ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 164/2023)
4 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΦΑΝΩΡΙΑ ΚΑΛΛΙΝΟΥ,
Εφεσείουσα,
v.
ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΧΙΛΛΕΩΣ,
Εφεσίβλητου.
______________________________
Κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα
Γ. Τρίγγας για Θεόδωρος Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Στην ακρόαση της παρούσης ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας μας κάλεσε να εξετάσουμε κατά προτεραιότητα τον τρίτο λόγο έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την ποινική υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Καταχωρίστηκε κατηγορητήριο βάσει του οποίου η εφεσείουσα καταδικάστηκε για παράλειψη καταβολής δόσεων δυνάμει δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των Άρθρων 84 (Ι), 90 (Ι), 91Α (3), 91Β (Ι) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, του Άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1974 (43/1974) και του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60(Ι)/2008 (ο «Νόμος»).
Το ζήτημα πράγματι χρήζει εξέτασης κατά προτεραιότητα.
Ο συνήγορος υποστηρίζει τη θέση ότι η υπόθεση εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το οποίο ασκούσε ποινική δικαιοδοσία, ενώ δυνάμει των πιο κάτω προνοιών του Νόμου και του Κεφ. 6 σε συνδυασμό, θα έπρεπε να εκδικαστεί από το Δικαστήριο το οποίο ορίζεται από το Άρθρο 2 του Κεφ. 6, ήτοι «το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή, στην οποία υποβάλλεται οποιαδήποτε αίτηση ή εκδίδεται διάταγμα ή οποιοδήποτε ένταλμα…».
Ο συνήγορος οδηγείται στην πιο πάνω θέση, παραπέμποντας στο Άρθρο 2 του Νόμου, το οποίο προβλέπει:
«2. Στον Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια:
“διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις” σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 90 του Μέρους ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου·
“Δικαστήριο” έχει την έννοια η οποία αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου·».
Στην πρόσφατη απόφασή μας ΜΕΝΕΛΑΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 73/2023, ημερομηνίας 18.5.2026, αναφέραμε ότι η φράση «εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια» σε ερμηνευτική πρόνοια, επιτρέπει, στις κατάλληλες περιπτώσεις, τη διαφορετική ερμηνεία του ίδιου όρου σε διαφορετικές πρόνοιες που περιλαμβάνονται στην ίδια νομοθεσία.
Μελέτη του Νόμου, δεικνύει ότι η λέξη «Δικαστήριο» αναφέρεται σε διάφορα Άρθρα του, τα οποία είτε αναφέρονται σε αστική, είτε σε ποινική διαδικασία. Προφανώς, πρόκειται για περίπτωση στην οποία η ίδια λέξη έχει πέραν της μίας έννοιας, οπότε η λέξη αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται στο κενό, αλλά στο πλαίσιο (context) της κάθε ξεχωριστής πρόνοιας ώστε να υπάρχει μία εξήγηση και συνάρτηση σε σχέση με το κείμενο στο οποίο απαντάται (βλ. ενδεικτικά, ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, Πολιτική Έφεση Αρ. 30/2019, ημερομηνίας 1.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΤΟΥ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ/ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 66/2023 v. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 66/2023, Αίτηση Αρ. 1/2024, ημερομηνίας 23.5.2024. Στην τελευταία, λέχθηκαν τα εξής:
«Όπως ήδη επισημάναμε, η γραμματική ερμηνεία σπανίως, αν ποτέ, επιχειρείται στο κενό.
Χαρακτηριστική επ' αυτού είναι και η αναφορά στο σύγγραμμα των Diggory Bailey και Luke Norbury, Bennion, Bailey and Norbuy on Statutory Interpretation (8η έκδοση, LexisNexis 2020) 393, πως:
«The words of an enactment are illuminated by consideration of its context. Words are not deployed in a vacuum».
Όπως το έθεσε ο Λόρδος Steyn στην R v. Secretary of State of the Home Department, ex parte Daly [2001] 3 All ER 433, 447 (HL):
«. Ιn law context is everything».
Στην Attorney-General v. H.R.H. Prince Ernst Augustus of Hanover [1957] 1 All ER 49, 53 (HL), ο Viscount Simonds απέρριψε την εισήγηση ότι οι υπό ερμηνεία λέξεις θα έπρεπε να ερμηνευθούν κατ' απομόνωση, αφού:
«. their colour and content are derived from their context».»
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θεωρούμε πως από το σύνολο του κειμένου του κάθε Άρθρου του Νόμου ξεχωριστά, προκύπτει ότι σε ορισμένα Άρθρα σαφώς η πρόνοια αφορά στο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επίδικο διάταγμα, ενώ επίσης σαφώς, προκύπτει ότι στο Άρθρο 4 η αναφορά στο Δικαστήριο αφορά σε Δικαστήριο το οποίο δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης για το αδίκημα το οποίο προβλέπεται δυνάμει του Νόμου.
Με κάθε σεβασμό, δεν διαπιστώνουμε να προκύπτει ούτε από τον Νόμο ούτε από άλλη νομοθεσία, η ανάγκη ταύτισης των δύο Δικαστηρίων, ήτοι αυτού που εκδίκασε την αγωγή και αυτού που θα εκδικάσει το αδίκημα. Άλλωστε, δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, τα Επαρχιακά Δικαστήρια δύνανται να ασκούν ταυτοχρόνως και αστική και ποινική δικαιοδοσία. Δεν γίνεται σε αυτόν διάκριση μεταξύ των δύο δικαιοδοσιών, με την έννοια ότι θα πρέπει αυτή να ασκείται από διαφορετικά τμήματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν θεωρούμε ότι τίθεται ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση.
Εν όψει όλων των πιο πάνω, ο τρίτος λόγος έφεσης στερείται ερείσματος και απορρίπτεται.
Στρεφόμαστε στους λόγους έφεσης 1 και 2, οι οποίοι ουσιαστικά προβάλλουν ως εσφαλμένη την ερμηνεία και εφαρμογή των εδαφίων 3(1)(γ) και 3(4)(γ) του Άρθρου 3 του Νόμου, από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το εν λόγω Άρθρο έχει ως εξής:
«Αδικήματα καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών
3.(1) Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους:
…
(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία.
είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
…
(4) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1) αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει:
…
(γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ’ αυτόν.»
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας εισηγήθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε από την απόφαση της πλειοψηφίας στην ΔΩΡΟΣ ΑΣΙΗΚΑΛΗΣ v. ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛ, Ποινική Έφεση Αρ.: 225/2021, ημερομηνίας 27.11.2023, η οποία αποτελεί την πιο πρόσφατη τοποθέτηση του Εφετείου επί των εγειρόμενων ζητημάτων. Κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί, εφόσον η πρωτόδικη εκκαλούμενη απόφαση προηγήθηκε χρονικά της ΑΣΙΗΚΑΛΗΣ (ανωτέρω). Εύστοχα όμως, ο συνήγορος παρατήρησε ότι ουσιαστικά η θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου συνάδει με το σκεπτικό της πλειοψηφίας στην ΑΣΙΗΚΑΛΗΣ (ανωτέρω), επειδή σε αυτήν αποφασίστηκε ότι το βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ευρισκόταν στους ώμους του κατηγορούμενου «να αποδείξει φυσική ή οικονομική αδυναμία η οποία θα έπρεπε να αποδειχθεί ως προαπαιτούμενο και ότι αυτή η αδυναμία συνδέετο με τις υπερασπίσεις που καταγράφονται στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου, δηλαδή «ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».
Παραθέτουμε το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου:
«Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, δηλαδή τη μαρτυρία που έχει κριθεί ως αποδεκτή, τη νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη. Η Κατηγορούμενη δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική της κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος. Η Κατηγορούμενη δεν παρουσίασε ίχνος μαρτυρίας για την οικονομική της κατάσταση κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους της διά μηνιαίων δόσεων που αποτελεί την αφετηρία της οποιασδήποτε διεργασίας για τη διαπίστωση της μεταβολής της οικονομικής της κατάστασης. Στην πραγματικότητα, δεν ισχυρίστηκε καν μεταβολή και δεν παρουσίασε ως όφειλε μαρτυρία για την οικονομική της κατάσταση κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος έτσι ώστε να είναι δυνατή η οποιαδήποτε διεργασία για διαπίστωση οποιασδήποτε μεταβολής της οικονομικής της κατάστασης. Η οικονομική της κατάσταση κατά τον χρόνο που ήταν καταβλητέες οι επίδικες δόσεις στην απουσία μαρτυρίας για την οικονομική της κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του διατάγματος δεν μπορεί να οδηγήσει σε τέτοια διαπίστωση.»
Ο συνήγορος της εφεσείουσας υποστηρίζει ότι η πιο πάνω θεώρηση της πλειοψηφίας στην ΑΣΙΗΚΑΛΗΣ (ανωτέρω), η οποία προφανώς εφαρμόστηκε εν προκειμένω και από το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι αντίθετη με τον ίδιο τον Νόμο.
Επισημαίνουμε κατ’ αρχάς ότι στην ΑΣΙΗΚΑΛΗΣ (ανωτέρω), η πλειοψηφία κατέληξε στην πιο πάνω θεώρηση «με βάση την ερμηνεία» που δόθηκε στα δύο εδάφια από τη νομολογία στην οποία αναφέρθηκε. Θεωρούμε, συνεπώς, απαραίτητη τη σύνοψη της εν λόγω νομολογίας, μέσω μιας ιστορικής αναδρομής.
Στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ν. CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD, (2016) 2 Α.Α.Δ 1346, η οποία ήταν η πρώτη χρονολογικά απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ζητήματος, τα γεγονότα είχαν ως εξής: Στις 16.3.2011 είχε εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα εναντίον του εφεσείοντα για αποπληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις από 1.7.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Ο εφεσείων προέβαλε ως υπεράσπιση οικονομική αδυναμία να συμμορφωθεί στο προαναφερθέν διάταγμα, λόγω ριζικής αλλαγής της οικονομικής και επαγγελματικής του κατάστασης από τον Ιούνιο του 2011, πλην όμως το πρωτόδικο Δικαστήριο τον έκρινε ένοχο.
Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«Σύμφωνα με το Άρθρο 3(1)(γ)* του Νόμου η παράλειψη καταβολής προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή οποιασδήποτε δόσης για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία συνιστά ποινικό αδίκημα.
Στην υπό κρίση περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος είχε στοιχειοθετηθεί με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την εφεσίβλητη, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στη βάση αυτή ό,τι παρέμεινε για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η στοιχειοθέτηση και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για την οποία ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την Υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Επί του προκειμένου δεν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττης ν. ΣΕΔΙΓΕΠ Λύσης Λτδ (2016) 2 Α.Α.Δ. 247). Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (Άρθρο 3(4)(γ))* είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Με ό,τι όμως ο εφεσείων πρόβαλε πρωτοδίκως απέτυχε να το αποσείσει και επομένως οι υπό συζήτηση λόγοι έφεσης κρίνονται ανεδαφικοί και απορρίπτονται.»
Παρατηρούμε ότι, ενόψει του ότι στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω), ο εφεσείων συνέδεσε ο ίδιος την οικονομική αδυναμία του με την κατ’ ισχυρισμό μεταβολή της οικονομικής κατάστασής του, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποφάσισε το ερώτημα κατά πόσον η οικονομική αδυναμία η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου περιορίζεται σε όσα περιλαμβάνονται στο Άρθρο 3(4)(γ) αυτού.
Η επόμενη χρονολογικά υπόθεση η οποία είναι βοηθητική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 302/2015, ημερομηνίας 10.7.2018, ECLI:CY:AD:2018:B347, στην οποία έγινε εκτενής αναφορά στο ζήτημα της μεταφοράς του βάρους απόδειξης αναφορικά με την «οικονομική αδυναμία», χωρίς ωστόσο να εξεταστεί ρητώς το ερώτημα κατά πόσον η οικονομική αδυναμία η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου περιορίζεται σε όσα περιλαμβάνονται στο Άρθρο 3(4)(γ). Στην εκεί υπό κρίση πρωτόδικη απόφαση, είχε λεχθεί ότι υπήρχε μία διάκριση μεταξύ της υπεράσπισης στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου και του συστατικού στοιχείου του αδικήματος το οποίο συνίσταται στην «οικονομική αδυναμία» όπως απαντάται στο Άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου. Από το πιο κάτω σκεπτικό φαίνεται εμμέσως, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι η διάκριση υφίσταται, με την έννοια ότι τα όσα προβλέπονται στο Άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου, εννοιολογικά αποτελούν μία εξαίρεση ή προϋπόθεση στην ποινικοποίηση της πράξης και όχι υπεράσπιση εν τη εννοία του Άρθρου 3(4)(γ) του Νόμου. Λέχθηκαν τα εξής:
«Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι οι λόγοι έφεσης ευσταθούν. Για να είμαστε δίκαιοι με το πρωτόδικο Δικαστήριο, θα πρέπει να πούμε ότι το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να καθοδηγηθεί από την απόφαση στην υπόθεση Νικολάου v. Citi Principal Investments Ltd, Ποιν. Έφ. 160/2014, ημερ. 20.12.2016, η οποία εκδόθηκε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Στην υπόθεση εκείνη, το Εφετείο αποφάσισε ότι, το ζήτημα της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας του εξ αποφάσεως οφειλέτη, εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του ίδιου του οφειλέτη, και, κατά συνέπεια, το βάρος της απόδειξης βρίσκεται στους δικούς του ώμους και ο ίδιος θα πρέπει να το αποσείσει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η απόφαση Νικολάου (ανωτέρω) επικροτήθηκε, ουσιαστικά, και στην υπόθεση Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και Δέσπω Παρδαλή, Ποιν. Έφ. 153/2015, ημερ. 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427.
Συμφωνούμε με τα όσα αναφέρθηκαν στη Νικολάου (ανωτέρω), ότι δηλαδή, σύμφωνα με το λεκτικό της διάταξης 3(1)(γ) του Νόμου, η οικονομική ή η φυσική αδυναμία του εξ αποφάσεως οφειλέτη να καταβάλει προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή τις δόσεις που τον διέταξε το Δικαστήριο να καταβάλει, κατά την ημερομηνία πληρωμής τους σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, είναι εξαίρεση στη γενική ποινικοποίηση της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής της δόσης, σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, η οποία προνοείται από το άρθρο 3(1)(γ) και είναι ζήτημα που εμπίπτει στην αποκλειστική γνώση του, εξ αποφάσεως, οφειλέτη. Επομένως, το βάρος της απόδειξης αυτής της εξαίρεσης, εφόσον εμπίπτει και στην αποκλειστική του γνώση, θα πρέπει να το φέρει ο ίδιος ο εξ αποφάσεως οφειλέτης - κατηγορούμενος και όχι ο εξ αποφάσεως πιστωτής - κατήγορος.
Τα προαναφερόμενα συνάδουν, όχι μόνο με την Κυπριακή Νομολογία, αλλά και με τη σχετική Αγγλική Νομολογία. Στην Αγγλία, στην απόφαση R. v. Edwards (1974) 2 All ER 1085, του Αγγλικού Ποινικού Εφετείου, αποφασίστηκε ότι, όταν μια νομοθετική διάταξη ποινικοποιεί συγκεκριμένη πράξη, εκτός αν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις και η πραγματική ερμηνεία της διάταξης είναι η ποινικοποίηση της συγκεκριμένης πράξης, υπό επιφύλαξη, εξαίρεση, δικαιολογία ή προϋπόθεση (proviso, exception, excuse or qualification), τότε η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι η επιφύλαξη, εξαίρεση, δικαιολογία ή προϋπόθεση, δεν ισχύουν.
Το σκεπτικό της υπόθεσης Edwards (ανωτέρω) εφαρμόστηκε και στην υπόθεση R. v. Charles (2010) 4 All ER 553 και σχολιάστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση R. v. Hunt (1986) 1 All ER 184. Στην υπόθεση Hunt (ανωτέρω) (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, όπως ήταν τότε), έγινε ευρεία ανάλυση της νομικής αρχής αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, δυνάμει συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων, και τονίστηκε ότι η αρχή που διατυπώθηκε στην Edwards (ανωτέρω) είναι μεν πολύ χρήσιμη, αλλά οπουδήποτε, σε νομοθετική διάταξη, δεν υπάρχει ρητή πρόνοια ως προς το ποιος έχει το βάρος της απόδειξης, το ζήτημα επαφίεται στην ορθή ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης, την οποία θα πρέπει να δώσει το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει κανόνας δικαίου ότι, το βάρος της απόδειξης μιας, υπό του Νόμου, προβλεπόμενης υπεράσπισης, το έχει ο Κατηγορούμενος μόνο όταν η διάταξη ρητώς προβλέπει κάτι τέτοιο. Είναι δυνατόν, σε μια διάταξη στην οποία δεν προβλέπεται ρητά ότι ο Κατηγορούμενος έχει το βάρος της απόδειξης μιας υπεράσπισης, αυτό σαφώς να συνάγεται, εξυπακουόμενα. Η υπόθεση Hunt (ανωτέρω) ακολουθήθηκε και στην υπόθεση DPP v. Wright (2009) 3 All ER 726.
Με βάση τα προαναφερόμενα, και καθοδηγούμενοι από τις προαναφερόμενες αυθεντίες και αρχές, θεωρούμε ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η προαναφερόμενη εξαίρεση στη γενική ποινικοποίηση της πράξης της μη εμπρόθεσμης καταβολής μιας δόσης από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου, η οποία θεσπίστηκε με το άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου, θα πρέπει να αποδειχθεί, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, από τον ίδιο τον οφειλέτη - κατηγορούμενο, στην προκείμενη περίπτωση, τον Εφεσίβλητο. Αυτό, όχι μόνο συνάδει με την ορθή ερμηνεία του άρθρου 3(1)(γ), αλλά είναι και δίκαιο, εφόσον, αν υπάρχει ή όχι οικονομική ή φυσική αδυναμία του πρωτοφειλέτη να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του, δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου, αυτό το γνωρίζει αποκλειστικά ο ίδιος ο οφειλέτης (Δέστε: Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Λάρνακας v Πολυκολορ Οφφσετ Πριντινγκ Λτδ κ.α. (1995) 2 ΑΑΔ 88).»
Στην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΔΕΣΠΩΣ ΠΑΡΔΑΛΗ, Ποινική Έφεση 153/2015, ημερομηνίας 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, έγινε μεν αναφορά στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω) όμως ούτε τέθηκε, ούτε εξετάστηκε ζήτημα ερμηνείας της φράσης «οικονομική αδυναμία». Τα όσα λέχθηκαν στην ΦΡΑΓΚΟΥΔΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ.: 218/2018, ημερομηνίας 31.10.2019, δεν είναι βοηθητικά εφόσον ο λόγος έφεσης ο οποίος αφορούσε την υπεράσπιση της αδυναμίας συμμόρφωσης είχε αποσυρθεί. Στις υποθέσεις ΝΤΑΓΚΛΑΣ ν. ΚΥΛΙΛΗ, Ποινική Έφεση 76/19, ημερομηνίας 22.4.2020 και ΚΕΣΙΔΗΣ v. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ,, Ποινική Έφεση Αρ. 39/2021, ημερομηνίας 22.12.2021, δεν τέθηκε ούτε και εξετάστηκε ζήτημα ερμηνείας των δύο προνοιών του Νόμου. Δεν έγινε σε αυτές καμία αναφορά στη φράση «οικονομική ή φυσική αδυναμία», η οποία απαντάται στο Άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου, και συνεπώς δεν έγινε σε αυτές διεξοδική ερμηνεία του Νόμου. Καμία εκ των αποφάσεων στις οποίες γίνεται αναφορά στην ΑΣΙΗΚΑΛΗΣ (ανωτέρω), δεν αποτελεί αυθεντία, η οποία να δίδει έρεισμα στην ερμηνεία του Νόμου που δόθηκε από την πλειοψηφία. Περαιτέρω και ουσιωδώς, δεν έγινε αναφορά στο ότι στην CITI (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο επέκτεινε το σκεπτικό της ΝΙΚΟΛΑΟΥ, (ανωτέρω), επεξηγώντας ότι «η οικονομική ή η φυσική αδυναμία του εξ αποφάσεως οφειλέτη να καταβάλει προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή τις δόσεις που τον διέταξε το Δικαστήριο να καταβάλει, κατά την ημερομηνία πληρωμής τους σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, είναι εξαίρεση στη γενική ποινικοποίηση της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής της δόσης».
Όπως προαναφέραμε, στην υπόθεση ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω), η φράση που καλούμαστε να ερμηνεύσουμε περιγράφεται ως υπεράσπιση ενώ στη μεταγενέστερη CITI (ανωτέρω), περιγράφεται ως «επιφύλαξη, εξαίρεση, δικαιολογία ή προϋπόθεση (proviso, exception, excuse or qualification),» ήτοι συστατικό στοιχείο του αδικήματος. H διάκριση έχει χαρακτηριστεί στο σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice 2023, Oxford University Press, ως τεχνητή (artificial), εντούτοις, η επεξήγησή της στο σημείο αυτό, στο πλαίσιο του ερμηνευτικού εγχειρήματος, είναι διαφωτιστική και βοηθητική. Όπως επεξηγείται και στο πιο κάτω απόσπασμα από το εν λόγω σύγγραμμα, ορισμένου τύπου «υπερασπίσεις», ουσιαστικά εξουδετερώνουν συστατικό στοιχείο του αδικήματος, έτσι ώστε εάν αποδειχθούν, αυτό ισοδυναμεί με συμπέρασμα ότι το αδίκημα δεν διαπράχθηκε. Άλλου τύπου υπερασπίσεις, τίθενται σε εφαρμογή όταν το αδίκημα έχει διαπραχθεί, και επενεργούν ώστε ο κατηγορούμενος να απαλλάσσεται, επειδή εφαρμόζεται η συγκεκριμένη υπεράσπιση. Στην σελίδα 56 του εν λόγω συγγράμματος επεξηγείται το ζήτημα ως εξής:
«To treat certain defences as excuses or justifications and to deal with them separately from defences which deny the basic elements of liability is one sense artificial since it has been pointed out, for example, that no one commits any offence unless acting unlawfully and, if D has a defence of justification available, then D has not acted unlawfully and, if D has a defence of justification available, then D has not acted unlawfully and one of the basic elements of liability is missing. Equally, it can be pointed out that the defences treated here as a denial of the elements of liability, such as mistake of fact, may be properly classified as excuses. In the end all classifications are somewhat artificial and are really made for convenience and ease of understanding or exposition. On these grounds it seems sensible to separate out a defence where it is admitted the D voluntarily committed what is prima facie a crime with the state of mind normally sufficient for that offence but at the same time some special circumstances are put forward which D claims excuse or justify the actions. As Lord Wilberforce said of duress in DPP for Northern Ireland v Lynch [1975] AC 653 (at pp.679-80):
[It] is something which is superimposed upon the other ingredients which by themselves would make up an offence, i.e., upon act and intention…the victim completes the act and knows that he is doing so; but the addition of the element of duress prevents the law from treating what he has done a crime. »
Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της φράσης «για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία» στο Άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου, η οποία έχει χαρακτηριστεί στην CITI, (ανωτέρω) ως «εξαίρεση» και της ρητώς αναφερόμενης ως «υπεράσπιση» στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Θεωρούμε ότι ο σκοπός του Νομοθέτη ήταν αφενός να θέσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο Άρθρο 3(1)(γ) και αφετέρου να προβλέψει στο Άρθρο 3(4)(γ) ρητή υπεράσπιση. Δεν μπορεί, επομένως, τα όσα περιοριστικά αναφέρονται σε σχέση με την παρεχόμενη στον Νόμο υπεράσπιση να επηρεάζουν την ευρύτητα του όρου «φυσική ή οικονομική αδυναμία» ως συστατικό του αδικήματος. Η εν λόγω έννοια δεν περιορίζεται με βάση τα όσα προβλέπονται στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Συνεπώς, θεωρούμε ότι δυνάμει του Άρθρου 3(1)(γ) του Νόμου, ο κατηγορούμενος φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι ο λόγος για τον οποίο δεν προέβη σε καταβολή των δόσεων συνίσταται σε οικονομική ή φυσική αδυναμία, χωρίς να πρέπει να αποδείξει ότι αυτή οφείλεται σε μεταβολή των οικονομικών του περιστάσεων από τον χρόνο στον οποίο δέχθηκε την έκδοση διατάγματος ή αποφασίστηκε από το Δικαστήριο η καταβολή αυτής. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αποδείξει την εν λόγω αδυναμία, το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν έχει αποδείξει τα ανωτέρω, του παρέχεται η υπεράσπιση που προβλέπεται ρητώς στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου.
Για σκοπούς πληρότητας θεωρούμε χρήσιμο να επισημάνουμε πως δεν μας διαφεύγει ότι ερμηνεία η οποία αποσυνδέει την έννοια της οικονομικής αδυναμίας με μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του κατηγορούμενου η οποία επήλθε μετά την έκδοση του διατάγματος, θα καθιστούσε ως αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας την εξέταση ζητήματος το οποίο θα έχει ήδη, σε κάθε περίπτωση, αποτελέσει το αντικείμενο της αστικής διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα καταβολής των μηνιαίων δόσεων. Είτε υπήρξε εκ συμφώνου απόφαση, είτε το ζήτημα αποφασίσθηκε κατόπιν ακρόασης, η επανεξέταση της οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου εκ νέου από ομόβαθμο Δικαστήριο, παρουσιάζει εγγενή προβλήματα ως προς την τελεσιδικία, την οικονομία της δίκης και την ομαλή απονομή της δικαιοσύνης. Συνεπώς, η ερμηνεία η οποία δόθηκε από το Εφετείο, στην ΑΣΙΗΚΑΛΗΣ (ανωτέρω), θα διασφάλιζε την αποφυγή των πιο πάνω ανεπιθύμητων συνεπειών.
Από την άλλη, αποτελεί κανόνα ερμηνείας των νόμων, ότι κάθε κανόνας ερμηνείας συχνά υπαναχωρεί, υπέρ του κανόνα που αφορά στην ερμηνεία ποινικών νόμων, ο οποίος προβλέπει ότι δίδεται σε αυτούς, συσταλτική ερμηνεία, έτσι ώστε να ερμηνεύονται κατά τρόπο επιεική προς τον κατηγορούμενο.
Στο σύγγραμμα Cross on Statutory Interpretation, Butterworths, 1976, σελίδα 52 αναφέρονται σχετικά με το σημείο αυτό, τα εξής:
«This is a presumption which is liable to be defeated by other presumptions, and, in criminal cases, it frequently is defeated by the presumption in favour of a strict construction of penal statutes.»
Στο σύγγραμμα Maxwell on The Interpretation of Statutes, Twelfth Edition, Sweet & Maxwell, στη σελίδα 238, αναφέρεται ότι η σχετική αρχή ερμηνείας των ποινικών νόμων περιλαμβάνει και τα εξής λεχθέντα σε αγγλική νομολογία:
«If there are two reasonable constructions we must give the more lenient one. That is the settled rule for the construction of penal sections.»
Αναφορά στον πιο πάνω κανόνα ερμηνείας ποινικών νόμων, έγινε και στις ANTONIOS KOURRIS ν. THE SUPREME COUNCIL OF JUDICATURE, (1972) 3 CLR 390 και SHISTRIS ν. CTO, (1983) 2 CLR 72, EUROFREIGHT LOGISTISS LTD ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, (2006) 2 Α.Α.Δ 29 και POPOV GUEKTOR ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ 338.
Συνακόλουθα των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης 1 και 2 θα πρέπει να πετύχουν.
Παραμένει η άσκηση της διακριτικής μας ευχέρειας αναφορικά με το κατά πόσον θα διαταχθεί επανεκδίκαση της υπόθεσης. Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, (1990) 2 Α.Α.Δ. 133, λέχθηκαν τα εξής:
«Το Άρθρο 25 (3) του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60) καθώς και το Άρθρο 145(1)(δ) του Κεφ. 155, παρέχουν εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του, να διατάξει την επανεκδίκαση ποινικής υπόθεσης οποτεδήποτε κρίνεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι επιρρεπής σε ακύρωση. Η εξουσία για την επανεκδίκαση υπόθεσης δεν επιβάλλει την αυτόματη έκδοση διαταγής οποτεδήποτε κρίνεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι ακροσφαλής. Η απόφαση για επανεκδίκαση ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου μετά την συνεκτίμηση των παραγόντων εκείνων που προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση. Οι παράγοντες αυτοί επεξηγούνται στις υποθέσεις Pierides v. Republic, (1971) 2 C.L.R. 263, Εκδοτική Εταιρεία Κόσμος ν. Της Αστυνομίας (1984) 2 C.L.R. 121, Charalambous v. The Republic (1985) 2 C.L.R. 97 και Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 258. Συνεκτιμούνται και σταθμίζονται όλοι εκείνοι οι παράγοντες οι οποίοι τείνουν να διαμορφώσουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης στις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης. Αφενός, τα συμφέροντα του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με την αρχή του δικαίου ότι είναι κατά κανόνα ανεπιθύμητο για τον πολίτη να υποβάλλεται στη δοκιμασία της δίκης για περισσότερες της μιας φορές και αφετέρου, τα συμφέροντα του δημοσίου για την αποτελεσματική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η σοβαρότητα και η συχνότητα του αδικήματος, το περίπλοκο της υπόθεσης, ο χρόνος ο οποίος έχει διαρρεύσει από την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος, καθώς και η δαπάνη η οποία θα απαιτηθεί για τη νέα δίκη, είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
Λαμβάνουμε, επίσης υπόψη, τα πιο κάτω λεχθέντα στην υπόθεση ASSADOURIAN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1995) 2 Α.Α.Δ. 279:
«Παραμερισμός της καταδικαστικής απόφασης για λόγους όπως αυτοί που συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση, αφήνει ακάλυπτο από δικαστική κρίση το ερώτημα της ενοχής του εφεσείοντα στις κατηγορίες. Δεν είναι όμως πάντοτε δίκαιη η πρόκριση της επανεκδίκασης. Οι αρχές που διέπουν την ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά υποθέσεων, [βλ. Pierides v. Republic (1971) 2 CLR 263, Ekdotiki Eteria Kosmos v. Police (1984) 2 CLR 121, Charalambous v. Republic (1985) 2 CLR 97 Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 258, Δεσπότης ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 287, Σάββας Κακόψητος ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 200, Ανδρέας Σωτηριάδης και άλλος ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, και Lanitis Bros Ltd ν. Ιατρικών Υπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημοσίας Υγείας, (1995) 2 Α.ΑΑ 266. Οι παράγοντες που κατά περίπτωση διαδραματίζουν ρόλο δεν επιδέχονται προκαθορισμό αλλά το κυρίαρχο κριτήριο είναι σταθερό. Η απόφαση λαμβάνεται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως αυτό προσδιορίζεται από την εξισορρόπηση της ανάγκης για ορθή εφαρμογή του Νόμου και των επιπτώσεων πάνω στον κατηγορούμενο.»
Σημειώνουμε πρώτα, τη συχνότητα του αδικήματος. Σε σχέση με το ενδεχόμενο επαχθών επιπτώσεων στην εφεσίβλητη, σημειώνουμε ότι τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα από τον Δεκέμβριο του 2019 μέχρι τον Αύγουστο του 2021. Εκατέρωθεν, παρουσιάστηκε μαρτυρία από έναν μάρτυρα μόνο. Δεν θεωρούμε ότι θα υπάρξουν επαχθείς επιπτώσεις στην κατηγορούμενη εξαιτίας της επανεκδίκασης της υπόθεσης. Συνυπολογίζοντας όλες τις περιστάσεις, καταλήγουμε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με την επανεκδίκαση ενώπιον άλλου Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Λαμβάνοντας υπόψη τη χρονολογία της, είμαστε σίγουροι ότι θα της δοθεί η άμεση προτεραιότητα.
Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση ακυρώνεται. Συμπαρασύρεται και η συνακόλουθη επιβολή της ποινής καθώς και η πρωτόδικη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή ως προς τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας. Διατάσσεται η επανεκδίκαση της υπόθεσης από άλλο Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το συντομότερο δυνατό.
Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψη αφενός το αποτέλεσμα και αφετέρου την ιδιαιτερότητα του νομικού ζητήματος που ηγέρθη, θεωρούμε ότι το ορθότερο είναι όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί τα δικά της.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο