ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 200/2023)
9 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ,
Εφεσείων,
v.
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΥ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Α. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία, για τον Εφεσείοντα
Ν. Νικολάου για Νικόλας Γ. Νικολάου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ποινική υπόθεση, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, είχε ως αντικείμενο τρεις επιταγές οι οποίες δεν τιμήθηκαν. Στρεφόταν εναντίον δύο προσώπων, της εφεσίβλητης (ως κατηγορούμενης 1) και του πατέρα της (ως κατηγορουμένου 2). Λόγω του θανάτου του κατηγορουμένου 2, ο οποίος επήλθε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, η δίωξη παρέμεινε στρεφόμενη μόνο εναντίον της εφεσίβλητης, ως εκδότριας των εν λόγω επιταγών. Της αποδιδόταν με τις κατηγορίες 1, 2 και 3 ότι προκάλεσε τη μη εξόφληση των εν λόγω επιταγών χωρίς εύλογη αιτία (Άρθρα 305Α (2), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η πλευρά του παραπονούμενου απέτυχε να αποδείξει την υπογραφή και κατ' επέκταση την έκδοση των επίδικων επιταγών από την εφεσίβλητη, για τους λόγους που εξηγεί στο σκεπτικό της απόφασής του, αθώωσε και απάλλαξε αυτήν από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε.
Κατόπιν έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα, ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με δύο λόγους έφεσης.
Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, προσεγγίζοντας λανθασμένα το ζήτημα της ποινικής ευθύνης της εφεσίβλητης σε σχέση με το ζήτημα της έκδοσης των τριών επίδικων επιταγών με αποτέλεσμα να ερμηνεύσει λανθασμένα τον νόμο και τη νομολογία. Αιτιολογικά, πέραν νομοθετικών προνοιών που αφορούν συναλλαγματικές, προβάλλονται στοιχεία γνώσης της εφεσίβλητης αλλά και μη αμφισβήτησης από πλευράς της Υπεράσπισης, κατά την ακρόαση, τα οποία, κατά την πλευρά του εφεσείοντα, καθιστούν την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα της υπογραφής των επιταγών λανθασμένη. Επίκληση γίνεται της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην ΚΟΝΙΖΙΔΟΥ v. ΑΡΕΣΤΗ, (Αρ. 1) (2009) 2 Α.Α.Δ. 345.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι αποτελεί νομικό σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου το συμπέρασμα ότι «από τη στιγμή δε που το θέμα της υπογραφής των επιταγών από την Κατηγορούμενη τελούσε υπό αμφισβήτηση και ουδέποτε κατέστη παραδεχτό γεγονός, η πλευρά του παραπονούμενου όφειλε να αποδείξει την υπογραφή της Κατηγορούμενης επί των επιταγών, είτε με άμεση, είτε με έμμεση περιστατική, δηλαδή μαρτυρία...» στη βάση του ότι παραγνωρίζεται η μη αμφισβήτηση της υπογραφής επί των επίδικων επιταγών κατά το στάδιο της μαρτυρίας για την πλευρά του Κατηγόρου. Αιτιολογικά, προβάλλεται ότι κατά τη μαρτυρία της πλευράς του εφεσείοντα, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την εφεσίβλητη η υπογραφή της επί των τριών επιταγών. Προβάλλονται, παράλληλα, οι θέσεις της πλευράς της εφεσίβλητης κατά την ακροαματική διαδικασία αναφορικά με τα όσα αφορούσαν τις συγκεκριμένες επιταγές.
Είναι καλώς γνωστόν ότι σε εφέσεις εναντίον αθωωτικής απόφασης τίθενται σε εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 137 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο, ως δικαιοδοτικό άρθρο, θέτει κατά τρόπον αυστηρό, περιορισμό στο δικαίωμα καταχώρισης έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΧΡΙΣΤΟΥ, Ποινική Έφεση 20/2015, ημερομηνίας 28.9.2017, ΒΛΤ v. ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ MYTHOS ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑE κ.α., Ποινική Έφεση 5/2023, ημερομηνίας 16.12.2025).
Στην προκειμένη περίπτωση, καθίσταται προφανές ότι το τι προβάλλεται αφορά νομικό ζήτημα με αναφορά στην επάρκεια της πρωτόδικης κρίσης σε σχέση με το ζήτημα της υπογραφής των επίδικων επιταγών από την εφεσίβλητη και πιο συγκεκριμένα της αποτυχίας απόδειξης του συγκεκριμένου συστατικού στοιχείου του αδικήματος.
Ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής κατέγραψε με λεπτομέρεια το υπόβαθρο των συναλλαγών για τις οποίες οι επιταγές δόθηκαν στον εφεσείοντα από τον πατέρα της εφεσίβλητης. Κατέγραψε, επίσης, ότι οι εν λόγω επιταγές αφορούσαν λογαριασμό της εφεσίβλητης. Συνέχισε εξηγώντας, με αναφορά στους ισχυρισμούς του εφεσείοντα κατά την αντεξέτασή του, ότι «Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν είδε την Κατηγορούμενη να συμπληρώνει τις επίδικες επιταγές και βασίστηκε στα όσα ο Κατηγορούμενος 2 του ανέφερε, ότι δηλαδή η θυγατέρα του – Κατηγορούμενη τις υπέγραψε για να τον βοηθήσει και η ίδια μάλιστα συμπλήρωσε και τα ποσά. Εάν δε όντως ετίθετο θέμα μη υπογραφής των επιταγών από την Κατηγορούμενη ή πλαστογραφίας της υπογραφής της, τότε σύμφωνα με τον Παραπονούμενο θα ήταν αναμενόμενο αυτή να προέβαινε σε ανάκλησή τους γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε, επίσης, τις αναφορές του Μ.Κ.2, τραπεζικού υπαλλήλου, εξηγώντας ότι:
«Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι και οι τρεις επιταγές συνδέονται με τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης στην Τράπεζα Κύπρου. Οι επιταγές εμφανίστηκαν στην τράπεζα στις 26/6/2018, φέρουν όμως σφραγίδα κατάθεσης την 27/6/2018, οπότε και έγινε η κατάθεσή τους στην Τράπεζα Κύπρου. Οι επιταγές ανακλήθηκαν από τον εκδότη τους. Ο ΜΚ2 προσδιόρισε ότι η ανάκληση δύναται να γίνει είτε μέσω καταστήματος της τράπεζας, είτε μέσω online banking και στην προκειμένη περίπτωση, η ανάκληση των επίδικων επιταγών έγινε με τον δεύτερο τρόπο.
[...]
Αναφορικά με την ανάκληση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι επιταγές των κατηγοριών 1 και 2 ανακλήθηκαν στις 15/3/2018, ενώ η επιταγή της τρίτης κατηγορίας στις 5/4/2014. Το σύστημα επέτρεψε την καταχώρηση ως λόγο ανάκλησης το «other» και πρόσθεσε ότι ενδεχομένως όταν υπάρχει ανάκληση της πληρωμής της επιταγής, ο αρμόδιος υπάλληλος της τράπεζας να μην μπαίνει στη διαδικασία να εξετάσει οτιδήποτε άλλο αφορά την επιταγή, όπως το ζήτημα της ταύτισης της υπογραφής. Δεν γνώριζε εάν η υπογραφή είχε ελεγχθεί για σκοπούς ταύτισής της από τον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας.»
Τέλος, κατέγραψε τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης, η οποία πέραν της θέσης ότι ουδέποτε είχε οποιεσδήποτε σχέσεις με τις δοσοληψίες του πατέρα της με την εταιρεία του παραπονούμενου τον οποίο ουδέποτε γνώρισε, ισχυριζόταν στη γραπτή της δήλωση ότι:
«2. Ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι συγκεκριμένες επιταγές ανοίχτηκε στην Τράπεζα Κύπρου επ' ονόματί μου καθ' υπόδειξη του πατέρα μου, ο οποίος είχε οικονομικές δυσκολίες και δεν μπορούσε να ανοίξει επ' ονόματί του τρεχούμενο λογαριασμό με μπλοκ επιταγών στη συγκεκριμένη τράπεζα. Το μπλοκ επιταγών του συγκεκριμένου λογαριασμού το κρατούσε ο πατέρας μου, ο οποίος πολλές φορές απ' ότι φάνηκε εκ των υστέρων μετά τον θάνατο του πλαστογράφησε την υπογραφή μου και εξέδιδε επιταγές από τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Είναι γεγονός ότι κάποιες φορές μου ζητούσε να του υπογράψω εν λευκό κάποιες επιταγές λέγοντας μου ότι θα με ενημερώσει εάν θα χρειαζόταν να τις χρησιμοποιήσει. Μελετώντας περαιτέρω τα Τεκμήρια 10, 11 και 12 που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, διαπιστώνω ότι εγώ ουδέποτε προχώρησα ηλεκτρονικά στην ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών.
Ο πατέρας μου είχε τους σχετικούς κωδικούς και φαίνεται ότι ο ίδιος εν αγνοία μου προχώρησε στην ανάκληση πληρωμής των συγκεκριμένων επιταγών. Παρατηρώντας το Τεκμήριο 7 που κατέθεσε ο κύριος Πετρίδης, παρατηρώ ότι στις συγκεκριμένες επιταγές δεν φαίνεται πουθενά ο γραφικός μου χαρακτήρας, καθότι κανένα στοιχείο από αυτά που αναγράφονται στις επιταγές δεν συμπληρώθηκε από εμένα. Επιφυλάξεις διατηρώ επίσης και για την υπογραφή που φαίνεται στις επίδικες επιταγές, καθότι θεωρώ ότι δεν είναι η υπογραφή μου, η υπογραφή που φαίνεται στη θέση του εκδότη. Ειδικά για την επιταγή υπ' αριθμό 30151095 είμαι εντελώς σίγουρη ότι δεν φέρει την υπογραφή μου. Όσον αφορά τις άλλες δυο επιταγές φαίνεται η υπογραφή να μοιάζει περισσότερο με τη δική μου υπογραφή, αλλά και πάλι δεν μπορώ να είμαι σίγουρη. Άλλωστε ήταν παραδεκτό και από τον κύριο Πετρίδη ότι τα στοιχεία των επιταγών δεν συμπληρώθηκαν από εμένα και ότι ουδέποτε με είδε να συμπληρώνω τα στοιχεία των επίδικων επιταγών, αφού κατά τη θέση του κάποια από τα στοιχεία ήταν ήδη συμπληρωμένα και άλλα συμπληρώθηκαν από τον ίδιο τον κ. Πετρίδη.
3. Τον παραπονούμενο Δημήτρη Πετρίδη δεν τον γνωρίζω, ουδέποτε μίλησα μαζί του, ουδέποτε είχα οποιαδήποτε συναλλαγή μαζί του και ουδέποτε εξέδωσα προς όφελος του τις συγκεκριμένες επιταγές. Αγνοώ επίσης εντελώς και την εταιρεία που ανέφερε ο κύριος Πετρίδης στο Δικαστήριο, ήτοι την εταιρεία J&P Fresca (Cyprus) Produce Ltd.»
Πρωτοδίκως, κλήθηκε να καταθέσει ως Μ.Υ. γραφολόγος του οποίου η μαρτυρία όμως δεν έγινε αποδεκτή στη βάση του ότι βασίστηκε σε αντίγραφα των σχετικών εγγράφων.
Οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης παρουσιάζονται συναφείς μεταξύ τους σε βαθμό που καθίσταται πρόσφορο να εξεταστούν παράλληλα μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης κρίσης.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα παράπονα του εφεσείοντα. Αφετηρία για την κρίση μας δεν μπορεί παρά να αποτελέσει η εισήγηση της πλευράς του εφεσείοντα ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε η υπογραφή των επίδικων επιταγών από την εφεσίβλητη. Όμως, κάτι τέτοιο δεν διαπιστώνεται από το περιεχόμενο των πρακτικών της πρωτόδικης διαδικασίας. Στην ΒΛΤ (ανωτέρω) γίνεται αναφορά στα θέματα που αφορούν την αντεξέταση των μαρτύρων ώστε να καθίσταται ξεκάθαρη η εκδοχή της κάθε πλευράς στους μάρτυρες του αντιδίκου ούτως ώστε να τους δίδεται η ευκαιρία να την αμφισβητήσουν. Είχαμε παραπέμψει, σχετικά, στο πιο κάτω απόσπασμα από την ΤΑΚΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2009) 2 Α.Α.Δ. 599:
«Στον κάθε μάρτυρα κατά την αντεξέταση του θα πρέπει να τίθεται η εκδοχή της άλλης πλευράς, ιδιαίτερα όταν αυτή αφορά σε ουσιαστικό γεγονός το οποίο αμφισβητείται. Ο συγκεκριμένος κανόνας πρακτικής, αν και όχι άκαμπτος, είναι σημαντικός γιατί όχι μόνο δίδει την ευκαιρία στο μάρτυρα να αντικρούσει τις αντίθετες θέσεις της άλλης πλευράς, αλλά υποβοηθά και το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εύρεση της αλήθειας.»
Από τα σχετικά πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας διαπιστώνεται ότι, παρά την απουσία άμεσης υποβολής περί μη υπογραφής των επιταγών από την εφεσίβλητη, η αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και η όλη στάση της Υπεράσπισης εμφανώς παρέπεμπε στην απουσία μαρτυρίας αναφορικά με το θέμα της υπογραφής των επιταγών. Σε συγκεκριμένο μάλιστα σημείο, σαφής ήταν η τοποθέτηση του συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι ανάλογα με απάντηση του μάρτυρα θα κρινόταν εάν θα επακολουθούσε υποβολή θέσης πλαστογραφίας όπως και προβολή της Υπεράσπισης αυτής εάν και εφόσον καλείτο η εφεσίβλητη να προβάλει την Υπεράσπισή της. Επρόκειτο για σημείο κατά το οποίο ο εφεσείων θα τοποθετείτο κατά πόσον γνωρίζει ή όχι εάν η υπογραφή και συμπλήρωση των επιταγών προήλθε από την εφεσίβλητη. Επομένως, κρίνουμε ότι η όλη εκδοχή της παραπονούμενης δεν μπορεί να κριθεί μονόπλευρη, αλλά ούτε μπορεί να κριθεί ότι η υπογραφή των επιταγών από την εφεσίβλητη ήταν αδιαμφισβήτητη.
Πέραν των ως άνω, είναι χρήσιμο να λεχθεί ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε τη νομική πτυχή του υπό κρίση αδικήματος με αναφορά και σε νομολογία και ορθά εξέτασε πρώτα το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής. Ανέφερε σχετικά:
«Κατά την κρίση μου, δεν έχει αποδειχθεί από την πλευρά του Παραπονούμενου ότι η Κατηγορούμενη όντως εξέδωσε τις τρεις επίδικες επιταγές αφού δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται, στον απαιτούμενο βαθμό, η υπογραφή τους από τη Κατηγορούμενη. Εξηγώ.
Όπως ο Παραπονούμενος ρητά και επανειλημμένα ανέφερε στο πλαίσιο της αντεξέτασής του, κατόπιν μάλιστα σχετικών υποβολών, δεν ήταν γνώστης της υπογραφής της Κατηγορούμενης και ουδέποτε την είδε να υπογράφει τις επίδικες επιταγές, παρά μόνο του ελέχθηκε τούτο, από τον Κατηγορούμενο πατέρα της ο οποίος όταν του τις παρέδωσε ήταν ήδη υπογραμμένες. Η δε αποδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου ως αξιόπιστη δεν εξυπακούει και απόδειξη της υπογραφής των επιταγών από την Κατηγορούμενη αφού οι επί του προκειμένου αναφορές του άπτοντο των όσων του είχαν λεχθεί από τον αποβιώσαντα Κατηγορούμενο. Ούτε και ο ΜΚ2 διαφώτισε το Δικαστήριο επί του προκειμένου. Ο εν λόγω μάρτυρας, αν και κατέθεσε ως τεκμήριο δείγμα της υπογραφής της Κατηγορούμενης, ουδέποτε τοποθετήθηκε ως προς το κατά πόσο οι υπογραφές επί των επιταγών συνάδουν με το εν λόγω δείγμα (Τεκμήριο 13). Ούτε και ανέφερε εξάλλου σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του ότι είναι γνώστης της υπογραφής της Κατηγορούμενης και ότι θα μπορούσε να τοποθετηθεί σχετικά ή ότι συμμετείχε στη διαδικασία που ακολούθησε της κατάθεσής των επιταγών αφού δεν ήταν ο ίδιος ο υπεύθυνος για την ταύτιση της υπογραφής επί των επιταγών με το δείγμα υπογραφής της Κατηγορούμενης, αλλά άλλος υπάλληλος της Τράπεζας. Δεν εγνώριζε μάλιστα κατά πόσο έγινε οποιαδήποτε αντιπαραβολή των υπογραφών επί των επιταγών με το δοθέν από την Κατηγορούμενη δείγμα.
Από τη στιγμή δε που το θέμα της υπογραφής των επιταγών από την Κατηγορούμενη τελούσε υπό αμφισβήτηση και ουδέποτε κατέστη παραδεκτό γεγονός, η πλευρά του Παραπονούμενου όφειλε να αποδείξει την υπογραφή της Κατηγορούμενης επί των επιταγών είτε με άμεση, είτε με έμμεση, περιστατική δηλαδή μαρτυρία (βλ. σχετικά Corina Snacks Limited v. Ορφανίδη, Ποινική Έφεση αρ. 212/2015, απόφαση ημερομηνίας 29/5/2018, Χατζηιωάννου ν. Δημητρίου (2000) 2 ΑΑΔ, 62, Βούρα ν. Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α. (2003) 2 ΑΑΔ, 135).
Παραπέμπω επίσης, στο σημείο αυτό, στην VBH (Cyprus) Ltd v. Windoors UPVC Systems Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αρ. 204/2014, απόφαση ημερομηνίας 28/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:B428, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρόν και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41‑07).»
Τίποτα από τα πιο πάνω αναφερόμενα στο σχετικό, καθοδηγητικό, απόσπασμα ισχύει στην προκειμένη περίπτωση αφού καμία τέτοια μαρτυρία παρουσιάστηκε. Ο δε ΜΚ2 ανέφερε κατά την αντεξέτασή του ότι δεν γνώριζε κατά πόσο, ο αρμόδιος υπάλληλος, αφ’ ης στιγμής οι επιταγές ανακλήθηκαν, εξέτασε το ζήτημα της πατρότητας της υπογραφής επί των επιταγών και ήταν μάλιστα πιθανό, κατά τα λεγόμενά του, λόγω της ανάκλησής τους, να μην εξετάστηκε οτιδήποτε άλλο αφορούσε στις επίδικες επιταγές, περιλαμβανομένου του ζητήματος της υπογραφής τους. Η δε κατάθεση του εντύπου υπογραφής (Τεκμήριο 13), ουδόλως διαφοροποιεί τα δεδομένα αφού το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να ενεργήσει το ίδιο ως εμπειρογνώμονας, βασιζόμενο στο εν λόγω έντυπο για να εκφέρει την κρίση του επί της πατρότητας των υπογραφών των επίδικων επιταγών.
Κατά συνέπεια, στο στάδιο αυτό και αφού αξιολόγησα την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι ο Παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει την υπογραφή και κατ επέκταση την έκδοση των επίδικων επιταγών από την Κατηγορούμενη στο απαιτούμενο επίπεδο εφόσον καμία, πόσω δε μάλλον, επαρκής μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς του σύμφωνα με την οποία να δύναται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό ότι η Κατηγορούμενη όντως υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Ούτε και παρουσιάστηκε, από πλευράς Παραπονούμενου μαρτυρία, είτε από γραφολόγο για σκοπούς απόδειξης της υπογραφής, είτε από τραπεζικό υπάλληλο ή άλλο πρόσωπο το οποίο να ήταν γνώστης της υπογραφής της Κατηγορούμενης ή εν πάση περιπτώσει μαρτυρία η οποία να θέτει τα απαραίτητα στοιχεία για σκοπούς απόδειξης της υπογραφής των επιταγών από την τελευταία. Όπως έχει εξάλλου πάγια νομολογηθεί, δεν επιτρέπονται υποθέσεις ή εικασίες από πλευράς Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα, όσο εύλογες και να είναι αυτές (βλ. Σωτηριάδης κ.α. ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 482).»
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα είτε στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το θέμα είτε στην κατάληξή του. Είναι ορθή η διαπίστωση περί απουσίας τέτοιων στοιχείων μαρτυρίας, όπως ορθή είναι η διαπίστωση περί αμφισβήτησης της υπογραφής των επιταγών, η οποία θα έπρεπε να οδηγήσει την πλευρά του εφεσείοντα σε παράθεση περαιτέρω μαρτυρίας επί τούτου. Η ΚΟΝΙΖΙΔΟΥ (ανωτέρω) σαφώς διακρίνεται από την παρούσα περίπτωση αφού εκεί υπήρχαν τα στοιχεία εκείνα που δικαιολογούσαν διαπίστωση ανυπαρξίας αμφισβήτησης και προβολής υπεράσπισης πλαστογραφίας των επιταγών. Θυμίζουμε ότι στην εν λόγω υπόθεση υπήρχε μαρτυρία για το πώς προέκυψε η οφειλή του κατηγορουμένου προς την παραπονούμενη και ότι, λόγω καθυστέρησης της εξόφλησης των οφειλόμενων, έγιναν αποδεκτές πέντε επιταγές. Περαιτέρω, ο λόγος που δεν τιμήθηκαν οι επιταγές ήταν η εντολή του ιδίου του κατηγορουμένου προς τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας να μην προβεί σε εξόφλησή τους, χωρίς οποιοδήποτε λόγο. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από την Υπεράσπιση μετά το εύρημα για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ενώ κατά την αντεξέταση της εφεσείουσας, το μόνο που της υπεβλήθη ήταν ότι ο λόγος της μη πληρωμής των επιταγών ήταν διαφορές που προέκυψαν μεταξύ της και του κατηγορουμένου. Διαπιστώθηκε, εκεί, η γνώση της ύπαρξης των επιταγών και η αποδοχή της γνησιότητας της υπογραφής, αφού δεν αμφισβητήθηκε, ενώ υπάλληλος της τράπεζας έδωσε μαρτυρία αναφορικά με αναγνώριση των υπογραφών των επιταγών. Στην ενώπιόν μας υπόθεση, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε, αυτά τα στοιχεία εξέλειπαν.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, θεωρούμε ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε σφάλμα ή παράλειψη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου ώστε να δικαιολογείται επέμβασή μας στην πρωτόδικη κρίση.
Αβάσιμοι κρίνονται αμφότεροι οι λόγοι έφεσης.
Η παρούσα έφεση αποτυγχάνει στην ολότητά της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο