεί ενδεδειγμένη και ισορροπημένη ποινή.

 

Σε ό,τι αφορά το πρόστιμο των €2.000 που επιβλήθηκε στην 2η κατηγορία σημειώνουμε ότι αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχη η εφεσείουσα αφορά την παράλειψη διάθεσης γραπτής εκτίμησης των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία των εργοδοτούμενων κατά παράβαση Κανονισμών της ΚΔΠ 173/2000 και Άρθρων του Νόμου. Θεωρούμε το ποσό αυτό υπερβολικό υπό τις περιστάσεις, παραμερίζουμε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για επιβολή προστίμου ύψους €2.000 και την αντικαθιστούμε με διαταγή για επιβολή προστίμου €1.000.

 

Εν κατακλείδι, η πρωτόδικη απόφαση σε ό,τι αφορά την καταδίκη της εφεσείουσας επικυρώνεται στην ολότητά της. Οι λόγοι έφεσης 1 μέχρι 5 απορρίπτονται. Σε ό,τι αφορά την ποινή που επιβλήθηκε στην κατηγορία 3, ο λόγος έφεσης 6 επιτυγχάνει, η πρωτόδικη απόφαση για επιβολή ποινής προστίμου €2.000 ακυρώνεται και αντικαθίσταται με ποινή προστίμου €1.000.  Η ποινή στην κατηγορία 1 (€4.000) επικυρώνεται. Σε ό,τι αφορά την ποινή στην κατηγορία 2 επίσης παραμερίζεται και αντικαθίσταται με ποινή προστίμου €1.000.  

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο