ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 158/2026)
18 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΥΡΙΜΟΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
_________________________________
Α. Δημητρίου με Α. Κωστάρη για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Σ. Πίπη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία διατάχθηκε η παραπομπή του εφεσείοντα σε αστυνομική κράτηση για περίοδο 8 ημερών, προς διευκόλυνση του ανακριτικού έργου της Αστυνομίας.
Ο εφεσείων θεωρήθηκε ύποπτος (ύποπτος 1) για συμμετοχή του, με άλλο πρόσωπο, σε αδικήματα συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, συμμετοχής και αποδοχής διάπραξης εγκλημάτων, συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, αρπαγής ή απαγωγής ή στέρησης ελευθερίας προσώπου με σκοπό κρυφό και άδικο περιορισμό, απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις, απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, εκβίασης, απειλής βιαιοπραγίας, απειλής και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα οποία διαπράχθηκαν κατά τα έτη 2021‑2024 στη Λάρνακα. Τρίτο ύποπτο πρόσωπο αφορούσαν ανάλογα αδικήματα πλέον άλλα και τέταρτο ύποπτο πρόσωπο, επίσης, ανάλογα αδικήματα.
Η υπό κρίση διαδικασία προσωποκράτησης αφορούσε το αίτημα της Αστυνομίας για 8ήμερη προσωποκράτηση των τεσσάρων υπόπτων προσώπων. Στην παρούσα, περιοριζόμαστε σε ό,τι αφορά τον εφεσείοντα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με συνοπτικό τρόπο, αναφέρθηκε στις νομολογιακές αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ικανοποιήθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Εξέδωσε, ως αποτέλεσμα, διάταγμα παραπομπής του εφεσείοντα και των υπόπτων 2 και 3 σε αστυνομική κράτηση για περίοδο 8 ημερών, ενώ του υπόπτου 4 για περίοδο 6 ημερών.
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με έναν λόγο έφεσης ο οποίος αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν αξιολόγησε ορθά την πάγια επί του θέματος προσωποκράτησης νομολογία, ερμηνεύοντας την εσφαλμένα επί των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης. Αιτιολογικά, προβάλλεται ότι τα ισχυριζόμενα αδικήματα διαπράχθηκαν προ τριετίας, οι αστυνομικές ανακρίσεις ξεκίνησαν στις 5.3.2026 και ζητήθηκε η κράτηση του υπόπτου τρεις μήνες μεταγενέστερα και στους ενδιάμεσους τρεις μήνες η μόνη ουσιώδης κατάθεση η οποία παραλήφθηκε ήταν του παραπονούμενου. Παράλληλα, αναφορά γίνεται ότι από την αντεξέταση προέκυψε ότι η Αστυνομία αποφάσισε ότι θα ελάμβανε επιπρόσθετες καταθέσεις μετά τη σύλληψη του υπόπτου, ενώ φάνηκε από την αντεξέταση στοχοπροσήλωση της Αστυνομίας και όχι αντικειμενική και ανεξάρτητη διερεύνηση με σκοπό να επιβεβαιωθούν ή διαψευσθούν οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου. Προβάλλεται, επίσης, ότι πέραν από γενικόλογη αναφορά στον όρκο, ουδεμία πειστική μαρτυρία δόθηκε ότι ο ύποπτος είναι δυνατόν να επηρεάσει μάρτυρες ή να καταστρέψει μαρτυρία ή ακόμη ότι υπάρχει πιθανότητα διαφυγής του. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι μετά την αντεξέταση της ανακρίτριας, το πρωτόδικο Δικαστήριο αντί να εξετάσει με αντικειμενικά κριτήρια την όλη υπόθεση, έδωσε αβασάνιστη πίστη στη θέση της Αστυνομίας και λειτούργησε μηχανιστικά και διαδικαστικά εκδίδοντας την απόφασή του αγνοώντας παντελώς όλα τα θέματα που προέκυψαν από την αντεξέταση τα οποία έπρεπε να λειτουργήσουν υπέρ της απόλυσης του υπόπτου. Τέλος, προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε την κράτηση όλων των υπόπτων κατά τρόπο γενικό για όλους, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν οι ειδικές και οι ιδιάζουσες περιστάσεις για τον κάθε ύποπτο ξεχωριστά κατά παράβαση της νομολογίας.
Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι σκοπός ενός διατάγματος, ως το υπό κρίση, είναι η διευκόλυνση των Αστυνομικών Αρχών στη διερεύνηση αδικήματος. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ατόμου χάριν των αστυνομικών ανακρίσεων συγκεφαλαιώνονται στην υπόθεση STAMATARIS v. POLICE, (1983) 2 C.L.R. 107 και αντανακλώνται σε πληθώρα μεταγενέστερων αποφάσεων. Οι αρχές αυτές είναι ότι το βάρος είναι στην Αστυνομία να αποδείξει ότι, πρώτον, έχει διαπραχθεί το αδίκημα ή τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η κράτηση, δεύτερον, ότι υπάρχει μαρτυρία που να δημιουργεί εύλογες υποψίες ότι ο ύποπτος συνδέεται με αυτήν τη διάπραξη, τρίτον, ότι υπάρχει ανακριτικό έργο που δεν συμπληρώθηκε και τέταρτον, ότι η απόλυση του υπόπτου είναι δυνατόν να επηρεάσει τις ανακρίσεις, όπως μαρτυρία ή την εξαφάνιση τεκμηρίων. Το ενδεχόμενο εξαφάνισης του υπόπτου αποτελεί, επίσης, στοιχείο που εξετάζεται. Εφόσον δε, τέτοια διατάγματα επηρεάζουν την ελευθερία του ατόμου, αυτά πρέπει να αιτιολογούνται δικαστικά.
Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι υπόνοιες της Αστυνομίας είναι ειλικρινείς και ότι η κράτηση του υπόπτου δεν επιδιώκεται για αλλότριους λόγους. Πρέπει να ικανοποιηθεί, επίσης, ότι οι υποψίες είναι εύλογες, έχοντας υπ' όψιν τα στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή των αστυνομικών αρχών. Το ευρύτερο πλαίσιο, στο οποίο εντάσσεται η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την κράτηση ατόμων για σκοπούς ανακρίσεων, στοιχειοθετείται από την εξισορρόπηση της ανάγκης για προστασία της ελευθερίας του ατόμου αφενός, και την παροχή λογικής ευκαιρίας στις ανακριτικές Αρχές για τη διερεύνηση του εγκλήματος, αφετέρου (βλ. επίσης ΑΝΤΡΕΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2025, ημερομηνίας 16.10.2025).
Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση και πρωτόδικη διαδικασία, περιλαμβανομένων και των όσων αναφέρθηκαν σήμερα ενώπιόν μας.
Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αναφερθεί με λεπτομέρεια στο περιεχόμενο του όρκου που δόθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος. Περιορίστηκε να συγκεκριμενοποιήσει τα στοιχεία τα οποία, κατά την κρίση του, ικανοποιούσαν το τί είχε να αποφασίσει αναφορικά με το αίτημα, επισημαίνοντας ότι δεν έκρινε σκόπιμο να επαναλάβει τη σχετική μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Αστυνομία. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ορθό είναι να υπάρχει περισσότερη λεπτομέρεια στη δικαστική ανάλυση προς αποφυγή δημιουργίας λανθασμένων εντυπώσεων σε σχέση με την πρωτόδικη κρίση ή ακόμη και ενδεχόμενου κινδύνου η πρωτόδικη κρίση να παραμένει αναιτιολόγητη.
Πέραν, όμως, της πιο πάνω σύστασης, στην προκειμένη περίπτωση είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε καθετί το οποίο τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και το οδήγησε στις πιο πάνω διαπιστώσεις. Είναι με λεπτομέρεια που περιγράφονται στη μαρτυρία οι ισχυρισμοί από τους οποίους υποστηρίζονται τα αναφερόμενα αδικήματα και η κατ' ισχυρισμόν πάντοτε σε αυτό το στάδιο, εμπλοκή του εφεσείοντα.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους όσα προβάλλονται από την πλευρά του εφεσείοντα στον λόγο έφεσης. Δεν εντοπίζουμε να υφίσταται οποιαδήποτε παράλειψη από πλευράς Αστυνομίας η οποία να αφορά το υπό κρίση διάταγμα προσωποκράτησης, ούτε προβάλλει παράδοξο η κατάθεση του παραπονούμενου να αποτελεί τη βάση αναζήτησης μαρτυρίας μέσω επιπρόσθετων καταθέσεων σε χρόνο μεταγενέστερο της σύλληψης του υπόπτου. Άλλωστε, κατά το στάδιο της διερεύνησης μίας υπόθεσης, ιδιαιτέρως όταν πρόκειται για περίπλοκη υπόθεση, αναμένεται η λεπτομερής ενασχόληση των ανακριτικών αρχών με εκατέρωθεν ισχυρισμούς προς τον σκοπό ορθής διερεύνησης της υπόθεσης, προς όφελος τόσο της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όσο και των συμφερόντων του υπόπτου προσώπου.
Εύλογη προκύπτει να είναι η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την ικανοποίηση των προϋποθέσεων έκδοσης του ζητούμενου διατάγματος. Από το μαρτυρικό υλικό μπορούσε να διαπιστωθεί η κατ' ισχυρισμόν διάπραξη των αναφερόμενων αδικημάτων και η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας αναφορικά με την εμπλοκή του εφεσείοντα. Περαιτέρω, ήταν προφανές ότι το ανακριτικό έργο δεν ολοκληρώθηκε, ενώ η φύση του ήταν τέτοια που εύλογα μπορούσε να πιθανολογηθεί ο επηρεασμός του σε περίπτωση απόλυσης του εφεσείοντα. Αφορούσε, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε, λήψη καταθέσεων, μεταξύ άλλων, από το στενό επαγγελματικό, οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον των υπόπτων αλλά και προσώπων προσκείμενων στον παραπονούμενο.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και αποφάσισε το υπό κρίση θέμα. Θα ήταν άτοπο για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί σε εξέταση της μαρτυρίας ωσάν να εξέταζε την ουσία καταχωρηθείσας, πλέον, υπόθεσης. Άλλωστε, ως λέχθηκε στην ΣΥΜΙΛΛΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 160:
«Περί υπονοιών ο λόγος. Ό,τι αποτιμάται, στο στάδιο της αίτησης για προσωποκράτηση, δεν είναι η αποδεικτική αξία των στοιχείων ή η δραστικότητά τους και αν αυτά συνθέτουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής. Όπως καθορίζει η Νομολογία, κριτήριο είναι το εύλογο της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα.»
Για δε τον χρόνο για τον οποίο ζητήθηκε η κράτηση, ως υποδείξαμε στην ΣΑΒΒΑ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 58/2026, ημερομηνίας 6.3.2026 «Είναι καλώς γνωστόν ότι, επί του προκειμένου, δεν υπάρχει ακριβής φόρμουλα καθορισμού του χρόνου για τον οποίο θα πρέπει να διαταχθεί κράτηση ενός υπόπτου. Ο χρόνος κράτησης συναρτάται με τον όγκο και τη φύση του ανακριτικού έργου που αναμένεται να διεξαχθεί». Επί τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπέδειξε το δικαιολογημένο του χρόνου για τον οποίο ζητείτο η κράτηση, εν όψει του όγκου του ανακριτικού έργου που υπολειπόταν. Άλλωστε, δεδομένη ήταν και η οδηγία όπως, εφόσον το ανακριτικό έργο ολοκληρωνόταν ενωρίτερα, ο ύποπτος να αφήνετο ελεύθερος.
Επομένως, καταλήγουμε ότι η πρωτόδικη κρίση δικαιολογείτο πλήρως από τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να μην παρέχεται πεδίο παρέμβασής μας σε αυτήν.
Αβάσιμος κρίνεται ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης.
Η παρούσα έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο