ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ARTEMIOS SARKISIDIS, Ποινική Έφεση Αρ.: 242/2023, 4/6/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ARTEMIOS SARKISIDIS, Ποινική Έφεση Αρ.: 242/2023, 4/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 242/2023)

 

4 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι.ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ARTEMIOS SARKISIDIS,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Ε. Μανώλη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα

Π. Σιαηλή (κα) για Σιαηλής & Σιαηλής Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.:  Το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απάλλαξε και αθώωσε τον εφεσίβλητο στο εκ πρώτης όψεως στάδιο της διαδικασίας, σε δύο κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορούσε συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο εφεσίβλητος, στις 18.06.2023 στην Πάφο συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν κακούργημα δηλαδή το αδίκημα που αναφέρεται στην 2η κατηγορία. Η 2η κατηγορία αφορούσε κλοπή από κλειδωμένο κιβώτιο, κατά παράβαση του Άρθρου 266(ζ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο εφεσίβλητος στις 18.06.2023 στην Πάφο με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος άνοιξε με άλλο όργανο, κλειδωμένο δωμάτιο, δηλαδή μία αποθήκη στον ισόγειο χώρο πολυκατοικίας και έκλεψε δύο ηλεκτρικά ποδήλατα, περιουσίας του παραπονούμενου. Αμφότερα τα αδικήματα επιφέρουν μέγιστη ποινή φυλάκισης πέντε ετών.

 

Ο εφεσείων προσβάλλει την πιο πάνω απόφαση προβάλλοντας με ένα λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε πλημμελώς τον Νόμο επί των πραγματικών γεγονότων, για τους λόγους που εξειδικεύονται στην αιτιολογία αυτού.

 

Για να γίνουν κατανοητές οι αιτιάσεις του εφεσείοντα, θα πρέπει πρώτα να παραθέσουμε το σκεπτικό και την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Κατέληξε ότι «αναμφίβολα» η διαδικασία που είχε ή δεν είχε ακολουθηθεί από πλευράς της Αστυνομίας για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης και το τι υποστήριξε έκαστος μάρτυρας κατηγορίας στις καταθέσεις του αλλά και κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του και βρίσκεται αποτυπωμένο στα τεκμήρια και πρακτικά του Δικαστηρίου, είχε επακόλουθο να δημιουργείται σοβαρό κενό στο κύριο ζήτημα που αφορά την ταυτοποίηση του δράστη των γεγονότων της 18.06.2023 με τον εφεσείοντα.  Με τα δεδομένα αυτά, έκρινε ότι το Δικαστήριο σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία στις πιο πάνω κατηγορίες καθότι κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα να καλείται ο ίδιος στην ουσία να καλύψει τα ουσιώδη κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής που αφορά τις κατηγορίες που του καταλογίζονται και όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, πράγμα ανεπίτρεπτο. Συνεπώς, έκρινε βάσιμη την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του εφεσίβλητου σε σχέση με τις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες.   

 

Αφετηρία για την ανάπτυξη του σκεπτικού του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αποτέλεσε η εξής διαπίστωσή του:

 

«Αυτό που προκύπτει από την διερεύνηση της υπόθεσης είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η Αστυνομία μετά την σύλληψη του Κατηγορούμενο ως ύποπτο στα τότε υπό διερεύνηση αδικήματα δεν κάλεσε τον βασικό παραπονούμενο της υπόθεσης ΜΚ3 και μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα να προβεί σε αναγνώριση κατά πόσον το άγνωστο πρόσωπο που ισχυρίστηκε ότι είδε σε 2 διαφορετικές περιπτώσεις στις 18.06.2023 και τον οποίο φωτογράφισε σύμφωνα και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 ήταν η όχι ο Κατηγορούμενος.

…Παρά την μη διενέργεια αναγνωριστικής παράτασης κατά το χρόνο διερεύνησης της υπόθεσης αυτή καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο και οδηγήθηκε σε ακρόαση με τον ΜΚ3 βασικό παραπονούμενο και μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων που έλαβαν χώρα στις 18.06.2023 να καλείτε κατά την κυρίως εξέταση του και αφού προηγουμένως του υποδείχθηκαν και οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 3 και 15 να αναγνωρίσει για πρώτη φορά τον Κατηγορούμενο στην αίθουσα του Δικαστηρίου ενώ αυτός βρισκόταν ουσιαστικά στο εδώλιο του κατηγορούμενου.»

 

Στη νομική ανάλυση του ζητήματος που εξέτασε, έλαβε υπόψη ότι στη σελίδα 408 του συγγράμματος Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη (2014)  αναφέρεται  ότι η αναγνώριση εντός Δικαστηρίου θεωρείται γενικώς ανεπιθύμητη και δεν πρέπει να επιτρέπεται, εκτός μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και τούτο κυρίως γιατί ο μάρτυρας μπορεί να επηρεαστεί από την εμφάνιση του κατηγορούμενου στο εδώλιο και η αναγνώριση να αποδειχθεί λανθασμένη.

 

Προέβη σε επεξήγηση του όρου «dock identification» και με αναφορά στην αγγλική υπόθεση R. v. CARTWRIGHT, (1914) 10 Cr.App.R.219, ανέφερε ότι η μέθοδος αυτή εγκυμονεί κινδύνους πρόκλησης σοβαρής αδικίας στον κατηγορούμενο. Παρέπεμψε συναφώς σε αποσπάσματα από τα  συγγράμματα Archbold, Criminal Pleading Evidence & Practice, έκδοση 2003 και  Blackstone's Criminal Practice του 2003, και στις εκεί αναφορές σε αγγλική νομολογία. Ανέφερε δε, ότι υιοθετεί την προσέγγιση στις αγγλικές υποθέσεις R. v. FERGUS, (1992) Crim.L.R.363, R. v. HORSHAM JUSTICES, ex.p. BUKHARI, (1982) 74 Cr.App.R.291 και R. v. EATOUGH, (1989) Crim.L.R.289.

 

Σημείωσε ότι δεν είχε εντοπίσει κυπριακή νομολογία επί του θέματος, πέραν της ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2001) 2 Α.Α.Δ.160 η οποία, κατά το ίδιο το Δικαστήριο, «τείνει να δείξει το άδικο αποτέλεσμα που μπορεί να προκύψει από την εφαρμογή της υπό αναφορά μεθόδου σε υπόθεση όπως η παρούσα». Σημείωσε ότι η εν λόγω υπόθεση «αναφέρεται στην πιο πάνω αρχή την οποία αναγνώρισε παλαιότερα η αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Haslam (1927) 19 Cr.App.Rep.59) η οποία πιστεύω εφαρμόζεται κατ' αναλογία και στην παρούσα περίπτωση, ως κριτήριο το οποίο καθοδηγεί ώστε να μη ληφθεί υπόψη η αναγνώριση του κατηγορούμενου ακόμα και από αυτό το ενδιάμεσο για την διαδικασία στάδιο η οποία έγινε κατά τη διάρκεια της δίκης (dock identification) από τον ΜΚ3».

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Σε άλλο σημείο της εκκαλούμενης απόφασης, αναφέρεται ότι υπήρξε «απουσία της αναγνώρισης που θα έπρεπε να γίνει».

 

Υπό το φως της πιο πάνω νομικής ανάλυσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ως ακολούθως:

 

«Η διαδικασία για την αναγνώριση του Κατηγορούμενου μέσω του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα (ΜΚ3) για λόγους που δεν έχουν αναφερθεί δεν έλαβε χώρα ποτέ πριν την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο.

Δυστυχώς η μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την ταυτοποίηση παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις και αδυναμίες που δεν μπορεί το Δικαστήριο να παραγνωρίσει ακόμα και σε αυτό το ενδιάμεσο για την διαδικασία στάδιο όπου η μαρτυρία δεν τυγχάνει αξιολόγησης.»

 

Στρεφόμαστε στην αιτίαση που προβάλλεται στην πρώτη παράγραφο της αιτιολογίας του λόγου έφεσης, ήτοι ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την ταυτοποίηση του εφεσείοντα παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις και αδυναμίες, λόγω κυρίως, όπως αφήνει να νοηθεί, των πράξεων και παραλείψεων της αστυνομίας στο στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης, ένεκα δηλαδή της μη διενέργειας αναγνωριστικής παράταξης.

 

Χρήζει πρώτα εξέτασης αν ο πιο πάνω λόγος έφεσης εμπίπτει εντός του  Άρθρου 137(1)(α)(iii) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο προβλέπει ότι ο  Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται να ασκήσει έφεση από αθωωτική απόφαση, για τον λόγο ότι ο Νόμος εφαρμόστηκε πλημμελώς επί των πραγματικών γεγονότων. Σημειώνουμε ότι η  συνήγορος του εφεσίβλητου προβάλλει τη θέση ότι η έφεση δεν εμπίπτει εντός της εμβέλειας του Άρθρου 137(1)(α) του Κεφ.155. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η έφεση επιχειρεί να αμφισβητήσει τα ευρήματα στα οποία προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο, στον βαθμό που του ήταν επιτρεπτό να προβεί σε αυτά, εντός δηλαδή του πλαισίου της εξέτασης του κατά πόσον δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση.

 

Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΔΡΑΚΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 851 λέχθηκαν τα εξής σχετικά με το ζήτημα που εξετάζουμε:

 

«Έτσι ερμηνευόμενος, ο όρος «γεγονότα» στο Άρθρο 137(1)(α)(iii) δεν μπορεί, στην περίπτωση απόφασης στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, να θεωρηθεί ως περιοριζόμενος σε γεγονότα υπό τη μορφή ευρημάτων ή καταλήξεων του δικαστηρίου αφού εκ των πραγμάτων δεν γίνονται ευρήματα ή καταλήξεις στο στάδιο εκείνο. Η μόνη έννοια την οποία ο όρος μπορεί να έχει στην περίπτωση αυτή είναι επομένως εκείνη των γεγονότων τα οποία αφορά η όλη μαρτυρία η οποία ετέθη ενώπιον του δικαστηρίου και η οποία εξετάζεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ως να αποτελούσε τα γεγονότα επί των οποίων τίθεται θεωρητικά το ερώτημα αν θα μπορούσε να υπάρξει καταδίκη εφαρμοζομένων των νομικών αρχών που αφορούν το θέμα. Μόνο έτσι θα αποκτούσε νόημα η εφαρμογή του Άρθρου 137(1)(α)(iii) στην περίπτωση εκ πρώτης όψεως απόφασης, άλλως το άρθρο θα περιορίζετο σε τελική απόφαση μόνο. Δεν μπορούμε όμως να αποδώσουμε στο νομοθέτη πρόθεση να περιορίσει μόνο ως προς τελική απόφαση τη δυνατότητα του Γενικού Εισαγγελέα να επιδιώξει αποκατάσταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης σε περίπτωση πλημμέλειας στην εφαρμογή του νόμου, που είναι και η κατ' εξοχήν ενέργεια του δικαστηρίου ως κριτή της νομικής υπαγωγής των γεγονότων στο νόμο. Αν ήταν έτσι, η ουσιαστικά όλη ευθύνη του δικαστηρίου στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, που είναι να εφαρμόσει ορθώς τις νομολογιακές αρχές που αφορούν την αποτίμηση της μαρτυρίας, θα απέληγε να είναι ανεξέλεγκτη ακόμα και αν ήταν πασιφανώς λανθασμένη και η ευθύνη του Γενικού Εισαγγελέα στην παρουσίαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου θα αναιρείτο, με ευρύτερες επεκτάσεις στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Αλλά και θα προέκυπτε το παράδοξο η δίκη που τερματίζεται με αθωωτική απόφαση στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, οπότε δηλαδή εκδηλώνεται η κατ' ισχυρισμό λανθασμένη ενέργεια του δικαστηρίου, να μην υπόκειται σε αποκατάσταση όπως υπόκειται η δίκη που απολήγει σε αθωωτική απόφαση μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία στο τελικό στάδιο.»

 

Όπως περιγράφουμε πιο πάνω, ακρογωνιαίος λίθος στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτελεί η εφαρμογή της αγγλικής νομολογίας την οποία υιοθέτησε και του «κριτήριου» του οποίου θεώρησε ότι προκύπτει από την υπόθεση ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ (ανωτέρω), στην οποία παρέπεμψε. Βάσει αυτής της νομολογίας, έκρινε ότι η ενώπιόν του μαρτυρία σε σχέση με την ταυτοποίηση του εφεσείοντα παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις και αδυναμίες.

 

Επισημαίνουμε ότι πράττοντας τούτο, εφάρμοσε λανθασμένα, τις νομικές αρχές σε σχέση με το ζήτημα το οποίο εξέταζε, οι οποίες παρατίθενται στην  ΤΟΥΜΑΖΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 166/2016, ημερομηνίας 5.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B432. Πρέπει δε να τονισθεί ότι στην εν λόγω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο σχολίασε και τοποθετήθηκε σε σχέση με τις αγγλικές υποθέσεις CARTWRIGHT (ανωτέρω) και FERGUS (ανωτέρω), τις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε. Λέχθηκαν τα εξής:

 

«Τέθηκε με την έφεση ότι ανεπίτρεπτα το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την αναγνώριση του εφεσείοντα από το Μ.Κ.1 στο εδώλιο του κατηγορουμένου, χωρίς να είχε προηγηθεί αναγνωριστική παράταξη και, περαιτέρω, ότι τέτοια αναγνώριση δεν ήταν ασφαλής.

Οι πρόδηλοι κίνδυνοι (βλ. Holland v. HM Advocate [2005] UKPC D 1) αναγνώρισης για πρώτη φορά του κατηγορούμενου όταν αυτός βρίσκεται στο εδώλιο («αναγνώριση στο εδώλιο», «dock identification»), χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνωριστική παράταξη, έχουν οδηγήσει από πολλού το κοινό δίκαιο στο να θεωρήσει την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας ανεπιθύμητη (R v. Cartwright, 10 Cr. App. R. 219, CCA). Προκειμένου δε για την εκδίκαση σοβαρών ποινικών υποθέσεων (που στην Αγγλία κατατάσσονται ως «offences triable on indictment»), ακολουθήθηκε από τα Δικαστήρια απαγορευτική πρακτική (Fergus (1993) 98 Cr. App. R. 313). Με δήλωση δε, πολιτικής από το 1976 του Γενικού Εισαγγελέα και του αρμόδιου τμήματος δημόσιων ποινικών διώξεων (Department of Public Prosecution), σε τέτοιες σοβαρές υποθέσεις, κατά κανόνα δεν καλούνται μάρτυρες προς αναγνώριση του κατηγορούμενου χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνώριση του στα πλαίσια αναγνωριστικής παράταξης (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2015, F19.6).

Έγινε όμως έκτοτε σαφές ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δεν παραβιάζει per se την έννοια της δίκαιης δίκης, εκτός υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι ζήτημα που εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, (Holland, ανωτέρω, Tido v. The Queen [2011] 2 Cr. App. R. 23, PC).

Άλλο βεβαίως, σε δεύτερο στάδιο, είναι το ζήτημα της βαρύτητας που θα της αποδοθεί. Δεν θα επεκταθούμε ως προς αυτά, εφόσον σε περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, αδικημάτων ήσσονης σοβαρότητας (που στην Αγγλία κατατάσσονται ως «summary offences» και εκδικάζονται από τα Magistrates' Courts) υιοθετήθηκε τελικά στην υπόθεση Barnes v. Chief Constable of Durham [1997] 2 Cr. App. R. 505, DC, πιο ελαστική, ούτως ή άλλως, προσέγγιση.

Στην υπόθεση Barnes, που αφορούσε σε τροχαία αδικήματα, η διαφοροποίηση έγινε με αναφορά όχι απλώς στις πρακτικές δυσχέρειες που θα συνεπαγόταν η διοργάνωση αναγνωριστικής παράταξης κάθε φορά που ένας κατηγορούμενος αμφισβητεί ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος, αλλά και στον κίνδυνο που θα προέκυπτε, εάν ακολουθείτο τέτοια διαδικασία σε κάθε περίπτωση αμφισβητούμενης ταυτότητας, για το όλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης στα συγκεκριμένα δικαστήρια. Ασφαλώς η προσέγγιση αυτή, την οποία και υιοθετούμε, συσχετίζεται και με τη μειωμένη, συγκριτικά, σοβαρότητα των υποθέσεων «συνοπτικής εκδίκασης».

Θα ήταν πράγματι εντελώς μη πρακτικό και θα επηρέαζε καταλυτικά την απονομή της δικαιοσύνης από τα Επαρχιακά Δικαστήρια προκειμένου για τέτοιας φύσεως αδικήματα και/ή διαδικασίες όπως η υπό συζήτηση, εάν οδηγείτο η αστυνομία στην υποχρέωση να διενεργεί αναγνωριστικές παρατάξεις για το ενδεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος θα αμφισβητήσει την αναγνώρισή του. Μη πρακτικό, θεωρούμε ακόμα και τον περιορισμό που έθεσε στη γενικότερη προσέγγιση της Barnes η υπόθεση Karia v. DPP [2002] EWHC 2175, ότι δηλαδή τέτοια υποχρέωση ανακύπτει όταν ο κατηγορούμενος δώσει προηγούμενη ειδοποίηση ότι θα εγείρει το ζήτημα της αναγνώρισής του. Σε αυτού του είδους τα αδικήματα και διαδικασίες δεν θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση, υπό τη συζητούμενη έννοια, για αναγνωριστική παράταξη.

Τούτο ασφαλώς δεν σημαίνει ότι αίρονται οι κίνδυνοι από «αναγνώριση στο εδώλιο» και ότι δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου για ιδιαίτερη προσοχή η οποία και θα πρέπει να εκφράζεται με προειδοποίηση της μορφής της υπόθεσης Turnbull [1976] 3 All ER 549.

Η προειδοποίηση βέβαια αυτή έχει νόημα μόνο εάν και εφόσον προηγουμένως το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναγνώριση προέρχεται από αξιόπιστο μάρτυρα και το ζητούμενο είναι κατά πόσο, παρά ταύτα, προέβη σε λανθασμένη αναγνώριση.»

 

Προκύπτει από την ΤΟΥΜΑΖΟΥ (ανωτέρω), ότι τουλάχιστον σε περιπτώσεις συνοπτικής δίκης, ως η παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο δεν δύναται να καταλήξει ότι η απουσία αναγνώρισης σε αναγνωριστική παράταξη απολήγει σε συμπέρασμα περί της ταυτοποίησης του κατηγορουμένου, χωρίς πρώτα να προβεί  σε αξιολόγηση της μαρτυρίας αναγνώρισης, η οποία θα πρέπει να προέρχεται από μάρτυρα ο οποίος έχει κριθεί αξιόπιστος. Έπειτα, στην κατάλληλη περίπτωση, το Δικαστήριο θα προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή, η οποία και θα πρέπει να εκφράζεται με προειδοποίηση της μορφής της υπόθεσης TURNBULL [1976] 3 All ER 549.

 

Προκύπτει επομένως, από την ΤΟΥΜΑΖΟΥ (ανωτέρω), ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε κατά την αποτίμηση της μαρτυρίας  λανθασμένα τη νομολογία, ήτοι θεώρησε λανθασμένα ότι υπήρχε νομικό κριτήριο το οποίο το καθοδηγούσε «ώστε να μη ληφθεί υπόψη η αναγνώριση του κατηγορουμένου», χωρίς να έχει αξιολογήσει την αξιοπιστία του ΜΚ3, ο οποίος προέβη σε αυτήν. Βεβαίως, δεν θα ήταν δυνατόν να προβεί σε τέτοια αξιολόγηση, εφόσον η διεργασία αυτή δεν είναι επιτρεπτή στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Για μια σύνοψη της νομολογίας επί τούτου βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΡΦΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 92/2023, ημερομηνίας 30.3.2026.

 

Επιπλέον, όπως προβάλλεται με την τέταρτη παράγραφο της αιτιολογίας του λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προέβη μετά την πιο πάνω εσφαλμένη του διαπίστωση, σε αξιολόγηση άλλων πτυχών της μαρτυρίας για να διαπιστώσει, εάν υπήρχε άλλη διασύνδεση του κατηγορουμένου με τα αδικήματα που αντιμετώπιζε. Έχοντας δηλαδή θεωρήσει ότι δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη η αναγνώριση του εφεσείοντα, η οποία έγινε κατά τη διάρκεια της δίκης, στη συνέχεια, προέβη ουσιαστικά σε αξιολόγηση τη βαρύτητας της ενώπιόν του μαρτυρίας, ώστε να καταλήξει ότι παρουσίαζε ελλείψεις και αδυναμίες, πράγμα που όπως αναφέραμε μόλις ανωτέρω δεν είναι επιτρεπτό στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Δεν θα θέλαμε να επεκταθούμε στις πτυχές της μαρτυρίας τις οποίες αξιολόγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο για να μην προκαταλάβουμε το αποτέλεσμα της δίκης.

 

Στις ΔΡΑΚΟΥ (ανωτέρω) και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. HASSAN FARHAT, Ποινική Έφεση Αρ.: 107/2025, ημερομηνίας 15.10.2025, αποφασίστηκε ότι η εκεί ταυτόσημη αιτίαση του Γενικού Εισαγγελέα εμπίπτει εντός της εμβέλειας του  Άρθρου 137(1)(α)(iii) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.

 

Ευσταθεί, συνεπώς, και η αιτίαση που προβάλλεται με την τέταρτη παράγραφο της αιτιολογίας του λόγου έφεσης, ήτοι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα προέβη σε αξιολόγηση μαρτυρίας.

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω, ο λόγος έφεσης, όσον αφορά τις δύο προαναφερθείσες αιτιάσεις, επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται, χωρίς να χρειάζεται η εξέταση των λοιπών αιτιάσεων που περιλαμβάνονται σε αυτόν.

 

Επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εξέταση μόνο του πιο πάνω ζητήματος της ταυτοποίησης του εφεσείοντα, δεν τίθεται ζήτημα συνέχισης της διαδικασίας.

 

Αναπόφευκτα θα πρέπει να μας απασχολήσει το ζήτημα της επανεκδίκασης. Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, (1990) 2 Α.Α.Δ. 133, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Το Άρθρο 25 (3) του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60) καθώς και το Άρθρο 145(1)(δ) του Κεφ. 155, παρέχουν εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του, να διατάξει την επανεκδίκαση ποινικής υπόθεσης οποτεδήποτε κρίνεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι επιρρεπής σε ακύρωση. Η εξουσία για την επανεκδίκαση υπόθεσης δεν επιβάλλει την αυτόματη έκδοση διαταγής οποτεδήποτε κρίνεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι ακροσφαλής. Η απόφαση για επανεκδίκαση ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου μετά την συνεκτίμηση των παραγόντων εκείνων που προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση. Οι παράγοντες αυτοί επεξηγούνται στις υποθέσεις Pierides v. Republic, (1971) 2 C.L.R. 263, Εκδοτική Εταιρεία Κόσμος ν. Της Αστυνομίας (1984) 2 C.L.R. 121, Charalambous v. The Republic (1985) 2 C.L.R. 97 και Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 258. Συνεκτιμούνται και σταθμίζονται όλοι εκείνοι οι παράγοντες οι οποίοι τείνουν να διαμορφώσουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης στις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης. Αφενός, τα συμφέροντα του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με την αρχή του δικαίου ότι είναι κατά κανόνα ανεπιθύμητο για τον πολίτη να υποβάλλεται στη δοκιμασία της δίκης για περισσότερες της μιας φορές και αφετέρου, τα συμφέροντα του δημοσίου για την αποτελεσματική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η σοβαρότητα και η συχνότητα του αδικήματος, το περίπλοκο της υπόθεσης, ο χρόνος ο οποίος έχει διαρρεύσει από την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος, καθώς και η δαπάνη η οποία θα απαιτηθεί για τη νέα δίκη, είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»

 

Λαμβάνουμε επίσης υπόψη, τα πιο κάτω λεχθέντα στην υπόθεση ASSADOURIAN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1995) 2 Α.Α.Δ. 279:

 

«Παραμερισμός της καταδικαστικής απόφασης για λόγους όπως αυτοί που συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση, αφήνει ακάλυπτο από δικαστική κρίση το ερώτημα της ενοχής του εφεσείοντα στις κατηγορίες. Δεν είναι όμως πάντοτε δίκαιη η πρόκριση της επανεκδίκασης. Οι αρχές που διέπουν την ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά υποθέσεων, [βλ. Pierides v. Republic (1971) 2 CLR 263, Ekdotiki Eteria Kosmos v. Police (1984) 2 CLR 121, Charalambous v. Republic (1985) 2 CLR 97 Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 258, Δεσπότης ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 287, Σάββας Κακόψητος ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 200, Ανδρέας Σωτηριάδης και άλλος ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, και Lanitis Bros Ltd ν. Ιατρικών Υπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημοσίας Υγείας, (1995) 2 Α.ΑΑ 266. Οι παράγοντες που κατά περίπτωση διαδραματίζουν ρόλο δεν επιδέχονται προκαθορισμό αλλά το κυρίαρχο κριτήριο είναι σταθερό. Η απόφαση λαμβάνεται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως αυτό προσδιορίζεται από την εξισορρόπηση της ανάγκης για ορθή εφαρμογή του Νόμου και των επιπτώσεων πάνω στον κατηγορούμενο

 

Η παρούσα υπόθεση αφορά σοβαρά αδικήματα, τα οποία συχνά απασχολούν τη δικαιοσύνη. Τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα το έτος 2023. Δεν εντοπίζουμε παράγοντες που να προκαλούν δυσμενείς επιπτώσεις στον κατηγορούμενο. Κρίνουμε ότι  το συμφέρον της δικαιοσύνης και η ορθή απονομή αυτής, στην προκειμένη περίπτωση, επιτυγχάνεται με διαταγή επανεκδίκασης.

 

Συνακόλουθα των ως άνω, η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση ακυρώνεται. Διατάσσεται η επανεκδίκαση της υπόθεσης από άλλο Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, το συντομότερο δυνατόν.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο