ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 3/2026)
22 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΛΕΞΙΟΣ ΑΡΤΖΑΝΙΔΗΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Κ. Σοφοκλέους (κα), για τον Εφεσείοντα.
Ζ. Κούμουρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Κατόπιν δικής του παραδοχής, ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος για το αδίκημα της ληστείας (2η κατηγορία) και το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (4η κατηγορία). Η δεύτερη κατηγορία αφορούσε κλοπή από συγκεκριμένο πρόσωπο του ποσού των €60 αφού χρησιμοποιήθηκε εναντίον του εν λόγω προσώπου πραγματική βία. Η τέταρτη κατηγορία αφορούσε συνωμοσία με άγνωστο πρόσωπο για προμήθεια ναρκωτικών.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 18 μηνών στη δεύτερη κατηγορία και 9 μηνών στην τέταρτη κατηγορία. Διατάχθηκε οι ποινές να είναι άμεσες.
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με έναν λόγο έφεσης ο οποίος προβάλλει ότι η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης για το ως άνω χρονικό διάστημα καθιστά αυτήν υπερβολική, άδικη και υπό τις περιστάσεις δυσανάλογη, λόγω της μη αναστολής της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης, ως προβάλλεται, ήταν τέτοιες που η απόφαση μη αναστολής της ποινής την καθιστά αφενός υπερβολική ενώ αποτελεί και σφάλμα αρχής. Το τι ουσιαστικά αποτελεί τη θέση της πλευράς του εφεσείοντα είναι ότι δεν διαφωνεί με το ύψος της επιβληθείσας ποινής αλλά με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για μη αναστολή της εκτέλεσής της. Επίκληση γίνεται των περιστάσεων του εφεσείοντα αλλά και των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων, καθώς επίσης της απόδοσης υπέρμετρης βαρύτητας, από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής.
Είναι χρήσιμο να τεθεί το πραγματικό υπόβαθρο της υπό κρίση υπόθεσης, στη βάση του οποίου το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε την προσβαλλόμενη ποινή. Ως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, ο εφεσείων διευθέτησε την αγορά μικρής ποσότητας ναρκωτικών, αξίας €60 από τον παραπονούμενο. Μαζί με άλλο πρόσωπο μετέβηκαν στον χώρο στον οποίο θα συναντούσαν τον παραπονούμενο για να παραλάβουν τα εν λόγω ναρκωτικά. Ο εφεσείων ήταν ο οδηγός του οχήματος ενώ το άλλο πρόσωπο, ο συνοδηγός, βρισκόταν εκτός του οχήματος για να παραλάβει τα εν λόγω ναρκωτικά. Ο εν λόγω συνοδηγός πλησίασε τον παραπονούμενο και του έδωσε το ποσό των €60 και παρέλαβε από αυτόν τα ναρκωτικά. Τότε ο εν λόγω συνοδηγός τράβηξε τα χρήματα από το τσαντάκι του παραπονούμενου και τον γρονθοκόπησε στο αριστερό μάτι αποσπώντας του τα €60. Ο παραπονούμενος αντέδρασε και άρχισαν να αλληλοχτυπιούνται, με τον συνοδηγό να τραυματίζει τον παραπονούμενο στην πλάτη με μαχαίρι. Εκείνην τη στιγμή ο εφεσείων κατέβηκε από το όχημά του και αφού είδε τι συνέβηκε, μαζί με τον συνοδηγό εισήλθαν ξανά στο όχημα και εγκατέλειψαν το μέρος αφήνοντας τον παραπονούμενο τραυματισμένο. Στη βάση των ως άνω γεγονότων είναι που ο εφεσείων παραδέχτηκε τις εν λόγω κατηγορίες και το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε τις εν λόγω ποινές.
Η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής ανέλυσε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν τα υπό κρίση αδικήματα και την επιβολή ποινής για αυτά. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στη σοβαρότητα των αδικημάτων, στη συχνότητα διάπραξής τους αλλά και την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και παραθέτοντας σχετικές αρχές ως προκύπτουν από τη νομολογία αυτή. Δεν παρέλειψε να ασχοληθεί και με την εξατομίκευση της ποινής και το καθήκον του Δικαστηρίου προς τούτο. Προς όφελος του εφεσείοντα έλαβε υπ' όψιν το λευκό του ποινικό μητρώο, την παραδοχή του, την απολογία και εκφρασθείσα μεταμέλειά του, τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, έστω και αν δεν κατονόμασε το όνομα του ως άνω συνοδηγού, καθώς επίσης τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του εφεσείοντα, ως προβάλλονται στη σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε ως εξής:
«Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 50 ετών και κατάγεται από τη Γεωργία. Έχει ολοκληρώσει τη σχολική του εκπαίδευση στη Γεωργία και ακολούθως φοίτησε σε πανεπιστήμιο στη Ρωσία αποκτώντας πτυχίο ορθοδοντικού. Το 1994 και αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του πήγε στην Ελλάδα όπου γνώρισε τη σύζυγο του από τη Γεωργία και τέλεσε γάμο. Το 1997 ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας και στη συνέχεια αποφάσισε να παραμείνει μόνιμα. Το 2000 ήρθε στην Κύπρο και η σύζυγος του. Ο κατηγορούμενος εργάστηκε για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ως σερβιτόρος ενώ στη συνέχεια ξεκίνησε να απασχολείται ως εργάτης στις οικοδομές. Από τη συνεχή ενασχόληση του στον τομέα των οικοδομών απέκτησε μεγάλη εμπειρία και γνώσεις. Αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί αυτόνομα ως οικοδόμος και σήμερα συνεχίζει να ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα ως αυτοεργοδοτούμενος. Η σύζυγος του απασχολείται στον τουριστικό τομέα και συγκεκριμένα σε ξενοδοχείο στον Πρωταρά. Το ζεύγος έχει αποκτήσει 3 παιδιά ηλικίας 16, 14 και 6 ετών. Στην Κύπρο διαμένει και η μητέρα του η οποία βοηθά στη φροντίδα των παιδιών. Σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του ο κατηγορούμενος πριν 3 χρόνια υπέστη έμφραγμα για το οποίο σήμερα τυγχάνει παρακολούθησης από ειδικούς.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε και έλαβε υπ’ όψιν, επίσης, τις θέσεις της Υπεράσπισης ως προς το ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό για το οποίο δεν υπήρχε προσχεδιασμός εκ μέρους του εφεσείοντα. Περαιτέρω, λόγω του περιστατικού, ο εφεσείων βρέθηκε σε πολύ άσχημη ψυχολογική και σωματική κατάσταση, λόγω και του αποχωρισμού από τη σύζυγο και την οικογένειά του (το τρίτο του παιδί ήταν νεογέννητο κατά τον εν λόγω χρόνο), κάτι το οποίο οδήγησε στο να υποστεί έμφραγμα και να νοσηλευτεί για κάποιο χρονικό διάστημα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε τον αρνητικό αντίκτυπο της ποινής φυλάκισης στην οικογένεια του εφεσείοντα, όμως εξήγησε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές και οι οικογενειακές περιστάσεις έχουν περιορισμένη βαρύτητα, αφού, ως υπέδειξε «η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας».
Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε και στην παρέλευση 6 ετών από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, αναγνωρίζοντας ότι αυτό αποτελεί μετριαστικό παράγοντα, σημειώνοντας, όμως, ότι δεν είχε τεθεί ότι εξαιτίας του χρόνου υπήρξε διαφοροποίηση στις προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα.
Είναι μετά από λεπτομερή ανάλυση των ως άνω δεδομένων τα οποία είχε ενώπιόν του που το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην ποινή που επέβαλε. Έχοντας καθορίσει την ποινή ως ανωτέρω, η προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στράφηκε στο κατά πόσον υπήρχαν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης. Παρέθεσε προς τούτο σχετικό απόσπασμα από τη νομολογία και εξήγησε τι είναι που λαμβάνεται υπ' όψιν για σκοπούς κρίσης του εν λόγω ζητήματος. Αποφάσισε ότι δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής. Ως ανέφερε:
«Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).»
Σύμφωνα με το Άρθρο 3 (2) του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διατάσσεται αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΤΖΙΑΟΥΧΑΡΗ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).
Σύμφωνα με την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018:
«Η απόφαση για αναστολή της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην απουσία δε οποιουδήποτε λάθους αρχής δεν δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου».
Ως εξηγείται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537:
«Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938‑939:
“Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.”
Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή. Όπως για παράδειγμα η απόφαση στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου Πολ. Έφεση Αρ. 137/2015, ημερομηνίας 23.6.2018, όπου μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, προσμέτρησαν ως ιδιαίτεροι παράγοντες για αναστολή της επιβληθείσας από το Εφετείο ποινής η μεγάλη πάροδος του χρόνου και η ύπαρξη νέων δεδομένων όπως ο αρραβώνας και ο προγραμματισμός γάμου και η απόκτηση παιδιού στο μεταξύ.»
(βλ. επίσης, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΛΛΙΚΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 268/2022, ημερομηνίας 30.9.2025).
Μόλις στις 4.6.2026, στην ΣΠΥΡΟΥ V. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 300/2025, ημερομηνίας 4.6.2026, είχαμε την ευκαιρία να πραγματευτούμε το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης σε όμοιας φύσης υπόθεση, παραπέμποντας στην ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ κ.ά. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 449.
Καθίσταται προφανές ότι το τι έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και του κατηγορούμενου ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον δικαιολογείται η κρίση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στη βάση των πιο πάνω αρχών.
Έχουμε την άποψη ότι, παρόλο που η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής καθοδηγήθηκε ορθά ως προς τις ισχύουσες νομολογιακές αρχές επί του θέματος, η εφαρμογή στα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης πάσχει σε βαθμό που επιτρέπει την παρέμβασή μας. Ως προκύπτει, από την πρωτόδικη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε τον περιορισμένο ρόλο του εφεσείοντα στη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας στη βάση του ότι δεν είχε ηγετικό και πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς επίσης και την έλλειψη οργανωμένου και προσχεδιασμένου τρόπου δράσης εκ μέρους του εφεσείοντα, γεγονός που, ως ανέφερε, διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση από άλλες αυτού του είδους, αφού ελλείπουν τέτοιες επιβαρυντικές περιστάσεις. Παράλληλα, ως ανωτέρω περιγράφεται, αναγνωρίστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο τα όσα αφορούσαν τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, το λευκό του ποινικό μητρώο και το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Παρά το ότι η ύπαρξη τραυματισμού του θύματος και η εγκατάλειψη του αβοήθητου αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο, τα υπόλοιπα όσα αφορούν την υπόθεση και τον εφεσείοντα και τον ρόλο αυτού στο όλο αδίκημα, αποτελούσαν στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάση για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής και θα έπρεπε να το οδηγήσουν σε ανάλογη κρίση. Έχουμε την άποψη ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν αποτέλεσμα περισσότερο της προσπάθειάς του να αποδώσει αξία στην αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και την εξυπηρέτηση των πολλαπλών σκοπών της ποινής, παραγνωρίζοντας το ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης και του εφεσείοντα δικαιολογούσαν αντίθετη κρίση. Είναι αυτό το σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου που παρέχει στο Εφετείο την ευχέρεια για επέμβαση στην πρωτόδικη κρίση.
Συνακόλουθα των πιο πάνω, κρίνουμε ότι είναι βάσιμο το παράπονο του εφεσείοντα, ως προβάλλεται στον λόγο έφεσης.
Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση ως προς το μέρος που αφορά την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας φυλάκισης ακυρώνεται. Αποφασίζεται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα για περίοδο 3 ετών από την ημερομηνία της πρωτόδικης απόφασης.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο