LIVIU SIRBU v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 164/2026, 30/6/2026
print
Τίτλος:
LIVIU SIRBU v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 164/2026, 30/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 164/2026)

 

30 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

LIVIU SIRBU,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

__________________________________

 

Π. Ανδρονίκου για Χρίστος Κ. Φελλάς και Σ. Οικονόμου (κα), για τον Εφεσείοντα

Ζ. Κούμουρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσείων παραπέμφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας ενώπιον του Κακουργιοδικείου αναφορικά με υπόθεση που αφορά αριθμό κατηγοριών βίας στην οικογένεια. Αποδίδονται στον εφεσείοντα, αναφορικά με συγκεκριμένο περιστατικό πράξεις που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, απειλή και συμπεριφορά με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη σε γυναίκα και, αναφορικά με άλλο περιστατικό, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κοινή επίθεση, απειλή βιαιοπραγίας και συμπεριφορά με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη σε γυναίκα. Αποδίδονται, επίσης, πέραν των ως άνω, κοινή επίθεση και πρόκληση ψυχικής βλάβης σε γυναίκα κατά συγκεκριμένη περίοδο.

 

Ζητήθηκε η κράτηση του εφεσείοντα στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων αλλά και του κινδύνου επηρεασμού μαρτυρίας από μέρους του. Στη βάση των όσων το πρωτόδικο Δικαστήριο εξηγεί στην απόφασή του, διατάχθηκε η κράτηση του εφεσείοντα μέχρι τη δικάσιμο εμφάνισής του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, η οποία ορίστηκε να είναι στις 8.7.2026.

 

Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη κρίση με έξι συνολικά λόγους έφεσης. Ο πρώτος λόγος έφεσης προβάλλει σφάλμα αρχής από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τις νομολογιακές αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων και του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Προβάλλεται, συναφώς, ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και λανθασμένη δεδομένου του λευκού ποινικού μητρώου του εφεσείοντα το οποίο αντιπαρατίθεται στην αναφερόμενη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ροπή του σε αδικήματα.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελή προσέγγιση σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία ώστε να καταδείξει κίνδυνο επαναδιάπραξης άλλων αδικημάτων.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη. Προβάλλεται αοριστία στην πρωτόδικη κρίση η οποία δεν έλαβε υπ’ όψιν τα προσωπικά περιστατικά και τους προσωπικούς λόγους του εφεσείοντα οι οποίοι δικαιολογούσαν την απόλυσή του με εγγύηση.

 

Ο τέταρτος λόγος έφεσης προβάλλει εσφαλμένη κατάληξη ως προς τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, ενώ ο πέμπτος λόγος έφεσης, και πάλι, προβάλλει εσφαλμένη εφαρμογή των σχετικών με το ζήτημα νομολογιακών αρχών χωρίς εξέταση εναλλακτικών όρων οι οποίοι προτάθηκαν από την Υπεράσπιση.

 

Τέλος, ο έκτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένη προσέγγιση σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας σε ό,τι αφορά το θέμα επηρεασμού μαρτυρίας. Προβάλλεται ότι με δεδομένο ότι η παραπονούμενη βρίσκεται σε προστατευόμενο χώρο όπου φιλοξενείται, σε κανένα σημείο της απόφασης δεν καταδεικνύεται πιθανολόγηση επηρεασμού μαρτύρων, ούτε υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν σε τέτοιο συμπέρασμα.

 

Μας έχουν απασχολήσει τα όσα εγείρονται με την παρούσα έφεση, έχοντας ακούσει και την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών επί αυτών. Έχουμε, επίσης, εξετάσει καθετί σχετικό με την υπό κρίση διαδικασία, περιλαμβανομένης της πρωτόδικης απόφασης αλλά και όσων τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ως κατ' επανάληψη έχουμε υποδείξει, αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286

 

Από το περιεχόμενο των λόγων έφεσης, διαπιστώνεται ότι οι πρώτοι πέντε λόγοι έφεσης αφορούν τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων με συναφή ή και επαναλαμβανόμενα ζητήματα. Η συνάφεια των λόγων έφεσης αυτών καθιστά ευχερές το να εξεταστούν παράλληλα. Ο έκτος λόγος έφεσης, ο οποίος αφορά τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων, τυγχάνει ξεχωριστής εξέτασης.

 

Από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επαρκώς αποτύπωσε τις νομολογιακές αρχές που το αφορούν. Στην MERZO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 57/2026, ημερομηνίας 13.3.2026, αναφερθήκαμε στην IGNATOVA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 268/2025, ημερομηνίας 14.10.2025 και στο κάτωθι απόσπασμα:

 

«Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29.5.2025 λέχθηκαν τα εξής, αναφορικά με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων:

«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής:

«(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.
(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.

 (3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά:

 

«Εν προκειμένω, σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει κατηγορίες αναφορικά με ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αντιθέτως, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει αφορούν επαναλαμβανόμενα περιστατικά. Τα περιστατικά αυτά είναι συναφή μεταξύ τους και συγκεκριμένα ενέχουν το στοιχείο της άκρατης βίας απέναντι στο ίδιο πρόσωπο, δηλαδή απέναντι στην Παραπονούμενη και συμβία του. Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι η συνολική αποτίμηση της παρούσας υπόθεσης παρουσιάζει τέτοιες εγγενείς ενδείξεις που δημιουργούν ισχυρή εντύπωση ότι αν αφεθεί ο Κατηγορούμενος ελεύθερος υπάρχει κίνδυνος διάπραξης νέων ομοειδών αδικημάτων από μέρους του. Συνεπώς ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια και εγκρίνω το αίτημα της κατηγορούσας Αρχής κάτω από αυτή τη βάση. Το γεγονός ότι η Παραπονούμενη μετέβη σε προσωρινή στέγη φιλοξενίας της οργάνωσης ΣΠΑΒΟ, συνεκτιμήθηκε από μέρους μου, αλλά δεν θεωρώ ότι αυτό το στοιχείο από μόνο του στην προκειμένη περίπτωση είναι ικανό να μετριάσει τον κίνδυνο διάπραξης ομοειδών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο.»

 

Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην ως άνω πρωτόδικη κρίση. Από τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα, ήταν πλήρως δικαιολογημένη η κατάληξή του αυτή. Παράλληλα, διδόταν επαρκής εξήγηση για τα εν λόγω συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ενώ σε κανένα σημείο της απόφασής του το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του εφεσείοντα, αφού εύστοχα υπέδειξε ότι πρόκειται για ισχυρισμούς που προβάλλονται εκ μέρους των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίοι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ωσάν να πρόκειται για αποδεδειγμένα γεγονότα.

 

Κρίνουμε ότι δεν παρέχεται πεδίο επέμβασής μας στην επί του προκειμένου ζητήματος πρωτόδικη κρίση αφού δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα σε αυτήν. Αβάσιμοι κρίνονται οι λόγοι έφεσης 1‑5. 

 

Ως περαιτέρω αναφέραμε στην MERZO (ανωτέρω):

 

«Ως έχουμε υποδείξει στην ΝΕΣΤΩΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 26/2026, ημερομηνίας 10.2.2026:

«Έχοντας, συνεπώς, κριθεί ότι υφίστατο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι την επόμενη δικάσιμο, το θέμα τελειώνει εδώ. Ως λέχθηκε στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109: «Έχουμε την άποψη πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου με εγγυήσεις.  Η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας».

(Βλ. Επίσης ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 309/2025, ημερομηνίας 13.1.2026, ΦΛΟΥΡΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 41/2026, 42/2026, 43/2026, 44/2026 και 45/2026, ημερομηνίας 27.2.2026).»»

 

Επομένως, τα ως άνω προκρίνουν το αποτέλεσμα της παρούσας έφεσης καθ' όσον αφορά τη διαταγή κράτησης του εφεσείοντα αφού αυτοτελείς είναι οι πυλώνες κάτω από τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση.

 

Για σκοπούς πληρότητας, όμως, θα εξετάσουμε και τον έκτο λόγο έφεσης, ως επιπλέον βάση για την οποία κρίθηκε αναγκαία η κράτηση του εφεσείοντα.

 

Άφθονη είναι η νομολογία επί των αρχών που αφορούν τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Ενδεικτική αναφορά μπορεί να γίνει στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. BOUREL Κ.Α., Ποινική Έφεση 206/2021, ημερομηνίας 28.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:B593:

 

«Εκείνο που εξετάζει το Δικαστήριο όσον αφορά τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για τέτοιο επηρεασμό είναι εύλογα δικαιολογημένοι στη βάση, βεβαίως, της μαρτυρίας  που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Σιημητρά ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 397).Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεαστούν μάρτυρες. Στη Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 90, τονίστηκε πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων κατηγορίας αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Το Δικαστήριο θα διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου, αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος/πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων Το ζητούμενο δεν είναι αν θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων αλλά η πιθανολόγηση επηρεασμού μαρτύρων (Χολίεφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 302/2018, ημερ. 4/2/2019, ECLI:CY:AD:2019:B31). Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων δεν αποτιμάται ως να είναι η δίκη του ατόμου, αλλά περί πιθανότητας ο λόγος, δικαιολογημένης βεβαίως, όπως έχει λεχθεί, μεταξύ άλλων στη Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 689, Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας, πιο πάνω, Φανιέρος ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 472 και Χουσεΐν ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 80/2019, ημερ.8/7/2019.  Η προσπάθεια ή η εκδήλωση επηρεασμού μαρτύρων σαφώς και καθιστά τον εν λόγω κίνδυνο υπαρκτό.»

 

(Βλ. επίσης ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ESAIFAN Κ.Α., Ποινικές Εφέσεις 139, 140, 141/2026, ημερομηνίας 10.6.2026).

 

Επί του προκειμένου, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε δικαιολογημένο τέτοιο κίνδυνο ως αποτέλεσμα του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης αλλά και της φύσης αυτής. Χαρακτηριστικά, παραπομπή γίνεται σε θέση της παραπονούμενης ότι για το παλαιότερο σε χρόνο περιστατικό η ίδια ψευδώς ανέφερε ότι έπεσε από τις σκάλες επειδή λυπήθηκε τον εφεσείοντα και επειδή αυτός της ζήτησε συγγνώμη. Αναφορά, επίσης, γίνεται στην ιδιαίτερη σχέση μεταξύ παραπονούμενης και εφεσείοντα, στη βίαιη φύση αυτού και στις απειλές που αυτός κατά καιρούς απευθύνει προς την παραπονούμενη, συνθήκες που καθιστούν δικαιολογημένο τον κίνδυνο επηρεασμού της μαρτυρίας σε περίπτωση που ο εφεσείων αφήνετο ελεύθερος με όρους.

 

Από τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως επιμαρτυρείται από το σχετικό πρακτικό της διαδικασίας, προκύπτει ότι, μετά το πρώτο χρονικά περιστατικό, ο εφεσείων απείλησε την παραπονούμενη, η οποία και δικαιολόγησε ψευδώς τους τραυματισμούς της. Δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε άνευ σημασίας η συμπερίληψη τέτοιων απειλών στα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε, εξηγώντας την ως άνω κατάληξή του. Τα ως άνω συμπεράσματά του δεν φαίνεται να είναι παράλογα, δεδομένων των όσων είχαν τεθεί ενώπιόν του. Μπορεί να μην υπήρξε μαρτυρία για άμεση εκδήλωση επηρεασμού μάρτυρα, όμως δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι εσφαλμένη η διαπίστωση από πρωτόδικο Δικαστήριο μίας τέτοιας πιθανολόγησης. Δεν θεωρούμε ότι, επί του προκειμένου, η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε εκτός των επιτρεπτών πλαισίων και κατά συνέπεια αβάσιμο κρίνουμε και τον έκτο λόγο έφεσης.

 

Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο