ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
10 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Ποινική Έφεση Αρ.: 139/2026)
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑBDALLAH ESAIFAN,
Εφεσίβλητου,
(Ποινική Έφεση Αρ.: 140/2026)
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ZAINAB ESAIFAN,
Εφεσίβλητου,
(Ποινική Έφεση Αρ.: 141/2026)
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
HUSSEIN OMER IBRAHIM ESAIFAN,
Εφεσίβλητου.
_______________________
Αντώνης Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα στις 139/2026, 140/2026 και 141/2026.
Χαράλαμπος Δημητρίου, για τον Εφεσίβλητο στην 139/2026.
Αντιγόνη Ταμπούρλα (κα), για την Εφεσίβλητη στην 140/2026.
Κωνσταντίνος Ταμπούρλας, για τον Εφεσίβλητο στην 141/2026.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Η υπόθεση 1554/2026 καταχωρήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στις 19.5.2026. Στο κατηγορητήριο της περιλαμβάνονται 122 συνολικά κατηγορίες οι οποίες αφορούν στην διάπραξη αδικημάτων άσκησης βίας από τους 3 κατηγορούμενους σε βάρος άλλων μελών της οικογένειας τους. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ο πατέρας των κατηγορουμένων 2 και 3 αλλά και όλων των παραπονούμενων, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι αδέλφια μεταξύ τους και αδέλφια επίσης όλων των παραπονούμενων. Τα κατ’ ισχυρισμόν αδικήματα φέρεται να έχουν διαπραχθεί από το 2013 μέχρι και τον Μάιο του 2026. Όλοι οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 92 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Αμμοχώστου το οποίο θα συνεδριάσει στις 16.7.2026.
Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα για κράτηση και των τριών κατηγορουμένων μέχρι την δίκη τους, βασιζόμενο και στους τρεις παράγοντες που αναγνωρίζει η νομολογία σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 1 και 2, δηλαδή κίνδυνο φυγοδικίας, κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων και κίνδυνο διάπραξης και άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που αφεθούν ελεύθεροι, ενώ για την κατηγορούμενη 3 βασιζόμενο στον κίνδυνο φυγοδικίας και στον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων.
Υπήρξε ένσταση στο αίτημα για κράτηση από όλους τους κατηγορούμενους και το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε στις 25.5.2026 όπως απορρίψει το αίτημα του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής για την κράτηση και των τριών κατηγορουμένων σε όλες του τις βάσεις και διέταξε όπως αυτοί αφεθούν ελεύθεροι αφού καταθέσουν το ποσό των €1.000 σε μετρητά έκαστος, τοποθετηθεί το όνομα τους στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από την Κυπριακή Δημοκρατία απαγορεύεται (stop-list) περιλαμβανομένης και της διέλευσης τους από τα οδοφράγματα, παραδώσουν τις άδειες παραμονής τους στις αστυνομικές αρχές και παρουσιάζονται στον Κεντρικό Σταθμό Φοινικούδων στην Λάρνακα 3 φορές την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή μεταξύ των ωρών 17.00-20.00.
Εξέδωσε επίσης διατάγματα με τα οποία απαγορεύεται και στους τρεις κατηγορούμενους:
- Να πλησιάζουν τον εκάστοτε χώρο διαμονής των παραπονούμενων σε μικρότερη απόσταση των 100 μέτρων.
- Να πλησιάζουν οποιονδήποτε από τους παραπονούμενους, όπου και αν αυτοί βρίσκονται, σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων και
- Να επιχειρήσουν ή έρθουν σε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση επαφή ή επικοινωνία με οποιονδήποτε από τους παραπονούμενους.
Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εφεσιβάλλει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με τρεις ξεχωριστές εφέσεις (κάθε μια αφορά ξεχωριστά τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3) αμφισβητώντας με τρεις λόγους έφεσης την απόρριψη του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση των κατηγορουμένων-εφεσίβλητων τόσο στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας αλλά και στην βάση του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων και του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων.
Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι στις 9.6.2026 που ήταν ορισμένες οι εφέσεις για ακρόαση για πρώτη φορά ο τρίτος λόγος έφεσης στην Ποινική Έφεση 140/26 αναφορικά με την κατηγορούμενη 3 αποσύρθηκε καθότι στο αίτημα για κράτησή της δεν είχε τεθεί υπόβαθρο αναφορικά με τον κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων.
Λόγω της συνάφειας των λόγων έφεσης αλλά και του γεγονότος ότι και οι τρεις εφέσεις έχουν ως αφετηρία την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.5.2026, οι εφέσεις ακούστηκαν μαζί. Κρίθηκε ορθό όπως αντιμετωπιστούν από κοινού με την υπό κρίση απόφαση η οποία όμως, θα αναφέρεται σε κάθε μια από τις εφέσεις ξεχωριστά, όπου κρίνεται ορθό.
Μέσα από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι είναι Παλαιστίνιοι με καταγωγή το Ιράκ. Βρίσκονται στην Κύπρο τα τελευταία 20 χρόνια και είναι αναγνωρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες οι οποίοι απολαμβάνουν τα ανάλογα δικαιώματα και υποχρεώσεις του καθεστώτος αυτού. Ο κατηγορούμενος 1 - εφεσίβλητος στην έφεση 141/2026, είναι πατέρας των κατηγορουμένων 2 και 3, εφεσίβλητων στις εφέσεις 139/2026 και 140/2026 αντίστοιχα, είναι ηλικίας 46 ετών και πατέρας άλλων 11 παιδιών συμπεριλαμβανομένων και όλων των παραπονούμενων. Και οι τρεις είναι πρόσωπα λευκού ποινικού μητρώου και εργάζονται στη Δημοκρατία.
Σημειώνουμε στο σημείο αυτό, ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οικογένεια έχει 13 παιδιά στο σύνολο εκ των οποίων τα 7 ενήλικα και 6 ανήλικα. Όλα τα ενήλικα παιδιά έχουν τελειώσει το σχολείο και τα περισσότερα έχουν και πτυχία από κολλέγια ή σχολές ανώτερης εκπαίδευσης της Κύπρου. Οι παραπονούμενοι M., S., Α., K., O., A. και B. είναι όλοι μαθητές. Η M. και η S. που είναι 19 και 17 χρονών αντίστοιχα, έχουν παραμείνει στάσιμες στο σχολείο τους ενώ τα μικρότερα αδέλφια φοιτούν στο σχολείο κανονικά. Οι ηλικίες τους είναι 15, 14, 12, 11 και 9 ετών αντίστοιχα.
Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, οι κατηγορίες 1-67 και 122 αφορούν τον κατηγορούμενο 1-εφεσίβλητο στην Ποινική Έφεση 141/26. Σε αυτές περιλαμβάνονται αδικήματα απαγωγής, υποβολής προσώπου σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση και τιμωρία, άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, σεξουαλικής παρενόχλησης, πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, απειλής βιαιοπραγίας, κοινής επίθεσης, συμπεριφοράς που προκαλεί παρενόχληση, συμπεριφοράς που προκαλεί άμεσα ψυχική βλάβη, κακομεταχείρισης παιδιού, παράβασης καθήκοντος αρχηγού οικογένειας, τραυματισμού και απόπειρας σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού.
Ο κατηγορούμενος 2-εφεσίβλητος στην Ποινική Έφεση 139/26 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 68-95 οι οποίες αφορούν στα αδικήματα της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, της κοινής επίθεσης, της συμπεριφοράς που προκαλεί παρενόχληση, της συμπεριφοράς που προκαλεί άμεσα ψυχική βλάβη, της υποβολής προσώπου σε σκληρή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση και τιμωρία και της αντίστασης κατά οργάνου τήρησης της τάξης.
Οι κατηγορίες 96-121 αφορούν την κατηγορούμενη 3-εφεσίβλητη στην Ποινική Έφεση 140/26 και τα αδικήματα της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, της συμπεριφοράς που προκαλεί παρενόχληση, της συμπεριφοράς που προκαλεί άμεσα ψυχική βλάβη, της κοινής επίθεσης, της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης, της δημόσιας εξύβρισης και της αντίστασης κατά οργάνου τήρησης της τάξης.
Ειδικότερα, οι καταγγελίες που υποβλήθηκαν στην αστυνομία από τους παραπονούμενους στις οπτικογραφημένες τους καταθέσεις αφορούν ισχυρισμούς αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης τους και τη συμπεριφορά των κατηγορούμενων 1, 2 και 3 έναντι τους. Αναφέρουν ότι τους κτυπούσε ο πατέρας τους, κατηγορούμενος 1 και εφεσίβλητος στην έφεση 141/2026 με την ζώνη του, ότι είχε το ψυγείο και τα φαγητά σε κλειδωμένο δωμάτιο και δεν τους άφηνε να εισέρχονται σε αυτό, κοιμόντουσαν στο πάτωμα. Η Μ. ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της την ανάγκασε να βγάλει τα ρούχα της για να ελέγξει αν έχει σχέση με κάποιον, πράξη στην οποία αυτή αντιστάθηκε και αυτός την κτυπούσε. Υπάρχουν αναφορές από τους γείτονες αλλά και από τις δασκάλες των παιδιών ότι τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο σε άθλια κατάσταση, άλλοτε κτυπημένα, άλλοτε με βρώμικα ρούχα, πάντοτε πεινασμένα και τους έδιναν φαγητό στο σχολείο ενώ αρκετές φορές τους έπαιρνε φαγητό κρυφά στο σπίτι μια δασκάλα. Γενικότερα, όλοι οι παραπονούμενοι αναφέρουν άθλιες συνθήκες διαβίωσης, επιθέσεις, ξυλοδαρμούς, έλλειψη φαγητού στο σπίτι, εγκλεισμό και απαγόρευση εξόδου από την οικία. Ο κατηγορούμενος 1, πατέρας των παιδιών δεν συνεργαζόταν με τις σχολικές αρχές, ούτε και άφηνε τα παιδιά του να επισκεφθούν γιατρό.
Ο εφεσείοντας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο και στις τρεις εφέσεις λανθασμένη απόφαση επί του συνόλου των ενώπιον του δεδομένων να μην διατάξει την κράτηση κάθε ενός από τους εφεσίβλητους, τόσο στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας όσο και στη βάση επηρεασμού μαρτύρων για όλους και ειδικά για την κατηγορούμενη 3, εφεσίβλητη στην ποινική έφεση 140/2026 όπου υπάρχει σχετική καταγγελία εναντίον της στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, αλλά και στη βάση του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1 και 2, εφεσίβλητους στις εφέσεις 141/2026 και 139/2026 αντίστοιχα.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι συνήγοροι έχουν θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους, καθώς επίσης καθετί σχετικό με τις υπό κρίση εφέσεις και την πρωτόδικη διαδικασία και απόφαση.
Με δεδομένο ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο σε τέτοιας φύσης περιπτώσεις είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος και συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1.9.2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.2020), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Στο σύνολό τους, οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης στοχοποιούν τη συνολική προσέγγιση και κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Υφίσταται τέτοια συνάφεια και σύνδεση των όσων προβάλλονται που καθίσταται ευχερές αυτά να εξεταστούν παράλληλα μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης απόφασης και κρίσης.
Από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, διαπιστώνεται η ορθή ανάλυση της νομικής πτυχής του υπό κρίση ζητήματος, με παραπομπή και σε σχετική νομολογία. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με λεπτομέρεια και επάρκεια, κατέγραψε τα ενώπιόν του στοιχεία αλλά και θέσεις των πλευρών. Προκύπτει ότι έτυχαν εξέτασης τα όσα τέθηκαν ενώπιόν του τόσο από την πλευρά των εφεσειόντων, αλλά και των εφεσίβλητων, ενώ έτυχε της δέουσας εξέτασης το καθετί που αφορούσε το μαρτυρικό υλικό προς διαπίστωση τόσο ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης, όσο και ύπαρξης, ως τελικό συμπέρασμα, κινδύνου φυγοδικίας.
Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε και κατέγραψε σχετικά το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του με την μορφή του Εγγράφου Α όπως αναφέρει στην απόφαση του (μαρτυρία παραπονούμενων, μαρτυρία της μητέρας των παραπονούμενων και συζύγου του κατηγορούμενου 1 αλλά και μητέρας των κατηγορουμένων 2 και 3, μαρτυρία του ιδιοκτήτη της κατοικίας που η οικογένεια ενοικιάζει, μαρτυρία γείτονα της οικογένειας, μαρτυρίας των νοσηλευτριών του Νοσοκομείου Αμμοχώστου, γιατρών και δέσμης ιατρικών εκθέσεων καταθέσεις καθηγητών των σχολείων στα οποία φοιτούν οι παραπονούμενοι, φωτογραφίες κατά την έρευνα της κατοικίας, οι καταθέσεις των αστυνομικών που ενεπλάκησαν στην διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά και οι ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τους κατηγορούμενους) από το οποίο, στην όψη του και μόνο έκρινε ότι καταδεικνύει ύπαρξη πιθανότητας καταδίκης των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η εύλογη προσδοκία τους για αθώωση τους, στη βάση των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους προέβαλαν. Έκρινε ότι η πιθανότητα καταδίκης των κατηγορούμενων δημιουργείται στη βάση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε και ειδικότερα των καταθέσεων των παραπονούμενων, για τις οποίες, ορθά ανέφερε, ότι δεν αξιολογεί στο στάδιο αυτό.
Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι εφεσίβλητοι και τις ποινές που ο νομοθέτης προβλέπει για κάθε ένα από αυτά που είναι ποινές φυλάκισης οι οποίες ποικίλουν, από ποινή φυλάκισης ενός έτους μέχρι και ποινές φυλάκισης δια βίου, σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 1. Ορθά ανέφερε ότι σε περίπτωση καταδίκης των κατηγορουμένων για διάπραξη των αδικημάτων που τους αποδίδονται αναμένεται η επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης και ορθά υπέδειξε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, όσο σοβαρότερες είναι οι κατηγορίες, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός υπόδικου να αποφύγει την δίκη του παραπέμποντας στις υποθέσεις ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ Κ.Α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 139, ΚΟΥΤΣΟΥΔΗΣ Κ.Α. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις αρ.131/2020 και 132/2020, ημερομηνίας 20.8.2020.
Άρα, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο συνεκτίμησε την ύπαρξη του κινδύνου φυγοδικίας, στη βάση της πιθανότητας καταδίκης, και των ποινών που μπορεί να επιβληθούν από τα Δικαστήρια. Εκεί όμως που έσφαλε, ήταν η αποτίμηση των προσωπικών περιστάσεων των κατηγορουμένων-εφεσίβλητων σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας.
Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε και συνυπολόγισε τις προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και άλλες περιστάσεις των κατηγορουμένων καθώς και τους δεσμούς τους με τη Δημοκρατία στη διεργασία που έκανε για να καταλήξει στο κατά πόσο υφίστατο κίνδυνος φυγοδικίας σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι αφήνονταν ελεύθεροι. Παρέπεμψε σχετικά στις αποφάσεις ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, ΣΠΑΝΟΥ Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 281.
Αποφάσισε τελικά ότι «έχει καταδειχθεί η ύπαρξη σοβαρών παραγόντων οι οποίοι αντισταθμίζουν και ενδεχόμενα ανατρέπουν την όποια σκέψη τους να φυγοδικήσουν και να μην εμφανιστούν ενώπιον του Κακουργιοδικείου κατά την δίκη τους». Έλαβε προς τούτο υπόψη το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι βρίσκονται στην Κύπρο τα τελευταία 20 χρόνια ως αναγνωρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες, ότι διαμένουν μόνιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 – εφεσίβλητοι στις ποινικές εφέσεις 139/2026 και 140/2026, εργάζονται στην Δημοκρατία κατόπιν αποφοίτησης τους από το σχολείο και εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας μας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην απόφαση ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 131/2021 ημερομηνίας 1.9.2021 στην οποία αναφέρθηκε ότι πρέπει να αντισταθμίζεται επαρκώς το σύνολο των περιστάσεων του κάθε κατηγορούμενου, το ενδεχόμενο μη προσέλευσης του ενώπιον του Δικαστηρίου λαμβανομένου υπόψη ότι το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η παντελής εξάλειψη του κινδύνου φυγοδικίας αλλά η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά τρόπο αναλογικό και κατόπιν στάθμισης των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και αποφάσισε ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς η ύπαρξη κινδύνου φυγοδικίας και μη εμφάνισης των κατηγορουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να δικαιολογείτο, στη βάση αυτού του κινδύνου, η έκδοση διαταγής κράτησης τους.
Είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία να εξετάσουμε τη νομολογία αναφορικά με τον κίνδυνο φυγοδικίας και τον παράγοντα πιθανότητας καταδίκης και παραπέμπουμε σχετικά στις πρόσφατες αποφάσεις μας Χ.Χ. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 127/2025, ημερομηνίας 10.6.2025, CELESTINE ONYEKA OBI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 21/2026 και 25/2026, ημερομηνίας 17.2.2026, ΙULIAN PREOEASA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 275/2025, ημερομηνίας 10.11.2025, αλλά και την ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 78/2024 ημερομηνίας 8.4.2024.
Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων-εφεσίβλητων και της ύπαρξης δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, παραπέμπουμε σε πολύ πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου όπου είχαμε πάλι την ευκαιρία να εξετάσουμε το θέμα αυτό εξ υπαρχής (βλ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 51/2026, ημερομηνίας 5.3.2026, ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΛΟΥΡΟΥ κ.ά. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 41/2026, 43/2026, 44/2026, 45/2026, ημερομηνίας 27.2.2026 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. CORNECI, Ποινική Έφεση 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026).
Στην απόφαση CORNECI (ανωτέρω) σημειώσαμε τα εξής:
«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:
«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):
«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»
Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση.»
Στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι οι υποκειμενικές συνθήκες κάθε ενός από τους εφεσίβλητους ουσιαστικά περιορίζονται στη διαμονή τους και εργασία τους στη Δημοκρατία, ενοικιάζοντας κατοικία, εδώ και 20 χρόνια. Πέραν τούτων, δεν φαίνεται να υφίσταται κατάσταση πραγμάτων που, κατά λογική εκτίμηση, να απομακρύνει την πιθανότητα της φυγοδικίας προς αποφυγή ενδεχόμενων συνεπειών από μία σοβαρή υπόθεση, ως η παρούσα. Τα όσα τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνεκτιμώμενα με τους υπόλοιπους παράγοντες που κατέγραψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν κατεδείκνυαν συνθήκες ύπαρξης δεσμών με τη Δημοκρατία ικανών να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την ενδεχόμενη ποινή προς τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση καταδίκης.
Κρίνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε λανθασμένα ώστε να είναι επιτρεπτή και επιβεβλημένη, υπό τις περιστάσεις, η παρέμβασή μας. Κρίνουμε ότι η παρούσα υπόθεση είναι μία από εκείνες που θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής η εξαίρεση του κανόνα, με τη διαταγή κράτησης, αντικειμενικά, να ήταν η ορθή διαταγή. Η κατάληξή μας αυτή δεν θα μπορούσε να ανατραπεί από τη μεταγενέστερη τήρηση, από μέρους κάθε ενός από τους εφεσίβλητους, των όρων εγγύησης στο μεσοδιάστημα της εκκρεμότητας της παρούσας έφεσης.
Αναφορικά με τους άλλους δύο λόγους που προτάθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής για να στηρίξει το αίτημα του για κράτηση και των τριών κατηγορουμένων μέχρι τη δίκη τους, ειδικότερα τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων και τον κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων, εκείνο που φαίνεται να επηρέασε ιδιαίτερα την απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον της έκδοσης διαταγμάτων κράτησης, ήταν το γεγονός ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου 1 και μητέρα των κατηγορουμένων 2 και 3 αλλά και όλων των παραπονούμενων, φαίνεται να έχει απομακρυνθεί μαζί με τα ανήλικα από την οικογενειακή εστία και διαμένουν σε άλλους χώρους υπό την αιγίδα του Γραφείου Ευημερίας.
Στην απόφαση μας MAHER ALJUMAA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 267/2025, ημερομηνίας 13.10.2025, εξετάζοντας το θέμα του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων αναφέραμε τα ακόλουθα:
«Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων:
«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:
«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.
(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»
Σημειώνουμε ότι με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και σημειώνονται στην απόφαση του, υπάρχει εύρος χρόνου στις φερόμενες ημερομηνίες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων που εκτείνονται από 1.1.2013 μέχρι 8.5.2026. Επίσης, καταχωρήθηκαν οι υποθέσεις 1555/2026 και 1556/2026 που αφορούν αδικήματα παρόμοιας φύσης εναντίον του κατηγορούμενου 1-εφεσίβλητου στην έφεση 141/2026 και του κατηγορούμενου 2-εφεσίβλητου στην έφεση 139/2026.
Στην απόφαση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. Γ.Κ., Ποινική Έφεση 88/2021, ημερομηνίας 5.7.2021 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην Πιριπίτσης ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ, 9 επαναλαμβάνεται πως η πολιτική δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος, έχει καθιερώσει κανόνα ο οποίος επιτρέπει την κράτηση όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης αδικημάτων.
Στη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ, 130, επαναλαμβάνεται ότι η πιθανότητα διάπραξης ίδιου ή άλλου αδικήματος, είναι δυνατό να αποτελέσει τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου.
Αυτό που προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι δεν απαιτείται ακριβής ή συγκεκριμένη μαρτυρία σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Όπως λέχθηκε στην Ονουφρίου ν. Αστυνομίας (2014) 2(A) ΑΑΔ 406:
«Η πιθανότητα αυτή δεν απαιτείται να αποδειχτεί με την αυστηρή του όρου έννοια, αλλά η πιθανολόγηση σε τάση, για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ενός κατηγορουμένου, είναι αρκετή.»
Αρκεί να δημιουργείται μια ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα στη βάση του συνόλου του υλικού που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων είναι δυνατό να προκύπτει είτε από στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε από εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης (Χ΄΄ Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ, 45, Φενερίδης (1998) 1(Δ) ΑΑΔ, 2101, Πατατάρης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ, 46, Σπανού κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ, 89 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 113/15 (Σχ. με 115/15), απόφαση ημερομηνίας 02.06.2015).
Εδώ, οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στο μαρτυρικό υλικό, αν και εφόσον αποδειχθούν, υποδηλώνουν συστηματική διάπραξη εγκλημάτων σεξουαλικής φύσης με πέραν του ενός προσώπου, περιλαμβανομένων ανηλίκων, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η κατ΄ ισχυρισμόν διάπραξη μεγάλου αριθμού αδικημάτων, δεικνύει την ύπαρξη ροπής και τη δυνατότητα διάπραξης νέων αδικημάτων (Σκούρου ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ, 140). Κριτήριο είναι η πιθανολόγηση για επανάληψη των αδικημάτων επί της όψεως του μαρτυρικού υλικού, και θεωρούμε ότι εν προκειμένω τούτο πληρούται.»
Θεωρούμε ότι τα ανωτέρω λεχθέντα ισχύουν κατ’ αναλογία και στην παρούσα υπόθεση και ότι σε αυτό το σημείο έσφαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο κίνδυνος επαναδιάπραξης αδικημάτων είναι ορατός. Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι πρόσωπα λευκού ποινικού μητρώου δεν είναι από μόνο του αρκετό να υπερφαλαγγίσει αυτή την πιθανότητα. Ειδικά ενόψει της φύσης των υπό εξέταση αδικημάτων, αλλά και των άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον τους. Το γεγονός ότι τα ανήλικα φαίνεται να βρίσκονται σε άλλο χώρο διαμονής από αυτό των κατηγορουμένων, προσωρινά, χωρίς αστυνομική φύλαξη, όπως έχει τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν θεωρούμε ότι εκμηδενίζει τον κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων. Και για αυτό τον λόγο θεωρούμε ότι η ορθή διαταγή είναι η κράτηση των κατηγορούμενων 1 και 2 –εφεσίβλητων στις εφέσεις 141/2026 και 139/2026 αντίστοιχα, μέχρι τη δίκη τους.
Όσον αφορά τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων παραπέμπουμε στην απόφαση Ι.Γ. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2022, ημερομηνίας 21.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:B256, και ειδικά στο πιο κάτω απόσπασμα:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατευθύνθηκε ως προς το ζήτημα της πιθανότητας επηρεασμού μαρτύρων από τα λεχθέντα στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Bourel κ.ά., Ποιν. Έφ. Αρ. 206, 209 & 210/2021, ημερ.28.12.2021, παραθέτοντας το πιο κάτω απόσπασμα:
«Εκείνο που εξετάζει το Δικαστήριο όσον αφορά τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για τέτοιο επηρεασμό είναι εύλογα δικαιολογημένοι στη βάση, βεβαίως, της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Σιημητρά ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 397).Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεαστούν μάρτυρες. Στη Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 90, τονίστηκε πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων κατηγορίας αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Το Δικαστήριο θα διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου, αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος/πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων Το ζητούμενο δεν είναι αν θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων αλλά η πιθανολόγηση επηρεασμού μαρτύρων (Χολίεφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 302/2018, ημερ. 4/2/2019, ECLI:CY:AD:2019:B31). Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων δεν αποτιμάται ως να είναι η δίκη του ατόμου, αλλά περί πιθανότητας ο λόγος, δικαιολογημένης βεβαίως, όπως έχει λεχθεί, μεταξύ άλλων στη Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 689, Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας, πιο πάνω, Φανιέρος ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 472 και Χουσεΐν ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 80/2019, ημερ.8/7/2019. Η προσπάθεια ή η εκδήλωση επηρεασμού μαρτύρων σαφώς και καθιστά τον εν λόγω κίνδυνο υπαρκτό.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι όλοι οι ουσιώδεις μάρτυρες ήταν πρόσωπα του στενού οικογενειακού και ευρύτερου φιλικού περιβάλλοντος του Εφεσείοντα. Το γεγονός ότι ο Λ.Λ. είχε δώσει και, μεταγενέστερη της καταγγελίας του, συμπληρωματική κατάθεση στην Αστυνομία, αναφέροντας ότι ήταν η θέληση του να εξεύρει λύση με τον Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «ακριβώς ενδεικτική του κινδύνου που υπάρχει για επηρεασμό τόσο του παραπονούμενου όσο και των λοιπών μαρτύρων».
Πέραν των παραπονούμενων και της μητέρας τους, υπάρχουν και άλλοι μάρτυρες στο κατηγορητήριο. Σε αυτούς περιλαμβάνεται ο ιδιοκτήτης της κατοικίας που ενοικιάζει ο κατηγορούμενος 1 εφεσίβλητος στην 141/2026 και άλλος γείτονας. Μπορεί η μητέρα των παραπονούμενων και οι παραπονούμενοι να έχουν μετακινηθεί προσωρινά σε άλλο χώρο διαμονής, όχι όμως αυτά τα πρόσωπα. Επίσης, τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ενημέρωση από το σπίτι του Παιδιού ότι μία εκ των ανήλικων παραπονούμενων ανέφερε ότι πριν μεταφερθούν σε άλλη επαρχία προσεγγίστηκε από την αδελφή της κατηγορούμενη 3 και εφεσίβλητη στην ποινική έφεση 140/2026 η οποία της ζήτησε να μεταβεί στην αστυνομία με σκοπό να πει ότι τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της ήταν ψέματα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας το θέμα αυτό θεώρησε ότι κατ’ εφαρμογή της υπόθεσης Φ.Φ. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 171/2024, ημερομηνίας 2.8.2024 εφόσον οι παραπονούμενοι μετακινήθηκαν σε άλλη επαρχία δεν υφίστατο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Επίσης θεώρησε ότι η έκδοση των διαταγμάτων στα οποία είχε γίνει αναφορά στην αρχή της απόφασης, μπορούσε επαρκώς να αντιμετωπίσει τους όποιους φόβους για επηρεασμό μαρτύρων. Επαναλαμβάνουμε, την μεγάλη χρονική περίοδο εντός της οποία εκτείνονται τα αδικήματα της υπό κρίση υπόθεσης, όπως επίσης και το γεγονός ότι όλα τα ανήλικα τέκνα της οικογένειας αλλά και η Μ. που είναι 19 ετών, αλλά ακόμα μαθήτρια, είναι παραπονούμενοι στην παρούσα υπόθεση. Θεωρούμε ότι υπάρχει ουσιώδης διαφορά με τη νομολογία που επικαλέστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ανωτέρω, για αυτό και θεωρούμε λανθασμένη την κατάληξη του για μη ύπαρξη κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Σημειώνουμε ξανά ότι δεν είναι μόνο τα μέλη της οικογένειας που είναι μάρτυρες στην υπόθεση, αλλά και τρίτα πρόσωπα και έτσι τα εκδοθέντα διατάγματα αποκλεισμού και μη επικοινωνίας δεν φαίνεται να εξουδετερώνουν τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων.
Σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε ότι είχε γίνει προσπάθεια επηρεασμού μάρτυρα αλλά λανθασμένα έκρινε ότι ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί με την έκδοση διαταγμάτων. Όμως σε αυτό το σημείο επίσης έσφαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό η προσπάθεια επηρεασμού μάρτυρα (πρόκειται για μία από τις ανήλικες παραπονούμενες) έλαβαν χώραν μετά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την εν λόγω ανήλικη και αυτό είναι το ουσιώδες. Παραπέμπουμε σχετικά σε απόσπασμα από την ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. Γ.Κ. (ανωτέρω):
«Το ουσιώδες εδώ δεν είναι αν η προσπάθεια επηρεασμού έλαβε χώρα πριν ή μετά την καταχώριση ποινικής υπόθεσης, αλλά αν έλαβε χώρα μετά τη διάπραξη των κατ΄ ισχυρισμόν ποινικών αδικημάτων, όπως συνέβη εδώ.»
Ως αποτέλεσμα, οι εφέσεις επιτυγχάνουν και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Οι επιβληθέντες όροι εγγύησης και τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται. Διατάσσεται η κράτηση των εφεσίβλητων μέχρι την ορισθείσα, στις 16.7.2026 δικάσιμο.
M. AMΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο