Ιωάννης Παπά εκ Λεμεσού υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του ZIHNI RAMADAN DIMILIZADE άλλως DIMILLILER κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 123/2022, 25/6/2026
print
Τίτλος:
Ιωάννης Παπά εκ Λεμεσού υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του ZIHNI RAMADAN DIMILIZADE άλλως DIMILLILER κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 123/2022, 25/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 123/2022)

 

25 Ιουνίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1.    Ιωάννης Παπά εκ Λεμεσού υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του ZIHNI RAMADAN DIMILIZADE άλλως DIMILLILER,

2.    Ιωάννης Παπά εκ Λεμεσού υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της DERVISHE DIMILZADE,

3.    FERHAN ZIHNI RAMADAN άλλως FERHAN ORHAN HASSAN KAYIA,

4.    DERVISE ORHAN KAHYA nee FIKRI,

Εφεσείοντες,

v.

 

1.  Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,

2.  Υπουργού Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Μ. Ξιαρή για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε., μαζί με Δ. Ιωαννίδου (κα) για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Ε. Φλωρέντζου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον των εφεσίβλητων ζητώντας (α) την έκδοση διατάγματος παράδοσης της περιουσίας τους – στο εξής η επίδικη περιουσία - (η οποία αφορά μεγάλο αριθμό ακινήτων στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας, συνολικά 125 ακίνητα), (β) αποζημίωση ύψους €40.207.864,00 για παράνομη επέμβαση στην περιουσία τους και/ή για παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των εφεσίβλητων και/ή για παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και/ή για ενοίκιο και/ή για ενδιάμεσα και/ή διαφυγόντα κέρδη μέχρι 31.12.2013 πλέον, άλλα, επιμέρους χρηματικά ποσά για έκαστον εφεσείοντα μηνιαίως, μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής της επίδικης περιουσίας, (γ) γενικές αποζημιώσεις και/ή αποζημιώσεις για ηθική βλάβη, (δ) τιμωρητικές και/ή αυξημένες αποζημιώσεις, (ε) διεξαγωγή έρευνας για απόδοση λογαριασμού των εισπράξεων και/ή των κερδών από τους εφεσίβλητους σχετικά με τη χρήση της επίδικης περιουσίας, (στ) διάταγμα με το οποίο να διατάσσονταν οι εφεσίβλητοι να καταβάλουν στους εφεσείοντες οποιοδήποτε ποσό ήθελε εξευρεθεί ως πραγματοποιηθείσες εισπράξεις και/ή κέρδος στη βάση της προαναφερόμενης έρευνας, πλέον τόκους και έξοδα.

 

Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο Zihni Ramadan Dimilizade και η Dervishe Dimilizade – στο εξής τα αποβιώσαντα πρόσωπα -, τα οποία ήταν κύπριοι πολίτες, ανήκοντες στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και σύζυγοι μεταξύ τους, των οποίων την περιουσία διαχειρίζεται ο εφεσείοντας 1 και 2, η εφεσείουσα 3, η οποία είναι θυγατέρα των αποβιωσάντων προσώπων και η εφεσείουσα 4, η οποία είναι θυγατέρα της εφεσείουσας 3, προώθησαν, ενώπιον πρωτόδικου Δικαστηρίου, ισχυρισμούς ότι ο Zihni απεβίωσε το 1983 και η Dervishe απεβίωσε το 2003, και πως η ακίνητη περιουσία τους βρίσκεται εγγραμμένη επ’ ονόματι τους.  Ακόμη, ότι τα αποβιώσαντα πρόσωπα μέχρι τον Αύγουστο του 1974 κατοικούσαν στην Πάφο, και η εφεσείουσα 3 μέχρι το 1975 κατοικούσε στην Επισκοπή Λεμεσού, οπότε μετακόμισαν, χωρίς τη θέληση τους, σε περιοχή της Αμμοχώστου.  Επίσης, ότι η εφεσείουσα 3, η οποία είναι κύπρια πολίτης, ανήκουσα και αυτή στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, κατοικεί πλέον μόνιμα εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, η δε εφεσείουσα 4 είναι μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ από το 1969.  Οι εφεσείουσες 3 και 4 έχουν, επίσης, εγγεγραμμένη περιουσία, μέρος της επίδικης, επ’ ονόματι τους, στην Κυπριακή Δημοκρατία.  Όλοι οι προαναφερόμενοι εξαναγκάστηκαν το 1974, ως ισχυρίζονται, να εγκαταλείψουν την περιουσία τους, και δεν την εγκατέλειψαν από μόνοι τους.

 

Πυρήνας των δικογραφημένων ισχυρισμών, ο οποίος συνθέτει τη βάση αγωγής, είναι πως οι εφεσίβλητοι μετά τον Αύγουστο του 1974 έλαβαν τον έλεγχο και την κατοχή της επίδικης περιουσίας και την χρησιμοποιούν χωρίς την άδεια και/ή συγκατάθεση των προαναφερόμενων προσώπων, ενώ, ουδέν ποσό καταβλήθηκε σ’ αυτούς ως αποζημίωση ή ενοίκιο.  Παρ’ ότι οι ιδιοκτήτες της επίδικης περιουσίας ζήτησαν, μέσω του συνηγόρου τους, την επιστροφή της περιουσίας τους πλέον σχετικές αποζημιώσεις, δεν έλαβαν απάντηση.  Ισχυρίστηκαν, επίσης, πρωτοδίκως, τα εν λόγω πρόσωπα, ότι, από τον Αύγουστο του 1974 δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ή να απολαύσουν την επίδικη περιουσία τους.

 

Στην αντίπερα όχθη, συνοπτικά, οι δικογραφημένες θέσεις που πρόβαλαν, πρωτόδικα, οι εφεσίβλητοι, συνίστανται στο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ουδέποτε εξανάγκασε τα αποβιώσαντα πρόσωπα και τις εφεσείουσες 3 και 4 να εγκαταλείψουν την περιουσία τους.  Ακόμη, ότι οι εφεσίβλητοι δεν προέβησαν παράτυπα, ή χωρίς οποιαδήποτε έγκριση, σε χρήση της επίδικης περιουσίας, αλλά, οι ενέργειες τους έγιναν σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Λέγουν, επίσης, ότι εφόσον οι εφεσείουσες 3 και 4 αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης τους πως δεν έχουν σκοπό να επιστρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία, και άρα ούτε στην ακίνητη περιουσία τους, ο εφεσίβλητος 2 δεν τους εμποδίζει να την απολαμβάνουν. Επιπλέον, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η επίδικη περιουσία βρίσκεται υπό την κηδεμονία του εφεσίβλητου 2 και χρησιμοποιείται μόνο για σκοπούς που ορίζει ο σχετικός νόμος και ως αυτός ορίζει.  Συνεπώς, καταληκτικά, οι εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν πως ουδεμία παράνομη επέμβαση διενεργείται στην επίδικη περιουσία.  Αρνήθηκαν, ως εκ τούτου, τις αξιώσεις για οποιαδήποτε ζημιά ή αποζημίωση.  Τέλος, οι εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι οι εφεσείοντες δεν προσήλθαν σε διαπραγματεύσεις, ως όφειλαν, και/ή ενώ αυτές εκκρεμούσαν, προχώρησαν στην καταχώριση αγωγής.

 

Το εκδικάσαν, πρωτόδικο, Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των εφεσείοντων, επιδικάζοντας έξοδα προς όφελος των εφεσίβλητων.

 

Ακολουθούν τα πιο σημαντικά αποσπάσματα, από την πρωτόδικη κατάληξη, προς κατατόπιση περί των ουσιωδών ζητημάτων της υπόθεσης, αλλά, και περί της πρωτόδικης προσέγγισης επ’ αυτών, τα οποία, αυτούσια, έχουν ως εξής:

 

«Η οικειοποίηση ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα από Τουρκοκύπριους που διέμεναν εκεί μετά το 1974 δεν είναι προϋπόθεση για να απορριφθεί αίτημα όπως το επίδικο, ούτε όμως και το αντίθετο για να γίνει αποδεκτό το αίτημα.  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Εναγόμενου 2 και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ήταν ένα από τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη.

 

Ακόμη όμως και αν οι πληροφορίες σε σχέση με την Ενάγουσα 3 που έδωσε η Κ.Υ.Π. δεν ήταν ορθές, δεν παύει να υπάρχει ως γεγονός που δέχτηκε ο Μ.Ε.1 ότι δεν αναφέρθηκε από τους Αιτητές στην αίτηση τους ότι υπήρχε ακόμη ένας κληρονόμος που δεν ήταν ανάμεσα στους Αιτητές και το γεγονός αυτό μέτρησε επίσης κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Εναγόμενου 2.

 

Περαιτέρω όμως δεν ανταποκρίνετο στην αλήθεια η αναφορά στις επιστολές ότι η Ενάγουσα 3 ήταν μόνιμη κάτοικος εξωτερικού από το 1970 αφού η Ενάγουσα 3 όπως και οι αποβιώσαντες ζούσαν μετά το 1974 στις κατεχόμενες περιοχές.

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω και από τη θέσπιση του Νόμου 139(Ι)/91 δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράνομη επέμβαση σε οποιαδήποτε από τις επίδικες περιουσίες που έχουν υπαχθεί με βάση τις πρόνοιες του Νόμου υπό καθεστώς διαχείρισης από τον Εναγόμενο 2.  Ακριβώς η κατοχή και διαχείριση των περιουσιών εδράζεται σε Νόμο της Δημοκρατίας, στοιχείο που αναιρεί τον οποιοδήποτε ισχυρισμό περί παρανομίας.  Ούτε όμως η εισήγηση περί παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας και της ειρηνικής απόλαυσης μπορεί να γίνει αποδεκτή όπως επίσης αναφέρω πιο πάνω.

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν είναι αναγκαία η περαιτέρω εξέταση των άλλων θεμάτων που εγείρουν οι Ενάγοντες.  Στην περίπτωση όμως που η πιο πάνω κατάληξη μου κριθεί λανθασμένη θα προχωρήσω στην εξέταση των αποζημιώσεων που θα έπρεπε να καταβληθούν στους Ενάγοντες αν κρινόταν ότι υπήρχε παράνομη επέμβαση στη βάση της ενοικιαστικής αξίας των επίδικων ακινήτων από το 1975 μέχρι σήμερα.

 

Εφόσον η βασική βάση αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων είναι η ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με την χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Muazzez Edhem Bahchecioglou κ.α. (πιο πάνω) έχουν αναφερθεί τα πιο κάτω:

 

«Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με την σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας.  Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 882, όπου λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και ότι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. 

 

Περαιτέρω όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία πρόσωπο που επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία και την χρησιμοποιεί για δικούς του σκοπούς πρέπει να καταβάλλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει (Δέστε μεταξύ άλλων Strand Electric and Engineering Co Ltd v. Brisford Ltd (1952) 1 All E.R. 796).»

 

Έχοντας υπόψη ότι δεν έγινε αποδεκτή η μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.4 για το θέμα της ενοικιαστικής αξίας αλλά η μαρτυρία της Μ.Υ.2, η κατάληξη μου είναι ότι για την επίδικη περίοδο η ενοικιαστική αξία των επίδικων ακινήτων στην περίπτωση επιτυχίας της αγωγής καθορίζεται στα ποσά που φαίνονται στο Τεκμήριο 38 με τόκο 4% από την ημερομηνία επίταξης.

 

Οι Ενάγοντες απαιτούν επίσης γενικές αποζημιώσεις και/ή αποζημιώσεις για ηθική βλάβη.  Όπως αναφέρω πιο πάνω, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων ότι έχουν υποστεί πέραν από τις ζημιές, άγχος, αγωνία και θλίψη λόγω της μη δυνατότητας χρήσης της περιουσίας τους, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι υφίστανται δυσμενή διάκριση λόγω της τουρκοκυπριακής καταγωγής τους, παρέμειναν μετέωροι και οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι δικαιούνται τις αποζημιώσεις αυτές.

 

Απαιτούν επίσης τιμωρητικές ή επαυξημένες αποζημιώσεις.  Δεν θα συμφωνήσω με τη θέση του κ. Δημητριάδη ότι οι Εναγόμενοι ενεργούν με πλήρη περιφρόνηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Εναγόντων ούτε ότι οι Εναγόμενοι δεικνύουν «αξιόμεμπτη διαγωγή» στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου, σύμφωνα με την παραπομπή του κ. Δημητριάδη στην υπόθεση Andrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1836

 

Αντίθετα, θα συμφωνήσω με τη θέση της κας Φλωρέντζου ότι οι Εναγόμενοι κατέχουν την επίδικη περιουσία στη βάση συγκεκριμένου Νόμου ο οποίος ψηφίστηκε για να ρυθμίσει μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

 

Ενόψει όμως της κατάληξης μου ότι δεν έχει αποδειχθεί παράνομη επέμβαση εκ μέρους των Εναγομένων και παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, η αγωγή απορρίπτεται.»

 

Με τέσσερεις λόγους έφεσης οι εφεσείοντες επιδιώκουν την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης προβάλλοντας, προς τούτο, τις θέσεις ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε λανθασμένα τον Ν. 139/1991 και, ως εκ τούτου, λανθασμένα δεν προέβη σε εύρημα ότι υπήρξε παράνομη επέμβαση στην περιουσία τους (πρώτος λόγος έφεσης), ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, λανθασμένα, ότι δεν υπήρξε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της εφεσείουσας 3, στη βάση ότι η άρνηση για άρση της κηδεμονίας ήταν η πιθανή ύπαρξη κληρονόμου των αποβιωσάντων προσώπων  – Zihni και Dervishe – και, κατ’ επέκταση, λανθασμένα δεν επιδίκασε τις αξιούμενες αποζημιώσεις (δεύτερος λόγος έφεσης), ότι λανθασμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε πως δεν προέκυπτε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εφεσειόντων από τη συμπεριφορά των εφεσίβλητων και συνακόλουθα, λανθασμένα, δεν επιδίκασε σχετικές αποζημιώσεις (τρίτος λόγος έφεσης), και, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν αποδέχθηκε ως ορθή την εμπειρογνωμοσύνη των ΜΕ2 και ΜΕ4, σε σχέση με την αγοραία αξία και την αγοραία ενοικιαστική αξία της επίδικης περιουσίας (τέταρτος λόγος έφεσης).

 

Οι πρώτοι τρεις λόγοι έφεσης αν και είναι μεταξύ τους συνυφασμένοι, θα εξετασθούν ξεχωριστά, εκτός όπου κριθεί αναγκαίο να δοθεί ενιαία τοποθέτηση, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων που βρίσκονται ενώπιόν μας, ήτοι πρακτικά της δίκης, δικόγραφα, περιεχόμενο λόγων έφεσης και περιγράμματα αγόρευσης των διαδίκων ως τα συνέταξαν, εναργώς, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους.

 

Πρωτίστως, θεωρούμε ότι προέχει η τοποθέτηση μας όσον αφορά στον ισχυρισμό ότι τα αποβιώσαντα πρόσωπα και οι εφεσείουσες 3 και 4 εκδιώχθηκαν το 1974 ή το 1975 από την επίδικη περιουσία τους.  Δεν αποδεχόμαστε τον εν λόγω ισχυρισμό και κρίνουμε ότι ορθά, αυτός, απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Το 1974, ως είναι παγκοίνως γνωστό, υπήρξε ρύθμιση όπου δεν ήταν υποχρεωτική η μετακίνηση για όλους, αλλά κατ' επιλογή ενός εκάστου πολίτη, εξού και κάποιοι τουρκοκύπριοι ζουν μετά το 1974 στις ελεύθερες περιοχές, χωρίς να έχουν εκδιωχθεί ή να έχουν υποχρεωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους ή τη διαμονή τους από το μη κατεχόμενο τμήμα της χώρας.

 

          Ως νομικό έρεισμα στα προλεγόμενα, παραπέμπουμε στην υπόθεση Νικολάου ν. Νικολάου (1992) 1 Α.Α.Δ. 1338, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν, ως γεγονότα που το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση, ότι  «Στις 20 Ιουλίου, 1974, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο και, με αλληλοσυγκρουόμενες προφάσεις, κατέλαβε τα 37% του Κυπριακού εδάφους. Οι Τουρκοκύπριοι που κατοικούσαν στις περιοχές που ελέγχονται από το, νόμιμο Κράτος υποχρεώθηκαν, με διάφορους τρόπους, από την ηγεσία τους, να μετακινηθούν και να εγκατασταθούν στο κατεχόμενο τμήμα της Δημοκρατίας.»

 

Όσον αφορά δε στο πρωτόδικο εύρημα, (αμφισβητούμενο διά του πρώτου λόγου έφεσης), ότι οι εφεσίβλητοι δεν προέβηκαν σε παράνομη επέμβαση επί της επίδικης ακίνητης περιουσίας των εφεσειόντων, θεωρούμε ότι είναι καθόλα ορθό και δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση, σ’ ό,τι αφορά στην ερμηνεία που αυτό έδωσε για τον Ν. 139/91.  Προς περαιτέρω διαφώτιση, σ’ ότι αφορά στην πρωτόδικη κατάληξη, εκτίθενται, στη συνέχεια, τα Άρθρα 2, 5 και 9 του Ν.139/1991 - Ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος -  το Άρθρο 23 του Συντάγματος και το Άρθρο 43 του Κεφ. 148, τα οποία προνοούν τα ακόλουθα:

 

Άρθρο 2 του Ν.139/1991:

«(…)

 

"έκρυθμη κατάσταση" σημαίνει τη συνέπεια της τουρκικής εισβολής δημιουργηθείσα κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίηση του δημοσιευομένη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίσει ημερομηνία λήξης της κατάστασης αυτής·

 

(…)

 

"τουρκοκυπριακή περιουσία" περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία·

 

"Τουρκοκύπριος" σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ·

 

(…)»

 

Άρθρο 5 του Ν.139/1991:

«Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο, ο Κηδεμόνας θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους:

 

Νοείται ότι, παρά την τροποποίηση του βασικού νόμου με τον παρόντα Νόμο, όλες οι πράξεις ή αποφάσεις οι οποίες έγιναν ή λήφθηκαν από τον Κηδεμόνα, σύμφωνα με το βασικό νόμο, θεωρούνται ότι έγιναν ή λήφθηκαν νόμιμα.»

 

Άρθρο 9 του Ν.139/1991:

 

Η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που οφείλεται σε ιδιοκτήτη τουρκοκυπριακής περιουσίας σε σχέση με την περιουσία αυτή αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στην Κυπριακή Δημοκρατία λόγω της τουρκικής κατοχής.

 

Άρθρο 23 του Συντάγματος:

 

«1. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ’ άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού.

Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.

 

2. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.

 

3. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων.

 

Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.

 

(…..)»

     

Άρθρο 43 του Κεφ. 148:

 

«(1) Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιονδήποτε πρόσωπο.

 

(2) Αν η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο, αυτό αφού αποδειχθεί συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράνομη φέρει ο Εναγόμενος.»

 

Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1836, εν σχέσει με το αστικό αδίκημα που προνοεί το Άρθρο 43 του Κεφ. 148, λέχθηκαν (στη σελίδα 1843) τα ακόλουθα:

 

«Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se.  Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο Ενάγων να καταβάλει έξοδα στον Εναγόμενο.  (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and another v. Kakoulli (1985) 1 C.L.R. 355, Ttanis v. Hadjimichael and Another (1982) 1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά., Πολιτική Έφεση 9712, ημερομηνίας 21.05.98).

 

Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από την επέμβαση.» 

 

 

Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (δέστε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Muazzez Edhem Bahchecioglou και άλλος (1998) 1(Α)  Α.Α.Δ. 426).

 

Αναφορικά δε το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης είναι νομολογημένο ότι το φέρει ο ενάγοντας – στην ενώπιόν μας υπόθεση οι εφεσείοντες-, ωστόσο, αυτό μετατίθεται, στον εναγόμενο -στην ενώπιόν μας υπόθεση στους εφεσίβλητους -, να αποδείξουν ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη. Αυτό προκύπτει από το Άρθρο 43§2 του Κεφ. 148, και ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Β. Παπακόκκινου κ.α. ν. Σμυρλή κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1653.

 

Επιπρόσθετα, έχει καθιερωθεί, μέσα από τη νομολογία, (δέστε υπόθεση Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd (1991) 1 Α.Α.Δ. σελ. 327), ότι σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης, δικαιωματικά, εκδίδεται διάταγμα για άρση της, προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία ή εκδίδεται διάταγμα απαγόρευσης επέμβασης για το μέλλον.

 

Γενικά, θα μπορούσε να ειπωθεί πως η επέμβαση συνίσταται στην παράνομη πράξη ή ενέργεια με την οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η κυριότητα, ή η νόμιμη κατοχή περιουσίας, από άλλο πρόσωπο με την οποία προκαλείται ενόχληση, χωρίς, βέβαια, τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή του νομίμως κατέχοντος την περιουσία.

 

Στην υπόθεση Γ. Γλυκής ν. Ιεράς Μονής Μαχαιρά (1999) 1 Α.Α.Δ. 654, αποφασίστηκε ότι ουσιαστικό στοιχείο της παράνομης επέμβασης είναι η απόδειξη, εκ μέρους του ενάγοντα, νόμιμης κατοχής του χώρου επί του οποίου γίνεται η παράνομη επέμβαση.  Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει, από μαρτυρία, ότι την κατοχή την έχει, νόμιμα, άλλος.

 

Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο του πρώτου λόγου έφεσης και τις σχετικές με αυτόν αιτιάσεις, θεωρούμε πως, με βάση τα πρωτόδικα ευρήματα και τη νομική πτυχή που διέπουν την παρούσα υπόθεση, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν πως ο εφεσίβλητος 2 – Υπουργός Εσωτερικών – Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών - επεμβαίνει παράνομα στην επίδικη περιουσία τους.  Αν και υπάρχει επέμβαση στην κατοχή, η έκρυθμη κατάσταση, την οποία κήρυξε η Κυπριακή Δημοκρατία, συνεχίζει να υφίσταται, συνεπώς η επέμβαση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην εξουσία που παρέχεται στον Κηδεμόνα – εφεσίβλητο 2 - από τις πρόνοιες της νομοθεσίας, ήτοι τον Ν.139/1991, ειδικότερα μέσα από τις διατάξεις των Άρθρων 2, 3 και 5, στο περιεχόμενο των οποίων παραπέμπουμε.

 

Όλοι οι εφεσείοντες (στην περίπτωση του εφεσείοντα 1 και 2, τα αποβιώσαντα πρόσωπα) ήταν και είναι κύπριοι πολίτες, τουρκοκύπριοι, οι οποίοι δεν έχουν τη νόμιμη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.  Συνεπώς, η περιουσία τους, ως τουρκοκυπριακή, ευρισκόμενη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές ορθά και νόμιμα τέθηκε υπό την κηδεμονία του εφεσίβλητου 2.

 

Αναφορικά δε με τα γενικότερα παράπονα των εφεσειόντων και τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου τους περί παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συνταγματικού δικαιώματος  τους, σε σχέση με την περιουσία τους, θεωρούμε ότι δόθηκε ήδη απάντηση από τη νομολογία, στην οποία παραπέμπουμε. Επιγραμματικά, και μόνο, υιοθετούνται τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Αλή Κιαμίλ ν. Υπουργού Εσωτερικών, Αρ. Υπόθεσης 133/2005, ημερομηνίας 19.01.2007, όπου λέχθηκε πως:

 

«Ο ισχυρισμός της αντίθεσης του Νόμου με το ΄Αρθρο 23 του Συντάγματος, επίσης, δεν ευσταθεί.  Το Κράτος, το 1974, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κατάσταση καταστροφής, που δημιουργεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως προβλέπεται στο ΄Αρθρο 183 του Συντάγματος, και, συνεπώς, είχε καθήκον να λάβει μέτρα, έστω και αν αυτά περιέχουν περιορισμούς ή ακόμα και αποστέρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, κατοχυρωμένων από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος.  Η μαζική μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων και η εγκατάλειψη από αυτούς των περιουσιών τους στις περιοχές οι οποίες ελέγχονται από το Κράτος επέβαλλε την ανάγκη αυτές να προστατευθούν, προς όφελος των ιδιοκτητών τους, όπως, άλλωστε, αναφέρεται στο προοίμιο του Νόμου, το οποίο, συνήθως, δηλώνει τα γεγονότα ή την κατάσταση για την οποία ο νομοθέτης προτίθεται να θεσπίσει το νόμο ο οποίος ακολουθεί - (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1153).  Η θέσπιση του Νόμου, έστω και με την καθυστέρηση η οποία παρατηρείται, ήταν απόλυτα δικαιολογημένη.  Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι, κατά την ψήφισή του, εξέλιπαν οι ανάγκες που αυτός σκοπούσε να αντιμετωπίσει, αφού όλοι οι πρόσφυγες είχαν στεγασθεί, παραβλέπει εντελώς ότι σκοπός του Νόμου δεν ήταν η στέγαση και η διευκόλυνση των προσφύγων αλλά η προστασία των εγκαταλειφθεισών περιουσιών των Τουρκοκυπρίων, λόγω της μαζικής μετακίνησης των ιδιοκτητών τους στις κατεχόμενες περιοχές.  Το ίδιο ζήτημα εξετάστηκε στην Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. (πιο πάνω), στην οποία το Εφετείο κατέληξε ότι το ΄Αρθρο 2 του Νόμου δεν καταστρατηγεί το ΄Αρθρο 23 του Συντάγματος και ότι συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες δικαιολογούνται στη βάση του δικαίου της ανάγκης.  ΄Οπως αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση:- (σελ. 1282) «Η πολιτεία, κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή, είχε καθήκον να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον της κοινωνικής τάξης.  Τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο, προστασία και διαχείριση της περιουσίας.  Τα δε μέτρα που λήφθηκαν ήταν, κατά την άποψη μας, τα απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπισθεί.»

 

Σημειώνεται, επίσης, πως δυνάμει του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου στη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών προνοείται πως «(…) Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα των Κρατών να θέτουν σε ισχύ νόμους που κρίνουν αναγκαίους για τη ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων» και ως είναι η κρατούσα και ορθή άποψη, η Κυπριακή Δημοκρατία θεσμοθέτησε το Ν. 139/1991 για τη χρήση και διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον, και δη την προστασία των εγκαταλειμμένων περιουσιών. Είναι δε χρήσιμα τα όσα αναφέρθηκαν, καταληκτικά, από το Εφετείο στην υπόθεση Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α. (2003) 1 ΑΑΔ 1275, και τα οποία έχουν ως εξής:

 

«Με βάση τις πιο πάνω αρχές, κρίνουμε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο πως οι επίδικες νομοθετικές πρόνοιες, σε σχέση ειδικά με τις βακούφικες περιουσίες, εδικαιολογούντο με βάση την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης.  Η Πολιτεία, κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή, είχε καθήκον να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον της κοινωνικής τάξης. Τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο, προστασία και διαχείρισή της περιουσίας. Τα δε μέτρα που λήφθηκαν ήταν, κατά την άποψη μας, τα απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπισθεί».

 

Στο ίδιο πνεύμα αποφασίστηκαν ανάλογοι ισχυρισμοί και ανάλογα παράπονα των εφεσειόντων, περί παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με επίκληση του Άρθρου 23 του Συντάγματος και του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην υπόθεση P. Torgut κ.α. v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2015, ημερομηνίας 10.06.2020, ECLI:CY:AD:2020:A186, με αναφορά και στο γεγονός ότι ο Ν. 139/1991 κρίθηκε συνταγματικός σε σειρά αποφάσεων (δέστε μεταξύ άλλων, Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα (2001) 1 Α.Α.Δ. 1077 και Mushawar κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, αναθεωρητική Έφεση 111/2013, ημερομηνίας 27.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:C498).

 

Σημειωτέον ότι στην υπόθεση Torgut (ανωτέρω) γίνεται αναφορά και σε σχετικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ (δέστε Mehmet Yilmaz v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 28.08.2012 και Niazi Kazali and Hakan Kazali v. Cyprus, ημερομηνίας 06.03.2012), με τις οποίες δεν κρίθηκε ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ως επίσης, κρίθηκε ότι δεν τίθεται θέμα φυλετικής διάκρισης ή ανισότητας δυνάμει του Άρθρου 28 του Συντάγματος.

 

 Ενόψει όλων των προαναφερόμενων ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

 Όσον αφορά στον δεύτερο λόγο έφεσης, η κύρια θέση που προωθείται συνίσταται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν προκύπτει παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της εφεσείουσας 3, και δεν διέταξε την επιστροφή, σ' αυτήν, της κατοχής της περιουσίας της. Ως γίνεται αντιληπτό το σχετικό πρωτόδικο συμπέρασμα στηρίχθηκε στο ενδεχόμενο ύπαρξης άλλου κληρονόμου των αποβιωσάντων προσώπων, στοιχείο το οποίο λήφθηκε υπόψη κατά την εξέταση αίτησης της, προς τον εφεσίβλητο 2, για επιστροφή, προς αυτήν, της κατοχής της περιουσίας της.

 

Έχουμε εξετάσει και αξιολογήσει τις σχετικές, με τον δεύτερο λόγο έφεσης, αιτιάσεις, θέσεις και επιχειρήματα της εφεσείουσας 3. Σημειώνουμε εξ αρχής ότι, οι αιτιάσεις που αναφέρονται, επί του περιγράμματος αγόρευσης σ’ ότι αφορά στον δεύτερο λόγο έφεσης, ενδεχομένως εκ παραδρομής, και αφορούν στην εφεσείουσα 4 δεν θα μας απασχολήσουν.  Επί της ουσίας του δεύτερου λόγου έφεσης, είναι, προφανές ότι εφόσον περιήλθε σε γνώση του εφεσίβλητου 2 ότι υπήρχε και άλλος κληρονόμος αυτός δεν θα μπορούσε να παραγνωρίσει το γεγονός, μιας και η πρόθεση όλων των εφεσειόντων ήταν να πωληθεί όλη η επίδικη περιουσία,  ταυτόχρονα, ως ζητήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 29.03.2011 η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, στάλθηκε από τον δικηγόρο του διευθυντή της εταιρείας που επιθυμούσε να αγοράσει όλη την ακίνητη περιουσία (πέραν της επίδικης) της οικογένειας (κάποιο μέλος της οικογένειας δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση). Σημειώνεται δε ότι ο προαναφερόμενος διευθυντής της εταιρείας είναι ο εφεσείοντας 1 και 2. Δεν συμφωνούμε με τη θέση ότι  το ζήτημα, ως προέκυπτε ενώπιον του εφεσίβλητου 2, ήταν θέμα μόνο εφαρμογής των προνοιών του Κεφ. 189, αλλά, αντίθετα, θεωρούμε πως ήταν και θέμα της ευθύνης του εφεσίβλητου 2, ο οποίος είναι ο αρμόδιος για τη διαχείριση και προστασία όλων των δικαιωμάτων που προκύπτουν από την ιδιοκτησία της επίδικης περιουσίας, έχοντας, δυνάμει του Άρθρου 5 του Ν. 139/1991, όλες τις εξουσίες που έχει ο ιδιοκτήτης. Κρίνεται, επομένως, πως το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 αποδέχθηκε πως υπήρχε και άλλος κληρονόμος των αποβιωσάντων προσώπων για τον οποίο δεν είχε γίνει αναφορά στην αίτηση (για έγκριση της πώλησης της επίδικης περιουσίας) των εφεσειόντων, περιλαμβανομένης της εφεσείουσας 3.  Η επίκληση, στην αιτιολογία, του Άρθρου 47 του Κεφ. 189, εν πάση περιπτώσει, αφορά ενέργειες του προσωπικού αντιπροσώπου και (α) η εφεσείουσα 3 δεν έχει αποβιώσει, (β) σύμφωνα με την παράγραφο (4)(α) του Άρθρου 47 η διεκδίκηση περιουσίας δεν μπορεί να στραφεί εναντίον αγοραστή. Ήταν, συνεπώς, υποχρέωση του εφεσίβλητου 2 - Κηδεμόνα να βεβαιωθεί ότι δεν θα παραβιαζόταν, αν ενέκρινε την μεταβίβαση, δικαίωμα κληρονόμου από την περιουσία των αποβιωσάντων, ως ζητούσε η εφεσείουσα 3.  Σ’ ότι αφορά στο μέρος που σχετίζεται μόνο με τη δική της περιουσία ο τρόπος με τον οποίο είχε τεθεί το αίτημα όλων των ιδιοκτητών δεν επέτρεπε το διαχωρισμό της εξέτασης και έγκρισης μόνο για την εφεσείουσα 3, ή μόνο της εφεσείουσας 4, καθ’ ότι, στις επιστολές προς τον Κηδεμόνα ζητήθηκε η έγκριση όλης της επίδικης περιουσίας διότι κάτι τέτοιο απαιτούσε η συμφωνία πώλησης με τον αγοραστή.  Ήταν δηλαδή όρος ότι θα πωλείτο όλη η περιουσία και των τεσσάρων ιδιοκτητών. Οι εφεσείοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν, πλην όμως απέτυχαν, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας για άρση της κηδεμονίας.  Παράλληλα, η τελευταία διαπίστωση μας οδηγεί και στο ερώτημα κατά πόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις διεκδίκησης της άρσης της κηδεμονίας της περιουσίας της εφεσείουσας 3, με την αγωγή της.  Είναι χρήσιμο να παραθέσουμε, σ’ αυτό το στάδιο, αυτούσιο το περιεχόμενο του Άρθρου 3, ως αυτό ισχύει με τον τροποποιητικό Ν. 39(Ι)/2010, το οποίο έχει ως ακολούθως:

 

Άρθρο 3 του Ν.139/1991:

 

«Ο Υπουργός διορίζεται με τον παρόντα Νόμο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ασκεί τις αρμοδιότητες που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού:

 

Νοείται ότι  στα πλαίσια άσκησης  της πιο πάνω εξουσίας του να διαχειρίζεται Τουρκοκυπριακές περιουσίες διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης, ο Υπουργός έχει επίσης εξουσία ως διαχειριστής, να άρει με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του και υπό τους κατά την κρίση του κατάλληλους όρους τη διαχείριση συγκεκριμένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας ή μέρους αυτής, αφού λάβει υπόψη σε σχέση με τη διαχείριση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και σταθμίσει όλους τους σχετικούς  με το θέμα αυτό παράγοντες, περιλαμβανομένου του κατά πόσο ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας ή οι κληρονόμοι ή οι διάδοχοί του στον τίτλο, ανάλογα με την περίπτωση, κατέχουν περιουσία που ανήκει σε Ελληνοκύπριο στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές:

 

Νοείται περαιτέρω ότι προσμετρούν θετικά σε άρση της διαχείρισης Τουρκοκυπριακής περιουσίας, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω παράγοντες:

 

(α) Ότι  πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που όταν περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας είχε τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό όπου είχε μεταβεί οποτεδήποτε πριν ή μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και ο εν λόγω ιδιοκτήτης συνεχίζει να διαμένει εκεί ή επέστρεψε ή επιστρέφει από το εξωτερικό για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ή προτίθεται να επιστρέψει στις εν λόγω περιοχές,

 

(β) ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που σε οποιοδήποτε χρόνο μετά που περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας εγκαταστάθηκε μόνιμα και συνεχίζει αδιάλειπτα να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές,

 

(γ) ότι η υπό διαχείριση περιουσία αφορά κατοικία στην οποία διέμενε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης και κάτοχός της πριν την τουρκική εισβολή του 1974 και στην οποία προτίθεται να κατοικήσει  προσερχόμενος από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.»

 

                     (Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείου)

 

Η τροποποίηση του Άρθρου 3, που επήλθε με τον Ν.39 (I)/2010, σαφώς θεσμοθέτησε δικαίωμα άρσης της κηδεμονίας της επίδικης περιουσίας πλην, όμως, για τους λόγους που το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε, αυτό θεώρησε πως δεν είχε ενώπιον του μαρτυρία η οποία να αποδείκνυε τις προϋποθέσεις του Άρθρου 3, ως αυτό τροποποιήθηκε. 

 

Αποτελεί, επάλληλα, παράπονο της εφεσείουσας 3 ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε πως υπήρξε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της.  Οι πρόνοιες του Άρθρου 3 και κατά πόσον αυτό εφαρμόστηκε ορθά, ήτοι κατά τρόπον που δεν παραβιάζονται ανθρώπινα δικαιώματα των ιδιοκτητών είναι συνυφασμένες με τις πρόνοιες του Άρθρου 6Α του ίδιου Νόμου, όπου προβλέπεται πως τα Δικαστήρια εξετάζουν αγωγές ή απαιτήσεις με βάση την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων λόγω εφαρμογής των προνοιών του Ν. 139/1991.

 

Όσον αφορά στις πρόνοιες του Άρθρου 6Α του Ν.139/1991, και το παράπονο της εφεσείουσας 3 ότι αυτό δεν εφαρμόστηκε ορθά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραθέτουμε αυτούσιο το περιεχόμενο του, το οποίο έχει ως εξής:

 

Άρθρο 6Α(1) (2) (3) του Ν.139/1991 (ως τροποποιήθηκε από τον Ν. 39(Ι)/2010):

 

«6Α.(1) Η παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των  Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και  των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.

 

(2) Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημά του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ’ ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που οι αιτούμενες θεραπείες περιλαμβάνουν αξίωση του ιδιοκτήτη για διάταγμα του δικαστηρίου να του αποδοθεί περιουσία του η οποία τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει του παρόντος Νόμου, η αγωγή στρέφεται επίσης κατά του προσώπου που νόμιμα κατέχει την περιουσία.               

(3) Το δικαστήριο προκειμένου να κρίνει σε αγωγή δυνάμει του εδαφίου (2) κατά πόσο παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα εξετάζει τις περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες που εκάστοτε λαμβάνει υπόψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως σχετικούς με το υπό κρίση ζήτημα όπως προκύπτουν από τη σχετική με το θέμα νομολογία του.»

                               (Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Οι προϋποθέσεις (1) της υποβολής αιτήματος στον Υπουργό Εσωτερικών – Κηδεμόνα – για παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος κατοχυρωμένου από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση δια την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, που κυρώθηκαν από την Κυπριακή Δημοκρατία, και (2) της απόρριψης του αιτήματος από τον Κηδεμόνα – Υπουργό Εσωτερικών -, συνιστούν δικαιοδοτικό όρο για εξέταση από το Δικαστήριο ζητημάτων παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 139/1991, ως αυτός τροποποιήθηκε.  Σχετική, επί του θέματος, προβάλλει και η υπόθεση Masar v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε200/2014, ημερομηνίας 30.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:D455, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αγωγή, χωρίς να εξετασθεί η ουσία της αξίωσης, η οποία εδραζόταν επί παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λόγω της εφαρμογής του Ν. 139/1991 (όπως τροποποιήθηκε).  Ειδικότερα, σ’ ότι αφορά στην ερμηνεία του Άρθρου 6Α του Ν. 139/1991, αφού πρώτα παρατέθηκε το περιεχόμενο του, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Καθίσταται σαφές, από τις πιο πάνω πρόνοιες, ότι η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται, ειδικά, στο εδάφιο (2), δηλαδή η υποβολή σχετικού αιτήματος στον Υπουργό Εσωτερικών και η απόρριψή του, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου να είναι επιτρεπτή η προσφυγή ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την έγερση της κατάλληλης αγωγής προς τον πιο πάνω σκοπό. Σε περίπτωση μη τήρησης της συγκεκριμένης διαδικασίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται, ουσιαστικά, εξουσίας να επιληφθεί τέτοιας αγωγής, (βλ. xxx Χακκή ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 320/2012, 11.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A524, ECLI:CY:AD:2019:A524).

 

Η εξέταση των αιτήσεων διενεργήθηκε με αναφορά στους ισχυρισμούς του εφεσείοντος στην έκθεση απαίτησής του. όπως απαιτείται από τη σχετική νομολογία, (βλ. In re Pelmako Development Ltd (1991) 1 A.A.Δ. 246 και Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1316). Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 9 των λεπτομερειών του εν λόγω δικογράφου αναφέρεται, σχετικά, ότι: «Κατά ή περί την 19 Απριλίου 2010 και 7 Ιουλίου 2010 ο Ενάγοντας κοινοποίησε επιστολή προς τους Εναγομένους 1 διά της οποίας ζητούσε να πληροφορηθεί το καθεστώς κατοχής και χρήσης των περιουσιών του.» Στη συνέχεια, στις παραγράφους 10 και 11 των λεπτομερειών, αναφέρεται ότι αυτός ενημερώθηκε από την εναγομένη 1 για την κατάσταση αναφορικά με την περιουσία. Τέλος, η εικόνα συμπληρώνεται με την αναφορά, στην παράγραφο 12 των λεπτομερειών, ότι ο εφεσείων, με επιστολή του ημερομηνίας 13.12.2010, «επεφύλασσε όλα τα δικαιώματα του, για την παράνομη διάθεση του ακινήτου του και την παράνομη χρήση και εκμετάλλευση του.».

 

Ο εφεσείων, στην έκθεση απαίτησής του, δεν αναφέρει, πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών, να είχε απευθύνει προς τον εφεσίβλητο 2 οποιοδήποτε αίτημα σε σχέση με διεκδικήσεις του αναφορικά με την περιουσία, όπως προνοείται στο άρθρο 6Α του Νόμου. Συγκεκριμένα, δεν επικαλείται, στην εν λόγω επιστολογραφία, παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματός του, το οποίο κατοχυρώνεται από την Ευρωπαϊκήν Σύμβασιν διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ούτε αξιώνει την απόδοση σε αυτόν οποιασδήποτε θεραπείας σε σχέση με την περιουσία. Το εκδικάσαν Δικαστήριο κατέληξε, σε σχέση με την πιο πάνω πτυχή, ως εξής: «Ο ενάγων εγείρει μεν θέμα παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, αλλά δεν φαίνεται να τήρησε την προϋπόθεση που επιτάσσει το ΄Αρθρο 6Α για υποβολή πρώτα αιτήματος στον Υπουργό. Οι επιστολές στις οποίες γίνεται αναφορά στην ΄Εκθεση Απαίτησης αφορούν σε άλλα θέματα. Επομένως θεωρώ αβάσιμη και/ή πρόωρη την αντίστοιχη απαίτηση του.»

 

Με δεδομένα λοιπόν, τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία ο εφεσείων επικαλέστηκε στην έκθεση απαίτησής του, και με δεδομένες τις, ως άνω, πρόνοιες του άρθρου 6Α του Νόμου, η πιο πάνω κατάληξη του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, οπωσδήποτε, είναι ορθή. Σημειώνεται, βέβαια, πως, με την πιο πάνω κατάληξη, αφήνεται ανοικτό το ενδεχόμενο ο εφεσείων, αφού ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του άρθρου 6Α, να επανέλθει με νέα αγωγή.»

 

Παρατηρούμε, εν πρώτοις, ότι απαίτηση για αποζημιώσεις ευθέως λόγω παραβίασης συγκεκριμένου ανθρώπινου δικαώματος δεν προωθήθηκε, μέσα από τις απευθυνόμενες επιστολές – Τεκμήρια 18, 19, 20, 21 – προς τον Υπουργό Εσωτερικών – Κηδεμόνα -, και κατά δεύτερο λόγο, ούτε υπήρξε απορριπτική απάντηση εκ μέρους του.  Επίσης, ούτε στις επιστολές – Τεκμήρια 18, 19, 20 και 21, αλλά, ούτε και στην έκθεση απαίτησης γίνεται επίκληση οποιουδήποτε συγκεκριμένου άρθρου του Συντάγματος ή της ΕΣΔΑ, παρά μόνο στην έκθεση απαίτησης διατυπώνονται γενικοί ισχυρισμοί περί παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.  Ήταν όμως αναγκαία (δέστε υποθέσεις (1) Χακκή, διαχειρίστρια του Βακουφίου του Εφέντη v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 320/2012, ημερομηνίας 11.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A524 και (2) Masar v. Κυπριακής Δημοκρατίας (ανωτέρω)) η επίκληση και αναφορά σε παραβίαση συγκεκριμένου Άρθρου του Συντάγματος ή της ΕΣΔΑ.

 

Επιπρόσθετα των πιο πάνω, σημειώνουμε ότι για αξίωση επιστροφής της τουρκοκυπριακής περιουσίας απαιτείται όπως η αγωγή στρέφεται εναντίον των προσώπων που κατέχουν φυσικά την εν λόγω περιουσία.  Πρόκειται, προφανώς, για απαραίτητη προϋπόθεση ούτως ώστε το Δικαστήριο, πριν διατάξει, τυχόν, επιστροφή της περιουσίας, να έχει ακούσει και τις θέσεις (κατ’ εφαρμογή του θεμελιώδους δικαιώματος ακρόασης) του προσώπου που έχει φυσική κατοχή (στη βάση εφαρμογής του Ν. 139/1991) της περιουσίας.  Ενώ είναι αποδεκτό, εκ μέρους των εφεσειόντων, άρα και της εφεσείουσας 3, (δέστε παράγραφο 16 της Έκθεσης Απαίτησης) ότι κάποια από τα ακίνητα τους χρησιμοποιούνται (α) για γεωργικούς σκοπούς από τρίτα πρόσωπα και, (β) κάποια κατοικούνται από τρίτα πρόσωπα, τα εν λόγω πρόσωπα, που χρησιμοποιούν ή κατοικούν στην περιουσία τους, δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή τους.

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνουμε πως ούτως ή άλλως η αγωγή ήταν πρόωρη και απορριπτέα, καθ’ ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του Νόμου, προ της καταχώρισης της αγωγής, η οποία, ορθά, και για τους λόγους που προαναφέραμε, απορρίφθηκε. Η προβλεπόμενη διαδικασία επιβαλλόταν, εκ μέρους των εφεσειόντων, ως απαραίτητη ακολουθητέα διαδικασία, η οποία όμως δεν τηρήθηκε.  Πρόκειται, ως έχει ήδη αναφερθεί, για διαδικασία δικαιοδοτικού χαρακτήρα (δέστε υποθέσεις (1) Χακκή, διαχειρίστρια του Βακουφίου του Εφέντη v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.α. (ανωτέρω) και (2) Masar v. Κυπριακής Δημοκρατίας (ανωτέρω)).  Είναι δε σημαντικό να υποδειχθεί ότι, όσον αφορά στην ανάγκη τήρησης της προβλεπόμενης, στο Άρθρο 6Α(2), διαδικασίας, περιλαμβανομένης της απόρριψης του αιτήματος από τον Υπουργό Εσωτερικών, αναγνωρίστηκε από το ΕΔΑΔ, στην υπόθεση Niazi Kazali & Hakan Kazali v. Cyprus, Αίτηση με αριθμό 49247/2008, ημερομηνίας 06.03.2012 (ειδικότερα στις παραγράφους 138, 139 και 152), η εγκυρότητα τέτοιας διαδικασίας, χωρίς να προκύπτει οτιδήποτε το μεμπτό. 

 

Συνεπώς, το όποιο παράπονο της εφεσείουσας 3, αναφορικά με την μη επιδίκαση οποιωνδήποτε αποζημιώσεων λόγω, κατ’ ισχυρισμόν, παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος της, εξ αιτίας της εφαρμογής του Ν. 139/1991 (ως τροποποιήθηκε),  κρίνεται ανεδαφικό.

 

Προς υποστήριξη των παραπόνων των εφεσειουσών 3 και 4, εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου τους, έγινε επίκληση της υπόθεσης Loizidou v. Τουρκίας, Αρ. Αίτησης 15318/1989, ημερομηνίας 18.12.1996, ως σχετικής και ενισχύουσας τις θέσεις τους.  Αξιολογήσαμε καθετί που προωθήθηκε ενώπιον μας.  Δεν θεωρούμε ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι δίκαιο να ενταχθούν στην εν λόγω αυθεντία, τα γεγονότα της οποίας διακρίνονται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.  Αντίθετα, συμφωνούμε με τις θέσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου που εκπροσωπεί τους εφεσίβλητους, ότι οι δύο περιπτώσεις είναι διαφορετικές.  Οι εφεσείουσες 3 και 4 ουδέποτε ζήτησαν από κατοχική δύναμη, ως είναι η Τουρκία, να εγκατασταθούν ή να τους παραχωρηθεί η περιουσία τους για χρήση, αλλά, μέσω πληρεξούσιου αντιπροσώπου ζήτησαν άδεια για να πωλήσουν την περιουσία τους, η οποία διαχειριζόταν δυνάμει νομοθεσίας, ζήτημα το οποίο εξεταζόταν.  Επί του θέματος δόθηκε στο παρελθόν απάντηση από τη νομολογία (δέστε υπόθεση Torgut – ανωτέρω) με το ακόλουθο απόσπασμα:

 

 «Η προσπάθεια των εφεσειόντων να επικαλεστούν νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όπως η υπόθεση Loizidou v. Turkey, App. No. 15318/89, ημερομηνίας 18.12.1996, προς υποστήριξη της θέσης τους ότι η επίδικη νομοθεσία παραβιάζει το Α1Π1, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι είναι αβάσιμη και ατυχής. Σ΄ αυτά θα προσθέταμε ότι συγκρίνονται ανόμοια πράγματα. Στην υπόθεση εκείνη το ΕΔΑΔ διαπίστωσε ότι υπήρξε εκ μέρους της Τουρκίας συνεχής και απόλυτη άρνηση πρόσβασης της αιτήτριας στην περιουσία της, κάτι που συνιστούσε επέμβαση στα δικαιώματά της για ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της εντός της εννοίας του Α1Π1. Στις περιπτώσεις των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι τον Αύγουστο του 1974 κατοικούσαν στις ελεύθερες περιοχές και εγκατέλειψαν τις περιουσίες τους για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται η Κυπριακή Δημοκρατία, η επέμβαση στις περιουσίες τους έγινε με τη θέσπιση νόμου για τους λόγους που παρατίθενται στο προοίμιό του.»

 

Σχετικά, και κινούμενα στο ίδιο πνεύμα, επίσης, είναι και τα όσα διατυπώθηκαν, ως προς την εφαρμογή της υπόθεσης Loizidou (ανωτέρω), στην πρόσφατη υπόθεση Zilha Ozay Oquz κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2018, ημερομηνίας 15.03.2024, στην οποία παραπέμπουμε.

 

Θα προσθέταμε δε, πως στην υπόθεση Loizidou (ανωτέρω) κρίθηκε ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της προσφεύγουσας από ένα κράτος μέλος του ΟΗΕ (Τουρκία) το οποίο με στρατιωτική κατοχή, δια της βίας, αποστέρησε σ’ αυτήν την απόλαυση της περιουσίας της και όχι ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα της κατ’ εφαρμογή  νομοθεσίας κράτους αναγνωρισμένου από τον ΟΗΕ (Κυπριακή Δημοκρατία), όπως συμβαίνει με την εφαρμογή της κυπριακής νομοθεσίας (Ν. 139/1991 ως αυτός τροποποιήθηκε). Εν πάση περιπτώσει, το θέμα δεν προσφέρεται για περαιτέρω ανάλυση, αφής στιγμής οι εφεσείουσες 3 και 4 δεν τήρησαν την προβλεπόμενη από το Άρθρο 6Α του Ν. 139/1991 (ως τροποποιήθηκε) διαδικασία.

 

Κατ’ επέκταση των όσων έχουμε παραθέσει αμέσως πιο πάνω, ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προωθείται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν απεφάνθη ότι παραβιάστηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα των εφεσειόντων από τη συμπεριφορά των εφεσίβλητων, ειδικότερα (α) το δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης, (β) του δικαιώματος αποτελεσματικής πρόσβασης στο Δικαστήριο (Άρθρο 13 της ΕΣΔΑ), (γ) του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και (δ) του δικαιώματος της μη διάκρισης σύμφωνα με το Άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με τα πιο πάνω.

 

Όσον αφορά στην παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, που επικαλούνται οι εφεσείοντες, επαναλαμβάνουμε τα όσα διατυπώσαμε για τον δεύτερο λόγο έφεσης, και δη ότι οι εφεσείοντες δεν ακολούθησαν τη νενομισμένη διαδικασία πριν καταχωρίσουν την αγωγή τους για διεκδίκηση αποζημιώσεων και έκδοση διατάγματος άρσης της κηδεμονίας. Στην επιστολή του συνηγόρου των εφεσειόντων, ημερομηνίας 13.01.2014, η οποία μνημονεύεται στην έκθεση απαίτησης, ουδεμία αναφορά γίνεται περί παραβίασης των προειρηθέντων δικαιωμάτων, κατοχυρωμένων από την ΕΣΔΑ.  Επιπλέον, κατά την αλληλογραφία που υπήρξε μεταξύ των συνηγόρων των εφεσειόντων και του εφεσίβλητου 2, δεν προκύπτει να δόθηκε από τον τελευταίο αρνητική απάντηση στο αίτημα για να πωληθεί η περιουσία των εφεσειόντων, αλλά το θέμα εξεταζόταν (δέστε επιστολές του εφεσίβλητου 2, μέρος Τεκμηρίου 18).  

 

Οι εφεσείοντες προώθησαν, ακόμη, τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τη συμβατότητα της ΕΣΔΑ, μετά και από την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας και τον Ν.39 (I)/2010, συνεπεία της υπόθεσης Nezire Ahmet Aman v. Cyprus (18163/2004), στην οποία η Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε σε φιλικό διακανονισμό, παραδεχόμενη ουσιαστικά, ως είναι η θέση τους, ότι ο νόμος, ως ίσχυε, καθολικά, οδηγούσε σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έχουμε αξιολογήσει την εν λόγω θέση. Πέραν των προαναφερόμενων εμποδίων που υπήρχαν, λόγω του ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία του Άρθρου 6Α του Ν. 139/1991 (ως τροποποιήθηκε), δεν θεωρούμε πως είναι επιτρεπτό να αποδεχθούμε την προωθούμενη θέση.  Φρονούμε ότι με τη διευθέτηση που υπήρξε στην υπόθεση Aman (ανωτέρω) δεν προκύπτει αρχή δίκαιου η οποία να μας δεσμεύει, αφού πολλοί και διάφοροι είναι οι λόγοι που κάποια υπόθεση οδηγείται σε συμβιβασμό. Ούτε δηλώθηκε οτιδήποτε υποστηρικτικό της άποψης των εφεσειόντων. Παραπέμπουμε, εξάλλου, και σε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Oquz (ανωτέρω) το οποίο, επίσης, ξεκαθαρίζει το ζήτημα, και το οποίο έχει ως εξής:

 

«Στην παρούσα υπόθεση, ο συνήγορος για τις εφεσείουσες παραπέμποντας στην πιο πάνω υπόθεση Sofi, υποστήριξε ότι αυτή αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο και δεν συνιστά απλά μία καταγραφή συμβιβασμού. Ισχυρίστηκε επί  του προκειμένου ότι οι αρχές που καθιέρωσε η πιο πάνω υπόθεση, εφαρμόζονται και στην παρούσα περίπτωση όπου καταδεικνύεται η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του αποβιώσαντα όπως αυτά καθορίζονται στη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα της, με την κατ' ισχυρισμό παράνομη συμπερίληψη της περιουσίας του, στον Νόμο 139/91.

 

Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω άποψη. Όπως τονίζεται στην απόφαση Zehra Kemal Ahmet κ.α. (ανωτέρω), στην υπόθεση Sofi του ΕΔΑΔ δεν έγινε καμία αναφορά σε οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο Νόμος 139/91 επενεργούσε ή επενεργεί κατ' αντίθεση προς βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής:

 

« Δεν είναι ορθή η θέση του κ. Κακουλλή ότι η υπόθεση Sofi - ανωτέρω - επιβεβαιώνει τη θέση του ότι η Δημοκρατία αποδέχθηκε ότι ο Νόμος καταστρατηγεί το δικαίωμα στην απόλαυση περιουσίας ή ότι αναγνωρίστηκε ότι μπορούσε να αποδοθεί πίσω περιουσία έστω και χωρίς τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η υπόθεση Sofi αφορούσε ένα εξώδικο συμβιβασμό ο οποίος απλώς καταγράφηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η αίτηση της εκεί αιτήτριας απεσύρθη, το δε Δικαστήριο διέγραψε την υπόθεση από τον κατάλογο των εκκρεμουσών υποθέσεων.  Δεν έγινε καμιά απολύτως παραδοχή από πλευράς της Δημοκρατίας ως προς την ουσία της υπόθεσης, ούτε έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο Νόμος αρ. 139/91 επενεργούσε ή επενεργεί κατ' αντίθεση προς βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.  Η αναφορά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ότι θα επεδίωκε την τροποποίηση του Νόμου, (όπως και επιτεύχθη με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 39(Ι)/10), δεν έχει αντίκτυπο στα γεγονότα της υπό κρίσης υπόθεσης, αλλά αναφέρεται βασικά  στη δυνατότητα άρσης της διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών σε περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, όπου ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας διέμενε συνήθως στο εξωτερικό πριν ή μετά την Τουρκική εισβολή.»  

Κρίνουμε ενόψει των πιο πάνω ότι δεν ευσταθούν οι θέσεις των εφεσειουσών ότι η συμπερίληψη της περιουσίας του αποβιώσαντα στις πρόνοιες του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου 139/91, συνιστά δυσμενή διάκριση εναντίον του λόγω του ότι ανήκει στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Αντιθέτως, είναι ορθή η κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επίδικη περιουσία νόμιμα επιτάχθηκε και στην συνέχεια νόμιμα τέθηκε υπό την διαχείριση του Κηδεμόνα δυνάμει του Νόμου 139/91.».

 

Επιπλέον, επί του γενικότερου παραπόνου των εφεσειόντων ότι παραβιάστηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα τους, ανεξάρτητα του ότι οι θέσεις τους δεν μπορούσαν να τύχουν εξέτασης και αποδοχής, λόγω της μη τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας στο Άρθρο 6Α του Ν. 139/1991 (ως τροποποιήθηκε), ειδικότερα, για τα αποβιώσαντα πρόσωπα κρίνουμε πως δεν ήταν επιτρεπτό να προωθηθούν αξιώσεις για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τον διαχειριστή της περιουσίας τους, ήτοι τον εφεσείοντα 1 και 2, χρόνια μετά που αυτοί απεβίωσαν, (δέστε υποθέσεις (1) Torgut (ανωτέρω) και (2) πρόσφατη υπόθεση Σωτηρίου, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης MunuseMinouse) Redjep v. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 32/2019, ημερομηνίας 31.03.2026).  Ξεκαθαρίζουμε δε ότι η περίπτωση ενώπιον μας δεν εμπίπτει σε αναγνωρισμένη εξαίρεση, αφού δικογραφικά δεν ζητείται αποζημίωση για παραβίαση οποιουδήποτε ανθρώπινου δικαιώματος από στενούς συγγενείς των αποβιωσάντων προσώπων αλλά, από τον διαχειριστή της περιουσίας τους.

 

Εν όψει των προλεγόμενων ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, προσβάλλεται η αξιοπιστία των μαρτύρων (ΜΕ2 και ΜΕ4).  Οι εν λόγω μάρτυρες πρόσφεραν τη μαρτυρία τους, κυρίως ο ΜΕ2, προς απόδειξη της αγοραίας αξίας και της αγοραίας ενοικιαστικής αξίας των επίδικων περιουσιών και ο ΜΕ4 ο οποίος βοήθησε στον υπολογισμό του αγοραίου ενοικίου για την επίδικη περίοδο, ως αυτή προσδιορίζεται στην έκθεση απαίτησης.

 

Επισημαίνεται, κατ’ αρχάς,  το γεγονός ότι η αξιολόγηση και αποδοχή της μαρτυρίας της ΜΥ2 δεν προσβάλλεται με οποιοδήποτε λόγο έφεσης, παρ’ ότι είναι καθ’ όλα συνυφασμένη με την απόρριψη της μαρτυρίας των ΜΕ2 και ΜΕ4, οι οποίοι κατέθεσαν για το ίδιο επίδικο ζήτημα. Θεωρούμε ότι ο τέταρτος λόγος έφεσης είναι ημιτελής και, κατ’ επέκταση, μη εξεταστέος.  Εξηγούμε.  Αν ήθελε κριθεί από το Εφετείο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ4, θα προέκυπταν ανάλογα ευρήματα, με βάση τη μαρτυρία τους, ωστόσο, την ίδια ώρα, θα υπήρχε το μη αμφισβητούμενο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου με αντίθετο περιεχόμενο, εξ αιτίας της αποδεκτής μαρτυρίας της ΜΥ2, η οποία δεν αμφισβητείται.  Καλούμαστε, ως εκ τούτου, με τον τέταρτο λόγο έφεσης να λειτουργήσουμε υπό προϋποθέσεις που θα οδηγήσουν είτε σε αδιέξοδο είτε σε μία αντιφατική απόφαση.

 

Ανεξάρτητα, όμως, των πιο πάνω επισημάνσεων, εξίσου καθοριστική είναι και η ανάγκη διατύπωσης της κρίσης μας πως η εξέταση του τέταρτου λόγου κατέστη, πλέον, θεωρητική, εφόσον επιβεβαιώθηκε η πρωτόδικη κρίση όπου ουδείς εκ των τριών πρώτων λόγων έφεσης κρίθηκε βάσιμος.  Εφ’ όσον δεν αποδείχθηκε παράνομη επέμβαση ή δεν θα μπορούσε, για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, να εξετασθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο τυχόν παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εφεσειόντων, εκλείπει και η ανάγκη εξέτασης ζητημάτων που σχετίζονται με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Άλλωστε, ως διατυπώνεται ξεκάθαρα, στην εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη, πρώτα, σε συμπέρασμα ότι δεν είχε αποδειχθεί παράνομη επέμβαση, εκ μέρους των εφεσίβλητων, και, εναλλακτικά, προχώρησε στην εξέταση του ζητήματος των αποζημιώσεων στην περίπτωση που, κατ’ έφεση, ως ανέφερε ρητά, ανατραπόταν το συμπέρασμα του. Ομοίως, καθίσταται, για τους ίδιους λόγους, θεωρητική και η εξέταση της πρωτόδικης κρίσης πως δεν δικαιολογούνταν η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων.

 

Εν’ όψει όλων των προαναφερόμενων, και ο τέταρτος λόγος έφεσης, κρίνεται αβάσιμος.

 

Εφ’ όσον ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση απορρίπτεται και η εκκαλούμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα έφεσης ύψους €7.400,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων.

 

                                                                                                                                       Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο