SIRJANA TAMANG v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 146/2026, 30/6/2026
print
Τίτλος:
SIRJANA TAMANG v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 146/2026, 30/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 146/2026)

 

30 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

SIRJANA TAMANG,

Εφεσείουσα,

 

v.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

Κ. Μουτσουρής για Κωστάκης Μουτσουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα

Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ. 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Η εφεσείουσα– κατηγορούμενη 1 ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, παραδέχτηκε και συνεπώς βρέθηκε ένοχη λόγω της παραδοχής της στη διάπραξη των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου που καταχωρήθηκε εναντίον της και άλλων προσώπων στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 1328/2026. Ειδικότερα, με την παραδοχή της κρίθηκε ένοχη στο αδίκημα της παραμονής αλλοδαπού προσώπου στη Δημοκρατία χωρίς άδεια του Διευθυντή και ότι ασκούσε επάγγελμα χωρίς άδεια απασχόλησης, και οι δύο κατηγορίες κατά παράβαση Άρθρων του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105, ως έχει τροποποιηθεί, και των σχετικών Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων του εν λόγω Νόμου.

  

Της επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δύο μηνών στην κατηγορία της παραμονής στη Δημοκρατία χωρίς άδεια (πρώτη κατηγορία) και ενός μηνός στην κατηγορία της άσκησης επαγγέλματος χωρίς άδεια απασχόλησης (δεύτερη κατηγορία) οι οποίες διατάχθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο όπως συντρέχουν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επίσης έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στην εφεσείουσα και συνεπώς διέταξε όπως αυτές εκτελεστούν άμεσα.

 

          Σημειώνουμε ότι στην πρωτόδικη υπόθεση μαζί με την εφεσείουσα ήταν κατηγορούμενα άλλα δύο πρόσωπα και ειδικότερα μία άλλη αλλοδαπή γυναίκα ως κατηγορούμενη 2 και το πρόσωπο το οποίο τις εργοδότησε ως κατηγορούμενος 3. Στην κατηγορούμενη 2 επιβλήθηκαν οι ίδιες ποινές φυλάκισης ως αυτές που επιβλήθηκαν στην εφεσείουσα για τα ίδια αδικήματα, οι οποίες επίσης διατάχθηκε όπως εκτελεστούν άμεσα. Στον κατηγορούμενο 3 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τριών μηνών σε δύο αδικήματα που αφορούν παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού προσώπου χωρίς να ειδοποιηθεί ο Διευθυντής Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης αναφορικά και με τις δύο κατηγορούμενες οι οποίες επίσης διατάχθηκε όπως συντρέχουν, αλλά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε όπως τις αναστείλει για τους λόγους που αναφέρει στην απόφασή του.

 

          Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την ποινή που επιβλήθηκε στην εφεσείουσα με τρεις λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος έφεσης αναφέρεται σε άνιση ποινική μεταχείριση της εφεσείουσας από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με την ποινή που επιβλήθηκε στη δεύτερη κατηγορούμενη τόσο στο είδος της ποινής όσο και στο σύνολό της. Αντικείμενο του δεύτερου λόγου έφεσης είναι η λανθασμένη, κατά την εφεσείουσα, επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου της ποινής φυλάκισης ως αρμόζουσας ποινής για την ίδια με βάση το σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης, ενώ ο τρίτος λόγος προβάλλει ως εσφαλμένη την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αναστείλει τις ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στην εφεσείουσα.

 

          Μέσα από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης προκύπτουν τα γεγονότα που αφορούν την εφεσείουσα και τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Ειδικότερα, η εφεσείουσα εισήλθε στη Δημοκρατία για προσωρινή παραμονή με άδεια απασχόλησης η οποία έληξε στις 23.2.2026. Παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς άδεια από τον Διευθυντή Τμήματος Μετανάστευσης κατά παράβαση Άρθρων του Κεφ. 105, και ενώ ήταν αλλοδαπή η οποία εισήλθε νόμιμα στη Δημοκρατία και στη συνέχεια παρέμεινε παράνομα, αποδέχτηκε απασχόληση στη Δημοκρατία χωρίς άδεια του Διευθυντή και πάλι κατά παράβαση Άρθρων του σχετικού Νόμου.

 

          Η εφεσείουσα είναι από το Νεπάλ, ηλικίας 25 ετών, και ήρθε στην Κύπρο με άδεια εισόδου ως οικιακή βοηθός και της είχε δοθεί άδεια εργασίας μέχρι τις 29.1.2026. Στις 23.1.2026 της δόθηκε έντυπο αποδέσμευσης από την τότε εργοδότρια της με όρο εντός 30 ημερών από την εν λόγω ημερομηνία να εξεύρει νέο εργοδότη, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει με αποτέλεσμα να διαμένει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από 23.2.2026. Ο κατηγορούμενος 3 είναι ιδιοκτήτης εστιατορίου στο Παραλίμνι όπου στις 3.5.2026 εντοπίστηκαν τόσο η εφεσείουσα, όσο και η δεύτερη κατηγορούμενη να εργάζονται. Ειδικότερα, μάρτυρας της Υπηρεσίας Αλλοδαπών επισκέφθηκε το εν λόγω εστιατόριο και εκεί συνάντησε τόσο την εφεσείουσα όσο και τη δεύτερη κατηγορούμενη να βρίσκονται στην κουζίνα και να ασχολούνται με τον καθαρισμό λαχανικών. Αφού έγινε έλεγχος των στοιχείων τους διαφάνηκε το αναφερόμενο καθεστώς τους. Η εφεσείουσα είναι πρόσωπο λευκό ποινικού μητρώου, έχει συνάψει δεσμό με τον γιο του κατηγορουμένου 3 με τον οποίο συζούν και προγραμματίζουν τον γάμο τους εντός Ιουλίου του 2026. Αιτήθηκε άδεια παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία στις 5.5.2026, αίτηση η οποία, εν τω μεταξύ έχει εγκριθεί και σήμερα η εφεσείουσα κατέχει άδεια τόσο παραμονής όσο και εργασίας στη Δημοκρατία. Παρουσιάστηκε ενώπιόν μας σχετικά αντίγραφο της εν λόγω άδειας.

 

Όπως αναφέρθηκε επίσης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η εργασία της εφεσείουσας στο εστιατόριο του κατηγορουμένου 3 ήταν μεμονωμένη, ειδικά για τη μέρα της καταγγελίας, αφού προέκυψε ανάγκη στελέχωσης του προσωπικού του εστιατορίου λόγω απουσίας του κανονικού προσωπικού του λόγω άδειας ασθενείας. Όπως επίσης δηλώθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε γεγονός που να δείχνει την ύπαρξη εκμετάλλευσης του καθεστώτος της εφεσείουσας από τον κατηγορούμενο 3.

 

          Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των λόγων έφεσης, θεωρούμε ορθό να επαναλάβουμε τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Παραπέμπουμε σχετικά στην πρόσφατη απόφασή μας ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ARIF AKSAHIN, Ποινική Έφεση 62/2025, ημερομηνίας 29.10.2025, όπου παραθέσαμε τα ακόλουθα:

 

«Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμπουμε στα όσα λέχθηκαν στην Δ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 57/2020, ημερομηνίας 6/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:B432:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε Πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, ημερ. 5/10/2016 ‑ και επαναλήφθηκαν στη συνέχεια και στις υποθέσεις ΧΧΧ Bora v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/2019, ημερ. 29/9/2020 ‑ λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, XXX Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και XXX Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525).»

          Επίσης, στην ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΑΝΑΣΤΑΣΗ, Ποινική Έφεση Αρ. 114/2019, ημερομηνίας 15.7.2020, λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι η πάγια θέση της νομολογίας ότι ο καθορισμός της ποινής, τόσο του είδους όσο και της έκτασης της, αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η δε έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητας της. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί μόνο όπου η ποινή που επιβλήθηκε, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής είτε έκδηλα υπερβολική. Επιπλέον στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, 691 και Μακρή ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 42, 47).»»

 

          Αναφορικά με το είδος της ποινής που επιλέγηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο υπενθυμίζουμε είναι αυτό της φυλάκισης, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν καθ' όλα ορθή. Στην πρόσφατη απόφασή μας MOHAMAD SAMER v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση 218/2023, ημερομηνίας 4.7.2026 αναφέραμε ότι:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που παραδέχθηκε ο εφεσίβλητος. Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το Άρθρο 14(Β) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι €8.543 (αντίστοιχο του ποσού των ΛΚ5.000 που προνοεί το σχετικό άρθρο). Ορθά, επίσης, ανέφερε ότι η νομολογία καταδεικνύει ξεκάθαρα πως ενδεικνυόμενη ποινή στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε γιατί εισήλθαν παράνομα, είτε διότι μετά που εισήλθαν νόμιμα κατέστησαν παράνομοι, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Γ.Ε. ν. ΜΙΧΑΗΛ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 74, Γ.Ε. ν. ΜΟΝΙΑΤΗ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 553), ενώ στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών που οι τελευταίοι βρίσκονται νόμιμα στην Κύπρο είτε ως φοιτητές είτε ως αιτητές πολιτικού ασύλου, η νομολογία καταδεικνύει ότι η ποινή που συνήθως επιβάλλεται είναι χρηματική (βλ. LIN QINIONG v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2006) 2 Α.Α.Δ. 501). Ορθά λοιπόν κατέληξε στην επιβολή προστίμου υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή το γεγονός ότι τέσσερις αλλοδαποί που εργοδότησε ο εφεσείοντας βρίσκονταν νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία.» 

 

          Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του τόσο τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων που προκύπτει και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές όσο και το γεγονός ότι η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης για τις παραβάσεις του εν λόγω Νόμου αυξήθηκε σχετικά πρόσφατα, γεγονός που αναδεικνύει και τη σοβαρότητα αυτής της φύσης των αδικημάτων. Ορθά, έλαβε υπ' όψιν του τη νομολογία που αναφέρει ότι σε υποθέσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία, η ποινή που ενδείκνυται να επιβάλλεται στους εργοδότες είναι αυτή της φυλάκισης, παραπέμποντας σχετικά στις ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΜΙΧΑΗΛ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 74 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΜΟΝΙΑΤΗ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 553. Ορθά, επίσης, σημείωσε ότι ποινή στερητική της ελευθερίας είναι η ενδεικνυόμενη και για τους αλλοδαπούς οι οποίοι αποδέχονται εργασία χωρίς άδεια του Διευθυντή, ενώ βρίσκονται παράνομα στη Δημοκρατία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις NAZARI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1996) 2 Α.Α.Δ. 231 και TABRIZI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 421.

 

          Έλαβε επίσης υπ' όψιν του το πρωτόδικο Δικαστήριο την ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα και έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής ποινών οι οποίες να ενέχουν της αποτροπής τόσο των ιδίων των παραβατών όσο και του κοινού από τη διάπραξη τους (ΠΙΣΚΟΠΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1999) 2 Α.Α.Δ. 342) και να είναι και ανάλογες της σοβαρότητας των αδικημάτων.

 

          Επίσης, ορθά προχώρησε και έλαβε υπ' όψιν του τις προσωπικές περιστάσεις της εφεσείουσας στα πλαίσια των καθηκόντων του για εξατομίκευση της ποινής στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης. (βλ. ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ. 575). Ειδικότερα, έλαβε υπ' όψιν του το λευκό ποινικό μητρώο της εφεσείουσας, την άμεση παραδοχή της, την απολογία της όπως εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου της, την ηλικία, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές της περιστάσεις και την έμπρακτη μεταμέλειά της η οποία προκύπτει από την άμεση παραδοχή της.

 

          Ορθά κατέληξε ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες και οι προσωπικές περιστάσεις που συγκεντρώνει στο πρόσωπό της η εφεσείουσα δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει παραδεχτεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής παραπέμποντας στην απόφαση ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 540, όπου έχει επαναληφθεί η αρχή ότι σε αδικήματα για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων είναι ήσσονος σημασίας.

 

          Ορθή ήταν η επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής που επιβλήθηκε στην εφεσείουσα με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης και το ύψος των ποινών, δεν εφεσιβάλλεται. Επίσης, αντικατοπτρίζει τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης.

 

          Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει άνιση ποινική μεταχείριση της εφεσείουσας σε σχέση με την κατηγορούμενη 2, συγκατηγορούμενή της, όσον αφορά την επιλογή του είδους της ποινής με μόνη διαφορά ουσιαστικά το χρονικό διάστημα της παράνομης παραμονής τους στη Δημοκρατία.

 

          Εν όψει των ανωτέρω, οι λόγοι έφεσης 1 και 2 απορρίπτονται.

 

          Ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε τον τρίτο λόγο έφεσης που αφορά τη μη αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στην εφεσείουσα.

 

          Στην πρόσφατη απόφασή μας ΡΑΦΑΗΛ ΚΟΡΜΠΟΣ v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 160/2025, ημερομηνίας 14.11.25, αναφορικά με τον τρόπο άσκησης του ελέγχου της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αναστείλει ή όχι ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί, σημειώσαμε τα ακόλουθα:

 

«Στην υπόθεση ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 277/2018, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B179, ανέφερε ότι «Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομής της δικαιοσύνης». Έκρινε, ακολούθως, ότι το ερώτημα θα πρέπει να απαντηθεί αρνητικά αφού «τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, εξασθενώντας σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο, θα έστελνε δε λανθασμένα μηνύματα μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου» και παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις INA YASAR ν. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 229/2024, ημερομηνίας 8/11/24, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 153/2023, ημερομηνίας 29/2/2024, ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2015) 2 Α.Α.Δ. 103, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΚΟΥΚΚΙΔΗ (2013) 2 Α.Α.Δ. 191 και ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 9/2021, ημερομηνίας 29/7/2021. Στην πρόσφατη απόφασή μας ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. IVAN ZHEL YAZKOV, Ποινική Έφεση Αρ.: 64/2025, ημερομηνίας 9/10/2025, σημειώσαμε τα πιο κάτω αναφορικά με τον τρόπο ελέγχου από το Εφετείο ποινών φυλάκισης και αναστολής.
Στην υπόθεση
LYUDMILA SOKOLOVA ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 100/2023, ημερομηνίας 11/9/2023 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:

«Ως επισημαίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Καραολή, Ποινική Έφ. Αρ. 230/2019, ημερ. 27/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:B177,
«Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη, στην κάθε περίπτωση, τις περιστάσεις της υπόθεσης και του αδικοπραγούντα, με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Στο πλαίσιο αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη.
Η ευχέρεια που παρέχει ο Νόμος για αναστολή εκτέλεσης της ποινής είναι ευρεία, με το εκδικάζον Δικαστήριο να έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής, περιλαμβανομένης της επιλογής για αναστολή της εκτέλεσής της. Κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Είναι στη βάση των πιο πάνω αρχών που εξετάζεται ο τρόπος που άσκησε την πιο πάνω εξουσία του το πρωτόδικο Δικαστήριο για να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Το Εφετείο δεν επεμβαίνει εκτός αν διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει υποπέσει σε λανθασμένη κρίση στη βάση της λογικής και των καθιερωμένων αρχών της νομολογίας (Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποινικές Εφέσεις αρ. 92/2017 και 93/2017, ημερ. 19/7/2019 και Αστυνομία ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2019, ημερ. 15/10/2020).
Ο περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/1972
, θεσπίστηκε έτσι ώστε να προσφέρεται η δυνατότητα διεύρυνσης του περιθωρίου επιείκειας προς ένα πρόσωπο με απόφαση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε αρχικά με το Ν.41(Ι)/1997, ο οποίος περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης καθιστώντας τις προϋποθέσεις ανελαστικές. Συναρτάτο δηλαδή με την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, είτε στο πρόσωπο ενός κατηγορουμένου, είτε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Ακολούθησε στη συνέχεια η τροποποίηση του με τον Ν.186(Ι)/2003 μέσω του οποίου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583).»

Όπως έχει τονισθεί την υπόθεση ΑΓΓΕΛΟΣ ΙΩΣΗΦ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 930:

«Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»»

Στην υπόθεση ΔΑΦΝΗ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2017, ημερομηνίας 21/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:

«Είναι γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες το Εφετείο μπορεί να επέμβει σε επιβληθείσα πρωτοδίκως ποινή. Το είδος και το ύψος της αρμόζουσας ποινής αποτελεί ευθύνη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν διαπιστωθεί ότι η ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι αποτέλεσμα σφάλματος αρχής ή έκδηλα ανεπαρκής ή έκδηλα υπερβολική.
Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.
[.]
Η αρχή της αποτρεπτικότητας, ως παράγοντας που αφορά την ποινή, έχει ευρύτερη υπόσταση της ειδικής αποτροπής και έχει σκοπό να αποτρέψει άλλους επίδοξους δράστες από τη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 486).»»

          Έχουμε την άποψη ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε αποφασίζοντας τη μη αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στην εφεσείουσα. Πέραν του λευκού ποινικού της μητρώου, της άμεσης παραδοχής της, του χρονικού διαστήματος που παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς άδεια και των προσωπικών της περιστάσεων, δηλαδή τον δεσμό της με τον γιο του κατηγορουμένου 3, την πρόθεσή τους να παντρευτούν εντός Ιουλίου και του μεμονωμένου περιστατικού εργοδότησης, διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου και δεν δόθηκε η δέουσα σημασία και προσοχή στο γεγονός ότι είχε εν τω μεταξύ υποβάλει αίτηση στον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης για απόκτηση άδειας παραμονής και εργασίας η οποία έχει εγκριθεί. Τούτο το διαφοροποιητικό γεγονός, κατά την άποψή μας, έπρεπε να προσμετρήσει υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί, το οποίο φαίνεται να διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

          Εντοπίζουμε λοιπόν σφάλμα στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίστηκε και αποφασίστηκε το θέμα της αναστολής από το πρωτόδικο Δικαστήριο, γεγονός που χρήζει της επέμβασής μας. Εν όψει των πιο πάνω, ο τρίτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει και οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί  στην εφεσείουσα αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο