ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 315/2020)
19 Ιουνίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. ΑΝΤΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
2. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΟΥΖΟΥΡΑ
3. NIKANDRIA TRADING LTD
Εφεσείοντες/Εναγόμενοι 1, 3 & 4
και
THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED
Εφεσίβλητη
--------------------------------------------------
Κωνσταντίνος Μανώλης, για τους εφεσείοντες/εναγόμενους 1, 3 & 4
Κωνσταντίνος Καουσλιάδης για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την εφεσίβλητη
--------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΟΝΗΣ, Δ.: Στις 25.9.2020 το Ε.Δ. Πάφου προχώρησε, μετά από ακροαματική διαδικασία στο πλαίσιο της αγωγής 3072/11, στην έκδοση απόφασης υπέρ της Bank of Cyprus Public Co Ltd (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) και εναντίον των εναγομένων 1, 3 και 4/εφεσειόντων 1, 2 και 3 αντίστοιχα για ποσό €235.286,96 πλέον τόκο προς 8,25% ετησίως από 1.7.2020 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30.6 και 31.12 εκάστου έτους, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Περαιτέρω, προχώρησε στην έκδοση διαταγμάτων υπέρ της ως άνω ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 4/εφεσείουσας 3 ως οι παρ. 16(2)(α) έως (η) της Έκθεσης Απαίτησης σε σχέση με συγκεκριμένο αναφερόμενο ακίνητο σ΄ αυτήν.
(Την ίδια μέρα εξέδωσε απόφαση εναντίον του εναγόμενου 2 λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης).
Διευκρινίζουμε στο σημείο αυτό ότι ως ενάγουσα στην αγωγή αναφερόταν αρχικά η Marfin Popular Bank Public Company Limited και στη συνέχεια, δυνάμει σχετικών ειδοποιήσεων που επέφεραν τροποποίηση του τίτλου της, η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και τελικά η Bank of Cyprus Public Co Ltd.
Οι εφεσείοντες 1, 2 και 3 προσβάλλουν την πρωτόδικη απόφαση με δυο λόγους έφεσης.
Πριν από την παράθεση των λόγων έφεσης σημειώνουμε ότι το εξ αποφάσεως χρέος και εξασφαλίσεις και οι πιστωτικές διευκολύνσεις που σχετίζονταν με αυτά έχουν μεταβιβαστεί από την ως άνω ενάγουσα (η «Τράπεζα») στην εφεσίβλητη εταιρεία την 19.10.2022 με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει αντικαταστήσει την Τράπεζα στην παρούσα έφεση.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραβίασε το δικαίωμα δίκαιης δίκης των εφεσειόντων. Υποστηρίζεται ότι η πλευρά της Τράπεζας δεν τήρησε τις οδηγίες του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου αναφορικά με το «Πρόγραμμα Εκδίκασης Καθυστερούμενων Υποθέσεων (Backlog)» που περιέχονταν σε ανακοίνωση του ημερ. 29.7.2020 για ετοιμασία γραπτών δηλώσεων με τα τεκμήρια και ανταλλαγής τους τουλάχιστον πέντε ημέρες πριν την προγραμματισθείσα ημερομηνία ακρόασης. Σύμφωνα με την ως άνω ανακοίνωση του Πρωτοκολλητή η πιο πάνω παραίνεση έγινε στη βάση του γενικού πλαισίου που είχε καθορίσει το Ανώτατο Δικαστήριο για να διασαφηνιστούν εξ αρχής τα πραγματικά επίδικα γεγονότα ή και νομικά ζητήματα και την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, σύμφωνα με τους εφεσείοντες, έχοντας γνώση της παράλειψης της εφεσίβλητης να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Πρωτοκολλητή, δεν ανταποκρίθηκε σε δυο περιπτώσεις σε αίτημα του δικηγόρου των εφεσειόντων όπως του δοθεί λογικός χρόνος να προετοιμαστεί για αντεξέταση μετά την κατάθεση της μακροσκελούς γραπτής δήλωσης με τα τεκμήρια της Μ.Ε.1. Σύμφωνα ακόμη με τους εφεσείοντες, το πρωτόδικο Δικαστήριο αρνήθηκε αναβολή σ΄ αυτούς ακόμα και όταν σε προχωρημένο στάδιο της αντεξέτασης ο δικηγόρος τους ανέφερε σ΄ αυτό τη φυσική του αδυναμία να συνεχίσει την ακροαματική διαδικασία. Με βάση τα πιο πάνω, οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι στο πλαίσιο μιας δίκαιης δίκης, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ισότητας των όπλων.
Προς εξέταση του λόγου αυτού έφεσης κρίνουμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε τα σχετικά αποσπάσματα από τα πρακτικά της διαδικασίας.
(Σελ. 9-11)
«Δικαστήριο: Θα διακόψω και θα επανέλθω σε 5 λεπτά, η μάρτυρας να είναι στο Δικαστήριο για να προχωρήσει η μαρτυρία της. Στο μεσοδιάστημα έχετε τη γραπτή δήλωση;
κα Κ. Ανδρέου: Όχι Εντιμότατε.
κος Κ. Μανώλη: Όχι.
Δικαστήριο: Πολύ ωραία, πάρτε την στο διάλειμμα και δέστε την για να τοποθετηθείτε.
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
Μετά το διάλειμμα:
Εμφανίσεις όπως και προηγουμένως
[ Υπενθυμίζεται η μάρτυρας ότι συνεχίζει να βρίσκεται επί του όρκου της ]
…………………………….
Δικαστήριο: Κύριε Μανώλη;
κος Κ. Μανώλη: Κύριε Πρόεδρε δεν έχω ένσταση τι θα κάνει με τον Εναγόμενο 2, αλλά έχοντας την πολυσέλιδη κατάθεση, βρίσκω ότι υπάρχουν πάρα πολλά θέματα στις 46 παραγράφους.
Δικαστήριο: Θα τα δούμε αυτά που θα έρθει η ώρα.
κος Κ. Μανώλη: Ναι και εγώ για να κάνω ερωτήσεις, πρέπει να προτρέχω συνέχεια στα ποσά και διάφορα άλλα που αναφέρει, αν μου την έδιδε 1-2 μέρες προηγουμένως η συνάδελφος, θα είχα έτοιμες τις ερωτήσεις σήμερα.
κα Κ. Ανδρέου: (Προς κο Κ. Μανώλη) Προσπαθούσα να επικοινωνήσω μαζί σας χθες.
Δικαστήριο: Προς το Δικαστήριο παρακαλώ, γιατί δεν του το δώσατε έγκαιρα; Έχουν δοθεί και σχετικές οδηγίες από αυτά τα Δικαστήρια στους συνηγόρους έγκαιρα.
κα Κ. Ανδρέου: Μάλιστα, η γραπτή δήλωση Εντιμότατε είχε τελειώσει χθες, προσπαθούσα να επικοινωνήσω χθες με τον συνάδελφο και δεν ανταποκρινόταν το τηλέφωνο του, δεν έγινε άλλη προσπάθεια από μέρους μου.
κος Κ. Μανώλη: Από ποιο τηλέφωνο;
Δικαστήριο: Κύριε σας παρακαλώ, προς το Δικαστήριο, πέστε μου τι θέλετε να πείτε.
κος Κ. Μανώλη: Εγώ εκείνο που θέλω να ζητήσω αν γίνεται, αν το εγκρίνει το Δικαστήριο, είναι ότι…και για ευκολία του Δικαστηρίου, είναι να έχω έτοιμες τις ερωτήσεις και σε 1-2 μέρες να είμαι έτοιμος.
Δικαστήριο: Ευχαριστώ, (…). Όσον αφορά το αίτημα του κυρίου Μανώλη για να δοθεί 1-2 μέρες χρόνος για να μελετήσει τη γραπτή δήλωση, οφείλω να πω ότι αυτό δεν μπορεί να εγκριθεί. Πρόκειται και μίαν πολύ παλαιά υπόθεση, δεν παραγνωρίζω ότι παρά τις οδηγίες του παρόντος Δικαστηρίου για έγκαιρη παράδοση της γραπτής δήλωσης, κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει, εν πάση περιπτώσει όμως, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, εφόσον θα διακόψω για να καταχωρηθεί η μονομερής Αίτηση, θα δώσω και μισή ώρα περαιτέρω χρόνο προς την πλευρά της Υπεράσπισης να εξετάσει τους ισχυρισμούς της γραπτής δήλωσης και να προχωρήσει η υπόθεση απρόσκοπτα. Οφείλω να παρατηρήσω ότι πρόκειται για υπόθεση του 2011, η οποία είναι πολύ καθυστερημένη και δεν χωρεί οποιαδήποτε περαιτέρω αναβολή ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της. Θα επιληφθώ της υπόθεσης σε μισή ώρα, η μάρτυρας να είναι στον χώρο του Δικαστηρίου για να προχωρήσει η μαρτυρία της, σε μισή ώρα αμφότεροι οι συνήγοροι να είναι εδώ για να προχωρήσει η διαδικασία και να έχει καταχωρηθεί η μονομερής Αίτηση.
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
Μετά το διάλειμμα:
Εμφανίσεις όπως και προηγουμένως
…………………………….»
(Σελ. 12-13)
«Δικαστήριο: Κύριε Μανώλη έχετε λάβει αντίγραφο της γραπτής δήλωσης;
κος Κ. Μανώλη: Μου έχει δοθεί σήμερα.
Δικαστήριο: Την έχετε δει;
κος Κ. Μανώλη: Ναι.
Δικαστήριο: Έχετε οποιανδήποτε ένσταση να αποτελέσει μέρος της κυρίως της εξέτασης;
κος Κ. Μανώλη: Δεν έχω ένσταση.
Δικαστήριο: Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, γραπτή δήλωση της μάρτυρος η οποία θα αποτελέσει μέρος της κυρίως της εξέτασης, κατατίθεται και σημειώνεται ως Έγγραφο Α, περαιτέρω εξέταση;
…………………………….»
(Σελ. 36-37)
«Ε. Εντάξει, ζαλίστηκα κύριε Πρόεδρε, ειλικρινά ζαλίστηκα.
Δικαστήριο: Προσπαθήστε να συνεχίσετε για να ολοκληρώνουμε.
κος Κ. Μανώλη: Ένα λεπτό να…κύριε Πρόεδρε μπορούμε να συνεχίσουμε αύριο;
Δικαστήριο: Αν έχετε κάποιο αίτημα, να σας ακούσω.
κος Κ. Μανώλη: Έχω αίτημα ότι θολώνουν τα μάτια μου, δεν μπορώ.
Δικαστήριο: Τι πάθατε δηλαδή;
κος Κ. Μανώλη: Έχει που το πρωί που προσπαθώ να διαβάσω όλες τις σελίδες που μου έδωσε η συνάδελφος, δεν σηκώθηκα από τη θέση μου και δεν μπορώ, ζητώ να έρθω αύριο να συνεχίσω.
Δικαστήριο: Εσάς ποια είναι η θέση σας;
κα Κ. Ανδρέου: Εντιμότατε αύριο έχω άλλην ακρόαση ορισμένη για backlog.
κος Κ. Μανώλη: Πότε μπορείτε;
Δικαστήριο: Άστε το diary, έχω ακούσει τα πιο πάνω που έχουν τεθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης για αναβολή της υπόθεσης, δεν δικαιολογείται το αίτημα, είναι πολύ παλαιά υπόθεση, όφειλαν όλες οι πλευρές σήμερα να είναι έτοιμες να προχωρήσουν με την υπόθεση. Δεν μου παρέχεται ευχέρεια να δώσω άλλην αναβολή, παρακαλώ συνεχίστε κύριε Μανώλη να ολοκληρώνουμε.
κος Κ. Μανώλη: Μπορούμε να κάνουμε ένα διάλειμμα τότε;
Δικαστήριο: Ποια είναι η θέση σας;
κα Κ. Ανδρέου: Μάλιστα, δεν υπάρχει ένσταση.
Δικαστήριο: Θα σας δώσω 10 λεπτά χρόνο για διάλειμμα.
κος Κ. Μανώλη: 15.
Δικαστήριο: Κύριε σας παρακαλώ, όταν βγάζω ruling μην επεμβαίνετε.
κος Κ. Μανώλη: Συγγνώμη.
Δικαστήριο: Θα κάνω ένα διάλειμμα και θα επανέλθω για να ολοκληρωθεί η αντεξέταση εντός της ημέρας, η μάρτυρας να είναι στον χώρο του Δικαστηρίου για να συνεχιστεί η μαρτυρία της και να ολοκληρωθεί.
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
…………………………..»
(Σελ. 45-46)
«Ε. Σας υποβάλλω, ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα οι πελάτες μου οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4.
Α. Διαφωνώ.
Ε. Και ισχύουν και οι προηγούμενες υποβολές μου για τους τερματισμούς των συμφωνιών, έχω κάνει υποβολές…
Δικαστήριο: Εντάξει;
κος Κ. Μανώλη: Τι εντάξει;
Δικαστήριο: Συνεχίστε.
κος Κ. Μανώλη: Θα σας πω όταν τελειώσω.
Δικαστήριο: Έχετε ακόμα 10 λεπτά.
Ο κος Κ. Μανώλη συνεχίζει:
Ε. Επίσης σας υποβάλλω, ότι οι πληροφορίες που μας είπατε σήμερα, είναι όλες εξ΄ ακοής μαρτυρία χωρίς υπόβαθρο της αρχικής πηγής.
Α. Αν εννοείτε ότι δεν ήμουν παρούσα κατά τη σύναψη αυτού του δανείου, μάλιστα.
Ε. Εννοώ δεν είχατε προσωπική γνώση για τα περισσότερα γεγονότα, δεν έχω άλλην ερώτηση κύριε Πρόεδρε.
Δικαστήριο: Ευχαριστώ κύριε Μανώλη, υπάρχει επανεξέταση;
Κα Κ. Ανδρέου: Μάλιστα, μία διευκρίνιση.
ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ: (Από κα Κ. Ανδρέου)
………………………………………
Δικαστήριο: Μπορείτε να πάτε κυρία μάρτυς, ευχαριστούμε, κυρία Ανδρέου έχετε άλλον μάρτυρα;
κα Κ. Ανδρέου: Όχι, αυτή είναι η υπόθεση μου.
Δικαστήριο: Κύριε Μανώλη;
κος Κ. Μανώλη: Κύριε Πρόεδρε δεν θα φέρω μάρτυρες.
Δικαστήριο: Δεν έχετε μάρτυρες.
κος Κ. Μανώλη: Δεν μπορούν να έρθουν, δεν υπάρχει περίπτωση να έρθουν.
Δικαστήριο: Τι εννοείτε;
κος Κ. Μανώλη: Εντάξει, δεν θα πρέπει να δώσω εγώ δικαιολογία γιατί δεν θα έρθουν μάρτυρες, απλά δεν έχω.»
Ο λόγος αυτός έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.
Ζητήματα δίκαιης δίκης δεν εξετάζονται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο (in concreto). Όπως χαρακτηριστικά έχει λεχθεί στην «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufacturers Ltd (2012) 1(Γ) A.Α.Δ. 2276:
«Το κατά πόσο η δίκη ήταν δίκαιη αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, 135), ενώ ισχυρισμός περί μη δίκαιης δίκης δεν αποφασίζεται με τρόπο αφηρημένο (in abstracto) (Kouppis ν. The Republic (1977) 2 C.L.R. 361, 388). Ο παραπονούμενος θα πρέπει πράγματι να αποδείξει ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς (Re Κορέλλης (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1718).»
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η πλευρά των εφεσειόντων δεν συγκεκριμενοποιεί ποια είναι η αδικία που υπέστηκε, δηλαδή ποιες συνέπειες είχε για την υπεράσπιση των εφεσειόντων η μη έγκριση του αιτήματος αναβολής από τον πρωτόδικο Δικαστή. Δεν υπάρχει εισήγηση π.χ. ότι λόγω της μη έγκρισης του αιτήματος αναβολής δεν τέθηκε στη μάρτυρα της εφεσίβλητης (Μ.Ε.1) που ήταν και η μοναδική μάρτυρας που κατέθεσε στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας συγκεκριμένη θέση ή ότι δεν αντεξετάστηκε επί συγκριμένου σημείου ή ότι δεν εγέρθηκε συγκεκριμένο ζήτημα.
Υποδεικνύουμε ότι στη Ξενοφώντος ν. Rajab (2014) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2605 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι το κατά πόσο θα αναβληθεί μια υπόθεση είναι θέμα που ανάγεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, σε συνάρτηση με τους λόγους επί των οποίων το αίτημα εδράζεται και ότι περιθώριο επέμβασης του Εφετείου παρέχεται μόνο εκεί όπου διαπιστώνεται ότι αυτή δεν ασκήθηκε δικαστικά, ή η άσκηση της οδηγεί σε πασιφανή αδικία ως επίσης ότι προεξάρχον κριτήριο, αποτελεί η αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Λέχθηκε ακόμη ότι η προβληματική της δίκαιης δίκης εντοπίζεται σε δύο πόλους: την παροχή των εχέγγυων που διασφαλίζουν το δικαίωμα ακρόασης αφενός και την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο. Η εξισορρόπηση ανάμεσα σε αυτές τις συνταγματικές αρχές είναι λεπτό έργο, αλλά μπορεί να επιτευχθεί λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης (βλ. επίσης Θεοδώρου ν. Θεοδώρου (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 66). Στην Theocharides ν. Θεοχαρίδη (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 1167 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο παραμένει προσηλωμένο στο κύριο μέλημα του που είναι η διασφάλιση της τελεσιδικίας των διαφορών των διαδίκων και του δικαιώματος του διαδίκου να τύχει δίκαιης δίκης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος κατά τρόπο εξισορροπητικό των εκατέρωθεν δικαιωμάτων. Τέλος στην Thomas Kyriakou & Co (Land Property Developers Ltd) v. Devlin κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 45/2016 (σχ. με 46/2016), ημερ. 2.12.2024 που αφορούσε αίτημα των εφεσειόντων/εναγόντων στην αγωγή για αναβολή της ακρόασης το οποίο απορρίφθηκε, γίνεται παραπομπή στη Δ.Ε.Ο.Κ. ν. Σωτηριάδη (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1829 όπου λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι:
«Αίτημα για αναβολή, που ανάγεται στο συνταγματικό δικαίωμα του διαδίκου να ακουσθεί, εξετάζεται σε συνάρτηση με την παράλληλη συνταγματική επιταγή για περάτωση της δίκης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, εφ' όσον κάθε αναβολή εξυπακούει καθυστέρηση της δίκης και δεν μπορεί να είναι εκ προοιμίου επιθυμητή, ούτε μπορεί να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η αναβολή θα δοθεί ακόμα και αν συμφωνούν και οι δύο πλευρές. Είναι καθήκον των διαδίκων και των συνηγόρων τους να είναι έτοιμοι για την ακρόαση την ημέρα που ορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο έχει και την πρωταρχική ευθύνη της συμπλήρωσης των διαδικασιών και της κατεύθυνσης της υπόθεσης σε δίκη σύμφωνα και με το πρόγραμμα του».
Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε το όλο ζήτημα δικαστικά σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες οι οποίοι καθορίζονται από τη νομολογία. Η πιο πάνω αναφερόμενη ανακοίνωση του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου αποτελούσε ουσιαστικά παραίνεση προς τους δικηγόρους που χειρίζονταν αγωγές που ενέπιπταν στο «Πρόγραμμα Εκδίκασης Καθυστερούμενων Υποθέσεων (Backlog)». Δεν είχε δηλαδή το χαρακτήρα δεσμευτικού κανονισμού ο οποίος θα έπρεπε να τηρείται σε κάθε περίπτωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέκοψε σε δυο περιπτώσεις τη διαδικασία ούτως ώστε να δοθεί αρχικά η δυνατότητα στο δικηγόρο των εφεσειόντων να μελετήσει τη γραπτή δήλωση της Μ.Ε.1 (30 λεπτά) και εν συνεχεία να ξεκουραστεί (10-15 λεπτά). Ο δικηγόρος των εφεσειόντων μετά την πρώτη διακοπή δεν έφερε ένσταση στην καταχώριση της γραπτής δήλωσης της Μ.Ε.1 ούτως ώστε να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Α) ενώ στην δεύτερη περίπτωση μπόρεσε να ολοκληρώσει την αντεξέταση της μάρτυρος τόσο σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας της όσο και σε σχέση με τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε, χωρίς να θέσει οποιοδήποτε περαιτέρω ζήτημα.
Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 η πλευρά της εφεσίβλητης ολοκλήρωσε την υπόθεση της ενώ ο δικηγόρος των εφεσειόντων ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν προτίθετο να παρουσιάσει οποιουσδήποτε μάρτυρες με αποτέλεσμα η αγωγή να οριστεί για αγορεύσεις. Στις 17.9.2020 οι δικηγόροι των δυο πλευρών παρέδωσαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο τις τελικές γραπτές αγορεύσεις τους χωρίς να προσθέσουν οτιδήποτε άλλο και χωρίς να τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα.
Όλα τα πιο πάνω, δηλαδή η γενικότητα με την οποία τίθεται το όλο ζήτημα, η απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης συνέπειας στην υπεράσπιση των εφεσειόντων, το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια δικαστικά λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα το πρόγραμμα του, ότι η αγωγή ήταν πολύ παλαιά, ότι δόθηκε η ευκαιρία στο δικηγόρο των εφεσειόντων να μελετήσει τη γραπτή δήλωση της Μ.Ε.1 και να ξεκουραστεί και τέλος ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.1 και η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε, καταδεικνύουν ότι οι θέσεις της πλευράς των εφεσειόντων στερούνται ερείσματος.
Με βάση τα πιο πάνω ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η εφεσίβλητη απέσεισε το βάρος απόδειξης για την υπόθεση της και προχώρησε αντιβαίνοντας και την κοινή λογική σε έκδοση απόφασης βάσει της δοθείσας μαρτυρίας. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσειόντων ότι η Μ.Ε.1 δεν γνώριζε προσωπικά οτιδήποτε συγκεκριμένο για την υπόθεση και δεν είχε οιανδήποτε εμπλοκή στην επίδικη συμφωνία δανείου και στις επίδικες συμφωνίες εγγυήσεως. Ανέφερε ότι δεν μίλησε ούτε έλαβε πληροφόρηση από οποιαδήποτε συνάδελφο της που είχε προσωπική εμπλοκή με την επίδικη συμφωνία και τα επίδικα ζητήματα και ότι ανέλαβε την υπόθεση μετά την ενοποίηση των δυο τραπεζών (της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και της Bank of Cyprus Public Co Ltd) και ότι η γνώση της πήγαζε από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της και το αρχείο της Τράπεζας. Σύμφωνα με τους εφεσείοντες αυτό που ουσιαστικά έκανε η Μ.Ε.1 ήταν να εκτυπώσει την κατάσταση λογαριασμού από το αρχείο της, να ετοιμάσει την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και να καταθέσει τα υπόλοιπα τεκμήρια. Με δεδομένο, σύμφωνα πάντα με τους εφεσείοντες, ότι στην Υπεράσπιση τους αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης και ειδικότερα την υπογραφή ή και κατάρτιση της συμφωνίας δανείου και της σύμβασης εγγύησης, η εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και την κατάρτιση των συμφωνιών με τους εφεσείοντες ή και την ορθή εκτέλεση τους. Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 ήταν ανεπαρκής για να προχωρήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο σε έκδοση απόφασης υπέρ της εφεσίβλητης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε τα λεχθέντα κατά την ακρόαση και εξήγαγε συμπεράσματα αντιβαίνοντα στην κοινή λογική.
Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει.
Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η εφεσίβλητη, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τραπεζικός οργανισμός και διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες παραχώρησε την 28.12.2006 προς την εφεσείουσα 1 δυνάμει συμφωνίας δανείου στεγαστικό δάνειο ύψους €191.363,36 (Λ.Κ. 112.000,00) με συγκεκριμένους όρους. Το πιο πάνω δάνειο εξασφαλιζόταν με την εγγύηση των εφεσειόντων 2 και 3 (εναγομένων 3 και 4 αντίστοιχα) ως επίσης του εναγόμενου 2 δυνάμει συμφωνιών εγγύησης ημερ. 28.12.2006 μέχρι το ποσό των €191.363,36 (Λ.Κ. 112.000,00) πλέον τόκους, προμήθειες, έξοδα κ.λπ. Η εφεσείουσα 3/εναγόμενη 4 δυνάμει εγγράφου εκχώρησης ημερ. 22.1.2007 εκχώρησε προς όφελος της Τράπεζας όλα τα δικαιώματα της τα οποία απορρέουν από αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 18.12.2006 το οποίο συνήφθηκε μεταξύ της εφεσείουσας 3 ως αγοραστή και του εναγόμενου 2 ως πωλητή σε σχέση με συγκεκριμένο ακίνητο (διαμέρισμα) το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Η εν λόγω εκχώρηση κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο 2 ο οποίος στις 22.1.2007 την αποδέχθηκε.
Σύμφωνα περαιτέρω με την Έκθεση Απαίτησης ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις και στις 30.10.2009 αποστάληκαν προειδοποιητικές επιστολές προς τους ως άνω εφεσείοντες και τον εναγόμενο 2 ενώ στις 2.12.2009 με σχετικές επιστολές της τερμάτισε τις συμφωνίες και αξίωσε την εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου το οποίο ανερχόταν σε €106.345,38 πλέον τόκους προς 14% από 1.7.2010 πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξόφλησης το οποίο αξίωνε με την αγωγή ως επίσης την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων εναντίον του εναγομένου 2 και της εφεσείουσας 3/εναγόμενης 4 αναφορικά με το συγκεκριμένο διαμέρισμα το οποίο αφορούσε το ως άνω αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 18.12.2006 τα δικαιώματα του οποίου εκχωρήθηκαν στην Τράπεζα.
Οι εφεσείοντες στην Υπεράσπιση τους ισχυρίστηκαν ότι οι συμφωνίες υπό των οποίων στηριζόταν η αγωγή δεν είχαν τερματιστεί ή και δεν είχαν τερματιστεί νόμιμα. Αρνούνταν όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονταν ότι η εφεσείουσα 1 ουδέποτε είχε συνάψει με την Τράπεζα ή και ουδέποτε είχε υπογράψει με αυτήν έγκυρη συμφωνία ή και την κατ΄ ισχυρισμό στην Έκθεση Απαίτησης συμφωνία. Ισχυρίζονταν περαιτέρω ότι σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας δανείου, ουδέν ποσό όφειλαν και διαζευκτικά ισχυρίζονταν ότι το υπόλοιπο των λογαριασμών ήταν κατά πολύ μικρότερο από το αξιούμενο ως επίσης παράνομες χρεώσεις, τόκους ή και ανατοκισμούς εκ μέρους της Τράπεζας. Περαιτέρω προέβαλλαν τη θέση ότι η Τράπεζα παρέλειψε να επεξηγήσει στους εφεσείοντες τους όρους των κατ΄ ισχυρισμό στην Έκθεση Απαίτησης έγγραφων συμφωνιών ή και απέτυχε να τους συμβουλεύσει ή και προτρέψει να εξασφαλίσουν νομική συμβουλή για την υπογραφή τους με αποτέλεσμα αυτές να είναι άκυρες. Τέλος, ισχυρίστηκαν ότι οι επίδικες συμφωνίες, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι συνήφθηκαν, ήταν αντίθετες με τις πρόνοιες του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2001, Ν.39(I)/2001 (καταργήθηκε από τον περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμο του 2017, Ν.41(I)/2017) και είναι άκυρες.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του παραθέτει με λεπτομέρεια τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, υπαλλήλου της Τράπεζας η οποία εργαζόταν στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών. Ανέφερε ότι γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του συνόλου του αρχείου που τηρούσε η Τράπεζα και που κατείχε σε σχέση με τους εφεσείοντες και τα όσα διαφαίνονταν από όλα τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της. Όλες οι ενέργειες της Τράπεζας και οποιουδήποτε λειτουργού της σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, υπήρχαν καταγεγραμμένες και καταχωρημένες στο φάκελο της υπόθεσης που τηρούσε η Τράπεζα και τον οποίο είχε στην κατοχή της.
Η Μ.Ε.1 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο σημειώνει ότι η μάρτυρας απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με αμεσότητα και ευθύτητα και ότι σε κανένα στάδιο κλονίστηκε η αξιοπιστία της. Χαρακτήρισε την αντεξέταση της ως επί το πλείστο διερευνητικού χαρακτήρα παρά αμφισβήτησης των θέσεων και ισχυρισμών της, κυρίως σε σχέση με τη συμφωνία δανείου και τις συμφωνίες εγγυήσεως. Το πρωτόδικο Δικαστήριο τόνισε ότι σε κανένα στάδιο κατά την αντεξέταση της μάρτυρος αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες ούτε της υποβλήθηκε τέτοια θέση. Ούτε αμφισβητήθηκε η θέση της ότι ουδέποτε τέθηκε ζήτημα πλαστογραφίας ή πλαστοπροσωπίας σε σχέση με την υπογραφή της εφεσείουσας 1 στη συμφωνία δανείου. Ερωτάτο γενικά κατά πόσο ήταν παρούσα κατά τη σύναψη τους, κατά πόσο ενημερώθηκαν οι εφεσείοντες για το δικαίωμα τους να λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή και πως η μάρτυρας γνωρίζει ότι οι συμφωνίες αυτές έγιναν στις 28.12.2006 αντί στις 28.12.2007 όπως αναγράφει η σχετική σφραγίδα που φαίνεται σε αυτές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο χαρακτήρισε τις εξηγήσεις που έδωσε η μάρτυρας επί του τελευταίου αυτού ζητήματος ως πειστικές, αποδεχόμενο την 28.12.2006 ως την ημερομηνία σύναψης των επίδικων συμφωνιών. Επανερχόμενο στο ζήτημα της σύναψης των επίδικων συμφωνιών από τους εφεσείοντες και της υπογραφής των από αυτούς, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι ερωτήσεις που υποβάλλονταν στη μάρτυρα ήταν γενικές και αφορούσαν στο κατά πόσο αυτή γνώριζε το περιεχόμενο τους ή κατά πόσο μίλησε με τους μάρτυρες των υπογραφών οι οποίοι υπέγραψαν για την Τράπεζα. Ουδέποτε αποτέλεσε θέση ή γραμμή της υπεράσπισης των εφεσειόντων ότι οι τελευταίοι δεν υπέγραψαν τις συμφωνίες και δεν έχουν οποιαδήποτε εμπλοκή σ΄ αυτές. Υποδεικνύει επίσης ότι σε άλλα σημεία της αντεξέτασης, η Υπεράσπιση φάνηκε να θεωρούσε δεδομένες τις θέσεις αυτές και υπέβαλε τη θέση ότι οι συμφωνίες δεν επεξηγήθηκαν στους εφεσείοντες ή και ότι η εφεσίβλητη δεν τους προέτρεψε να λάβουν νομική συμβουλή.
Σύμφωνα επίσης με το πρωτόδικο Δικαστήριο η Μ.Ε.1 φάνηκε να ήταν γνώστης της υπόθεσης και η γνώση της πήγαζε από τα διάφορα έγγραφα και από το φάκελο της υπόθεσης που είχε στην κατοχή της και ότι κατέθεσε όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα αναφέροντας τα γεγονότα στο βαθμό που η ίδια γνώριζε. Δεν διέκρινε οποιαδήποτε πρόθεση στη μάρτυρα να πει ψέματα στο Δικαστήριο ή να αποκρύψει γεγονότα. Αναφέρθηκε στη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, στον τρόπο με τον οποίο προέκυψε το αξιούμενο υπόλοιπο, το οποίο, περιόρισε σε αυτό που αναφέρεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Τόνισε ότι πέραν κάποιων ερωτήσεων γενικής φύσεως αναφορικά με το ενδεχόμενο παρέμβασης ή λανθασμένων καταχωρίσεων δεν αμφισβητήθηκαν οι συγκεκριμένες καταχωρίσεις τόσο στις καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο 20 όσο και στις αναδομημένες - Τεκμήριο 21. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι αυτές οι καταστάσεις αποτελούσαν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου που κατείχαν και διατηρούσαν αρχικά η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην Marfin Popular Bank Public Company Ltd) και μετέπειτα η Bank of Cyprus Public Co Ltd.
Με βάση τα πιο πάνω αποδέχθηκε τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 στην ολότητα της.
Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε σε ευρήματα αποδεχόμενο ότι η Bank of Cyprus Public Co Ltd δικαιούτο να προωθεί την αγωγή, ζήτημα άλλωστε που δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία και αποδεικνυόταν από το Τεκμήριο 1. Αποδέχθηκε επίσης ότι η εφεσείουσα 3/εναγόμενη 4 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στην Κύπρο και ότι ο εφεσείων 2/εναγόμενος 3 ήταν διευθυντής της. Αποδέχθηκε επίσης την υπογραφή την 28.12.2006 της συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και της εφεσείουσας 1, Τεκμήριο 5(α) για την παραχώρηση στην τελευταία στεγαστικού δανείου ύψους €112.000,00 και ότι ανοίχθηκε ο λογαριασμός [ ]. Αποδέχθηκε ακόμα ότι υπογράφηκε σύμβαση εγγύησης, μεταξύ άλλων, από τους εφεσείοντες 2 και 3/εναγόμενους 3 και 4 ημερ. 28.12.2006 (Τεκμήρια 13 και 14) και ότι προς περαιτέρω εξασφάλιση του εν λόγω δανείου υπογράφτηκε στις 22.1.2007 συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 18.12.2006 για το συγκεκριμένο ακίνητο από την εφεσίβλητη 3/εναγόμενη 4 (αγοραστής) και την Τράπεζα για την οποία ο εναγόμενος 2 (πωλητής) έλαβε γνώση, την υπέγραψε και την αποδέχτηκε (Τεκμήρια 15 και 4(α)).
Στη συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι στην Υπεράσπιση των εφεσειόντων υπήρχε γενική άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης περιλαμβανομένων και των επίδικων συμφωνιών ενώ υπήρχε άρνηση από την εφεσείουσα 1/εναγόμενη 1 της σύναψης, μεταξύ άλλων, της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας δανείου. Υπέδειξε ότι η εφεσίβλητη παρουσίασε την εν λόγω συμφωνία δανείου με τη μάρτυρα να ισχυρίζεται ότι αυτή υπογράφηκε τόσο από την Τράπεζα όσο και από την εφεσείουσα 1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε το γεγονός ότι η Μ.Ε.1 δεν ήταν εμπλεκόμενη με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας και ότι η γνώση της για την ύπαρξη και υπογραφή της προέκυπτε από τα έγγραφα που κατείχε και τα οποία βρίσκονταν στο αρχείο της εφεσίβλητης αλλά και από την ενημέρωση των εμπλεκόμενων λειτουργών κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως καταγραφόταν στο σχετικό φάκελο. Τόνισε όμως ότι κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 ουδέποτε αμφισβητήθηκε η υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας και των συμφωνιών εγγύησης και ότι ουδέποτε τέθηκε στη μάρτυρα ότι η εφεσείουσα 1/εναγόμενη 1 ή και όλοι οι εναγόμενοι δεν υπέγραψαν τις εν λόγω συμφωνίες. Δεν τέθηκε δηλαδή ζήτημα μη ορθής εκτέλεσης των εν λόγω συμφωνιών ή και μη υπογραφής τους από τους εναγόμενους ενώ δεν δικογραφήθηκε ούτε προωθήθηκε η θέση ότι η συμφωνία δανείου είναι προϊόν πλαστογραφίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι οι αναφορές της Μ.Ε.1 αναφορικά με τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Υπέδειξε επίσης ότι τα γεγονότα της υπόθεσης σε συνδυασμό με την αντεξέταση της Μ.Ε.1 διαφοροποιούνταν από αυτά της υπόθεσης Εθνική Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλούμη κ.ά. (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1347 την οποία επικαλέστηκε ο δικηγόρος των εφεσειόντων (και επικαλείται στο περίγραμμα αγόρευσης του στο πλαίσιο της έφεσης). Αυτό γιατί στην εν λόγω υπόθεση, πέραν της άρνησης των ισχυρισμών των εναγόντων στο δικόγραφο τους κατά την αντεξέταση της μάρτυρος για τους ενάγοντες, αμφισβητήθηκε ρητά το περιεχόμενο των εγγράφων αλλά και η εμπλοκή των εφεσίβλητων σ΄ αυτά.
Έκρινε ότι η εφεσίβλητη απέσεισε το βάρος που έφερε και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων απέδειξε την υπογραφή και ύπαρξη των επίδικων συμφωνιών. Έκρινε ακόμα ότι τα τεκμήρια 5(β) και 5(γ) αποτελούσαν τους γενικούς όρους των καταλόγων επιτοκίων και χρεώσεων και ότι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου - Τεκμήριο 5(α) για τους οποίους η εφεσείουσα 1 έλαβε γνώση λόγω του ότι στο Τεκμήριο 5(α) υπάρχει αναφορά ότι ο πελάτης, δηλαδή η εφεσείουσα 1 τους είχε παραλάβει και τους είχε αποδεχτεί. Όσον αφορά το ζήτημα της μη λήψης νομικής συμβουλής από τους εφεσείοντες το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι ο δικηγόρος των εφεσειόντων δεν προώθησε κατά την τελική του αγόρευση τη θέση αυτή ούτε την επεξήγησε περαιτέρω εκλαμβάνοντας από το γεγονός αυτό ότι το θέμα είχε εγκαταλειφθεί. Παρόλα αυτά, υπέδειξε ότι κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 δεν τέθηκε σ΄ αυτήν ότι η εφεσείουσα 1 παραπλανήθηκε ή ότι δεν γνώριζε τι υπέγραψε ελλείψει νομικής συμβουλής ούτε υπέδειξε ή υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου κάποιο όρο που θα έπρεπε να της είχε επεξηγηθεί. Επιπρόσθετα, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε με αναφορά σε νομολογία, ότι δεν φαινόταν να επρόκειτο περί περίπτωσης που επιβαλλόταν η εφεσείουσα 1 όπως προειδοποιηθεί για την ανάγκη λήψης ανεξάρτητης νομικής συμβουλής (Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1101, Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 324).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε επίσης στα Τεκμήρια 10(β), 11(α) και 11(β) και στο περιεχόμενο τους καταλήγοντας ότι οι εφεσείοντες 2 και 3/εναγόμενοι 3 και 4 υπέγραψαν τη σχετική εγγύηση αλλά και την εκχώρηση των δικαιωμάτων τους από τα δυο πωλητήρια έγγραφα. Από τα πιο πάνω τεκμήρια προέκυπτε ότι οι εν λόγω εγγυήσεις δόθηκαν στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εφεσείουσας 3 και ήταν πλήρως ενήμεροι για την οικονομική κατάσταση της εφεσείουσας 1 παραπέμποντας στην Παναγιώτου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1518.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και το ζήτημα του κατά πόσο η Τράπεζα τερμάτισε νόμιμα την επίδικη συμφωνία. Σημείωσε ότι, παρά το γεγονός ότι στην Υπεράσπιση δικογραφείτο ότι η Τράπεζα δεν την τερμάτισε νόμιμα, κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 δεν προωθήθηκε τέτοια θέση ούτε υποδείχθηκε το παράνομο του τερματισμού, πέραν της θέσης ότι οι εφεσείοντες δεν έλαβαν τις πιο πάνω αναφερόμενες επιστολές και ότι δεν τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι στις επιστολές με τις οποίες πληροφορούνταν εκ νέου οι εναγόμενοι για τον τερματισμό ή και τερματιζόταν εκ νέου η επίδικη συμφωνία επισυνάπτονταν αποδείξεις κατάθεσης τους στο ταχυδρομείο (Τεκμήρια 18(α)(γ) και (δ)) ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, οι εν λόγω επιστολές αποστάληκαν στις διευθύνσεις που έδωσαν οι εναγόμενοι στην τράπεζα και δεν επιστράφηκαν. Από τη στιγμή, συνέχισε, που οι εν λόγω επιστολές αποστάληκαν με τον ορθό τρόπο και δεν επιστράφηκαν, το γεγονός αυτό συνιστούσε εκ πρώτης όψεως απόδειξη, στην απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας περί του αντιθέτου, ότι στάληκαν στα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν, δηλαδή στους εφεσείοντες, και παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, προχώρησε σε σχετικό εύρημα (βλ. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά. (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd κ.ά. (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2077). Σημείωσε επίσης ότι η μάρτυρας κατά τη μαρτυρία της ανέφερε ότι η εφεσείουσα 1 δεν συμμορφωνόταν με το χρονοδιάγραμμα καταβολής δόσεων σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, κάτι το οποίο ευσταθούσε παραπέμποντας στον όρο 4 του Τεκμηρίου 5(α). Επομένως, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, προέκυπτε παράβαση των όρων της επίδικης συμφωνίας.
Όσον αφορά το οφειλόμενο υπόλοιπο το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού που κατατέθηκαν ενώπιον του (Τεκμήριο 20) μαζί με σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 καθώς και στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 21). Παρέπεμψε στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 ότι η Τράπεζα διατηρούσε τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή από το άνοιγμα μέχρι το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης και ότι ήταν από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία, φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και υπό τον έλεγχο της. Περαιτέρω, όλες οι καταχωρίσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρίσεων για τον πιο πάνω λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Ακόμα η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι σύγκρινε τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού με την αρχική καταχώριση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της και διαπίστωσε ότι ήταν ορθές ως επίσης ότι η Τράπεζα απέστελλε ταχυδρομικώς στους εφεσείοντες μέχρι και τον τερματισμό τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου λογαριασμού δανείου χωρίς ποτέ αυτοί να αμφισβητήσουν τις συναλλαγές που περιέχονταν σε αυτές. Έκρινε, παραπέμποντας σε νομολογία και στο άρθρο 22 του Κεφ. 9, ότι τηρούνταν οι προϋποθέσεις για την αποδοχή αντιγράφου καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία και επομένως ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούσαν αντίγραφα τραπεζικών βιβλίων που τηρούσε η Τράπεζα. Υπέδειξε παράλληλα ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν ένα αποδεικτικό στοιχείο που υπόκειται σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο και αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα παραπέμποντας και πάλι σε σχετική νομολογία (βλ. Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπ. Λτδ (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1858 και Κόμπου ν. Universal Bank Ltd (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 194). Έκρινε ότι δεν είχε ανατραπεί με οποιοδήποτε τρόπο το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί ο Νόμος, σημείωσε ότι η αντεξέταση της Μ.Ε.1 ήταν γενική και αόριστη, δεν της υποδείχθηκε οποιαδήποτε καταχώριση η οποία ενδεχομένως να ήταν λανθασμένη ούτε υποστηρίχθηκε τέτοια θέση με άλλη μαρτυρία εκ μέρους των εφεσειόντων και ότι οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 20) ήταν ορθές και μπορούσε να βασιστεί σ΄ αυτές ως επίσης στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 21) οι οποίες ετοιμάστηκαν από την Μ.Ε.1 με βάση το Τεκμήριο 20 και ότι το υπόλοιπο ως καταδεικνύετο στο Τεκμήριο 21 ήταν ορθό και ότι η Τράπεζα δικαιούτο τόκο υπερημερίας 2% μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου ως περιέχετο στο Τεκμήριο 21. Έκρινε επίσης ότι οι εγγυήσεις των εφεσειόντων 2 και 3 κάλυπταν όλο το ποσό του δανείου και τους τόκους μέχρι τελικού διακανονισμού. Επεσήμανε επίσης ότι δεν αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα του εκχωρητηρίου εγγράφου ημερ. 22.1.2007 (Τεκμήριο 15). Με βάση τα πιο πάνω προχώρησε στην έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης.
Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο μελέτησε και ανέλυσε τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του με προσοχή και επιμέλεια έχοντας υπόψη του τη δικογραφία. Δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην προσέγγιση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου του οποίου τα ευρήματα κρίνουμε εύλογα υπό τις περιστάσεις.
Υποδεικνύουμε στο σημείο αυτό ότι μετά την 12.3.2004 όταν τροποποιήθηκε ο περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9 με τον περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμο 32(I)/2004, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται a priori από οποιαδήποτε διαδικασία. Η πλευρά των εφεσειόντων δεν ζήτησε την αντεξέταση μαρτύρων επί εξ ακοής μαρτυρίας δυνάμει του άρθρου 26(1) του Κεφ. 9. Περαιτέρω, δεν παρουσίασε οποιουσδήποτε μάρτυρες οι οποίοι θα μπορούσαν να προωθήσουν τις θέσεις τους (βλ. Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημ. Εταιρ. Λτδ (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2192).
Περαιτέρω, οι εφεσείοντες στο δικόγραφο τους αμφισβήτησαν ουσιαστικά τα πάντα προβάλλοντας πληθώρα διαζευκτικών υπερασπίσεων πολλές φορές αντιφατικών μεταξύ τους όπως π.χ. την αμφισβήτηση της σύναψης της συμφωνίας δανείου και ταυτόχρονα την αμφισβήτηση του τερματισμού της ή του αξιούμενου υπολοίπου, χωρίς επαναλαμβάνουμε να παρουσιάσουν οποιαδήποτε μαρτυρία. Η πλευρά των εφεσειόντων θα έπρεπε κατά την ακροαματική διαδικασία να παρουσιάσει την εκδοχή της, πράγμα που δεν έπραξε. Όπως αναφέρουμε στην Γαλάζης ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 405/2019, ημερ. 27.2.2026:
«Η ακρόαση είναι για τη διαβίβαση της αλήθειας. Η αλήθεια έχει μόνον μια εκδοχή. Δεν χωράνε επ’ αυτής διαζεύξεις. Η καταφυγή σε τέτοιες φανερώνει ανειλικρίνεια και αναξιοπιστία.»
Αντίθετα με τα πιο πάνω η Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε κυρίως αναφορικά με το θέμα της προσωπικής γνώσης της με τα επίδικα θέματα, πράγμα που τονίζει το πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά και παραδέχεται και η πλευρά των εφεσειόντων στο περίγραμμα αγόρευσης της ως επίσης της τέθηκαν γενικές και αόριστες υποβολές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε την υποχρέωση να εξετάσει και αξιολογήσει την επάρκεια και αξιοπιστία της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από την πλευρά της εφεσίβλητης, δηλαδή εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του ήταν αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. Αυτή η υποχρέωση υπάρχει ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα, όπως στην παρούσα περίπτωση (βλ. Wynne v. Mavronicola (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1138 και Τράπεζα Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.ά. (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 829, Παπαθεοδώρου ν. Παπαχριστοδούλου, Πολ. Έφ. Αρ. 40/2020, ημερ. 28.5.2026, Δρ. Χρίστου Φ. Κληρίδη, Κυπριακό Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2018, σελ. 205-206, 231).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε λεπτομερώς και με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, η οποία δεν ήταν άσχετη με την υπόθεση, αντίθετα ήταν κατάλληλη μάρτυρας αφού εργαζόταν στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας. Την έκρινε ως αξιόπιστη, λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι σημαντικά μέρη της μαρτυρίας της και τεκμήρια που κατέθεσε δεν αμφισβητήθηκαν, γεγονός που δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης, και προέβηκε στα ευρήματα του βασιζόμενο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του ως επίσης στις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Τα ευρήματα στα οποία προέβηκε ήταν εύλογα υπό τις περιστάσεις. Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα γεγονότα της Εθνικής Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλούμη κ.ά. (ανωτέρω) διαφοροποιούνται από αυτά της παρούσας είναι ορθή. Η αξιολόγηση από το Δικαστήριο της μαρτυρίας και η συλλογιστική του συνάδει με το σκεπτικό της Ζερβού κ.ά. (ανωτέρω) όπως και με πρόσφατη νομολογία του Εφετείου (Κυριακή Λιάπη-Χ”Ιωάννου κ.ά. ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕΔΙΠΕΣ), Πολ. Έφ. Αρ. 445/2019, ημερ. 12.3.2025 και Κόκκινου κ.ά. ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 336/2018, ημερ. 31.3.2025). Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε ορθά από τη νομολογία την οποία παραθέτει στην απόφαση του. Η πλευρά των εφεσειόντων δεν έχει καταφέρει να καταδείξει ότι τα ευρήματα και η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένα (βλ. μεταξύ άλλων Χατζημάρκου v. Widehorizon (Cap. Market) Ltd (2010) 1(A) Α.Α.Δ. 108, T.J.S. Enterpr. Ltd v. Λαϊκής Κυπρ. Τράπ. (Χρηματ.) Λτδ (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 108 και Πολάτογλου v. Μασούρα (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 150). Σ΄ αυτά περιλαμβάνεται και η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 20 (καταστάσεις λογαριασμού) στο οποίο βασίστηκε το Τεκμήριο 21 (αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού) αποτελεί αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου παρόλο που σε κάθε περίπτωση το ζήτημα αυτό δεν καλύπτεται από το λόγο έφεσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναλύει το όλο ζήτημα στις σελ. 18 έως 20 της απόφασης του με παραπομπή στη μαρτυρία της Μ.Ε.1, σε συγκεκριμένα τεκμήρια και σε σχετική νομολογία τονίζοντας ότι η αντεξέταση της μάρτυρος επί του ζητήματος αυτού ήταν γενική και αόριστη. Τονίζουμε ειδικότερα ότι, όπως αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελίδα 7 της απόφασης του, στο Τεκμήριο 20 συμπεριλαμβανόταν σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει των προνοιών του άρθρου 35 του Κεφ. 9. Τονίζουμε επίσης την αναφορά στη σελίδα 11 ότι κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 δεν αμφισβητήθηκε ότι οι πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούσαν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου.
Σημειώνουμε ακόμα ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από αυτά της SPRINGFAIR LTD κ.ά. ν. SKY CAC LIMITED, Πολ. Έφ. Αρ. 4/2019, ημερ. 11.9.2025. Σε αυτή την περίπτωση η τράπεζα που παρείχε τις τραπεζικές διευκολύνσεις και κίνησε αρχικά την αγωγή, συγχωνεύτηκε με άλλη τράπεζα η οποία τη συνέχισε. Κατά την ακρόαση της αγωγής ζητήθηκε από τον μάρτυρα της τράπεζας ο οποίος κατέθεσε τον σχετικό λογαριασμό να εξηγήσει με ακρίβεια την κάθε χρέωση από την αρχική τράπεζα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε στη διάθεση του τα παραστατικά που δικαιολογούσαν την οποιαδήποτε πράξη φαινόταν στο λογαριασμό. Κάτι τέτοιο δεν συνέβηκε στην παρούσα περίπτωση. Τέθηκε απλώς ζήτημα μη ικανοποίησης του άρθρου 22 του Κεφ. 9 κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων.
Με βάση τα πιο πάνω ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Συνεπεία των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με €4.000 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης και σε βάρος των εφεσειόντων.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο