MOHAMAD SAMER v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 218/2023, 4/6/2026
print
Τίτλος:
MOHAMAD SAMER v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 218/2023, 4/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 218/2023)

 

4 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

MOHAMAD SAMER,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

_____________________________

 

X. Κάρκας για Α.Ε. Ανδρέου, για τον Εφεσείοντα.

Γ. Αργυρού, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας παραδέχθηκε πρωτόδικα και συνεπώς κρίθηκε ένοχος ως αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής σε τέσσερις κατηγορίες αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση των Άρθρων 2, 14Β και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που παραδέχθηκε, στις 3 Οκτωβρίου 2023 εργοδότησε τέσσερα πρόσωπα ως εργάτες οικοδομών χωρίς άδεια από τη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Τα τέσσερα πρόσωπα τα οποία εργοδοτήθηκαν από τον εφεσείοντα ήταν επίσης κατηγορούμενοι στην ίδια υπόθεση και επίσης παραδέχθηκαν τις κατηγορίες της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό κατά παράβαση των όρων της αδείας παραμονής τους που αντιμετώπιζαν.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινές προστίμου ύψους €1.500 σε κάθε μία από τις τέσσερις κατηγορίες που παραδέχθηκε.

 

Με την υπό κρίση έφεση ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι η συνολική ποινή που του επιβλήθηκε, για τις τέσσερις πανομοιότυπες κατηγορίες που παραδέχθηκε, παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας και απολήγει να είναι έκδηλα υπερβολική, δεδομένου ότι οι κατηγορίες αφορούσαν μεν τέσσερις διαφορετικούς εργοδοτούμενους οι οποίοι όμως απασχολούνταν στο ίδιο εργοτάξιο, ο εφεσείοντας προέβηκε σε παραδοχή των κατηγοριών ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και είχε επίσης ενημερώσει το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα τέσσερα αυτά άτομα που εργοδότησε, εγγράφοντας τα και καταβάλλοντας τα ποσά που όφειλε ως εργοδότης και συνεπώς δεν τέθηκε ούτε θέμα αδήλωτης εργασίας αλλά ούτε θέμα εκμετάλλευσης των εργοδοτούμενων προσώπων. Σημειώνουμε εδώ ότι η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν αμφισβήτησε τη θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα, ως προς την εγγραφή των αλλοδαπών στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

 

Θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα πρωτόδικα, ήταν ότι ο εφεσείοντας τελούσε υπό πλάνη αναφορικά με την παράνομη εργοδότηση καθότι όταν είχε δηλώσει τους τέσσερις αλλοδαπούς στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενους του, δεν του είχε αναφερθεί ότι χρειαζόταν άδεια από τη Λειτουργό Μετανάστευσης για να εργαστούν. Είχαν παράλληλα υποβληθεί αιτήσεις από τους τέσσερις αλλοδαπούς προς τη Λειτουργό Μετανάστευσης για να λάβουν το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας με δικαίωμα εργασίας ενόψει της καταγωγής τους, είναι Σύριοι, και της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στη χώρα τους.

 

Ειδικότερα, επιχειρηματολόγησε ο συνήγορος του εφεσείοντα πρωτόδικα ότι η εν λόγω τακτική που ακολουθείται από το κράτος, εν τη ευρεία του έννοια, είναι παράδοξη και δημιουργεί σύγχυση, θέση που φαίνεται να αποδέχθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, όμως, ως εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα, μόνο λεκτικά, αφού φαίνεται να μην έχει προσδοθεί σημασία στο γεγονός αυτό που να αντανακλάται στο ύψος του προστίμου.

 

Τις θέσεις αυτές υποστήριξε ο συνήγορος του εφεσείοντα και ενώπιόν μας αναφέροντας ότι ο εφεσείοντας είναι επίσης Συριακής καταγωγής ο οποίος κατέχει το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας με δικαίωμα εργασίας. Ανέφερε επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι επρόκειτο για τέσσερα διαφορετικά αδικήματα παραγνωρίζοντας ότι ουσιαστικά επρόκειτο για ένα αδίκημα που έγινε με την εργοδότηση τεσσάρων προσώπων. Το συνολικό ποσό των €6.000 που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ως πρόστιμο και για τις τέσσερις κατηγορίες που παραδέχθηκε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, ισχυρίστηκε ότι παραβιάζει την αρχή της συνολικότητας και καταλήγει σε επιβολή έκδηλα υπερβολικού και/ή εξουθενωτικού προστίμου, αδυναμία καταβολής του οποίου ενδεχομένως να οδηγήσει και σε στέρηση της ελευθερίας του εφεσείοντα.

 

Ανέφερε, επίσης, ότι τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στους τέσσερις αλλοδαπούς εργοδοτούμενους, ύψους €800 για έκαστο αυτών, όπως αναφέρθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο, θα καταβληθούν από τον εφεσείοντα, κάτι στο οποίο δεν δόθηκε ουσιαστική σημασία από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής σε αυτόν.   

 

Παραπονείται ακόμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του τις προσωπικές του περιστάσεις, είναι παντρεμένος και πατέρας τεσσάρων ανήλικων παιδιών, διαμένει σε ενοικιαζόμενη οικία, και συντηρεί όχι μόνο την οικογένειά του αλλά και τη μητέρα του, η οποία επίσης βρίσκεται στην Κύπρο για να φροντίζει τον αδελφό του, που είναι μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο.

 

Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, Ποινική Έφεση 67/2021, ημερομηνίας 17.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:

 

«Σε ό,τι αφορά την εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε πρωτόδικο Δικαστήριο, επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά την πάγια νομολογία ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, (2014) 2 (Α) ΑΑΔ 329, και ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 222/2014, ημερομηνίας 25/11/2015). Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1991) 2 Α.Α.Δ. 525).»

 

Η αρχή της συνολικότητας της ποινής δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις επιβολής διαδοχικών ποινών, αλλά καλύπτει και περιπτώσεις όπως η παρούσα, αποσκοπεί στην αποφυγή επιβολής υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής για το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του παραβάτη (βλ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2004) 2 Α.Α.Δ. 443).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που παραδέχθηκε ο εφεσίβλητος. Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το Άρθρο 14(Β) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι €8.543 (αντίστοιχο του ποσού των ΛΚ5.000 που προνοεί το σχετικό άρθρο). Ορθά, επίσης, ανέφερε ότι η νομολογία καταδεικνύει ξεκάθαρα πως ενδεικνυόμενη ποινή στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών που βρίσκονται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε γιατί εισήλθαν παράνομα, είτε διότι μετά που εισήλθαν νόμιμα κατέστησαν παράνομοι, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Γ.Ε. ν. ΜΙΧΑΗΛ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 74, Γ.Ε. ν. ΜΟΝΙΑΤΗ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 553), ενώ στις περιπτώσεις παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών που οι τελευταίοι βρίσκονται νόμιμα στην Κύπρο είτε ως φοιτητές είτε ως αιτητές πολιτικού ασύλου, η νομολογία καταδεικνύει ότι η ποινή που συνήθως επιβάλλεται είναι χρηματική (βλ. LIN QINIONG v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2006) 2 Α.Α.Δ. 501). Ορθά λοιπόν κατέληξε στην επιβολή προστίμου υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή το γεγονός ότι τέσσερις αλλοδαποί που εργοδότησε ο εφεσείοντας βρίσκονταν νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

 

Όπως φαίνεται, από το κείμενο της απόφασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έλαβε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και την οικονομική του κατάσταση. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη ότι είναι πατέρας τεσσάρων ανήλικων παιδιών, και μοναδικός οικονομικός συνεισφορέας σε ό,τι αφορά ολόκληρή του την οικογένεια. Συνυπολόγισε, παράλληλα, τη βοήθεια που παρείχε στις Αστυνομικές Αρχές, αφού, ενώ δεν είχε κληθεί να δώσει κατάθεση, μετέβηκε από μόνος του εν μέσω της αγωνίας του για τη σύλληψη των τεσσάρων κατηγορουμένων για να αναφέρει πληροφορίες σε σχέση με το καθεστώς τους, και να παρέχει βοήθεια. Επίσης, έλαβε υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο τόσο την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και την ενέργειά του να εγγράψει τα αλλοδαπά πρόσωπα στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

 

Η διεργασία στην οποία προέβηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι καθόλα ορθή. Επαναλαμβάνουμε κατ’ αρχάς την πάγια αρχή ότι η άγνοια του Νόμου δεν αποτελεί υπεράσπιση, (βλ. ΒΟΥΒΛΙΝΟΠΟΥΛΟΣ & ΑΛΛΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1992) 2 Α.Α.Δ. 59) και τούτο σε ό,τι αφορά τη θέση του ότι δεν γνώριζε, ότι έπρεπε να αποταθεί στη Λειτουργό Μετανάστευσης για να διαπιστώσει κατά πόσο τα τέσσερα αλλοδαπά πρόσωπα είχαν δικαίωμα εργασίας. Σημειώνουμε δε, ότι ο ίδιος ως Σύριος υπήκοος είχε αποταθεί για τον εαυτό του στη Λειτουργό Μετανάστευσης για να εξασφαλίσει καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, το οποίο του επέτρεπε να εργάζεται.

 

Ιδωμένη στο σύνολό της η ποινή μπορεί να είναι αυστηρή αλλά όχι έκδηλα υπερβολική ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου. Η αρχή της συνολικότητας της ποινής, δεν συνεπάγεται μία ποινή, ούτε τη συγχώνευση κατηγοριών που αφορούν εργοδότηση διαφορετικών ατόμων στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά στάθμιση του συνολικού ύψους των ποινών.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια μέσα στα ορθά πλαίσια. Το ύψος της επιβληθείσας ποινής προστίμου σε κάθε μία των τεσσάρων κατηγοριών, δεν είναι έκδηλα υπερβολικό. Επαναλαμβάνουμε ότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί μόνο όπου η ποινή που επιβλήθηκε, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής είτε έκδηλα υπερβολική. Επίσης, στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται σφάλμα αρχής  (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΛΑΜΠΡΟΥ, (2009) 2 Α.Α.Δ. 686 και ΜΑΚΡΗ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2010) 2 Α.Α.Δ. 42). Δεν είναι αυτή, η παρούσα υπόθεση.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η έφεση αποτυγχάνει, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο