ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 113/2026)
4 Ιουνίου 2026
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων
v.
ZAFER KITAPCIYAN,
Εφεσίβλητου.
______________________________
Δ. Ζηντίλη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα
Εφεσίβλητος αυτοπροσώπως.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσίβλητος, στη βάση κατηγορητηρίου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστήριο Αμμοχώστου, αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες. Αυτήν της επίθεσης προκαλούσας βαριά σωματική βλάβη, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αυτήν της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του Άρθρου 91 του Κεφ. 154 και αυτήν της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του Άρθρου 243 του Κεφ. 154.
Ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε τις δύο τελευταίες κατηγορίες, ενώ, παρά την αποδοχή των γεγονότων που αφορούσαν την πρώτη κατηγορία, λόγω αμφισβήτησης της ύπαρξης βαριάς σωματικής βλάβης, δεν παραδέχτηκε την πρώτη κατηγορία. Κατόπιν ακρόασης, κρίθηκε ένοχος σε αυτήν, οπόταν το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε με την επιβολή της ποινής. Επέβαλε ποινές φυλάκισης 12, 4 και, επίσης, 4 μηνών στις κατηγορίες αντιστοίχως, με οδηγίες όπως αυτές συντρέχουν. Η επιβληθείσα φυλάκιση κρίθηκε να είναι άμεση.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, με τον πρώτο λόγο έφεσης, θεωρεί ότι οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι έκδηλα ανεπαρκείς, λαμβανομένων υπ' όψιν σωρευτικά, της σοβαρότητας των αδικημάτων, των προβλεπόμενων από τον Νόμο ποινών και της νομολογίας όπως έχει διαμορφωθεί, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών και της ανάγκης για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή. Αιτιολογικά, προβάλλεται η σοβαρότητα των αδικημάτων ως αναδεικνύεται από τη μέγιστη προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή η οποία ανέρχεται σε 7 έτη φυλάκισης αναφορικά με την πρώτη κατηγορία και 3 έτη φυλάκισης για τις άλλες δύο. Προβάλλεται, επίσης, η σοβαρότητα των γεγονότων της υπόθεσης αλλά και η απόδοση υπέρμετρα μεγάλης βαρύτητας στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου και άλλους μετριαστικούς παράγοντες. Επίκληση γίνεται, επίσης, της ανάγκης για επαρκή τιμωρία και αποτροπή, τόσο γενική όσο και του αδικοπραγούντα, της παράλειψης λήψεως υπ' όψιν ως επιβαρυντικού παράγοντα της προγενέστερης διάπραξης των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3 αλλά και του μεγάλου αριθμού υποθέσεων που αφορούν τέτοιας φύσης αδικήματα, ώστε να είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ανεπάρκεια στις επιβληθείσες ποινές εφόσον θα έπρεπε να ήταν διαδοχικές και όχι συντρέχουσες, εν όψει του ότι αφορούσαν σε διαφορετικά γεγονότα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφασή του με την οποία επέβαλε τις επίδικες ποινές, παρέθεσε με λεπτομέρεια τα γεγονότα που αφορούσαν τις υπό κρίση κατηγορίες. Κατέγραψε προς τούτο τις διαφορές που δημιουργήθηκαν μεταξύ εφεσείοντα και παραπονούμενου λόγω φασαρίας που δημιουργούσε ο εφεσίβλητος σε γειτονική πολυκατοικία και σχετικής καταγγελίας του παραπονούμενου στην Αστυνομία. Αυτά οδήγησαν σε καταγγελίες του παραπονούμενου προς την Αστυνομία και απειλές του εφεσίβλητου προς αυτόν. Χρονολογικά ιδωμένα τα γεγονότα οδηγούν στην επίθεση που αφορά την τρίτη κατηγορία, η οποία συνέβηκε στις 29.6.2025. Στο συγκεκριμένο περιστατικό ο εφεσίβλητος ζήτησε αναπτήρα από τον παραπονούμενο και όταν αυτός του αρνήθηκε, ο εφεσίβλητος άρχισε να χειρονομεί εναντίον του, να του επιτίθεται λεκτικά και τελικώς να τον γρονθοκοπεί στο αριστερό σβέρκο‑ώμο, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να κτυπήσει σε τοίχο. Η πραγματική σωματική βλάβη συνίστατο σε εκδορά στη μέση του παραπονούμενου. Ακολούθως, στις 11.8.2025, ο εφεσίβλητος απείλησε τον παραπονούμενο με τη φράση «I will cut your neck». Αυτό συνέβηκε στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας του. Στις 15.8.2025 συνέβηκε το περιστατικό της πρώτης κατηγορίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τα γεγονότα ως εξής:
«Στις 15/8/2025 και ώρα 1650, ο Παραπονούμενος επέστρεψε πίσω στην πολυκατοικία από βόλτα στην οποία είχε πάει. Αφού πάρκαρε το αυτοκίνητό του στο πάρκινγκ, ξεκίνησε για να πάει πεζός στο διαμέρισμά του από τον διάδρομο που χρησιμοποιεί πάντα για τον σκοπό αυτό. Πηγαίνοντας προς το διάδρομο είδε ότι στην γωνιά πίσω από τον τοίχο, στεκόταν το πιο πάνω πρόσωπο. Φορούσε μόνο ένα εσώρουχο. Όταν ο Παραπονούμενος έφθασε στο πάρκινγκ με το αυτοκίνητο του, είδε το πρόσωπο αυτό να βρίσκεται έξω από το χώρο τον μετρητών, ενώ όταν εξήλθε του κλειστού γκαράζ του αυτός πήγε και στάθηκε εκεί που τον είδε στη συνέχεια. Όταν ο Παραπονούμενος τον αντιλήφθηκε, για να τον αποφύγει και να μην έρθει σε οποιαδήποτε επαφή ή επικοινωνία μαζί του, κινήθηκε προς την αντίθετη πλευρά για να απομακρυνθεί από κοντά του. Άφησε και την μαύρη τσάντα πλάτης που κρατούσε πάνω του στην μέση του χώρου εκεί και πήγε και άρπαξε ένα κομμάτι γρανίτη που βρήκε εκεί πεταμένο και χάραξε μια γραμμή στο πάτωμα και είπε στο πρόσωπό αυτό στην αγγλική γλώσσα να μην περάσει αυτή την γραμμή «Do not cross this line». Αμέσως, το πρόσωπο αυτό κινήθηκε προς το μέρος του Παραπονούμενου και αφού πέρασε την γραμμή που ο Παραπονούμενος είχε σχηματίσει, ο τελευταίος προσπάθησε να τον αποφύγει και του ζητούσε επανειλημμένα να τον αφήσει ήσυχο και να φύγει. Αυτός στα αγγλικά αποκάλεσε τον Παραπονούμενο «chicken», εννοώντας ότι είναι δειλός και ο Παραπονούμενος του απάντησε ότι ναι είναι και ότι τον φοβάται και του ζήτησε να φύγει. Αυτός τότε άγγιξε τον Παραπονούμενο στην πλάτη τρεις φορές και ο Παραπονούμενος του είπε να φύγει και τον έσπρωξε. Ο λόγος που το έκανε ήταν σαν αντίδραση για να μην τον πλησιάσει. Τότε αυτός γύρισε προς το μέρος του Παραπονούμενου και του επιτέθηκε ππουνιάροντας τον στο πρόσωπο και ακολούθως άρχισε να τον κτυπά σε διάφορα σημεία και να τον τραβά σε ολόκληρη της αυλή. Ο Παραπονούμενος προσπαθούσε να αμυνθεί και να τον αποφύγει και στην προσπάθεια του αυτή προσπαθούσε να τον κτυπήσει με σκοπό να τον απωθήσει. Λόγω του ότι από το πρώτο χτύπημα που ο Παραπονούμενος δέχθηκε ήταν στο αριστερό του μάτι και δεν μπορούσε να δω, δυσκολευόταν να τον αποφύγει λόγω αυτού αλλά και λόγω του ότι ήταν μεγαλόσωμος, ενώ παράλληλα, ο Παραπονούμενος φώναζε μεγαλόφωνα βοήθεια με σκοπό να γλυτώσει από το πρόσωπο αυτό. Σε κάποια στιγμή του έκανε κεφαλοκλείδωμα, ωστόσο ο Παραπονούμενος κατάφερε να τον αποφύγει και να απομακρυνθεί από κοντά του. Αυτός συνέχισε να τον ακολουθεί στο χώρο αλλά ο Παραπονούμενος τον απέφυγε. Μετά από αυτό το περιστατικό το πρόσωπο αυτό επέστρεψε στο χώρο του. Σε κάποια στιγμή που το πρόσωπο αυτό τον κτυπούσε, ο Παραπονούμενος κατάφερε να αρπάξει ένα κομμάτι πλαστικό που βρήκε στο έδαφος και απλά του κτυπούσε με σκοπό να τον αποτρέψει από το να του κτυπά, για σκοπούς αυτοάμυνας. Το όλο περιστατικό καταγράφηκε από κλειστό κύκλωμα βιντεοπαρακολούθησης, το οποίο υπάρχει εγκατεστημένο στον χώρο της πολυκατοικίας.»
Η βαριά σωματική βλάβη συνίστατο σε μικρό κάταγμα έσω τοιχώματος ΑP οφθαλμικού κόγχου (lamina papyracea) και περιοφθαλμικό οίδημα μαλακών μορίων ΑP.
Από την πλευρά της, η ευπαίδευτη συνήγορος για τον εφεσείοντα ανέπτυξε την επιχειρηματολογία της στη βάση των όσων προβάλλονται στους λόγους έφεσης και την αιτιολογία αυτών, παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία. Από την πλευρά του, ο εφεσίβλητος, εμφανιζόμενος αυτοπροσώπως προέβαλε τη θέση ότι επρόκειτο για ένα περιστατικό χωρίς σοβαρές επιπτώσεις, για το οποίο του επιβλήθηκε 12μηνη ποινή φυλάκισης την οποία έχει εκτίσει χωρίς διαμαρτυρία.
Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων της κάθε πλευράς, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας.
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
“Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2015 και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).”»
Ως είχαμε την ευκαιρία να επαναλάβουμε, στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΛΛΙΚΑ, Ποινική Έφεση 268/2022, ημερομηνίας 30.9.2025, είναι προφανής η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτής της φύσης. Νομολογία, όπως η ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΤΟΚΑΛΛΟΥ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 95, αλλά και πληθώρα άλλων αποφάσεων εκφράζει την αποδοκιμασία χρήσης βίας εναντίον συνανθρώπων, αφού πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του καθιστώντας την απαράδεκτη ως ενέργεια και καθιστώντας, παράλληλα, απαραίτητη την επιβολή αποτρεπτικών ποινών προς γενική καταστολή της.
Ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής δεν παρέλειψε να προβεί σε ορθή παράθεση των νομοθετικών προνοιών και νομολογιακών αρχών που αφορούν την επιβολή ποινής σε τέτοιας φύσης αδικήματα. Δεν παρέλειψε να αναφερθεί στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, εντάσσοντας στο ορθό πλαίσιο τις ενέργειες του εφεσίβλητου. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για τον εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε πρόκληση από μέρους του παραπονούμενου. Παρά το λεκτικό της συγκεκριμένης πρότασης στην πρωτόδικη απόφαση, το οποίο δεν θα πρέπει να απομονώνεται, προκύπτει η από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναγνώριση της δυσανάλογης και αδικαιολόγητης ενέργειας του εφεσίβλητου να γρονθοκοπήσει τον παραπονούμενο. Αναγνώρισε, επίσης, την προϋπάρχουσα κατάσταση, ως προέβαλε μέσω των γεγονότων των άλλων δύο κατηγοριών, κατά το πολύ πρόσφατο προηγούμενο διάστημα. Αναγνώρισε, τέλος, την «επαναλαμβανόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου εις βάρος του Παραπονούμενου και, γενικότερα, την ένταση που ο Κατηγορούμενος επέδειξε στη διάπραξη αδικημάτων κατά της σωματικής ακεραιότητας και ασφάλειας του Παραπονούμενου». Δεν διαπιστώνουμε να διέφυγε οτιδήποτε αφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, τη συχνότητα τέλεσής τους, την ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών και τις περιστάσεις που περίκλειαν την υπό κρίση υπόθεση, από την προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Παράλληλα, καθηκόντως, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα και έλαβε υπ' όψιν αυτές. Έλαβε υπ' όψιν ως ελαφρυντικά, το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσίβλητου, την άμεση παραδοχή του στις κατηγορίες 2 και 3, αλλά και τον περιορισμό της αμφισβήτησης που αφορούσε την πρώτη κατηγορία, με αποτέλεσμα την κατάθεση σχεδόν του συνόλου του μαρτυρικού υλικού ως παραδεκτού, τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, την απολογία και μεταμέλειά του και την ηλικία και προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ως προέκυπταν από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.
Έλαβε, επίσης, υπ' όψιν τον τραυματισμό που προκλήθηκε, από τον οποίο, επίσης, προκύπτει η απουσία ύπαρξης μόνιμων καταλοίπων στην υγεία του παραπονούμενου.
Προκύπτει, από την πρωτόδικη απόφαση, ότι ανάλυση έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και προηγούμενης νομολογίας ως ενδεικτικής ποινών που επιβλήθηκαν σε προηγούμενες περιπτώσεις.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα της πλευράς του εφεσείοντα, ως προβάλλονται στους λόγους έφεσης. Από μελέτη των ενώπιόν μας στοιχείων, δεν διαπιστώνεται να υφίσταται το τι προβάλλεται στους λόγους έφεσης αυτούς. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε την ποινή την οποία, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, έκρινε ότι ήταν η ορθή. Έχοντας δε υπ' όψιν την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής και στη βάση του ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μίας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς από πλευράς του εφεσείοντα, επέβαλε συντρέχουσες ποινές με μέγιστη αυτή των 12 μηνών φυλάκισης.
Έχει κατ' επανάληψη λεχθεί ότι επιβληθείσες ποινές σε προηγούμενες υποθέσεις είναι βοηθητικές αλλά όχι δεσμευτικές αφού κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Σε υποθέσεις αυτής της φύσης, σχετικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και την έκταση των σωματικών βλαβών που προκαλούνται στο θύμα και τις επιπτώσεις τους. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι περιπτώσεις στις οποίες παραπεμφθήκαμε αφορούν περιπτώσεις σοβαρότερων τραυματισμών και επιπτώσεων στα θύματά τους.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση, τέτοιο που να επιτρέπει την επέμβασή μας σε αυτήν. Η κρίση της πρωτόδικης απόφασης, επαναλαμβάνουμε, δεν θα πρέπει να γίνεται με βάση την υποκειμενική άποψη των μελών του Εφετείου, αλλά θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά. Επέμβαση χωρεί μόνο εκεί που, αντικειμενικά κρινόμενη, η ποινή είναι έκδηλα ανεπαρκής ή όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. Δεν εντοπίζουμε κάτι τέτοιο στην υπό κρίση υπόθεση. Αντικειμενικά κρινόμενη, η επιβληθείσα ποινή παρουσιάζεται να είναι επιεικής. Όμως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι εκφεύγει, ως προς την επιδεικνυόμενη επιείκεια, του επιτρεπτού πλαισίου. Επιτρεπτή, επίσης, προβάλλει να είναι και η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για επιβολή συντρεχουσών ποινών. Επρόκειτο μεν για ξεχωριστά περιστατικά, όμως, υπήρχε μεταξύ τους τόσο χρονική όσο και πραγματική συνάφεια τέτοια που να επέτρεπε να κριθούν συνολικά ως μέρος μίας συγκεκριμένης συμπεριφοράς από πλευράς εφεσίβλητου. Ούτε επί τούτου χωρεί επέμβασή μας.
Αβάσιμους κρίνουμε τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης.
Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο