ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 164/2024)
30 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΙΤΣΙΟΣ,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Κ. Χ. Σιαηλής για Σιαηλής & Σιαηλής Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Ξ. Ξενοφώντος (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσείων αντιμετώπιζε, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου, μεγάλο αριθμό κατηγοριών, 33 στο σύνολό τους. Σε 14 από αυτές, η ποινική δίωξη εναντίον του εφεσείοντα αναστάληκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ενώ στις υπόλοιπες, κατόπιν δικής του παραδοχής ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος. Ως το Κακουργιοδικείο αναφέρει στην απόφασή του, οι κατηγορίες 1 και 2 αφορούν σε μεταφορά και κατοχή εκρηκτικών υλών κατά παράβαση του Άρθρου 4(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54, η κατηγορία 3 αφορά σε κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της ημέρας κατά παράβαση του Άρθρου 296(δ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, οι κατηγορίες 4 και 33 αφορούν σε παράνομη κατοχή περιουσίας κατά παράβαση του Άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, οι κατηγορίες 7, 20, 22, 24 και 26 αφορούν σε κλεπταποδοχή κατά παράβαση του Άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η κατηγορία 11 αφορά σε εμπρησμό μηχανοκινήτου οχήματος κατά παράβαση του Άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, οι κατηγορίες 12 και 17 αφορούν σε κλοπή κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 272(1) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η κατηγορία 27 αφορά σε μεταφορά μαχαιριού εκτός κατοικίας κατά παράβαση των Άρθρων 82(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ενώ οι κατηγορίες 28 μέχρι 32 αφορούν τροχαίες παραβάσεις. Στη βάση των όσων εξήγησε στην απόφασή του, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 5 ετών στην κατηγορία 11, 2 ετών στις κατηγορίες 2, 7, 12, 17, 24 και 26, ενός έτους στην κατηγορία 3, 18 μηνών στις κατηγορίες 20 και 22, 8 μηνών στην κατηγορία 28, 6 μηνών στην κατηγορία 27 και 3 μηνών στις κατηγορίες 4, 29 και 33. Για λόγους που εξήγησε, δεν επέβαλε ποινή στις κατηγορίες 1, 30, 31 και 32. Διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές συντρέχουν και έχουν ως έναρξη έκτισής τους την ημερομηνία από την οποία ο εφεσείων τελεί υπό κράτηση για σκοπούς της υπόθεσης.
Ο εφεσείων προσβάλλει την επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή με έναν λόγο έφεσης. Αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η ποινή που επιβλήθηκε είναι έκδηλα υπερβολική καθ' ότι το Κακουργιοδικείο δεν έλαβε υπ' όψιν σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες και ή δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στο σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που τέθηκαν ενώπιόν του και ή έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα σε παράγοντες που χαρακτήρισε ως επιβαρυντικούς και ή λανθασμένα θεώρησε παράγοντες ως επιβαρυντικούς κατά παράβαση της νομολογίας. Αιτιολογικά, προβάλλεται ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψιν οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από τον εφεσείοντα και κυρίως ότι η τέλεση των αδικημάτων οφειλόταν στη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Επίκληση γίνεται του ότι κατόπιν αποφυλάκισης του εφεσείοντα, τον Μάρτιο του 2023, παρά την απόφασή του να μην προβεί σε χρήση ναρκωτικών ουσιών και να βρει εργασία προς αλλαγή της ζωής του, η αδυναμία του να εξεύρει εργασία τον οδήγησε στη χρήση ναρκωτικών ουσιών και, ως αποτέλεσμα, σε εκ νέου παραβατική συμπεριφορά.
Προβάλλεται, περαιτέρω, ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψιν τα δύσκολα παιδικά χρόνια του εφεσείοντα και οι αναφερόμενες προσωπικές περιστάσεις αυτού, οι οποίες αντιστοιχούν στις προσωπικές περιστάσεις που αναφέρθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου.
Προβάλλεται, περαιτέρω, ότι, λανθασμένα το Κακουργιοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν απουσιάζουν στοιχεία προσχεδιασμού και κινήτρου από πλευράς εφεσείοντα ενώ είχε συμφωνήσει με την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι απουσιάζει τέτοιος προσχεδιασμός και κίνητρο. Επίκληση γίνεται των περιστάσεων στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 678.
Παράλληλα, παράλειψη αποδίδεται στο Κακουργιοδικείο ως προς το ότι δεν λήφθηκε υπ' όψιν η μεταμέλεια και η άμεση παραδοχή του εφεσείοντα, παρά την αναφορά του Κακουργιοδικείου ότι αυτά τα στοιχεία λαμβάνονται υπ' όψιν.
Τέλος, προβάλλεται ότι ο εφεσείων δεν αντιμετωπίστηκε ως άτομο λευκού ποινικού μητρώου.
Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή δεν επαφίεται στην υποκειμενική κρίση των μελών του. Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:
«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»
Είναι χρήσιμο να τεθεί το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, ως το Κακουργιοδικείο το κατέγραψε στην απόφασή του:
«Σχετικά με τις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 24
Μεταξύ της 6.8.2023 και 7.8.2023 κλάπηκε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EBP 788 το οποίο ήταν αξίας €4.000 και σταθμευμένο, πρίν την κλοπή, κάτω από πολυκατοικία στην Λεμεσό στην οποία και ο ιδιοκτήτης του οχήματος, Ι. Σ., διέμενε. Την 14.8.2023 η Αστυνομία εντόπισε το εν λόγω αυτοκίνητο κρυμμένο σε αγροτική περιοχή της Πάφου και αυτό το αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος το χρησιμοποιούσε γνωρίζοντας ότι αυτό είχε προηγουμένως κλαπεί (βλ. Κατηγορία 24). Εντός του αυτοκινήτου η Αστυνομία εντόπισε 23 πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 9 χιλιοστόμετρων και 1 πλήρες φυσίγγιο ΔΟΚΟ (βλ. Κατηγορίες 1 και 2) αλλά και εργαλεία τα οποία δύνανται να χρησιμοποιηθούν για διαρρήξεις και τα οποία καταγράφονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3, ήτοι μια πένσα, κατσαβίδια, και φανάρια. Περαιτέρω, στο σημείο που εντοπίστηκε το κλοπιμαίο όχημα, υπήρχαν και διάφορα αντικείμενα για τα οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαία και τα οποία καταγράφονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 4, ήτοι κοσμήματα, δέσμη κλειδιών, κιάλια, ταξιδιωτική βαλίτσα και τσάντα πλάτης, γυαλιά ηλίου, τηλεχειριστήριο, φωτοβολταϊκοί προβολείς, λάμπες αυτοκίνητου, ηλεκτρικά εργαλεία με μπαταρίες και φορτιστές τους, σχοινί δεσίματος, ένα σπαστό φτυάρι, ένα σιαμπάνι οχημάτων καθώς και ένας μεταλλικός ανοιγόμενος καθρέφτης. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος πρίν την 14.8.2023 είχε καταδικαστεί από Δικαστήριο για κακουργήματα κατά περιουσίας, συνδέθηκε επιστημονικά με ένα μεγάλος μέρος των πιο πάνω αντικειμένων.
Σχετικά με τις κατηγορίες 7, 20, 22, 26 και 27
Για κατηγορία 7: Την 1.8.2023, ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HKV 248 είχε προηγουμένως κλαπεί, είχε στην κατοχή του και οδηγούσε αυτό στην Πάφο. Το όχημα HKV xxx ήταν αξίας €5.000 ‑ €6.000 και ιδιοκτησίας του Χ. Μ.. Κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης πρατηρίου βενζίνης κατέγραψε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το πιο πάνω όχημα.
Για κατηγορία 26: Την 13.8.2023, ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] είχε προηγουμένως κλαπεί, είχε στην κατοχή του και οδηγούσε αυτό στη Λεμεσό. Το όχημα KHY xxx ήταν αξίας €6.000 και ιδιοκτησίας του Μ. Γ.. Ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από την Αστυνομία να οδηγεί το εν λόγω αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να συλληφθεί.
Για κατηγορίες 22 και 20: Όταν ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε την 13.8.2023 να οδηγεί το πιο πάνω αυτοκίνητο [ ] αυτό έφερε πινακίδες εγγραφής με αρ. AAL xxx. Οι εν λόγω πινακίδες εγγραφής με αρ. ALL xxx είχαν κλαπεί μεταξύ της 12.8.2023‑13.8.2023 από αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της Ε. Π. Και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι εν λόγω πινακίδες εγγραφής ήταν προϊόν κλοπής. Εντός του αυτοκινήτου KHY xxx που οδηγούσε ο κατηγορούμενος εντοπίστηκαν και πινακίδες εγγραφής με αρ. ABF xxx. Επρόκειτο για πινακίδες εγγραφής που είχαν κλαπεί από αυτοκίνητο εγγεγραμμένο σε πρόσωπο που είχε αποβιώσει και το οποίο ήταν σταυθμευμένο έξω από σπίτι στο οποίο διέμενε και ο υιός του αποβιώσαντος. Ο κατηγορούμενος και σε αυτή την περίπτωση γνώριζε ότι οι εν λόγω πινακίδες εγγραφής ήταν προϊόν κλοπής.
Για κατηγορία 27: Όταν ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε την 13.8.2023 να οδηγεί το πιο πάνω αυτοκίνητο KHY xxx, σε σωματική έρευνα που του έγινε εντοπίστηκε σε τσαντάκι που έφερε ένα πτυσσόμενο μαχαίρι τύπου σουγιά με ελατήριο.
Σχετικά με κατηγορίες 11 και 12
Την 6.7.2023 και ενώ προηγουμένως είχε καταδικαστεί για κλοπή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε δύο υποθέσεις, ο κατηγορούμενος έκλεψε το αυτοκίνητο με αρ. Εγγραφής EYP xxx αξίας €4.000 το οποίο ο ιδιοκτήτης του, Λ. Δ., είχε σταθμευμένο απέναντι από κολυμβητήριο στη Γεροσκήπου. Την ίδια ημέρα η σύζυγος του ιδιοκτήτη του πιο πάνω οχήματος αντιλήφθηκε το όχημα του συζύγου της να εισέρχεται σε πρατήριο βενζίνης στην Γεροσκήπου. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αντιλήφθηκε την εν λόγω κυρία να προσπαθεί να δει ποιος οδηγούσε το όχημα EYP xxx, αναχώρησε τάχιστα από το μέρος οδηγώντας το εν λόγω αυτοκίνητο. Την 7.7.2023 και με σκοπό να καλύψει κάθε ίχνος μαρτυρίας που τον σύνδεε με την προαναφερόμενη κλοπή, ο κατηγορούμενος, σε αγροτική περιοχή του χωριού Αχέλεια, έθεσε φωτιά στο αυτοκίνητο EYP xxx με την χρήση πετρελαιοειδών τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του εν λόγω αυτοκινήτου το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς. Να σημειωθεί ότι μέλος της Αστυνομίας που παρατήρησε στιγμιότυπα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του προαναφερόμενου πρατηρίου βενζίνης, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως οδηγό του κλοπιμαίου οχήματος κατά την 6.7.2023.
Σχετικά με την κατηγορία 17
Μεταξύ των ωρών 23:00 της 11.8.2023 και 02:05 της 12.8.2023, ο κατηγορούμενος, ο οποίος προηγουμένως είχε καταδικαστεί για κλοπή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε δύο υποθέσεις, έκλεψε το αυτοκίνητο με αρ. Εγγραφής UE xxx αξίας €2.000 το οποίο ο ιδιοκτήτης του, Λ. Ν., είχε σταθμευμένο έξω από την πολυκατοικία που διαμένει στη Πάφο. Η Αστυνομία κατέληξε στην σύλληψη του κατηγορούμενου όταν, μεταξύ άλλων, αυτός αναγνωρίστηκε από υπάλληλο περιπτέρου ως πρόσωπο που οδηγούσε το κλοπιμαίο αυτοκίνητο περί ώρα 01:05 της 12.8.2023.
Σχετικά με τις κατηγορίες 28 μέχρι 32
Την 7.6.2023 ο κατηγορούμενος, εναντίον του οποίου εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης, οδηγούσε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδηγήσεως, χωρίς να υπάρχει πιστοποιητικό ασφάλισης της ευθύνης του ως οδηγού έναντι τρίτου αλλά και χωρίς να υπάρχει πιστοποιητικό καταλληλότητας για το εν λόγω όχημα το οποίο είχε μάλιστα δηλωθεί ως ακινητοποιημένο από την 23.5.2023. Παρά το ότι οι πραγματικοί αριθμοί εγγραφής του εν λόγω αυτοκινήτου του είναι EYN xxx, κατά τον πιο πάνω χρόνο οδήγησης από τον κατηγορούμενο αυτό έφερε πινακίδες με αρ. Εγγραφής EEX xxx που ανταποκρίνονται σε άλλο όχημα. Να σημειωθεί ότι μέλος της Αστυνομίας αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως οδηγό του πιο πάνω μηχανοκίνητου οχήματος κατά την 7.6.2023.
Σχετικά με την κατηγορία 33
Την 8.6.2023 δύο πρόσωπα που φορούσαν κουκούλες επέβαιναν σε αυτοκίνητο μάρκας RAV‑4 το οποίο δεν έφερε πινακίδες εγγραφής στο πίσω μέρος. Η Αστυνομία, η οποία πληροφορήθηκε για τα πιο πάνω, εντόπισε το πιο πάνω όχημα στην Μεσόγη και αφού το εν λόγω όχημα, στην προσπάθεια του να αποφύγει τα αστυνομικά οχήματα, συγκρούστηκε κατά τον τρόπο που οδηγείτο σε περιτοίχισμα οικίας, ακινητοποιήθηκε στον δρόμο. Ο οδηγός του βγήκε από το παράθυρο του οχήματος και τράπηκε σε φυγή. Εντός του οχήματος αυτού, το οποίο ήταν αξίας €1.500 και είχε κλαπεί μεταξύ των ημερομηνιών 7.8.2023‑8.8.2023 από τον ιδιοκτήτη του Μ. Χ., εντοπίστηκαν διάφορα αντικείμενα με τα οποία ο κατηγορούμενος συνδέθηκε επιστημονικά.»
Το Κακουργιοδικείο κατέγραψε, επίσης, τα όσα η πλευρά του εφεσίβλητου έθεσε ενώπιόν του, τόσο σε σχέση με τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, όσο και σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, στα οποία, με λεπτομέρεια, αναφέρθηκε μεταγενέστερα στην απόφασή του. Με αναφορά στις προβλεπόμενες ποινές για τα υπό κρίση αδικήματα, οι οποίες περιλαμβάνουν πολυετείς ποινές φυλάκισης, στις νομολογιακές αρχές που αφορούν την επιβολή ποινής για αυτά, αλλά και προηγούμενες επιβληθείσες ποινές, ως καθοδηγητικές, και με αναφορά στα ελαφρυντικά τα οποία απέδωσε στον εφεσείοντα, το Κακουργιοδικείο κατέληξε στις πιο πάνω αναφερθείσες ποινές.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα του εφεσείοντα. Όσον αφορά τις συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, την παραδοχή και το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, είναι με μεγάλη λεπτομέρεια που το Κακουργιοδικείο κατέγραψε και ανέλυσε τον τρόπο που αυτά λήφθηκαν υπ' όψιν. Κρίνουμε ορθό, υπό τις περιστάσεις, να παραθέσουμε το κάτωθι εκτενές απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, από το οποίο διαπιστώνεται η επάρκεια της από μέρους του Κακουργιοδικείου ανάλυσης:
«1. Λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του κατηγορούμενου για την απο μέρους του διάπραξη των αδικημάτων στα οποία και αφορούν οι κατηγορίες που έχει παραδεχθεί. Έστω και αν τα περιθώρια του κατηγορούμενου για διαφορετική στάση στις εν λόγω κατηγορίες ήταν περιορισμένα λόγω και της εναντίον του διαθέσιμης για την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρίας, η παραδοχή του αυτή, η οποία αποκαλύπτει και την μεταμέλεια του την οποία επίσης λαμβάνουμε υπόψη (βλ. Μεταξύ άλλων Ποινική Έφεση 8/16 Ανδρέας Τραντά ν. Αστυνομίας, ημερ. 14.11.2016 όπου λέχθηκε «η παραδοχή είναι η μόνη απτή απόδειξη μεταμέλειας ενός ατόμου, το οποίο συνειδητοποιώντας πλέον τα λάθη του και απολογούμενο γι' αυτά υπόσχεται την μη επανάληψη τους στο μέλλον.»), εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο που σε διαφορετική περίπτωση και στα πλαίσια ενάσκησης του απόλυτου του δικαιώματος για μη παραδοχή θα έπρεπε να αναλωθεί, εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου η οποία, ως η νομολογία ορίζει, είναι ικανή, στον κατάλληλο υπό τις περιστάσεις βαθμό, να διαδραμματίσει ρόλο και προς όφελος του κατηγορούμενου στην ποινή που θα του επιβληθεί (βλ. Μεταξύ άλλων Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28 όπου λέχθηκε «η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος δικαστικός χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης.»).
2. Παρά το ότι σε σοβαρής φύσεως αδικήματα τα οποία μάλιστα παρουσιάζουν έξαρση, ως δηλαδή και κάποια εξ αυτών που ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει (βλ. Μεταξύ άλλων κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών, αδικήματα κατά περιουσίας άλλων, μαχαιροφορία και εμπρησμό), προεξάρχουσας σημασίας είναι η αποτροπή, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, προς εκτέλεση του δικαστικού καθήκοντος μας για εξατομίκευση της ποινής το οποίο ακόμα και εντός του προαναφερόμενου πλαισίου ουδόλως ατονεί ή μειώνεται, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως αυτές προκύπτουν από την σχετική έκθεση του τμήματος κοινωνικών υπηρεσιών που βρίσκεται ενώπιον μας σε συνδυασμό με τα λεγόμενα του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατά την αγόρευση προς μετριασμό της ποινής. Πιο συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος σήμερα δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες (επίσης λαμβάνεται υπόψη), είναι 27 ετών, άγαμος και πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 9 ετών το οποίο απέκτησε στα πλαίσια σχέσης που διατηρούσε στο παρελθόν. Το παιδάκι αυτό, λόγω της παραβατικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου αλλά και αδυναμιών της μητέρας στην άσκηση του ρόλου της ως γονιού, τελεί σήμερα υπό την φροντίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ενώ μέχρι πρότινος φιλοξενείτο στην Παιδική Στέγη. Υπό την φροντίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και φιλοξενούμενος σε κρατικό ίδρυμα, ήταν και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ως παιδί καθώς στην ηλικία των 5 ετών οι γονείς του χώρισαν, η μητέρα του φάνηκε ότι δεν μπορούσε να ασκήσει τον γονικό της ρόλο ενώ ο πατέρας, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τον Νόμο, εγκατέλειψε τόσο την χώρα όσο και τον κατηγορούμενο και τα δύο του αδέλφια. Τον Χρίστο, 29 ετών σήμερα, άγαμο και άτεκνο και την Ιφιγένεια, 25 ετών σήμερα και με ιστορικό ουσιοεξάρτησης και εκδήλωσης παραβατικής συμπεριφοράς. Στην ηλικία των 14 ετών και έχοντας διακόψει την φοίτηση του στην Τεχνική Σχολή Πάφου, ο κατηγορούμενος εθίστηκε στα ναρκωτικά με αποτέλεσμα την εμπλοκή του σε διάφορες περαιτέρω παράνομες δραστηριότητες όπως κλοπές και διαρρήξεις. Ο εθισμός του αυτός σε συνδυασμό με την επαγγελματική αδράνεια και την αποτυχία του να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά μέσα από ανοικτά προγράμματα τέτοιας φύσεως στα οποία συμμετείχε στο παρελθόν, οδήγησαν και οδηγούν τον κατηγορούμενο στην εκδήλωση παραβατικής συμπεριφοράς. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ευρισκόμενος υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης διατηρεί συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, εκφράζει πλέον επιθυμία όπως αναπτύξει σταδιακά πιο σταθερή επικοινωνία με το παιδί του ηλικίας σήμερα 9 ετών.
3. Ως έχει τεθεί ενώπιον μας και δεν έχει αμφισβητηθεί, ο κατηγορούμενος, εθισμένος από τα ναρκωτικά και υπό την συνεχή επήρρεια τέτοιων ουσιών, διέπραξε σε συγκεκριμένη, σχετικά μικρής διάρκειας περίοδο, τα αδικήματα για τα οποία καλούμαστε να του επιβάλουμε ποινή. Δεν έχουμε αμφιβολία, λαμβάνοντας γνώση και απο άλλες υποθέσεις οι οποίες έχουν τεθεί ενώπιον μας προς εκδίκαση και στις οποίες εμπλέκονταν χρήστες ναρκωτικών, ότι επίκεντρο στην ζωή ενός χρήστη ναρκωτικών ουσιών αποτελεί η εξασφάλιση της δόσης του προς ικανοποίηση της εξάρτησης του. Τις πλείστες φορές, ένας χρήσης ναρκωτικών ουσιών δεν εργάζεται, είτε γιατί δεν έχει συνεπεία της εξάρτησης του την επιθυμία ή και την δύναμη να εργαστεί, είτε γιατί εκ της αναπόφευκτης αλλοίωσης της συμπεριφοράς του συνεπεία της χρήσης ναρκωτικών ουσιών ή των κινδύνων που συνεπεία αυτής ελλοχεύουν για όσους βρίσκονται στο περιβάλλον που αυτός κινείται, ουδείς επιθυμεί να τον εργοδοτεί. Χωρίς εργασία λοιπόν και χωρίς πηγή εισοδήματος, ως και ο ενώπιον μας κατηγορούμενος, ο χρήστης ναρκωτικών αναζητεί τρόπους προς εξεύρεση χρημάτων έτσι ώστε να εξασφαλίσει την δόση του και να ικανοποιήσει την εξάρτηση του. Σε αυτό το πλαίσιο και ως υποχείριο της δύναμης του εθισμού του στα ναρκωτικά, ένας χρήστης δεν έχει εσωτερικά την δύναμη να αντισταθεί σε εκείνα που υπό συνθήκες κανονικότητας ενδεχόμενα ουδέποτε να έπραττε. Έτσι και ο ενώπιον μας κατηγορούμενος, ως προκύπτει και από τα λεγόμενα του ιδίου στην λειτουργό κοινωνικών υπηρεσιών, κύλησε δυστυχώς από καιρό στον κόσμο του εγκλήματος και δυστυχώς φαίνεται ότι δεν σταμάτησε μέχρι και την σύλληψη του για τα αδικήματα για τα οποία καλούμαστε να του επιβάλουμε ποινή. Δυστυχώς τα όσα το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει μέσα από αποφάσεις του (βλ. Ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 79/2019, ημερ. 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B173), δηλαδή ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών οδηγεί όλο και περισσότερους συνανθρώπους μας, κυρίως νέους, στην εξαθλίωση, επιβεβαιώνοντας για ακόμα μια φορά. Διότι περί εξαθλίωσης πρόκειται όταν ένας νέος άνθρωπος ως και ο ενώπιον μας κατηγορούμενος, ο οποίος βίωσε την εγκατάλειψη των γονιών του και την ανάγκη να τυγχάνει φροντίδας από κρατικές υπηρεσίες και όχι από τους γονείς του, με την έκνομη δράση του καταλήγει να φέρει το βάρος της ευθύνης ότι τούτη την στιγμή θέτει το παιδί του ηλικίας 9 ετών στην ίδια θέση που αυτός βρισκόταν ως παιδί. Δηλαδή χωρίς στήριξη των γονιών του και υπό την φροντίδα του Κράτους το οποίο μέμφεται σήμερα η πλευρά του κατηγορούμενου για την μη αναστροφή της κατάστασης του τελευταίου. Δεν θα διαφωνήσουμε με τον κ. Σιαηλή ότι το Κράτος είχε και έχει υποχρέωση παροχής βοήθειας σε χρήστες ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την απεξάρτηση και την ομαλή ένταξη ή επανένταξη στο κοινωνικό σύνολο. Η όποια βοήθεια δύναται όμως το Κράτος να παρέχει δεν μπορεί να έχει αντίκρισμα εάν ο ίδιος ο χρήστης ναρκωτικών ουσιών δεν επιθυμεί την απεξάρτηση του. Το λέμε αυτό γιατί είναι με λύπη που παρατηρούμε ότι στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αλλά και στην αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, πέραν της συνεργασίας του κατηγορούμενου με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για λόγους που δεν αποκαλύπτονται, δεν εντοπίζουμε την όποια αναφορά περί έστω πρόθεσης συμμετοχής του κατηγορούμενου σε προγράμματα απεξάρτησης που λαμβάνουν χώρα εντός των Κεντρικών Φυλακών, εκ των πραγμάτων δηλαδή κλειστά προγράμματα απεξάρτησης για τα οποία το Κράτος, παρά τα όσα του καταλογίζει η πλευρά του κατηγορούμενου, έχει μεριμνήσει προς βοήθεια των χρηστών ναρκωτικών ουσιών που βρίσκονται στις Φυλακές (βλ. Fedorov v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 40/2021, ημερ. 20.7.2021).»
Παράλληλα, το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε και με την εισήγηση της Υπεράσπισης για απουσία προσχεδιασμού και κινήτρου από πλευράς εφεσείοντα, με σχετική αναφορά στην ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ (ανωτέρω). Δεν συμφωνούμε με το τί ο εφεσείων προβάλλει σχετικά. Δεν συμφώνησε το Κακουργιοδικείο με την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι απουσιάζει από την ενώπιον του περίπτωση ο προσχεδιασμός και το κίνητρο. Εκείνο που συμφώνησε το Κακουργιοδικείο με τον ευπαίδευτο συνήγορο είναι ότι «απουσιάζει από την ενώπιον μας περίπτωση ο ιδίου τύπου προσχεδιασμός και κίνητρο». Για να εξηγήσει ότι «Θα διαφωνήσουμε όμως με την θέση ότι στοιχεία προσχεδιασμού και κινήτρου απουσιάζουν στην περίπτωση του ενώπιον μας κατηγορούμενου ο οποίος, ως είναι κοινώς αποδεκτό, αφού αντιλήφθηκε ότι πρόσωπο τον είχε δεί να οδηγά το κλεμμένο αυτοκίνητο και θα μπορούσε να τον περιγράψει στην Αστυνομία, με κίνητρο του την εξαφάνιση όποιων στοιχείων θα μπορούσαν να τον συνδέσουν με την κλοπή του αυτοκινήτου, μετέφερε αυτό σε αγροτική περιοχή και του έθεσε φωτιά με την χρήση πετρελαιοειδών στο εσωτερικό και εξωτερικό του με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή του αυτοκινήτου αυτού αδιαφορώντας, ως έχουμε προαναφέρει, για την καταστροφή της περιουσίας ενός συνανθρώπου του ο οποίος, ως ορθά και με ειλικρίνεια ανέφερε και ο κ. Σιαηλής κατά την αγόρευση του, σε τίποτα δεν του είχε φταίξει».
Είναι ορθή η διαπίστωση του Κακουργιοδικείου επί του προκειμένου και ουδεμία παράλειψη ή αντιφατικότητα προκύπτει να υφίσταται στο σκεπτικό του. Ορθά, επίσης, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπ' όψιν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε πρόσωπα τα οποία διαπράττουν τέτοια αδικήματα τα οποία «δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών της χώρας».
Είναι γεγονός ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσείοντα επικεντρώθηκε ουσιαστικά στην επιχειρηματολογία του στην επιβληθείσα ποινή για το αδίκημα του εμπρησμού. Λογικό, άλλωστε, αφού για αυτό το αδίκημα είναι που επιβλήθηκε 5ετής φυλάκιση. Υπενθυμίζεται ότι για το εν λόγω αδίκημα η προβλεπόμενη ποινή ανέρχεται σε ποινή φυλάκισης 14 ετών.
Έχει κατ' επανάληψη αναφερθεί ότι το αδίκημα του εμπρησμού είναι από τη φύση του σοβαρό λόγω των εγγενών κινδύνων και των ολέθριων συνεπειών που δυνατόν να προκύψουν, τόσο σε περιουσία, όσο και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για τη ζωή ακόμα και ανυποψίαστων πολιτών. Πρόκειται για αδίκημα το οποίο όχι μόνο επηρεάζει το συνταγματικά καταχωρημένο δικαίωμα του ατόμου για απόλαυση της περιουσίας του, αλλά παράλληλα ενέχει μεγάλο κίνδυνο από τη διάπραξή του. Όπως έχει υποδειχθεί στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 125, το κοινό πρέπει να προστατευτεί από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματά τους, αλλά δημιουργούν και στους πολίτες αισθήματα ανασφάλειας και φόβο για επικράτηση της παρανομίας. Η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων έγκειται, επιπλέον, στην έξαρση που η διάπραξη τους παρουσιάζει. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. ΠΙΣΚΟΠΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1999) 2 Α.Α.Δ. 342). Ανάλογες αρχές ισχύουν και για τα υπόλοιπα υπό κρίση αδικήματα τα οποία στρέφονται κατά της περιουσίας, ενώ τέλεσή τους αυξάνει το αίσθημα ανασφάλειας στην κοινωνία.
Υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, στο σύνολό τους, δεν εντοπίζουμε σφάλμα, είτε στον τρόπο με τον οποίο το Κακουργιοδικείο προσέγγισε τα υπό κρίση αδικήματα και την αρμόζουσα για αυτά ποινή και ύψος αυτής, είτε στον τρόπο με τον οποίο αποφάσισε αυτά. Δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε αναντιστοιχία στις ποινές που επιβλήθηκαν με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε εντοπίζουμε οποιαδήποτε απόκλιση της επιβληθείσας ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ουδόλως οι επιβληθείσες ποινές μπορούν να χαρακτηριστούν έκδηλα υπερβολικές. Διαπιστώνεται η υπό τις περιστάσεις επιβολή ισορροπημένων και δίκαιων ποινών, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των ελαφρυντικών στοιχείων που θα μπορούσαν να αποδοθούν στον εφεσείοντα.
Επειδή, κατά την αγόρευσή του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσείοντα εισηγήθηκε ότι τυχόν επικύρωση της 5ετούς φυλάκισης θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα υπάρχει κίνητρο πλέον στους αδικοπραγούντες να παραδεχτούν και να εξοικονομείται με αυτόν τον τρόπο πολύτιμος χρόνος, θεωρούμε χρήσιμο να σχολιάσουμε το εξής. Το έργο των Δικαστηρίων δεν είναι, ούτε πρέπει να είναι η επιβολή ποινών τέτοιων που να δίδουν κίνητρο σε αδικοπραγούντες να παραδεχτούν. Με άλλα λόγια, η ποινή δεν θα πρέπει να προσαρμόζεται στο τι θα ικανοποιούσε τον παραβάτη ώστε να παραδεχτεί την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τέτοια θεώρηση θα ήταν τραγική για την κοινωνία. Η ποινή θα πρέπει να είναι δίκαιη και ισορροπημένη και να λαμβάνει υπ' όψιν όλα όσα η νομολογία επιβάλλει ώστε να ικανοποιεί τους πολλαπλούς σκοπούς που μία ποινή επιβάλλεται να εξυπηρετήσει. Εναπόκειται στον εκάστοτε κατηγορούμενο, με βάση τα ορθά κριτήρια, να κρίνει κατά πόσον επιθυμεί να παραδεχτεί ή όχι την τέλεση ενός αδικήματος.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνουμε αβάσιμο τον προβαλλόμενο λόγο έφεσης.
Η παρούσα έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο