ΜΑΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 268/2023, 29/6/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 268/2023, 29/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 268/2023)

 

29 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΜΑΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

______________________________

 

Ν. Καλλής, για τον Εφεσείοντα

Ε. Μανώλη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσείων, κατηγορούμενος 1 πρωτοδίκως, αντιμετώπιζε τέσσερεις κατηγορίες. Αφορούσαν το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών (κατηγορία 1), το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, ήτοι απειλής και αποστολής κατάφορα προσβλητικού ή άσεμνου ή αισχρού ή απειλητικού χαρακτήρα μηνύματος (κατηγορία 2), το αδίκημα της απειλής (κατηγορία 3) και το αδίκημα της αποστολής διά δημόσιου δικτύου επικοινωνιών μηνύματος το οποίο είναι κατάφορα προσβλητικού ή άσεμνου ή αισχρού ή απειλητικού χαρακτήρα (κατηγορία 4). Ο συγκατηγορούμενός του, κατηγορούμενος 2, αντιμετώπιζε 14 κατηγορίες, όμως λόγω μη εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης εναντίον του λόγω απουσίας του στο εξωτερικό, η δίωξη εναντίον του αναστάληκε. Τρίτος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορία παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου και αποκάλυψη κρατικού απορρήτου. Με το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, στη βάση των όσων αναφέρονται στην απόφασή του ημερομηνίας 27.6.2023, το πρωτόδικο Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε τον κατηγορούμενο 3 στην κατηγορία που αντιμετώπιζε και τον εφεσείοντα στις κατηγορίες 1, 2 και 3. Κρίθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα στην τέταρτη κατηγορία στην οποία κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του.

 

Την παρούσα έφεση αφορά μόνο η εν λόγω τέταρτη κατηγορία εναντίον του εφεσείοντα. Αποδίδετο στον εφεσείοντα ότι την 1.1.2021 απέστειλε στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου από το κινητό του με συγκεκριμένο αριθμό προς το κινητό του εν λόγω προσώπου με συγκεκριμένο αριθμό, το οποίο ήταν κατάφορα προσβλητικού ή και άσεμνου ή αισχρού ή απειλητικού χαρακτήρα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας συνοψίσει την ενώπιόν του μαρτυρία που σχετιζόταν με την υπό κρίση κατηγορία, περιλαμβανομένων και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, και έχοντας αξιολογήσει αυτήν, κατέληξε, κατ' εφαρμογή και της νομικής πτυχής της υπόθεσης, στην ενοχή του εφεσείοντα στην κατηγορία 4. Του επέβαλε χρηματική ποινή €500, αναστέλλοντας την πληρωμή της για περίοδο δύο μηνών από την ημερομηνία επιβολής της. Διέταξε, επίσης, όπως €95 έξοδα καταβληθούν από τον εφεσείοντα.

 

Με την παρούσα έφεση, ο εφεσείων προσβάλλει την καταδίκη του με τέσσερεις λόγους έφεσης.

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα, αδικαιολόγητα και αυθαίρετα κατέληξε σε συμπέρασμα ενοχής του εφεσείοντα, καταλήγοντας ότι το επίδικο μήνυμα είχε σταλεί οπωσδήποτε από τον εφεσείοντα κατά την 1.1.2021 προς τον παραπονούμενο. Επίκληση γίνεται του τι είχε προβληθεί και πρωτοδίκως, ότι ο εφεσείων αρνήθηκε ότι απέστειλε οποιοδήποτε μήνυμα από τον συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου, ο οποίος δεν του ανήκε, δεν τον γνώριζε και ουδέποτε τον χρησιμοποίησε, παραπλανούμενος από το ότι δεν ρωτήθηκε για τη συσκευή τηλεφώνου (τεκμήριο 7) η οποία του ανήκε. Ουδέποτε όμως, ρωτήθηκε ο εφεσείων για το πότε περιήλθε στην κατοχή του η εν λόγω συσκευή ώστε να δώσει τις απαιτούμενες εξηγήσεις.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα και αδικαιολόγητα έκρινε τον εφεσείοντα υπό την ιδιότητα ενός έμπειρου αστυνομικού ενώ θα έπρεπε να τον αντιμετωπίσει και να τον κρίνει σαν έναν οποιονδήποτε άλλο κατηγορούμενο ανεξαρτήτως επαγγέλματος και ιδιότητας.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα και αδικαιολόγητα κάλεσε τον εφεσείοντα σε απολογία στην τέταρτη κατηγορία, παραβιάζοντας έτσι τις αρχές που διέπουν το θέμα. Επίκληση γίνεται στοιχείων ανάλογων με αυτά που προβάλλονται σε σχέση με τον πρώτο λόγο έφεσης.

 

Τέλος, ο τέταρτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι λανθασμένα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα βασίστηκε σε αντιφατική μαρτυρία από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής η οποία παραπλάνησε, σύγχυσε και παγίδευσε τον εφεσείοντα με αποτέλεσμα κατά τις ανακρίσεις να μη δώσει συγκεκριμένες θέσεις και εξηγήσεις για το τεκμήριο 7 και έτσι το Δικαστήριο να μην αξιολογήσει ορθά και αντικειμενικά όλα τα ενώπιόν του δεδομένα.

 

Έχουμε εξετάσει με μεγάλη προσοχή καθετί που αφορά την υπό κρίση υπόθεση και τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, τους οποίους εξετάζουμε κατωτέρω. Έχουμε την άποψη ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης παρουσιάζουν τέτοια συνάφεια στο τι προβάλλουν, ώστε να καθίσταται ευχερές να εξεταστούν παράλληλα μέσα από μία συνολική εξέταση της πρωτόδικης κρίσης.

 

Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της απόφασής του, κατέγραψε τα συμπεράσματά του επί των γεγονότων, ως προέκυπταν, τόσο από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, όσο και ως αποτέλεσμα της από μέρους του αξιολόγησης της μαρτυρίας, ως εξής:

 

«Την 1ην Ιανουαρίου του 2021 ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου, Ανώτερος Αστυνόμος ΧΧ έλαβε στο κινητό του τηλέφωνο με αριθμό κλήσης [ ] ένα γραπτό μήνυμα που είχε απεστάλη από το κινητό τηλέφωνο με αριθμό κλήσης [ ] με το ακόλουθο περιεχόμενο:

<<ΧΧ GIE TIS POUTANAS O XRONOS SOY TELIOSE??. SE PARAKOLOUTHOUME EDO KAI MINES KAI THA PLEROSIS GIA OLA ??? APOLAUSE TOYS TELEFTAIOYS MINES STIN DOULEIA SOU ??.. GOODLUCKYOUWILLNEEDIT>>

Στις 15.08.2021 στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας σχετιζόμενο με τον Κατηγορούμενο 1 εντοπίστηκε σε τσάντα ώμου η οποία βρισκόταν στον πισινό χώρο αποσκευών του οχήματος με αρ. Εγγραφής [ ] μεταξύ άλλων ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Boost χρώματος άσπρου (Τεκμήριο 7) με αριθμό IMEI1: 868286025012689 και ΙΜΕΙ2: 868286025012697.

Το συγκεκριμένο κινητό τηλέφωνο (Τεκμήριο 7) αποστάλθηκε για επιστημονικές εξετάσεις στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων και σύμφωνα με την έκθεση του ετοιμάστηκε (Τεκμήριο 37) ημερ. 23.08.2021 (σχετικές οι σελίδες 16 & 17 της έκθεσης) εντοπίστηκε σε αυτό ένα (1) διαγραμμένο μήνυμα τύπου SMS (Τεκμήριο 45) το οποίο στάλθηκε από την συγκεκριμένη συσκευή στον αριθμό τηλεφώνου [ ] σε άγνωστο χρόνο.

Από τις έρευνες που διενεργήθηκαν δεν εντοπίστηκε η κάρτα Sim με αριθμό [ ] από την οποία είχε σταλεί το επίδικο μήνυμα sms. Με αυτό τον αριθμό κινητού τηλεφώνου αποστάλθηκε το μήνυμα κατά την 1η Ιανουαρίου του 2021 προς το τηλέφωνο του Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου με αριθμό [ ].»

 

Είναι, επίσης, χρήσιμο να τεθούν οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

 

«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (
Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»

Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:

«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»

 

Μελέτη της πρωτόδικης απόφασης στο σύνολό της αλλά και όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποκλείει κάθε αιτίαση που προβάλλεται από την πλευρά του εφεσείοντα. Με αφετηρία το παράπονο σε σχέση με τη διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στην τέταρτη κατηγορία και κλήση του εφεσείοντα σε απολογία, ως προβάλλεται με τον τρίτο λόγο έφεσης, δεν μπορεί να διαπιστωθεί οποιοδήποτε σφάλμα από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου. Υφίστατο μαρτυρία για την αποστολή του συγκεκριμένου μηνύματος από συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου προς τον αριθμό τηλεφώνου του παραπονούμενου. Παρά τη μη ύπαρξη άμεσης μαρτυρίας για συσχέτιση του συγκεκριμένου αριθμού τηλεφώνου με τον εφεσείοντα, υφίστατο μαρτυρία συσχέτισης του συγκεκριμένου αριθμού και μηνύματος και διαγραφής του με συσκευή τηλεφώνου (τεκμήριο 7) η οποία ανήκε στον εφεσείοντα. Ουδέποτε τέθηκε προς τους μάρτυρες κατηγορίας ζήτημα μη κατοχής της εν λόγω συσκευής κατά τον χρόνο αποστολής του υπό κρίση μηνύματος, ενώ το περιεχόμενο του μηνύματος αυτού προφανώς ενέπιπτε στην πρόνοια του σχετικού αδικήματος. Επομένως, ορθή κρίνεται η πρωτόδικη κρίση περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του εφεσείοντα στην εν λόγω κατηγορία, επαρκώς ώστε αυτός να υποχρεούτο να προβάλει την υπεράσπισή του σε αυτήν.

 

Προχωρώντας με την εξέταση των υπολοίπων επίδικων θεμάτων στην παρούσα, ορθό είναι να λεχθεί ότι ο εφεσείων επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και προέβαλε τις θέσεις του σε σχέση με το επίδικο αδίκημα. Αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τον συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου, όμως αποδέχτηκε την ιδιοκτησία και κατοχή της αναφερόμενης συσκευής τηλεφώνου, προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς σε σχέση με τα ζητήματα αυτά. Ήταν η θέση του πως το συγκεκριμένο τηλέφωνο περιήλθε στην κατοχή του ως μεταχειρισμένο τον Μάιο‑Ιούνιο του έτους 2021, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει συγκεκριμένη ημερομηνία. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι το παρέλαβε από το σπίτι του κατηγορουμένου 2 από την οικιακή του βοηθό η οποία και του το έδωσε, λέγοντας μάλιστα ότι του δόθηκε λόγω του ότι ήταν, ως τον αποκαλούσαν «ο τηλεφωνάκιας». Δεν ανέφερε οτιδήποτε στην Αστυνομία γιατί θεώρησε ότι η Αστυνομία δεν θα δεχόταν τέτοια κατάθεση και κανείς δεν θα τον λάμβανε υπ' όψιν αφού η υπόθεση είχε κλείσει και αφέθηκε ελεύθερος μετά την ολοκλήρωση της περιόδου κράτησής του.

 

Κρίνουμε ορθό και χρήσιμο να παραθέσουμε αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την αξιολόγηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο της προσκομισθείσας μαρτυρίας:

 

«Υπενθυμίζεται ότι ο Μάρτυρας Κατηγορίας 1 (ΜΚ1) ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης ενώ ο Μάρτυρας Κατηγορίας 7 (ΜΚ7) ήταν το μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που εκτέλεσε στις 15.08.2021 το ένταλμα έρευνας στην κατοικία του 1ου Κατηγορούμενου. Ο Μάρτυρας Κατηγορίας 3 (ΜΚ3) ήταν το μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που επεξεργάστηκε δικανικά το Τεκμήριο 7 ήτοι το επίδικο κινητό τηλέφωνο στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων και ετοίμασε την σχετική έκθεση ήτοι το Τεκμήριο 37.

Έχω μελετήσει την μαρτυρία τους και σε συνδυασμό με την εικόνα που έδωσαν στο Δικαστήριο στα πλαίσια της δια ζώσης διαδικασίας δεν έχω κανένα λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία τους.

Αρχικά να αναφέρω πως σε σχέση με τον ΜΚ3 δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 1 οι δικανικές εξετάσεις στις οποίες προέβηκε ή το περιεχόμενο της έκθεσης που ετοίμασε ενώ η περιορισμένη αντεξέταση του ήταν καθαρά για διευκρινιστικής φύσεως ζητήματα. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της.

Στρεφόμενος προς τους ΜΚ1 και ΜΚ7 στο βαθμό που η μαρτυρία τους αφορά την εναπομείνασα κατηγορία αυτοί αναφέρθηκαν στις ενέργειες που έκαναν για την υπόθεση και σε καμιά περίπτωση δεν έδωσαν την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι προσήλθαν να δώσουν μαρτυρία με σκοπό την καταδίκη του Κατηγορούμενου 1 αλλά για να παρουσιάσουν τα γεγονότα ως αυτά διαδραματίστηκαν με την δική τους εμπλοκή. Ούτως η άλλως δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το επίδικο κινητό βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1 κατά τον χρόνο εκτέλεσης εντάλματος έρευνας. Συνεπώς αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας τους ως αληθές.

Τέλος σε σχέση με τον Μάρτυρα Κατηγορίας 2 (ΜΚ2) που ήταν ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου το πρόσωπο δηλαδή που ήταν ο παραλήπτης του επίδικου γραπτού μηνύματος δεν έχω ούτε και για αυτόν λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του. Ούτως η άλλως δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ότι αυτός έλαβε το μήνυμα με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και η περιορισμένη αντεξέταση περιορίστηκε σε κυρίως διευκρινιστικά ζητήματα που αφορούσαν γενικότερα το γεγονός ότι ο μάρτυρας ήταν παραλήπτης και πολλών άλλων κατά περιόδους μηνυμάτων παρόμοιας φύσεως. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του.

Στρεφόμενος προς τον Κατηγορούμενο 1 αναφέρω εξ αρχής ότι αυτός δεν άφησε θετική εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο και η κατάληξη μου αυτή προέκυψε μέσα από προσεκτική μελέτη τόσο των όσων ο ίδιος ανέφερε κατά την μαρτυρία του όσο και από την συνολική συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν ξεκάθαρο παρατηρώντας την όλη συμπεριφορά του από το ειδώλιο ότι δεν ήταν διατεθειμένος να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά να αποποιηθεί της οποιασδήποτε δικής του ευθύνης προβάλλοντας θέσεις για ουσιώδη ζητήματα τα οποία προέβαλε και προώθησε για πρώτη φορά μόνο κατά την μαρτυρία του.

Αξιοσημείωτο πως κατά την αντεξέταση των μαρτύρων Κατηγορίας ουδέποτε τέθηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 πως το συγκεκριμένο κινητό τηλέφωνο (Τεκμήριο 7) ήταν στην κατοχή του Χριστάκη Δημητριάδη πριν από τον Μάιο ‑ Ιούνιο του 2021 και το οποίο ο Κατηγορούμενος 1 παρέλαβε και συνέχισε να έχει στην κατοχή του. Καμία λογική εξήγηση πέραν της αστείας πραγματικά αναφοράς ότι πρόκειται για τον ''τηλεφωνάκια'' δεν δόθηκε για ποιο λόγο ο Κατηγορούμενος 1 μετέβηκε στην κατοικία του Χριστάκη Δημητριάδη για να παραλάβει από την οικιακή του βοηθό το Τεκμήριο 7 για να συνεχίσει ο ίδιος να το έχει στην κατοχή του ως δικό του ούτε και έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για το ποια ήταν η σχέση του με τον Δημητριάδη και κάτω από ποιες συνθήκες μετέβηκε στην κατοικία του αλλά και για ποιο λόγο να παραλάβει την συγκεκριμένη τηλεφωνική συσκευή.

Ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν σταθερός κατά την κατάθεση του, προέβαινε σε αντιφάσεις και παλινδρομήσεις ενώ ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης για τα όσα του καταλογίζονταν. Μάλιστα στις πλείστες ερωτήσεις που του γίνονταν φαινόταν να γυρίζει το βλέμμα του προς τον δικηγόρο του πριν να δώσει απάντηση στην ερώτηση ενώ του υποδείχθηκε αρκετές φορές να στρέφει το βλέμμα του προς το Δικαστήριο.

Οι θέσεις τις οποίες  εξέφρασε δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και προσχεδιασμό στις αναφορές αυτές για να αποποιηθεί της οποιασδήποτε δικής του ευθύνης ενώ η θέση του ήταν ήδη επιβαρυμμένη. Αυτός επέλεξε να προσέλθει στο Δικαστήριο να δώσει ένορκη μαρτυρία ως βεβαίως είχε δικαίωμα να πράξει όμως μη θέλοντας να πει την αλήθεια και αυτό διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του.

Οι θέσεις που προέβαλε που υπενθυμίζεται πως πρόκειται για έμπειρο Αστυνομικό (με 20έτη πείρα στην Αστυνομία) ότι τα όσα ανέφερε σήμερα τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και αντεξεταζόμενος σε σχέση με το γεγονός πως πρόκειται για μεταχειρισμένο τηλέφωνο το οποίο προηγουμένως είχε στην κατοχή του ο Χριστάκης Δημητριάδης ότι δηλαδή δεν έδωσε τέτοια απάντηση ανακρινόμενος είτε γιατί δεν τον ρώτησαν συγκεκριμένα είτε γιατί δεν του επεξήγησαν κατά το στάδιο λήψης των ανακριτικών καταθέσεων πως πρόκειτο για το Τεκμήριο 7 που τον ρωτούσαν δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές ως γνήσιες και αληθινές θέσεις. Σημειώνεται βεβαίως η αρχική του τοποθέτηση κατά την αντεξέταση πως το είχε αναφέρει στις καταθέσεις του ενώ στην συνέχεια όταν του ζητήθηκε να το υποδείξει προέβαλε την πιο πάνω δικαιολογία.

Ούτε και στην συνέχεια η εξήγηση που έδωσε ακόμα και μετά που η διαδικασία των προσωποκρατήσεων που αντιμετώπιζε ολοκληρώθηκε και είχε ενημερωθεί κα γνώριζε ότι αφορούσε τον εντοπισμό του επίδικου μηνύματος στο Τεκμήριο 7 ότι δήθεν η Αστυνομία θα τον αγνοούσε και δεν θα του έπαιρνε κατάθεση μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Ήταν ξεκάθαρο και δεν έχω καμιά αμφιβολία πως τα όσα προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο για τα όσα έκανε η δεν έκανε κατά το στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης και τα όσα προσπάθησε να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μόνο μια ύστατη προσπάθεια να αποφύγει την δική του εμπλοκή στα όσα του καταλογίζονται στην 4η Κατηγορία και να μετακυλήσει την ευθύνη σε τρίτο.

Συνεπώς δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεχθώ την μαρτυρία του ως αξιόπιστη και την οποία αναγκαστικά θα απορρίψω εκτός των όσων αφορούν ζητήματα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί και αφορούν κυρίως τον εντοπισμό του Τεκμηρίου 7 στις 15.08.2021 στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1 και τις δικανικές εξετάσεις που έγιναν σε αυτό και τον εντοπισμό του επίδικου μηνύματος στο συγκεκριμένο κινητό τηλέφωνο.»

 

Είναι προφανές ότι καθετί σχετικό με την προσκομισθείσα μαρτυρία απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο το ενέταξε και το εξέτασε στο ορθό πλαίσιο. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην όλη πρωτόδικη διεργασία. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε τα αμφισβητούμενα θέματα και τόσο ο τρόπος εξέτασής τους όσο και τα σχετικά συμπεράσματά του σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθούν αυθαίρετα, παράλογα ή συγκρουόμενα με άλλη αποδεκτή μαρτυρία ή μη δικαιολογημένα με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ορθή προβάλλει να είναι και η πρωτόδικη κρίση σε σχέση με το τί ο εφεσείων προέβαλε ως ισχυρισμό σε σχέση με την κατοχή της υπό κρίση συσκευής. Καθ' όλα σχετικό είναι το τί επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς το ότι κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, ουδέποτε τέθηκε σε αυτούς ότι το συγκεκριμένο κινητό τηλέφωνο ήταν στην κατοχή του αναφερόμενου κατηγορουμένου 2 πριν από τον Μάιο‑Ιούνιο του έτους 2021, όταν και ο εφεσείων το παρέλαβε και συνέχισε να το έχει στην κατοχή του. Αυτό, από μόνο του, καθιστούσε τη σχετική μαρτυρία από πλευράς εφεσείοντα μονόπλευρη και, ορθά, απορριπτέα από το Δικαστήριο. Στη βάση δε του συνόλου της αξιολόγησης της μαρτυρίας από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, ουδέν σφάλμα εντοπίζεται ικανό να παράσχει πεδίο παρέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση.

 

Δεν διαπιστώνεται να τέθηκε οποιοδήποτε βάρος στον εφεσείοντα να αποδείξει την αθωότητά του, ούτε διαπιστώνεται η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην επαγγελματική ιδιότητα του εφεσείοντα να θέτει την αξιολόγησή του ως μάρτυρα εκτός των ορθών πλαισίων.

 

Καθ' όλα επιτρεπτά κρίνονται τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί των γεγονότων, στη βάση των οποίων αλλά και της νομικής πτυχής της υπόθεσης, η καταδίκη του εφεσείοντα στην κατηγορία 4 ήταν αναπόφευκτη.

 

Αβάσιμους κρίνουμε όλους τους λόγους έφεσης και κατά συνέπεια η παρούσα έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

                                                          Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

         

         

                                                          ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.             

 

                                                          Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο