ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΠΥΡΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 300/2025, 4/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΠΥΡΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 300/2025, 4/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 300/2025)

 

4 Ιουνίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΝΤΡΕΑΣ ΣΠΥΡΟΥ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

________________________

 

Μ. Αθανασίου (κα), για τον Εφεσείοντα.

Ν. Γρηγορίου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο εφεσείοντας προσβάλλει το ύψος των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως έκδηλα υπερβολικό υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ως μη συνάδουσες με τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Πρόκειται για συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 3 ετών, που επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από την παραδοχή του εφεσείοντα στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Παράλληλα, αμφισβητείται η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι για την αναστολή των ποινών φυλάκισης που του έχουν επιβληθεί. Tο πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφάσισε σχετικά ότι οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα δεν μπορούσαν να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτός διέπραξε και συνεπώς ότι τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα τούτη, και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινής.

 

Διέταξε, συνεπώς, όπως οι ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί, εκτελεστούν άμεσα και να άρχονται από την ημέρα που ο εφεσείοντας τελεί υπό κράτηση, δηλαδή από τις 4.7.2025.

 

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε εναντίον του εφεσείοντα στις 4.7.2025, στον εφεσείοντα αποδόθηκαν πρωτόδικα τρεις κατηγορίες για το αδίκημα της απόπειρας ληστείας (αριθμός κατηγοριών 1, 2 και 4), η κατηγορία της κατοχής επιθετικού όπλου, συγκεκριμένα ενός μαχαιριού, σε δημόσιο χώρο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία (αριθμός κατηγορίας 3) και της ληστείας και ειδικότερα ότι στις 10.10.2024 ενώ ήταν οπλισμένος με επιθετικό όπλο, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €20 από περίπτερο και αμέσως πριν τον χρόνο της κλοπής, απείλησε να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον της υπαλλήλου του περιπτέρου, με σκοπό την απόκτηση του πιο πάνω ποσού (αριθμός κατηγορίας 5).  

 

Τα γεγονότα που αφορούν οι κατηγορίες 1, 2 και 3 έλαβαν χώραν στις 3.7.2025, ενώ τα γεγονότα που αφορούν οι κατηγορίες 4 και 5 στις 10.10.2024.

 

Όσον αφορά τα αδικήματα της απόπειρας ληστείας αναφορικά και με τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, αποδόθηκε στον εφεσείοντα ότι ενώ ήταν οπλισμένος με επιθετικό όπλο, επιτέθηκε εναντίον τριών διαφορετικών προσώπων, με σκοπό κλοπής χρηματικού ποσού και αμέσως πριν τον χρόνο της κλοπής, απείλησε να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον των προσώπων αυτών.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επέβαλε στον εφεσείοντα σε κάθε μία από τις κατηγορίες 1, 2 και 4 αναφορικά με το αδίκημα της απόπειρας ληστείας, ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών, στην τρίτη κατηγορία αναφορικά με την κατοχή επιθετικού όπλου, ποινή φυλάκισης 6 μηνών και στην πέμπτη και σοβαρότερη κατηγορία, αυτή της ληστείας, ποινή φυλάκισης 3 ετών. Διέταξε όπως οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν.

 

Είναι η θέση της συνηγόρου του εφεσείοντα ότι η στάθμιση των δεδομένων από το πρωτόδικο Δικαστήριο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής δεν υπήρξε ούτε ακριβοδίκαιη ούτε πλήρης. Υποστηρίζει ότι η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα υπερβολική και δυσανάλογη προς τη φύση και τη βαρύτητα των αδικημάτων, καθώς και προς τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα. Προβάλλει ακόμα τη θέση, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε δεόντως, ουσιαστικά και επαρκώς υπόψιν τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, ούτε τους μετριαστικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες, τόσο σε σχέση με τα γεγονότα τέλεσης των αδικημάτων, όσο και με τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ούτε τις συνέπειες της επιβληθείσας ποινής στη μετέπειτα κοινωνική του επανένταξη. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι οι περιστάσεις αυτές δεν σταθμίστηκαν σωστά από το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής.

 

Έχει περαιτέρω τη θέση η συνήγορος του εφεσείοντα ότι οι νομολογιακές αρχές τις οποίες επικαλέστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο προς ενίσχυση της απόφασής του είναι προδήλως ανόμοιες και μη συγκρίσιμες προς την υπό κρίση περίπτωση, ούτε ως προς τη φύση και τον βαθμό σοβαρότητάς τους, ούτε και ως προς τις προσωπικές και πραγματικές τους περιστάσεις. Προχωρεί δε, και εξειδικεύει τη θέση της αυτή σε σχέση με την κάθε μία υπόθεση, στην οποία παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Προβάλλει ακόμη τη θέση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν σειρά ελαφρυντικών και προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα, που καταδεικνύουν μειωμένο βαθμό υπαιτιότητας και ελαττωμένη αίσθηση ευθύνης κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων, γεγονός που όφειλε να αντικατοπτρίζεται στην επιμέτρηση της ποινής. Προς τούτο, επικαλείται την άμεση παραδοχή του εφεσείοντα ενώπιον της Αστυνομίας αλλά και του Δικαστηρίου, την απολογία και ειλικρινή του μεταμέλεια, το λευκό ποινικό του μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, την απουσία προσχεδιασμού των επίδικων αδικημάτων, την παρορμητική φύση των πράξεων του, καθώς και την εμφανή προχειρότητα κατά την τέλεσή τους (χωρίς κάλυψη του προσώπου του και με χρήση κοινού κουζινομάχαιρου), όπως και την επίδραση της στέρησης ναρκωτικών ουσιών κατά τον κρίσιμο χρόνο. Σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο εφεσείοντας τελούσε υπό συνθήκες αυξημένου άγχους και σοβαρού οικονομικού αδιεξόδου, στοιχεία τα οποία επηρέαζαν την κριτική του ικανότητα.  

 

Οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα, ήταν περαιτέρω η θέση της, είναι ιδιάζουσες και εξαιρετικές αφού καταδεικνύουν εικόνα ατόμου ευάλωτου, με διαπιστωμένες δυσχέρειες ρύθμισης συναισθημάτων και συμπεριφοράς, καθώς και με αυτοκαταστροφικές τάσεις, στοιχεία τα οποία επηρέαζαν ουσιωδώς την κρίση και την συμπεριφορά του κατά τον ουσιώδη χρόνο.

 

Δόθηκε, επίσης, ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι δεν ασκήθηκε πραγματική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, και υπήρξε πλήρης διάθεση για αποζημίωση των παραπονούμενων. Το ποσό το οποίο τελικά έκλεψε ο κατηγορούμενος ήταν το ποσό των €20, ενώ έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο εφεσείων τελούσε υπό καθεστώς μειωμένης κριτικής ικανότητας, το οποίο στοιχείο, αν και δεν αίρει την ποινική του ευθύνη, προβάλλεται προς εξήγηση της καταφυγής του στις επίδικες εγκληματικές ενέργειες.

 

Προβάλλεται περαιτέρω η θέση, με ξεχωριστό λόγο έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ προέβηκε στην εξέταση των κριτηρίων και των λόγων που διέπουν το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που είχαν επιβληθεί, καθοδηγήθηκε λανθασμένα, ως προς τις Αρχές που διέπουν το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης και λανθασμένα θεώρησε ότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες, που συγκέντρωνε στο πρόσωπό του ο εφεσείοντας, δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης, στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής των ποινών φυλάκισης. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο νεαρό της ηλικίας του, στο γεγονός ότι τελούσε υπό κράτηση από τις 4.7.2025, οι ποινές του επιβλήθηκαν στις 8.12.2025, δηλαδή έχει εκτίσει φυλάκιση 11 μηνών από την ποινή του και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης, αναφορικά με τις συνέπειες που θα επιφέρει στον εφεσείοντα η ποινή φυλάκισης στην προσωπική και κοινωνική του κατάσταση.

 

Στον αντίποδα, η συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα, υπεραμύνεται της ορθότητας της ποινής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, ότι δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ότι σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις ο εφεσείοντας υπό την απειλή μαχαιριού μετέβηκε σε χρόνους καθημερινής εξυπηρέτησης του κοινού (φούρνους και περίπτερα) και απαιτούσε χρήματα. Υπογράμμισε ότι η ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα της ληστείας, μέχρι 14 έτη, και διά βίου φυλάκιση όταν ο δράστης είναι οπλισμένος με επιθετικό αντικείμενο, καταδεικνύουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τα οποία είναι αδικήματα που επιτάσσουν γενική και ειδική αποτροπή, αφού διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας της κοινωνίας.

 

Ισχυρίζεται, ακόμη, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, όσο και το γεγονός ότι ήταν, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, χρήστης ναρκωτικών και ότι καταβάλλει προσπάθειες για απεξάρτησή του από αυτά, όπως και τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του. Προέβαλε, επίσης, τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εξέτασε τα κριτήρια και τους λόγους που διέπουν το ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης και δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας αποφασίζοντας τη μη αναστολή τους.

 

Πρόσφατα, στην απόφασή μας M.A. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινικές Εφέσεις 216/2022 και 221/2022, ημερομηνίας 25.2.2026, είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε τη νομολογία σε σχέση με τις Αρχές που εφαρμόζει το Εφετείο, αναφορικά με εφέσεις που αφορούν το ύψος της ποινής που επιβάλλεται από πρωτόδικο Δικαστήριο. Σημειώσαμε σχετικά τα ακόλουθα:

 

«Η πάγια αρχή της νομολογίας είναι ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Ζ.Α.Η. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 137/2022 κ.ά., ημερομηνίας 8.11.2024).

Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, SELMANI Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).»

 

Στις υποθέσεις ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ZΑΝΕΤΤΟΥ ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 304, HARRINGTON JULIAN ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2007) 2 Α.Α.Δ. 531 και JOANNOU & PARASKEVAIDES LTD v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2009) 2 Α.Α.Δ. 435 έγινε παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία αναφορικά με τους λόγους που μπορούν να καταδείξουν ανεπάρκεια της ποινής, συμπεριλαμβανομένης και της εσφαλμένης καθοδήγησης του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα. Χαρακτηριστικά, στην ΤΣΑΠΑΤΣΑΡΗ (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι στην παλαιότερη PHILIPPOU v. REPUBLIC, (1983) 2 C.L.R. 245 «γίνεται ριζική ανάλυση των παραγόντων που επενεργούν στον καθορισμό της επάρκειας της ποινής». Στην PHILIPPOU (ανωτέρω), η λανθασμένη καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα θεωρήθηκε ως αυτοτελής λόγος ο οποίος δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου στον καθορισμό της ποινής.

 

Σύμφωνα με τα γεγονότα που εξέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβήτησε η Υπεράσπιση, στις 3.7.2025, ο κατηγορούμενος ανακόπηκε για έλεγχο από την Αστυνομία κατόπιν δύο καταγγελιών για ισάριθμες απόπειρες ληστείας σε περίπτερα του Στροβόλου με χρήση μαχαιριού. Τα πιο πάνω καταγγελλόμενα περιστατικά παρέμειναν απόπειρες ληστείας επειδή ο κατηγορούμενος δεν απέσπασε οποιοδήποτε ποσό. Οκτώ μήνες προηγουμένως όμως, στις 10 και 11 Οκτωβρίου του 2024, ο κατηγορούμενος έδρασε με όμοιο τρόπο, αφού την πρώτη ημερομηνία αποπειράθηκε να ληστέψει περίπτερο προτάσσοντας μαχαίρι και τη δεύτερη, πάλι υπό την απειλή μαχαιριού, κατάφερε κι απέσπασε από περίπτερο το ποσό των €20. Ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ έγινε κοινώς αποδεχτό ότι ο κατηγορούμενος επέστρεψε τα €20 που απέσπασε από το θύμα.

 

Τέθηκαν, επίσης, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου εκ πλευράς Υπεράσπισης δύο έγγραφα και συγκεκριμένα μία «Έκθεση Περίπτωσης» και μία «Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης». Από την μελέτη των εγγράφων αυτών, αναδιπλώνεται το οικογενειακό ιστορικό του εφεσείοντα, μέσα από το οποίο σκιαγραφείται μια ιστορία εγκατάλειψης εκφοβισμού και απώλειας. Κατάληξη ήταν η καταφυγή στις ναρκωτικές ουσίες και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Υπάρχει επίσης διάγνωση για τον εφεσείοντα, πάσχει από δυσθυμική διαταραχή και διαταραχή προσωπικότητας. Υπάρχουν παιδικά τραύματα που περιλαμβάνουν και το γεγονός ότι ο εφεσείοντας επί σειρά ετών έμενε με ανάδοχη οικογένεια, πιθανό οικογενειακό ψυχιατρικό ιστορικό ενώ συνίσταται η περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης ο εφεσείοντας να βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού.

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση IULIAN COTORCEANU κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 84/2020 και 87/2020, ημερομηνίας 17.2.2021, ανέφερε τα εξής:

 

«Δεν είναι λίγες οι φορές που τα Δικαστήρια μας έχουν σημειώσει πως οι κλοπές, οι διαρρήξεις, οι επιθέσεις και οι ληστείες, είναι αδικήματα που βρίσκονται, εδώ και χρόνια, στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο κάνει αναφορά στην έξαρση του αδικήματος της ληστείας και άλλων ομοειδών αδικημάτων, και ορθά ο 1ος Εφεσείων απέσυρε τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης. Αναφέρουμε από τώρα το αυτονόητο, πως εκεί όπου συγκεκριμένα αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση τότε δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (Abunazha ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ., 551 και xxx Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/2013 και 236/2013, απόφαση ημερ. 5.10.2016). Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη, με τις ποινές που επιβάλλουν, στο πλαίσιο πάντα και των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλλουν στην εμπέδωση του αισθήματος ασφαλείας και στην προστασία των δικαιωμάτων των συνανθρώπων μας.

Είναι γνωστό ότι οι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ., 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ., 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ., 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) Α.Α.Δ., 36). Ως εκ τούτου, η όποια αναφορά γίνεται σε παρόμοιες υποθέσεις, γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών.

Έχουμε θέσει ενώπιον μας τις αποφάσεις στις οποίες μας παρέπεμψαν. Από την άλλη έχουμε θέσει ενώπιον μας και πολλές άλλες αποφάσεις στις οποίες είχαν επιβληθεί και επικυρωθεί πολυετείς ποινές φυλάκισης, τις οποίες δεν χρειάζεται να παραθέσουμε. Θεωρούμε όμως σκόπιμο να παραπέμψουμε σε τρεις αποφάσεις στις οποίες οι κατηγορούμενοι ήταν νεαρά πρόσωπα.

Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ., 83, ο Εφεσείων κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ήταν σχεδόν 16 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Πρωτόδικα του επιβλήθηκε για το αδίκημα της ληστείας ποινή φυλάκισης 2 ετών. Ο Εφεσείων καταχώρισε έφεση τόσο κατά της ποινής όσο και για τη μη αναστολή αυτής. Ενώπιον του Εφετείου η έφεση κατά της ποινής απεσύρθη και περιορίστηκε μόνο στη μη αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Το Εφετείο σημείωσε πως επρόκειτο για σοβαρή μορφή ληστείας, καλά προγραμματισμένη, που διενεργήθηκε με τη χρήση μαχαιριού προς εκπλήρωση των άνομων σκοπών των ληστών, έγκλημα που τιμωρείται με φυλάκιση δια βίου. Απορρίπτοντας την έφεση σημείωσε και τα ακόλουθα ενδιαφέροντα:

«Δεν μας αφήνει αδιάφορους το πολύ νεαρό της ηλικίας του Εφεσείοντος. Λήφθηκε όμως υπόψη αυτό το γεγονός τόσο στην επιλογή της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Ούτε σχετίζεται το διαπραχθέν έγκλημα με την εκδήλωση νεανικής έξαρσης ώστε να διαχωρίζει τα κίνητρα από εκείνα που κατά κανόνα επιδρούν στην διάπραξη αυτής της κατηγορίας εγκλημάτων. Το έγκλημα σχεδιάστηκε εν ψυχρώ και εκτελέστηκε με την ίδια αποφασιστικότητα. Το νεαρό της ηλικίας του παραβάτη δεν προσδίδει στη διάπραξη του εγκλήματος ιδιάζοντα χαρακτήρα.»

Στην Ποράς κ.α. ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ., 452, οι κατηγορούμενοι, ηλικίας 20 και 19 ετών αντίστοιχα, παραδέχθηκαν ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου το αδίκημα της ένοπλης ληστείας. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4 και 3 ½ ετών. Το Εφετείο σημείωσε ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν εμπεριείχε οποιοδήποτε σφάλμα αρχής, αφού σ΄ αυτή ορθά τονίστηκε η σοβαρότητα και έξαρση του αδικήματος της ληστείας, με την επισήμανση πως για την ένοπλη ληστεία ο Νόμος προβλέπει ισόβια φυλάκιση. Για να καταλήξει, ότι τα πιο πάνω ήταν στοιχεία που συνηγορούσαν υπέρ της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Εντούτοις, αφού έλαβε υπόψη του τον πρόχειρο σχεδιασμό του εγκλήματος (κάτι που στη δική μας περίπτωση δεν υπάρχει), τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν (ομοιώματα όπλων), την εξέλιξη (ουδείς τραυματίστηκε), το πολύ νεαρό της ηλικίας τους και τα ιδιαίτερα προβλήματα που αυτοί αντιμετώπιζαν, έκρινε ότι αισθητά μικρότερης έκτασης ποινή θα εξυπηρετούσε όλους τους σκοπούς. Κατ΄ επέκταση μείωσε τις ποινές σε 3 και 2 ½ έτη αντίστοιχα. Να σημειωθεί ότι ο Ποράς είχε μια προηγούμενη καταδίκη για επίθεση όπου του είχε επιβληθεί πρόστιμο ενώ ο άλλος Εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Εδώ, ως ελέχθη στον 21χρονο Εφεσείοντα στην Έφεση 84/20, το Πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στην κατηγορία της ληστείας ποινή φυλάκισης 17 μηνών.

Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α. (2000) 2 Α.Α.Δ., 304, το Εφετείο παραμερίζοντας τις πρωτόδικες επιεικείς ποινές που είχαν επιβληθεί στους Εφεσίβλητους, οι οποίοι ήταν ηλικίας περίπου 20 ετών, με προηγούμενες καταδίκες, βρήκε πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο υποβάθμισε τη σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας σε βαθμό που οι επιβληθείσες ποινές να ήταν καταφανώς ανεπαρκείς. Το Εφετείο έκρινε ως αρμόζουσες τις ποινές φυλάκισης των 4 ετών, τις οποίες και επέβαλε στους Εφεσίβλητους.

Είναι γνωστό ότι το είδος και η επιμέτρηση της ποινής είναι έργο του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει και την πρωταρχική ευθύνη. Το Εφετείο όταν εξετάζει εφέσεις κατά επιβληθεισών ποινών, δεν καλείται να επανακαθορίσει αυτές. Εκείνο που εξετάζει είναι κατά πόσο οι επιβληθείσες ποινές είναι έκδηλα υπερβολικές ή έκδηλα ανεπαρκείς ή κατά πόσο το Πρωτόδικο Δικαστήριο επιβάλλοντας τις ποινές στηρίχθηκε σε λανθασμένη νομική αρχή. Βρίσκουμε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο όχι μόνο δεν παρέβλεψε ή υποβάθμισε οποιοδήποτε στοιχείο εξατομίκευσης της ποινής αλλά ατυχώς χαρακτήρισε τα αδικήματα ως λιγότερο σοβαρά, και τελικά επέβαλε στους Εφεσείοντες επιεικείς, θα λέγαμε, ποινές. Δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης μας.

Ο 1ος Εφεσείων, με συγκεκριμένους λόγους έφεσης, αναφέρει ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια με αποτέλεσμα να μην αναστείλει τις επιβληθείσες ποινές φυλάκισης που επέβαλε σ΄ αυτόν. Πρόκειται για τον δεύτερο και τρίτο λόγο έφεσης. Είναι γνωστό ότι μετά την τροποποίηση του περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, (Ν. 95/72, ως αυτός έχει τροποποιηθεί με το Ν. 186(Ι)/2003), η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή των ποινών φυλάκισης, έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή να παρέχεται εάν δικαιολογείται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του 1ου Εφεσείοντα μας παρέπεμψε σε αποφάσεις του Εφετείου υποστηρίζοντας πως η διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε λανθασμένα. Μας παρέπεμψε στην υπόθεση Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ., 449, όπου εκεί πράγματι το Εφετείο, για τους λόγους που παραθέτει, ανέστειλε τις επιβληθείσες ποινές φυλάκισης. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί πως εκεί το Εφετείο βρήκε πως τα διαπραχθέντα από τους Εφεσείοντες αδικήματα, «διέπονταν από μεγάλη επιπολαιότητα και ότι δεν ήταν οργανωμένα». Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στη δική μας περίπτωση. Μας παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές  Εφέσεις 27/16 κ.α., απόφαση ημερ. 19.7.2016, όπου το Εφετείο ανέστειλε τις επιβληθείσες ποινές φυλάκισης. Βεβαίως εκεί οι Εφεσείοντες διέπραξαν, από απόψεως προβλεπόμενης από το Νόμο ανώτατης ποινής, λιγότερο σοβαρά αδικήματα, αφού αυτά αφορούσαν σε κλοπές και διαρρήξεις καταστημάτων. Το κυριότερο όμως ήταν πως και εκεί τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί, όπως καταγράφεται στην απόφαση του Εφετείου, «με μεγάλη επιπολαιότητα».

Δεν βρίσκουμε ότι εδώ υπάρχει πεδίο για επέμβαση μας στον τρόπο που ασκήθηκε η δικαστική διακριτική ευχέρεια. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Συμφωνούμε πως τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης με τις ιδιαίτερα επιβαρυντικές περιστάσεις διάπραξης του συγκεκριμένου αδικήματος της ληστείας, για το οποίο ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης δια βίου, θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για τέτοιες απαράδεκτες και κατακριτέες συμπεριφορές (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ., 930, Walter v. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ, 438 και ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν. Δράκου, Ποινική Έφεση αρ. 129/2015, απόφαση ημερ. 15.11.2017)

 

Επίσης, και πάλι το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση KRZYSZTOF DYGDALOWICZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 11/2021, ημερομηνίας 4.11.2022 έχει σημειώσει τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της ληστείας:

 

«Το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στη σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας που τιμωρείται με ανώτατη ποινή την διά βίου φυλάκιση, της κυκλοφορίας πλαστού επίσημου εγγράφου που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 10 ετών, ως και της απαγωγής προσώπου με σκοπό το κρυφό και άδικο περιορισμό και της συνωμοσίας, που αμφότερα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 7 ετών. Αναφορά έγινε και στη σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία η ληστεία αποτελεί αποτρόπαιο έγκλημα που προκαλεί κυρίως αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες. Παράλληλα δημιουργεί ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία αφού προσλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις. Είναι αδίκημα, το οποίο ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και βλάβης στο θύμα. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται στο ότι συνδυάζει κλοπή περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη και/ή κάτοχο της με πρόκληση σωματικού πόνου και τρόμου στο θύμα κατόπιν άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας σ' αυτό. Το θύμα καθίσταται έρμαιο στις διαθέσεις του εγκληματία, ο οποίος ενεργεί από θέση ισχύος. Είναι αδίκημα που ενέχει επίδειξη βίας με σκοπό τον εκφοβισμό και εξαναγκασμό του θύματος και παραβιάζει κάθε έννοια πολιτισμένης συμπεριφοράς (βλ. Μακρή v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 15 και Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 50).

Το Κακουργιοδικείο επεσήμανε επίσης, ότι τα αδικήματα της ληστείας, οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, σημειώνεται έξαρση, γι' αυτό και τα Δικαστήρια τα αντιμετωπίζουν με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα του πολίτη (βλ. Αντάρτης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 138, Παναγίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 104 και Abed v. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 128).

[…]

Παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του και με αναφορά στην σχετική νομολογία, τόνισε ότι ακόμη και στα σοβαρά αδικήματα, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί και καθηκόντως πραγματεύεται την κάθε περίπτωση στη βάση των γεγονότων της και τον κάθε κατηγορούμενο αναλόγως των περιστάσεων του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478 και Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 124).

Στο πλαίσιο αυτό προσμέτρησε προς όφελος του Εφεσείοντα ότι αυτός συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές προς τις οποίες υπέδειξε σκηνές (βλ. Conrad Mbakoub v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 8614 ημερομηνίας 27.3.2015), προέβηκε σε θεληματική κατάθεση όπου αποκάλυψε το σύνολο της αξιόποινης συμπεριφορά τους, παραδέχθηκε τη διάπραξη όλων των αδικημάτων και προέβηκε σε άμεση ομολογία και παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία όπως επεσήμανε, δικαιολογούσε έκπτωση στην ποινή του, αφού «ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση των υποθέσεων» (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Προσμέτρησε περαιτέρω, προς όφελος του Εφεσείοντα, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, όπως αυτές καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που κατατέθηκε ενώπιον του, τονίζοντας συγχρόνως ότι, όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας και διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέτου (2001) 2 Α.Α.Δ. 438, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 575).

Έχουμε εξετάσει με προσοχή τους δύο Λόγους Έφεσης με τους οποίους ο Εφεσείων προσβάλλει τις επιβληθείσες σ' αυτόν ποινές, ως υπερβολικές. Το Κακουργιοδικείο δεν παρέλειψε να αναφερθεί σε προηγούμενες αποφάσεις, οι οποίες, όπως επεσήμανε, δίδουν το στίγμα των ευρύτερων παραμέτρων επιμέτρησης της ποινής σε παρόμοιες περιπτώσεις, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι, σύμφωνα με την νομολογία, «ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις, λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης» (βλ. LCA DOMIKI LTD v. RKA KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.ά., (2015) 2 (Α) ΑΑΔ 91 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 141/2017 ημερομηνίας 31.5.2019). Συγκεκριμένα, το Κακουργιοδικείο παρέθεσε τις ακόλουθες αποφάσεις οι οποίες είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας του Εφεσείοντος:

Στις υποθέσεις Χρίστου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 58/2015, ECLI:CY:AD:2018:B49 ημερομηνίας 31.1.2018, και Asem Ali Ahmed Faraq v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 20/2014 ημερομηνίας 26.6.2015, μετά από ακροαματική διαδικασία, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών στο αδίκημα της ληστείας.

Στην υπόθεση Talal Faeg Mahmoud Abed v. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 128, κατόπιν ακρόασης, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών και στην υπόθεση Sefik Yusuf v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 46/2014, ημερομηνίας 18.2.2016, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών στο αδίκημα της ληστείας.

Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 149/2012 και 150/2012, ημερομηνίας 25.6.2014, κατόπιν παραδοχής, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών για το αδίκημα της ληστείας.»

 

Οι υποθέσεις στις οποίες έχει γίνει αναφορά πιο πάνω ήταν πολύ πιο σοβαρές από αυτές υπό εξέταση. Το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε εναντίον του εφεσείοντα, καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή που εκδικάζει υποθέσεις με συνοπτικές διαδικασίες και μπορεί να επιβάλει ποινή μέχρι 5 χρόνια φυλάκιση.

 

Η διάπραξη των αδικημάτων από τον εφεσείοντα διέπεται από προχειρότητα, αφού όπως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εισερχόταν σε περίπτερα της περιοχής Στροβόλου χωρίς να καλύπτει το πρόσωπό του και πρότασσε ένα κουζινομάχαιρο που πήρε από το σπίτι του προσπαθώντας να αποσπάσει χρήματα και στις τρεις από τις τέσσερεις περιπτώσεις που επιχείρησε ως ανωτέρω και χωρίς να συναντήσει οποιαδήποτε σθεναρή αντίσταση εγκατέλειψε την προσπάθεια. Ευτυχώς από τη συμπεριφορά του εφεσείοντα δεν υπήρξαν τραυματισμοί.

 

Όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε, η κριτική ικανότητα του ήταν μειωμένη, όχι όμως σε βαθμό που να τον απαλλάσσει από την ποινική του ευθύνη αλλά ως εξήγηση για την καταφυγή του στις εγκληματικές πράξεις. Προσμέτρησε, επίσης, το γεγονός ότι τα περιστατικά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο έλαβαν χώραν με οκτώ μήνες διαφορά.

 

Προσμέτρησε, επίσης, τις προσωπικές του περιστάσεις, τις εκθέσεις των ειδικών που προσκομίστηκαν από την Υπεράσπιση, το λευκό ποινικό του μητρώο, την παραδοχή του ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών και του Δικαστηρίου, και ορθά κατέληξε να του επιβάλει ποινές φυλάκισης τις οποίες καθόρισε στα 3 χρόνια.

 

Έχοντας κατά νου τις αρχές της νομολογίας ανωτέρω, δεν θεωρούμε ότι η επιβληθείσα ποινή εκφεύγει του μέτρου σε σημείο που να δικαιολογείται η παρέμβασή μας. Είναι αυστηρή μεν αλλά όχι έκδηλα υπερβολική. Ο λόγος έφεσης λοιπόν που προβάλλεται ως προς το ύψος της ποινής, ότι δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολικές υπό τις περιστάσεις και δεν συνάδουν με τις Αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής, απορρίπτεται.

 

Ερχόμαστε να εξετάσουμε τον έτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο αμφισβητείται η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, να μην αναστείλει την εκτέλεση των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε ότι τυχόν αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινής γι’ αυτό και δεν ανέστειλε τις ποινές φυλάκισης που επέβαλε στον εφεσείοντα. Τόνισε, επίσης, τον αριθμό και τη χρονική διάσταση των περιστατικών υπό κρίση και έκρινε ότι η ανάγκη για αποτροπή επεκτείνεται και για σκοπούς ειδικής αποτροπής.

 

Στην απόφαση ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ κ.ά. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 449, έχουν λεχθεί τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα αναστολής ποινής φυλάκισης σε αδικήματα ίδιας φύσης ως αυτά που αφορά η παρούσα υπόθεση:

 

«Η θεωρημένη μας άποψη είναι ότι αυτοί οι παράγοντες πρέπει να είναι επαρκώς σημαντικοί στην κρίση του Δικαστηρίου ούτως ώστε, όπως υποδείξαμε κατά την ακρόαση, οι γενικότερες διαστάσεις των επιδιώξεων της επιβαλλόμενης ποινής να δικαιώνονται με αναφορά στην ανάγκη αναμόρφωσης και όχι στην τιμωρία για χάριν της τιμωρίας. Νεαρά άτομα αυτής της ηλικίας ιδιαίτερα χρήζουν αυτής της μεταχείρισης εφόσον το αποτέλεσμα που θα επιτυγχάνετο από μια ποινή άμεσης φυλάκισης μακράς σχετικώς διάρκειας, όπως είναι οι ποινές που επιβλήθησαν στην προκειμένη περίπτωση, ενδέχεται να είναι πολύ μικρότερο από το όφελος που θα προέρχετο από την προσδοκία, με την καλή χρήση του μέτρου της αναστολής, ότι όντως θα υπάρξει αναμόρφωση και θα αποφευχθεί μια χειροτέρευση της θέσης των Εφεσειόντων εάν αυτοί περνούσαν στη φυλακή το μεγάλο αυτό σχετικά χρονικό διάστημα.

Οι ίδιοι βεβαίως έχουν υπηρετήσει μέρος της ποινής φυλάκισης τους αφού η έφεση ακούγεται τέσσερις σχεδόν μήνες μετά την πρωτόδικη απόφαση και, όπως υποδείξαμε κατά την ακρόαση, και τούτο συνιστά μια έντονη διέγερση του καταδικαζόμενου σε φυλάκιση νεαρού προσώπου, ώστε να αντιληφθεί τις συνέπειες τις οποίες θα είχε ενδεχόμενη νέα εγκληματική συμπεριφορά, ώστε να έχει πάρει μια ανάλογη γεύση από το τι σημαίνει να εγκλειστεί κάποιος στη φυλακή σε τέτοια νεαρή ηλικία.

Βαρύνει ακόμα στην κρίση μας το γεγονός ότι, ναι μεν επρόκειτο για σοβαρά αδικήματα όπως αναφέραμε, αλλά φαίνεται να διέπονται από μια μεγάλη επιπολαιότητα και να μην είναι στη βάση των οργανωμένων εγκλημάτων ληστείας που έχουμε δυστυχώς γνωρίσει πρόσφατα, εφόσον τα ποσά τα οποία αφορούν οι ληστείες δεν είναι τόσο σημαντικά που να δείχνουν την επιδίωξη οικονομικού οφέλους διαστάσεων της συνήθους ληστείας. Αφορούσαν συνήθως περίπτερα και αρτοποιεία και μας ανεφέρθη το ποσό των περίπου €2.500 ως προς το αποτέλεσμα της συγκομιδής όλων των ληστειών.

Λαμβάνουμε υπόψη μας και το γεγονός ότι όλα τα αδικήματα ανακαλύφθησαν στο τέλος μέσα από την ομολογία και καθοδήγηση του τρίτου κατηγορούμενου, ώστε να εβοηθήθη τα μέγιστα η απονομή της δικαιοσύνης όπως εβοηθήθη και στη συνέχεια από την έμπρακτη μεταμέλεια μέσω της παραδοχής ενώπιον του Δικαστηρίου και της πλήρους συνεργασίας.

Έχει επίσης αναφερθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρξε πλήρης διάθεση για αποζημίωση των παραπονούμενων. Ήδη ορισμένα ποσά έχουν διαταχθεί από το Δικαστήριο να επιστραφούν και είμεθα εις το στάδιο στο οποίο σημειώνουμε απλώς την πρόθεση αυτή για σκοπούς της απόφασης μας. Θα επανέλθουμε αργότερα.

Καταλήγοντας και ενεργούντες λοιπόν πρωτογενώς ως προς το θέμα, θεωρούμε ότι αυτή θα ήταν πρέπουσα περίπτωση της αναστολής της ποινής φυλάκισης για όλους τους Εφεσείοντες, με βάση τις γενικές αρχές τις οποίες έχουμε αναφέρει. Οι εφέσεις λοιπόν επιτυγχάνουν ως προς τούτο και το υπόλοιπο όλων των ποινών φυλάκισης αναστέλλεται για τρία έτη από την ημέρα της πρωτόδικης απόφασης.»

 

Με την τροποποίηση που επήλθε με τον Ν.186(Ι)/2003 στον Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο 95/1972, η δικαστική διακριτική ευχέρεια για αναστολή εκτέλεσης ποινών φυλάκισης διευρύνθηκε και το Δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο αναστολής αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου.

 

Έχει δίκαιο η συνήγορος του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης αναφορικά με τις συνέπειες της επιβληθείσας ποινής στον συγκεκριμένο εφεσείοντα, και τις δυσανάλογα και ιδιαίτερα επαχθείς περιπτώσεις που μπορεί να φέρει στην προσωπική και κοινωνική του κατάσταση. Παραπέμπουμε στην ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ (ανωτέρω) εκ νέου και λαμβάνουμε υπόψη μας ότι ο εφεσείοντας βρίσκεται σε καθεστώς εγκλεισμού από την ημερομηνία κράτησης του, δηλαδή από τις 4.7.2025, δηλαδή για χρονικό διάστημα περίπου 11 μηνών. Το διάστημα αυτό κρίνεται επαρκές ώστε να έχει τεθεί αντιμέτωπος με τις συνέπειες της καταδίκης και της φυλάκισης, αποκτώντας ικανοποιητική αντίληψη των συνθηκών του εγκλεισμού και των επιπτώσεων τους.

 

Υπογραμμίζουμε, επίσης, στην παρούσα περίπτωση ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείοντας είναι μεν σοβαρά αλλά φαίνεται ότι διέπονταν από μεγάλη επιπολαιότητα και δεν ήταν στη βάση των οργανωμένων εγκλημάτων ληστείας. Πέραν της αναστάτωσης που προκλήθηκε με τον τρόπο που ενήργησε ο εφεσείων, κανένα τρίτο πρόσωπο δεν υπέστη ζημιά ή βλάβη από τις ενέργειες του.

 

Λαμβάνουμε υπόψη όλα τα ανωτέρω, αλλά και τις ιδιάζουσες προσωπικές του περιστάσεις, τις οποίες διαπιστώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσμέτρησε δεόντως, (ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 930). Θεωρούμε ότι η χρήση του μέτρου της αναστολής θα επενεργούσε προς την κατεύθυνση της αναμόρφωσης του εφεσείοντα με αποτέλεσμα να κρίνεται ως επωφελέστερη λύση για το κοινωνικό σύνολο και για τον ίδιο τον εφεσείοντα να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

 

Καταλήγοντας και ενεργούντες λοιπόν πρωτογενώς ως προς το θέμα, θεωρούμε ότι αυτή είναι πρέπουσα περίπτωση της αναστολής της ποινής φυλάκισης για τον εφεσείοντα, με βάση τις γενικές αρχές τις οποίες έχουμε αναφέρει. Ο σχετικός λόγος έφεσης λοιπόν επιτυγχάνει ως προς τούτο και το υπόλοιπο όλων των ποινών φυλάκισης αναστέλλεται για τρία έτη από την ημέρα της πρωτόδικης απόφασης.

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο