HYDE PARK AGENCIES LTD v. NAMINS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 35/2018, 30/6/2026
print
Τίτλος:
HYDE PARK AGENCIES LTD v. NAMINS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 35/2018, 30/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 35/2018)

 

30 Ιουνίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

HYDE PARK AGENCIES LTD

Εφεσείουσα

v.

 

1.      NAMINS LIMITED

2.      PONYER LIMITED

3.      D.K. WINDSUPPLY LIMITED

4.      K.E. AERODYNAMICS LTD

5.      ΚΛΕΑΝΘΗ ΕΛΛΗΝΑ

6.      PLATINA FINANCE LIMITED

Εφεσιβλήτων

--------------------

 

Ν. Μακρίδης με Κ. Πατσαλίδου (κα), για Μαρκίδης, Μαρκίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. για την Εφεσείουσα

Γ. Λοΐζου με Α. Καρακάννα, για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.


Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η Εφεσείουσα, ενάγουσα πρωτοδίκως, με την έφεση της προσβάλλει την τελική απόφαση ημερομηνίας 29.11.17 του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αγωγή υπ’ αρ. 7187/09. Εξ αντιθέτου, οι Εφεσίβλητοι, εναγόμενοι 1 έως 6 πρωτοδίκως, με πέντε λόγους προσβάλλουν αφενός, τις ενδιάμεσες αποφάσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 18.11.14 και 13.6.16 και αφετέρου, τμήμα της ως άνω τελικής απόφασης ημερομηνίας 29.11.17.

 

Η Εφεσείουσα είναι αγγλική εταιρεία και η αγωγή της, κατ’ ουσίαν, αφορούσε την εκ μέρους της διεκδίκηση αμοιβής για την κατ’ ισχυρισμόν συμβολή της στην εξεύρεση οικονομικών πόρων όσον αφορά την εγκατάσταση και λειτουργία αιολικών πάρκων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο αξίωνε εναντίον των Εφεσιβλήτων: (α) Το ποσόν των €3.000.000 δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και ή ως εύλογη αμοιβή για τέτοιες υπηρεσίες, (β) Απόδοση λογαριασμού εν σχέσει με το συνολικό ποσό χρηματοδότησης των επίδικων αιολικών πάρκων, (γ) Αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν εκ μέρους της Εφεσείουσας 10 μάρτυρες και εκ μέρους των Εφεσιβλήτων μόνον ο Εφεσίβλητος 5, κ. Κλεάνθης Έλληνας.

 

Ας σημειωθεί πως αποτελούσε δικογραφικό ισχυρισμό της Εφεσείουσας ότι τον Απρίλιο του 2006, σε σχετική συνάντηση στην Κύπρο, ο Εφεσίβλητος 5 (Μ.Υ.), ενημέρωσε τον αντιπρόσωπο της Εφεσείουσας Σωτήρη Πουλέγγερη (Μ.Ε.1) για τα σχέδια των εταιρειών του, ήτοι της Ellinas Wind Project Holding Ltd (εφεξής «η μητρική εταιρεία») και των θυγατρικών της, ήτοι των Εφεσιβλήτων 3 και 4, για την εγκατάσταση και λειτουργία τριών αιολικών πάρκων στην Κύπρο. Μετά την πιο πάνω συνάντηση ακολούθησε αλληλογραφία και εν τέλει στις 22.5.06 υπεγράφη συμφωνία, η οποία παρουσιάστηκε στη δίκη ως Τεκμήριο 2. Εν ολίγοις, ο βασικός ισχυρισμός ήταν πως συμφωνήθηκε μεταξύ του αντιπροσώπου της Εφεσείουσας και του Εφεσίβλητου 5, προσωπικά αλλά και ως αντιπροσώπου τόσο της μητρικής εταιρείας όσο και των δύο ως άνω θυγατρικών, ότι σε περίπτωση κατά την οποίαν η Εφεσείουσα θα εξεύρισκε τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους, τότε η αμοιβή της θα ήταν 1,5% επί του συνολικού ποσού το οποίο θα απαιτείτο για τη χρηματοδότηση όλων των φάσεων των αιολικών πάρκων.

 

Περαιτέρω, ήταν η θέση της Εφεσείουσας ότι, στο πλαίσιο των ενεργειών της για εξεύρεση των απαιτούμενων οικονομικών πόρων, ζήτησε τη συνεργασία της δρος Tara Lindstedt (Μ.Ε.8), χημικής μηχανικού, η οποία συμφώνησε μεν αλλά ζήτησε όπως για την ίδια υπογραφεί ξεχωριστή συμφωνία με τη μητρική εταιρεία για την αμοιβή της (0,5%), η οποία όντως υπεγράφη περί τα τέλη Ιουλίου του 2006. Υποστηρίζεται ότι η Εφεσείουσα σε συνεργασία με τη Μ.Ε.8 και τη διορισθείσα δικηγόρο Tessa Laws στο Λονδίνο, συνέχισαν τις προσπάθειες εξεύρεσης των οικονομικών πόρων. Μεταξύ των ενδιαφερομένων, τους οποίους εντόπισαν, ήταν και η Εφεσίβλητη 6, της οποίας το ενδιαφέρον εκτείνετο και σε πιθανή συμμετοχή μέσω κτήσης μετοχών στις εταιρείες οι οποίες θα εγκαθιστούσαν τα αιολικά πάρκα, ήτοι στις Εφεσίβλητες 3 και 4.

 

Δεν αμφισβητείται ότι η Μ.Ε.8 στις 14.8.06 υπέβαλε στη μητρική εταιρεία τις εισηγήσεις της ως προς τον πιθανό τρόπο συμμετοχής της Εφεσίβλητης 6 (Τεκμήριο 22). Ο δε Εφεσίβλητος 5 απάντησε με ηλεμήνυμα του ημερομηνίας 16.8.06 (Τεκμήριο 23) και, ως προβάλλεται, με αυτό αποδεχόταν τα συμφωνηθέντα ως προς την καταβολή της συμφωνηθείσας προμήθειας στην Εφεσείουσα. Στις 24.8.06 η Εφεσίβλητη 6 υπέβαλε την ενδεικτική προσφορά της σε σχέση με το αιολικό πάρκο στην Πάφο (Αρχιμανδρίτα) και εν τέλει υπεγράφη στις 26.9.06 δεσμευτική προσφορά (Τεκμήριο 42), αφενός από την Εφεσίβλητη 6 και αφετέρου από τη μητρική εταιρεία μέσω του Εφεσίβλητου 5.

 

Σύμφωνα με την Εφεσείουσα, η υλοποίηση, προώθηση και συμμετοχή της Εφεσίβλητης 6 στις επιχειρήσεις του Εφεσίβλητου 5 και στις εταιρείες του, ήταν το αποτέλεσμα των ενεργειών και ή της βοήθειας από την Εφεσείουσα. Προβάλλεται πως σύμφωνα με τοποθετήσεις του Εφεσίβλητου 5 στις 2.10.09, το κόστος κατασκευής της πρώτης φάσης του αιολικού πάρκου στην Πάφο ανήλθε σε €200.000.000 και επομένως η συμφωνηθείσα αμοιβή (1,5%) της Εφεσείουσας ανέρχεται σε €3.000.000. Είναι δεκτό ότι η Εφεσείουσα απαίτησε την καταβολή του ποσού αυτού από τους Εφεσίβλητους, με επιστολή της ημερ. 20.11.09, πλην όμως δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση.

 

Μετά την πιο πάνω άρνηση πληρωμής η Εφεσείουσα πληροφορήθηκε ότι η μητρική εταιρεία με Ειδικό Ψήφισμα ημερ. 20.11.06 αποφάσισε τη διάλυση της χωρίς εκκαθάριση, με βάση Σχέδιο Αναδιοργάνωσης. Το γεγονός της διάλυσης ως ανωτέρω δεν αμφισβητείται. Όπως δεν αμφισβητείται και το ότι η μητρική εταιρεία κατείχε 1.000 μετοχές στην Εφεσίβλητη 3 και 1.000 μετοχές στην Εφεσίβλητη 4, τις οποίες μετοχές μεταβίβασε κατά τη διάλυση της (12.12.06) στις Εφεσίβλητες 1 και 2 αντίστοιχα, με αντάλλαγμα την έκδοση, από την καθεμιά εξ αυτών, μετοχών προς τους υφιστάμενους μετόχους της μητρικής, δηλαδή τον Εφεσίβλητο 5 και τη σύζυγο του. Το δε 25% των μετοχών της Εφεσίβλητης 1 κατέληξε στον Εφεσίβλητο 5 και το 75% το έλαβε η Annodia Investments Ltd, η οποία συνεστήθη στις 16.10.06 με μόνο αρχικό μέτοχο την Εφεσίβλητη 6. Τις μετοχές της Εφεσίβλητης 2 κατέχουν εξ ημισείας ο Εφεσίβλητος 5 και η σύζυγος του. Δεκτό είναι και το ότι με το δικαστικό διάταγμα διάλυσης της μητρικής εταιρείας διετάχθη επίσης όπως οποιεσδήποτε δικές της υποχρεώσεις μεταβιβαστούν από κοινού στις Εφεσίβλητες 1 και 2.  

 

Όπως ήδη έχει καταστεί αντιληπτό, εξαιρουμένων κάποιων επιμέρους γεγονότων, το πλείστο μέρος των πιο πάνω συνιστούσε αναντίλεκτο υπόβαθρο μεταξύ των δύο πλευρών, ως επί το πλείστον συναγόμενο από έγγραφα που είχαν παρουσιαστεί ως τεκμήρια. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 δέχθηκε πως πράγματι η συμφωνία, Τεκμήριο 2, αναφέρεται σε εξεύρεση χρηματοδότησης με δανεισμό, πλην όμως υποστήριξε ότι στην πορεία η εν λόγω συμφωνία τροποποιήθηκε καλύπτοντας και την περίπτωση επενδυτικής συμμετοχής και ότι ο Εφεσίβλητος 5 την αποδέχθηκε. Από την άλλη πλευρά, ο Μ.Υ. επέμεινε ότι η υποχρέωση της Εφεσείουσας, με βάση τη συμφωνία, Τεκμήριο 2, ήταν «η εξασφάλιση χρηματοδότησης με δανεισμό, η οποία θα γινόταν αποδεκτή από τη μητρική εταιρεία». Στο στάδιο των αγορεύσεων, η συναφής εισήγηση της Εφεσείουσας ήταν πως, με το ηλεμήνυμα ημερομηνίας 16.8.06, του Εφεσίβλητου 5 προς τη Μ.Ε.8, Τεκμήριο 23, η συμβατική σχέση της Εφεσείουσας με τον Εφεσίβλητο 5 και τις εταιρείες του τροποποιήθηκε και εντάχθηκε σε ένα νέο συμβατικό πλαίσιο, με το οποίο οι τελευταίοι εξουσιοδότησαν την Εφεσείουσα να εξεύρει χρηματοδότηση μέσω επένδυσης κεφαλαίου (equity finance). Όπως θα διαφανεί και πιο κάτω, αυτό συνιστά και το ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης, από το οποίο, κατ’ ακρίβειαν, εξαρτάται και η πορεία της έφεσης.

 

Στην τελική απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως η κατ’ ισχυρισμόν τροποποίηση του Τεκμηρίου 2 αποτελούσε «ουσιώδες» και «αναγκαίο» γεγονός, σχετιζόμενο άμεσα με την αξίωση της Εφεσείουσας και ως εκ τούτου θα έπρεπε να δικογραφηθεί ρητώς στην έκθεση απαίτησης. Έτσι, η πρώτη κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν ότι δεν θα λάμβανε υπ’ όψιν τους ισχυρισμούς περί τροποποίησης της συμφωνίας Τεκμήριο 2. Τόνισε προς τούτο την απόλυτη ανάγκη εκδίκασης της υπόθεσης στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων, σύμφωνα με τη νομολογία (Cheeseline Ltd ν. Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ (2014) 1 Α.Α.Δ. 951).       

 

Συνεπώς, κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, το ερώτημα το οποίο καλείτο πλέον να αποφασίσει ήταν (μόνον) το κατά πόσον η Εφεσείουσα δικαιούτο σε απόφαση στη βάση της αρχικής γραπτής συμφωνίας Τεκμήριο 2. Αξιολογώντας τους μάρτυρες έκρινε ως αναξιόπιστους τον Μ.Ε.1, τη Μ.Ε.8, τον Μ.Ε.6 και τη Μ.Ε.10, δέχθηκε τη μαρτυρία των Μ.Ε.2, Μ.Ε.3, Μ.Ε.4, Μ.Ε.5, Μ.Ε.7 και Μ.Ε.9, ενώ για τον Μ.Ε.10 (ελεγκτή) είπε πως, μετά την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 13.6.16, με την οποία απέρριψε αίτηση για συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων, η μαρτυρία του κατέστη άνευ σημασίας. Για τον Μ.Υ. το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε πως προκάλεσε εξαιρετικά θετική εντύπωση. Μετά την αξιολόγηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι τα ευρήματα του είναι «ανάλογα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή» και κατέγραψε ειδικά το εύρημα ότι «η μοναδική δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της μητρικής εταιρείας, στη βάση της οποίας οι ενάγοντες δικαιούνται προμήθειας, είναι το τεκμήριο 2». Αφού παρέθεσε σχετική νομολογία, κατέληξε ως εξής:

 

«Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, είναι κατά την άποψη μου ξεκάθαρη η πρόθεση των μερών, όπως προκύπτει από τη λεκτική αποτύπωση της συμφωνίας τεκμήριο 2, ότι οι ενάγοντες θα δικαιούντο αμοιβή/προμήθεια από τη μητρική εταιρεία, στην περίπτωση που αυτοί θα εξεύρισκαν για τη μητρική εταιρεία δανειστή/ές (lender/s) και η μητρική εταιρεία θα αποδεχόταν ως ικανοποιητική την προσφορά της εν λόγω χρηματοδότησης. Η αμοιβή των εναγόντων θα βασιζόταν στο 1.5% της συνολικής αξίας του δανείου (total loan value). Το δε δάνειο που θα εξασφαλιζόταν, αφορούσε ποσό μέχρι €115.000.000 για την πρώτη φάση του έργου, δυναμικότητας 80.5 mw. Περαιτέρω, με βάση το λεκτικό του τεκμηρίου 2, σε περίπτωση που θα εξασφαλιζόταν περαιτέρω χρηματοδότηση από τους ίδιους δανειστές ή άλλους δανειστές που θα σύστησαν  (sic) οι ενάγοντες για τις υπόλοιπες φάσεις του έργου, τότε οι ενάγοντες θα δικαιούντο της ίδιας προμήθειας, δηλαδή του ιδίου ποσοστού επί του περαιτέρω ποσού δανείου που θα εξασφαλιζόταν. Είναι, επομένως ξεκάθαρο ότι το τεκμήριο 2 προνοούσε για χρηματοδότηση με δανεισμό.

 

Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι όροι και η λεκτική διατύπωση τους στη γραπτή συμφωνία τεκμήριο 2 είναι ξεκάθαροι και σαφείς και καμιά άλλη ερμηνεία μπορεί να προσδοθεί σ’ αυτήν από τον μέσο λογικό άνθρωπο. Δεν υπάρχει κατά την άποψη μου, καμία ασάφεια ή αοριστία στους όρους του τεκμηρίου 2 και η μεταγενέστερη της υπογραφής του τεκμηρίου 2 συμπεριφορά των μερών - όπως επιχείρησε η πλευρά των εναγόντων να παρουσιάσει - δεν μπορεί, με βάση την πιο πάνω νομολογία, να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε να διαφωτιστεί ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2. Ούτε και είναι επιτρεπτό με βάση την πιο πάνω νομολογία, να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο εξωγενής μαρτυρία - όπως επίσης ήταν το επιχείρημα της πλευράς των εναγόντων - ώστε να θεωρηθεί ότι η συμφωνία τεκμήριο 2 τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συνεπώς, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών καθορίζονται με σαφήνεια και ακρίβεια στη γραπτή συμφωνία τεκμήριο 2 όπως έχουν αναφερθεί πιο πάνω.

 

Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες και ο ΜΕ1, καμία πρόταση παρουσίασαν στη μητρική εταιρεία, για εξασφάλιση χρηματοδότησης υπό μορφή δανείου από οποιοδήποτε δανειστή, η οποία να έγινε αποδεκτή από αυτήν και στη βάση της οποίας να εξασφαλίστηκαν χρήματα με δανεισμό για την πρώτη φάση του αιολικού πάρκου που κατασκευάστηκε. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ΜΕ1 και οι ενάγοντες καμία εμπλοκή είχαν στην εξασφάλιση χρηματοδότησης με δανεισμό από τις διάφορες τράπεζες που επιτεύχθηκε συνεπεία ενεργειών και διαβουλεύσεων των εναγομένων 6, εφόσον σύμφωνα με τον ΜΕ1, η εμπλοκή του τερματίστηκε με την υπογραφή της δεσμευτικής προσφοράς τεκμήριο 42, όπως προκύπτει και από το τιμολόγιο των εναγόντων τεκμήριο 66. Αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι, καμιά πρόνοια περιέχεται στο τεκμήριο 2 που θα έδιδε το δικαίωμα στους ενάγοντες να αξιώσουν προμήθεια, στην περίπτωση που θα συνέβαλλαν α) στο διορισμό συμβούλου για το έργο - όπως η ΜΕ8 - ή β) στο διορισμό δικηγόρου - όπως η Tessa Laws - ή γ) στην εξεύρεση επενδυτή για το έργο (equity finance) - όπως οι εναγόμενοι 6. Η μόνη πρόνοια που περιέχεται στο τεκμήριο 2 είναι εξεύρεση χρηματοδότησης με δανεισμό (debt finance). Τους δε εναγόμενους 6, οι οποίοι επένδυσαν τελικά στο μετοχικό κεφάλαιο της μητρικής εταιρείας, δεν τους βρήκαν οι ενάγοντες και ο ΜΕ1, αλλά η δικηγόρος Tessa Laws. Εξάλλου οι εναγόμενοι 6, δεν παραχώρησαν δάνειο στη μητρική εταιρεία αλλά επένδυσαν στο έργο ως μέτοχοι (equity finance)».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Στη βάση των πιο πάνω η πρωτόδικη κατάληξη ήταν ότι η Εφεσείουσα δεν δικαιούτο σε προμήθεια υπό τύπον αμοιβής, οπότε απέρριψε την αγωγή. Προσέθεσε δε πως, ακόμα και αν δικαιούτο κάποια αμοιβή, αυτή θα ήταν €276.750 δηλαδή ποσοστό 1,5% επί του ποσού των €18.450.000, το οποίο η Εφεσίβλητη 6 επένδυσε στο έργο.

 

Σε σχέση με τους Εφεσίβλητους 3 έως 6, το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε ακόμα ένα λόγο απόρριψης. Ήταν δεδομένο ότι το Τεκμήριο 2 είχε υπογραφεί μεταξύ Εφεσείουσας και μητρικής εταιρείας, η οποία αργότερα διαλύθηκε (Τεκμήριο 53) και ότι τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της τα είχαν αναλάβει βάσει του Σχεδίου Αναδιοργάνωσης οι Εφεσίβλητες 1 και 2. Εξ ου και το ότι η Εφεσείουσα το 2009 απηύθυνε το τιμολόγιο (Τεκμήριο 66), στην Εφεσίβλητη 1. Συνεπώς, κατά την πρωτόδικη κρίση, η Εφεσείουσα εσφαλμένα καταχώρισε την αγωγή εναντίον των Εφεσιβλήτων 3 έως 6, οπότε υπόκειτο σε απόρριψη εναντίον τους και για αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο.

 

Λόγοι Έφεσης

 

Σε σχέση με τους λόγους έφεσης δηλώνεται στο περίγραμμα της Εφεσείουσας ότι ο λόγος έφεσης 13 αναλύεται στους λόγους έφεσης 1, 3, 7 και 9, καθώς και ότι ο λόγος έφεσης 14 αποσύρεται. Ουσιαστικά λοιπόν απομένουν οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης με τους οποίους προβάλλεται ότι η πρωτόδικη Δικαστής εσφαλμένα: (1) Έκρινε πως η Εφεσείουσα δεν δικογράφησε τη θέση ότι η συμβατική σχέση τροποποιήθηκε, (2) Δεν έλαβε υπ’ όψιν τους ισχυρισμούς του Μ.Ε.1 και της Μ.Ε.8 περί τροποποίησης και ή αναπροσαρμογής της συμφωνίας, (3) Έκρινε ως αναξιόπιστο τον Μ.Ε.1,  (4) Έκρινε πως η μαρτυρία του Μ.Ε.10 κατέστη άνευ σημασίας, (5) Απέρριψε στις 13.6.16 την αίτηση για συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων, (6) Έκρινε ως αναξιόπιστο τον Μ.Ε.6, (7) Έκρινε ως αναξιόπιστη τη Μ.Ε.8, (8) Έκρινε τον Μ.Υ. αξιόπιστο, (9) Συμπέρανε ότι η σύσταση της Εφεσίβλητης 6 έγινε από τη δικηγόρο Tessa Laws, (10) Προέβη σε ευρήματα χωρίς να έχει υπ’ όψιν τα πρακτικά της διαδικασίας, (11) Δεν εξέτασε το γεγονός ότι η αποτελεσματική αιτία της επιτυχίας της συναλλαγής του έργου ήταν οι ενέργειες της Εφεσείουσας, με βάση τη νομολογία, (12) Δεν επέτρεψε ερώτηση στον Εφεσίβλητο 5 αναφορικά με προηγούμενη ποινική καταδίκη του στην Ελλάδα. 

 

Λόγοι Αντέφεσης

 

Με την αντέφεση τους οι Εφεσίβλητοι προβάλλουν: (1) Ότι στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 13.6.16 η αναφορά πως «ενδεχομένως η τύχη της … αίτησης να ήταν διαφορετική αν υποβαλλόταν στα αρχικά στάδια της διαδικασίας» είναι εσφαλμένη και θα πρέπει να διαφοροποιηθεί, (2) Οι ενδιάμεσες αποφάσεις (rulings) ημερ. 18.11.14 με τις οποίες απερρίφθησαν ενστάσεις των Εφεσιβλήτων ως προς την αποδοχή μαρτυρίας είναι εσφαλμένες και θα πρέπει να διαφοροποιηθούν, (3) Ο Μ.Ε.1, η Μ.Ε.6 και ο Μ.Ε.8, έπρεπε να είχαν κριθεί αναξιόπιστοι και για άλλους λόγους (Λόγοι Αντέφεσης 3, 4, 5).

 

Λόγοι Έφεσης 1 και 2

Τροποποίηση Συμφωνίας - Δικογράφηση - Αποκλεισμός Μαρτυρίας

 

Οι λόγοι έφεσης 1 και 2 αλληλοσυμπλέκονται, εξ ου και συνεξετάζονται. Με τον πρώτο προσβάλλεται η πρωτόδικη κρίση ότι δεν είχε δικογραφηθεί η τροποποίηση και ή αναπροσαρμογή της συμφωνίας, Τεκμήριο 2 και με τον δεύτερο προσβάλλεται η μη λήψη υπ’ όψιν της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.8 εν σχέσει με την τροποποίηση ή αναπροσαρμογή. Στα πλαίσια του πρώτου λόγου έφεσης η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι η πιο πάνω κρίση είναι εσφαλμένη αφενός επειδή η εν λόγω κρίση αντιφάσκει με σειρά ενδιάμεσων αποφάσεων (rulings) του Δικαστηρίου, δια των οποίων απέρριψε ενστάσεις των Εφεσιβλήτων περί μη δικογράφησης των περιεχομένων στις §36 έως 38, 40, 41, 43 και 45 της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.1, Τεκμήριο Α και αφετέρου διότι υπάρχουν σχετικές αναφορές στις §29 έως 32 της έκθεσης απαίτησης.

 

Η υπόλοιπη αιτιολογία του πρώτου λόγου αναφέρεται σε μαρτυρία η οποία δεν ελήφθη υπ’ όψιν εξαιτίας της πιο πάνω κρίσης και δη στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία (Τεκμήρια 9, 22, 23). Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και η αιτιολογία του δεύτερου λόγου έφεσης, αφού αυτό που υποστηρίζεται εκεί είναι ότι η αξιολόγηση περιορίστηκε στη μαρτυρία που αφορούσε τη συμφωνία, Τεκμήριο 2, ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής δεν έγινε αντιληπτό στο σύνολο του και ότι δεν ελήφθη υπ’ όψιν το περιεχόμενο όλων των τεκμηρίων τα οποία προσκόμισε η Εφεσείουσα. 

 

Σπεύδουμε εξαρχής να διευκρινίσουμε πως πρόκειται για τους ουσιωδέστερους λόγους της έφεσης. Αυτό, υπό την έννοια ότι η τυχόν επιτυχία αυτών των λόγων θα θέσει ζήτημα εξέτασης της αξίωσης στη βάση των πιο πάνω τεκμηρίων ή και άλλης αποδεκτής μαρτυρίας, η οποία μαρτυρία όντως δεν είχε διαδραματίσει κάποιο ρόλο, ένεκα της πρωτόδικης κρίσης για το ζήτημα της δικογράφησης. Εννοείται ασφαλώς ότι σε μια τέτοια περίπτωση ενδεχομένως να καταστεί άνευ αντικειμένου ή ακαδημαϊκής φύσης η εξέταση όλων των άλλων λόγων έφεσης και αντέφεσης. Όπως βέβαια και στην αντίθετη περίπτωση, δεδομένου ότι η τυχόν απόρριψη των δύο αυτών λόγων έφεσης, σφραγίζει την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης και συνεπώς την πορεία της έφεσης, δεδομένου ότι ακόμα και η τυχόν επιτυχία οποιουδήποτε άλλου λόγου δεν θα μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε επίδραση.

 

Σε σχέση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης, εν τέλει η Εφεσείουσα στο περίγραμμα της παραθέτει μόνο το παράδειγμα (της §43) της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.1 (Έγγραφο Α). Στην §43 της εν λόγω δήλωσης του ο Μ.Ε.1 εξηγούσε ότι με την επιστολή του ημερ. 16.8.06, Τεκμήριο 23, ο Εφεσίβλητος 5 δεν απέρριψε την περίπτωση συμμετοχής επενδυτών στο έργο αντί της δανειοδότησης του, αλλά αντιθέτως συμφώνησε όπως ο Μ.Ε.1 και η δρ Tara εργαστούν προς αυτή την κατεύθυνση έναντι της (ήδη) συμφωνηθείσας αμοιβής. Ηγέρθη ένσταση στην αποδοχή της §43, μεταξύ άλλων, και επί τω ότι «δικογραφημένη θέση για προφορική συμφωνία δεν υπάρχει». Η Εφεσείουσα προβάλλει πως εξ αφορμής της ένστασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε το θέμα σε εκείνο το σημείο και δεν ήταν επιτρεπτό αργότερα, στην τελική απόφαση, να διαφοροποιήσει την κρίση του. Στην εν λόγω απόφαση του, επί της ένστασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αναφέρει τα εξής:

 

«Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν από τον κ. Βορκά και όπως προκύπτει από την παρ.43, γίνεται αναφορά από τον μάρτυρα σε ένα κατ’ ισχυρισμό γεγονός και επικαλείται ο ίδιος επιβεβαίωση εκ μέρους του Εναγόμενου 5, όπως ο ίδιος και η Dr. Tara εργαστούν με τον τρόπο που αναφέρεται στην παρ.43. Επομένως ως πραγματικό γεγονός θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, η ένσταση απορρίπτεται».

 

Συνάγεται σαφώς πως το πρωτόδικο Δικαστήριο όντως επέτρεψε τότε τη μαρτυρία εν σχέσει με όσα η Εφεσείουσα, μέσω του Μ.Ε.1, προέβαλλε ως αναπροσαρμογή της αρχικής συμφωνίας. Δεν μπορούμε όμως να συμφωνήσουμε πως είχε αποφασίσει κατά την ακρόαση και το ζήτημα της δικογραφικής κάλυψης του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Η γενική αρχή είναι βέβαια ότι το παραδεκτό της μαρτυρίας αποφασίζεται κατά κανόνα τη στιγμή της προσαγωγής της (Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 512). Όπως τονίζεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης & Ν.Γ. Σάντης, 2014, σ.124επ. ενστάσεις στην αποδοχή μαρτυρίας πρέπει να υποβάλλονται κατά την παρουσίαση της και να αποφασίζονται αμέσως, το δε Δικαστήριο «πρέπει να ξεκαθαρίζει κατά την ακροαματική διαδικασία, αν συγκεκριμένη μαρτυρία είναι αποδεκτή ή όχι, ούτως ώστε να μην δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις και κυρίως, για να δίνεται η ευκαιρία στους διαδίκους να γνωρίζουν ποια μαρτυρία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου».

 

Θα πρέπει όμως να διευκρινιστεί πως ακόμα και αν, παρά την πιο πάνω πάγια αρχή, παρεισφρήσει οποιαδήποτε μη αποδεκτή μαρτυρία, και πάλι το εκδικάζον Δικαστήριο δεν δύναται να στηριχθεί σε τέτοια μαρτυρία. Όπως ορθώς επισημαίνουν οι Εφεσίβλητοι, στην υπόθεση Ρουβήμ v. Laiki Cyprialife Ltd (2011) 1 A.A.Δ. 1300 τονίστηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις:

 

«Το δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια αναθεώρησης ενδιάμεσων αποφάσεων του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον βέβαια τεθούν υπόψη του στοιχεία που δικαιολογούν τέτοια ενέργεια. Το καθήκον του δικαστηρίου να αποφασίζει επί νόμιμα αποδεκτής μαρτυρίας, αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που θέλει το δικαστήριο να μην ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του. Το δικαστήριο έχει καθήκον να αναψηλαφήσει το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και να καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα στη βάση νόμιμα αποδεκτής μαρτυρίας».

 

Προσθέτουμε και την Christopher Scottis Ltd κ.ά. ν. Scottish & Newcastle International Ltd κ.ά. (2017) 1(Β) Α.Α.Δ. 1982 στην οποία λέχθηκε ότι:

 

«… οι όποιες ενστάσεις πρέπει να εγείρονται και να αποφασίζονται κατά την ώρα της προσαγωγής της μαρτυρίας αλλά ακόμη και αν παρεισφρύσει (sic) μαρτυρία μη αποδεκτή, το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα, αλλά και την υποχρέωση, να  βασιστεί στο τέλος της δίκης μόνο σε αποδεκτή μαρτυρία, αγνοώντας οτιδήποτε μη επιτρεπτό».

 

Δεν θεωρούμε λοιπόν ότι σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή αρχικής αποδοχής και μεταγενέστερης τελικής απόρριψης, υφίσταται ζήτημα αναίρεσης ή αναθεώρησης προηγηθείσας απόφασης ομόβαθμου Δικαστηρίου, ως εισηγείται η Εφεσείουσα, επικαλούμενη τις υποθέσεις Αναφορικά με την αίτηση Νικόλα Σιδέρη κ.ά. (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 286 και Λοϊζίδη, παραλήπτη και διαχειριστή κ.ά. ν. Περατικού κ.ά., Πολ. Αιτ. 32/2019, ημερ. 17.4.19, ECLI:CY:AD:2019:D149. Οι εν λόγω υποθέσεις αφορούσαν διαφορετικά ζητήματα και πάντως όχι ζητήματα δεκτότητας μαρτυρίας. Συνεπώς, στην παρούσα, παρότι συμφωνούμε ότι η σχετική μαρτυρία είχε επιτραπεί όντως κατά την ακρόαση, εντούτοις πρώτον, δεν συμφωνούμε ότι είχε επιλυθεί τότε το δικογραφικό θέμα και δεύτερον, κρίνουμε ότι εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο είχε, κατά την τελική απόφαση του, τη δυνατότητα να ελέγξει τη μαρτυρία και να βασιστεί μόνον επί αποδεκτής μαρτυρίας. Πράγμα το οποίο και έπραξε, ασχέτως εάν διαφωνούμε με τη μεταγενέστερη κρίση.

     

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος έχουμε ήδη αναφερθεί στο βασικό περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Για την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας (Τεκμήριο 2), η οποία έγινε στις 22.5.06 μέσω αλληλογραφίας, υπήρχε σχετική αναφορά στην §14 της έκθεσης απαίτησης. Το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου ήταν παραδεκτό με την §13 της υπεράσπισης. Στη συνέχεια της έκθεσης απαίτησης γίνεται αναφορά στην εμπλοκή της Μ.Ε.8, στον διορισμό του Μ.Ε.1 και της Μ.Ε.8 στο διοικητικό συμβούλιο της μητρικής εταιρείας, στην εμφάνιση της Εφεσίβλητης 6 και άλλων εταιρειών ως ενδιαφερομένων χρηματοδοτών ή επενδυτών, στην επίσκεψη του Μ.Ε.1 και της Μ.Ε.8 στις 27.7.06 στην Κύπρο όπου ξεναγήθηκαν από τον Μ.Υ., με τον οποίον επισκέφθηκαν διάφορους αξιωματούχους (ΡΑΕΚ, Υπουργείο Εμπορίου, Υπουργείο Γεωργίας κ.λπ.), στην υπογραφή ξεχωριστής συμφωνίας με την Μ.Ε.8 για την αμοιβή της (0,5%) και στη συνέχιση των διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερομένους, από τις οποίες διεφάνη πως το ενδιαφέρον τους δεν εστιάζετο στη δανειοδότηση, εξ ου και το ότι με την Εφεσίβλητη 6 υπεγράφη συμβόλαιο εμπιστευτικότητας. Ακολουθούν οι παράγραφοι 29 έως 32, οι οποίες, για ό,τι ενδιαφέρει, έχουν ως εξής:

 

«29. Ενόψει του ότι το ενδιαφέρον της Εναγόμενης 6 δεν εστιάζετο μόνο στην παροχή απευθείας χρηματοδοτήσεως αλλά και στην συμμετοχή της εξ΄ (sic) ολοκλήρου ή εν μέρει στο μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων 3 και 4, εζητήθει (sic) από την Μητρική Εταιρεία στις 14/8/2006 όπως επειγόντως εφοδιάσει την Ενάγουσα και/η τη Dr. Tara με τις δικές της θέσεις ώστε αυτές να διαβιβασθούν στην Εναγομένη 6 για να μπορέσει η τελευταία να ετοιμάσει το προκαταρκτικό σχέδιο της γραπτής της προσφοράς. […] 

30.    Συγκεκριμένα η Dr. Tara παρέθεσε προς τη Μητρική Εταιρεία τις εισηγήσεις της ως προς τον πιθανό τρόπο συμμετοχής της Εναγομένης 6, είτε αγοράζοντας όλα τα δικαιώματα στην εγκατάσταση των Αιολικών Πάρκων καταβάλλοντας ένα αρκετά μεγάλο ποσό στην Μητρική Εταιρεία, είτε η συμμετοχή της Εναγομένης 6 να περιορισθεί στο 75% μόνον, το δε υπόλοιπο να παραμείνει στον Εναγόμενο 5 και/ή τις Εταιρείες του. Επί τούτου η Dr. Tara, πάντοτε σε συνεννόηση με την Ενάγουσα, ζήτησε να λάβει τις απόψεις της Μητρικής Εταιρείας για να τις μεταφέρει στην Εναγομένη 6 για να μπορέσει και η τελευταία με την σειρά της να υποβάλει την προκαταρκτική προσφορά της.

31.    Ο Εναγόμενος 5, ενεργώντας υπό την ιδιότητα που αναφέρεται εις τη παράγραφο 8 ανωτέρω, απήντησε με επιστολή του ημερομηνίας 16/8/2006 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς την Dr. Tara, με την οποία επιστολή του καθιστούσε ξεκάθαρο ότι αποδέχετο με τον πιο σαφή κατηγορηματικό τρόπο τα ανωτέρω αναφερόμενα συμφωνηθέντα, αναφορικά με την υποχρέωση του για καταβολή της συγκεκριμένης και συμφωνηθείσης προμήθειας στην Ενάγουσα.

32.    Ως εξάγεται από τα ανωτέρω οι συζητήσεις με τους ενδιαφερόμενους στράφηκαν καθαρά στο καθεστώς συμμετοχής τους στην επιχείρηση των Αιολικών Πάρκων, είτε εξ΄(sic) ολοκλήρου είτε εν μέρει. Τα ανωτέρω συζητήθηκαν εκτενώς μεταξύ του αντιπροσώπου της Εναγούσης και του Εναγομένου 5, και ο τελευταίος θεωρούσε τη μορφή αυτή εξασφάλισης οικονομικών πόρων περισσότερο προς το συμφέρον της Μητρικής Εταιρείας και των Εναγομένων 3 και 4 και για τούτο οι οδηγίες και/η ενθάρρυνση του προς την Ενάγουσα ήτο να συνεχίσει εργαζόμενη. Σε επιβεβαίωση των ανωτέρω υπάρχουν δεκάδες επιστολές της Dr. Tara, του Εναγομένου 5 και του αντιπροσώπου της Ενάγουσας, αι οποίαι θα παρουσιασθούν κατά τη δικάσιμο».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Σύμφωνα με την υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 685 τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Για όσες υποθέσεις εκδικάζονται στη βάση των προϊσχύσαντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο πιο θεμελιακός κανόνας είναι ο κ.4 της Δ.19, βάσει του οποίου σε κάθε δικόγραφο καταγράφονται μόνον τα ουσιώδη γεγονότα κατά συνοπτικό τρόπο (“… contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party relies …”). Όπως προστίθεται, η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται με αυτό το οποίο είναι απαραίτητο (“… for the purpose of formulating a complete cause of action …”). Ειδικά σε σχέση με έγγραφο, σημειώνεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η παράθεση ολόκληρου του περιεχομένου του. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμα του, εν συντομία και όσο πιο συνοπτικά γίνεται, όπως εξάλλου προνοεί και η Δ.19 κ.19 (“… it shall be sufficient to state the effect thereof as briefly as possible …”).

 

Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd κ.ά. ν. Χαραλάμπους κ.ά. (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 787, με παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice, τονίστηκε πως «σε περίπτωση συμφωνίας τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν την ημερομηνία της ισχυριζόμενης συμφωνίας, τα ονόματα των μερών της συμφωνίας και κατά πόσο ήταν προφορική ή γραπτή». Περαιτέρω τονίστηκε πως κάθε διάδικος δικαιούται να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης του αντιδίκου του. Το κάθε δικόγραφο πρέπει να περιέχει όλα τα ουσιώδη στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν στον αντίδικο να αντιληφθεί ποια είναι η υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει (Φαντάρου ν. Σάκκαλου (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 109). Παρόμοια υποχρέωση υπάρχει και για κάθε ζήτημα το οποίο αν δεν εγερθεί θα καταλάβει τον αντίδικο εξαπίνης (Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Sharif (2012) 1(A) A.Α.Δ. 28).

 

Τις πιο πάνω αρχές συνόψισε και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα, με παραπομπή στην υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ (ανωτέρω). Παρέθεσε όμως και απόσπασμα από την υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ματσούκα κ.ά. (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1377, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, αφενός ότι «[Η] σύνταξη και καταγραφή της αξίωσης πρέπει αυστηρώς να περιορίζεται στα ουσιώδη γεγονότα και μόνο αλλά δεν νοείται ο πυρήνας της αξίωσης να παραμένει νεφελώδης και αόριστος, όπως στην εδώ περίπτωση» και αφετέρου ότι «ως “ουσιώδες”, ορίστηκε εκείνο το αναγκαίο γεγονός που σκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας της αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο». Είναι πρόδηλο, από όσα κατεγράφησαν στη συνέχεια, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο διείδε ομοιότητες της παρούσας με την υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική (ανωτέρω). Συγκεκριμένα ανέφερε τα εξής:

 

«Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι η ισχυριζόμενη (sic) τροποποίηση της γραπτής συμφωνίας τεκμήριο 2, αποτελεί «ουσιώδες» και «αναγκαίο» γεγονός, το οποίο σχετίζεται άμεσα με την επίδικη αξίωση των εναγόντων και θα έπρεπε, κατά την άποψη μου, να δικογραφηθεί ρητά στην Έκθεση Απαίτησης τους, εφόσον το γεγονός αυτό όχι μόνο αποσκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο, σύμφωνα με την απόφαση Λαϊκή Ασφαλιστική (ανωτέρω) αλλά αποτελεί αυτή καθεαυτή την αιτία της παρούσας αγωγής. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν θα λάβει υπόψη του τόσο τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 όσο και της ΜΕ8 περί τροποποίησης και/ή εκ των υστέρων αναπροσαρμογής της γραπτής συμφωνίας τεκμήριο 2, τονίζοντας την απόλυτη ανάγκη εκδίκασης της υπόθεσης στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων».

 

Θα πρέπει να πούμε, με κάθε σεβασμό, πως δεν συμφωνούμε με την πρωτόδικη αυτή κρίση. Η υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική (ανωτέρω) είχε κριθεί επί των δικών της ξεχωριστών γεγονότων και εν πολλοίς ήταν μια ιδιόρρυθμη περίπτωση. Εκεί, οι ασφαλιστές ενάγοντες, με την έκθεση απαίτησης τους, προέβαλαν τη συνομολόγηση προφορικής συμφωνίας για αντιπροσώπευση τους και για είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό τους, από τους εναγόμενους. Όταν με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά την ύπαρξη συμφωνίας με τους ενάγοντες, οι τελευταίοι «για πρώτη φορά με την απάντηση στην υπεράσπιση» εισήγαγαν ισχυρισμούς διαφορετικούς από όσα δικογραφούντο στην έκθεση απαίτησης σε σχέση με τα περί σύναψης συμφωνίας, «κατά τρόπο εκθεμελιωτικό της αξίωσης τους όπως μορφοποιήθηκε με την «έκθεση απαίτησης». Αρκεί να λεχθεί ότι στην Απάντηση τους οι ενάγοντες προέβαλαν αφενός πως η συμφωνία άρχισε το 1991 με την Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, συνέχισε από το 1997 με τη Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ και εν τέλει από το 2000 προχώρησε με την εφεσείουσα Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ και αφετέρου πως για τις πιο πάνω δύο μεταφορές εργασιών και χρεωστικών υπολοίπων, προηγείτο κάθε φορά ρητή συγκατάθεση τόσο των εταιρειών όσο και των εναγομένων αντιπροσώπων τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ως εξής στη Λαϊκή Ασφαλιστική (ανωτέρω):    

 

«Δεν θα μας απασχολήσει επί μακρόν το ζήτημα. Το αγώγιμο δικαίωμα όπως μορφοποιήθηκε με την έκθεση απαιτήσεως οδηγούσε αφ' εαυτού την αγωγή σε απόρριψη. Η απάντηση στην υπεράσπιση ουσιαστικά ερχόταν σε αντίθεση με τους προδιαγραφόμενους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς περί της ύπαρξης αρχικής προφορικής συμφωνίας μεταξύ των εφεσειόντων και εφεσιβλήτων στη βάση των «ρητών» όρων της. Ό,τι τίθεται με την απάντηση στην υπεράσπιση δεν εισάγει, όπως είναι η εισήγηση του κ. Παπαθεοδώρου, λεπτομέρειες της αξίωσης, αλλά αντιθέτως θέτει εκποδών τις αρχικές θέσεις των εφεσειόντων κατά τρόπο που η δίκη δεν επιτρεπόταν να αφεθεί να εξελιχθεί όπως εξελίχθηκε.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να μην επιτρέψει εξ υπαρχής τη διεξαγωγή της δίκης και την εισαγωγή μαρτυρίας στη βάση των όσων καταγράφηκαν στην απάντηση στην υπεράσπιση. Τα Δικαστήρια, έχουν ως πρώτιστο καθήκον να περιορίζουν αυστηρά τη διαδικασία και να επιτρέπουν την εξέλιξη της δίκης στη βάση και μόνο της αξίωσης όπως προβάλλεται με την έκθεση απαίτησης, ώστε να υπάρχει σαφήνεια ως προς το αγώγιμο δικαίωμα αλλά και τα επίδικα ζητήματα».

 

Στην παρούσα περίπτωση, αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι σε κανένα σημείο στις εν λόγω §29 έως 32 δεν εντοπίζεται ισχυρισμός περί «τροποποίησης» της έγγραφης συμφωνίας Τεκμήριο 2. Αυτό, όσον αφορά την απουσία της λέξης αυτής, είναι γεγονός. Όμως παράλληλα συνιστά γεγονός πως στις πιο πάνω παραγράφους καταγράφονται               (α) με συνοπτικό τρόπο όλα τα γεγονότα και ειδικά αυτά του διημέρου από 14 έως 16.8.06, (β) το ότι το ενδιαφέρον της Εφεσίβλητης 6 εκτείνετο πλέον και σε συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο, (γ) το ότι ενημερώθηκε σχετικά ο εκπρόσωπος της μητρικής εταιρείας, ο Εφεσίβλητος 5, (δ) το ότι αυτός, με την επιστολή του ημερ. 16.8.06 απεδέχθη τα ανωτέρω «συμφωνηθέντα» ως προς την υποχρέωση για «καταβολή της συγκεκριμένης και συμφωνηθείσης προμήθειας στην Ενάγουσα», (ε) το ότι πλέον οι συζητήσεις «στράφηκαν» στο καθεστώς συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο, άρα δεν ετίθετο πλέον θέμα απευθείας χρηματοδότησης και (στ) το ότι οι οδηγίες του Εφεσίβλητου 5 προς την Εφεσείουσα ήταν να συνεχίσει.

 

Η υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 1119, την οποίαν επικαλούνται οι Εφεσίβλητοι, δεν υποστηρίζει τη δική τους θέση. Εκεί απουσίαζε η παράθεση σχετικών γεγονότων στην έκθεση απαίτησης σχετικά με την υποχρέωση πληρωμής προμήθειας, σε αντίθεση με ό,τι παρατηρείται στην παρούσα. Είναι ενδεικτικά από την υπόθεση Χατζηκυριάκος (ανωτέρω) τα εξής:

 

«Πουθενά δεν αναφέρεται ότι συνάφθηκε σύμβαση μεταξύ των διαδίκων με βάση την οποία ο ενάγων θα εδικαιούτο σε προμήθεια και τίποτε δεν υπάρχει στην οπισθογράφηση που θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την γέννηση τέτοιου δικαιώματος παρά την ανυπαρξία ρητής σύμβασης για κάτι τέτοιο. Ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός για ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή προμήθειας ορισμένου ύψους και δεν αποκαλύπτεται βάση πάνω στην οποία θα ήταν δυνατό να γίνει τέτοιος προσδιορισμός. Η λέξη "προμήθεια" παρουσιάζεται μόνο στο αιτητικό της οπισθογράφησης. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Είναι απαραίτητο σε κάθε περίπτωση η επιδιωκόμενη θεραπεία να συνδέεται με γεγονότα που επικαλείται ο ενάγων και να βρίσκει σ’ αυτά νομικό έρεισμα. Βλ. Lamaignere vSelene Shipping (1982) 1 CLR 227».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Είναι κατά τη γνώμη μας εμφανές πως στην παρούσα, παρά τη μη συμπερίληψη της λέξης «τροποποίηση», εντούτοις υπήρχε ρητή αναφορά σε «αποδοχή» και σε «συμφωνηθέντα» εν σχέσει με την προμήθεια της Εφεσείουσας, ως αυτά προέκυπταν από την κατ’ ισχυρισμόν επιστολή του Εφεσίβλητου 5 ημερ. 16.8.06. Εδώ προέκυπτε ισχυρισμός για ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής προμήθειας. Ενδεχομένως, δεν ήταν  η βέλτιστη δικογραφική κάλυψη του ζητήματος, πλην όμως αναμφίβολα ανέκυπταν, με αρκούντως ικανοποιητικό τρόπο, τα απαραίτητα βασικά στοιχεία, όπως η ημερομηνία, τα συμβαλλόμενα μέρη, το ότι η διευθέτηση αυτή προέκυπτε από γραπτό κείμενο, καθώς και το βασικό αποτέλεσμα του εγγράφου (Athina Leathergoods, ανωτέρω).

 

Τα προαναφερθέντα στοιχεία αναμφίβολα επαρκούσαν στο να αντιληφθούν οι Εφεσίβλητοι ποια ήταν η υπόθεση την οποίαν αντιμετώπιζαν και δη ότι αντιμετώπιζαν αξίωση προμήθειας, όχι για απευθείας δανειοδότηση ή απευθείας χρηματοδότηση, αλλά για την επένδυση της Εφεσίβλητης 6. Άλλωστε σε άλλα σημεία της έκθεσης απαίτησης (§47, 48) εξηγείται ότι το αξιούμενο ποσό υπολογίζεται ως  ποσοστό επί του κόστους της πρώτης φάσης του αιολικού πάρκου, το οποίο κόστος ανευρίσκεται,  είτε με βάση τη δεσμευτική προσφορά της Εφεσίβλητης 6 ημερ. 26.9.06 (η οποία αφορούσε συμμετοχή) είτε με βάση προβαλλόμενες μεταγενέστερες δηλώσεις του Εφεσίβλητου 5 ημερ. 2.10.09 για το τελικό πραγματικό κόστος (που ήταν το αποτέλεσμα της συμμετοχής). Δεν διεκδικείτο δηλαδή αμοιβή ή προμήθεια, ως ποσοστό επί ποσού δανειοδότησης.

 

Κατά τη δική μας κρίση υπήρχε αρκούντως σαφής, ακριβής, περιεκτική και ορθή καταγραφή των γεγονότων επί των οποίων βάσιζε την αξίωση της η Εφεσείουσα (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 1166). Αυτό, έστω και αν, από πλευράς νομικού χαρακτηρισμού θα μπορούσε το δικόγραφο ενδεχομένως να ήταν πιο λεπτομερές και πιο ακριβές στη σχετική περιγραφή (Marketventures Ltd v. Δικωμίτη (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 383). Είναι καλώς νομολογημένο πως, για την απόδοση θεραπείας, είναι αρκετό αν τα διάφορα γεγονότα τα οποία οδηγούν στη θεραπεία, εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης (Πελεκάνος κ.ά. ν. Πελεκάνου (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 390, Demil Co Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd (2008) 1(A) A.Α.Δ. 661, Σάουρος ν. Φιλίππου (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 203).  Η υποχρέωση για αποκάλυψη περιορίζεται στα ουσιώδη γεγονότα και δεν επεκτείνεται στη μαρτυρία η οποία τα υποστηρίζει ή στις νομικές συνέπειες, τις οποίες συνεπάγεται η ύπαρξη τους (Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους (1990) 1 Α.Α.Δ. 319).

 

Η Εφεσείουσα εισηγείται περαιτέρω ότι οι Εφεσίβλητοι έλαβαν γνώση των ουσιωδών ισχυρισμών της, ως διαπιστώνεται από την υπεράσπιση τους, οπότε δεν βρέθηκαν εξ απροόπτου και συνεπώς δεν επηρεάστηκαν δυσμενώς κατά την ακρόαση. Η εισήγηση είναι ορθή. Πράγματι σε διάφορα σημεία της υπεράσπισης τους οι Εφεσίβλητοι απαντούν στους προβληθέντες ισχυρισμούς, ιδίως δε στη θέση ότι υπήρξε μεταγενέστερη ή συμπληρωματική συμφωνία, πέραν της αρχικής ημερ. 22.5.06 (Τεκμήριο 2).

 

Ένα τέτοιο πρώτο παράδειγμα είναι η §12 της υπεράσπισης, στην οποία οι Εφεσίβλητοι, αναφερόμενοι στο Τεκμήριο 2, προβάλλουν πως «η σχετική συμφωνία και ή η εν λόγω επιστολή δεν προνοούσε και ή δεν κάλυπτε την περίπτωση όπου, αντί εξεύρεση χρημάτων με δανειοδότηση, θα γινόταν επένδυση και ή συμμετοχή τρίτων και ή άλλων προσώπων στο κεφάλαιο της εταιρείας και ή της ιθύνουσας και ή μητρικής εταιρείας και ή της εταιρείας στην οποία ανήκε το έργο των Αιολικών Πάρκων». Είναι αυτονόητο πως δεν θα υπήρχε τέτοια αναφορά εάν δεν είχε γίνει αντιληπτή η αντίστοιχη θέση της Εφεσείουσας.

 

Εντοπίζονται όμως και αρκετές άλλες παράγραφοι της υπεράσπισης, στις οποίες περιέχονται επαναλαμβανόμενες ρητές αρνήσεις περί της ύπαρξης οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας εκτός από την αρχική ημερ. 22.5.06 (βλ. §23, 25, 27, 29 και 32). Ενδεικτικά σημειώνουμε αφενός, από την §23 τη θέση ότι «… ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα σε σχέση και ή αναφορικά με τα Αιολικά Πάρκα, πλην της συμφωνίας που αναφέρεται στην παρούσα υπεράσπιση για εξεύρεση χρηματοδότησης μέσω δανεισμού …» και αφετέρου, από την §29 τη θέση ότι «… δεν έγινε οποιαδήποτε σχετική συμφωνία με την Ενάγουσα, πλην της συμφωνίας που αναφέρεται στην παρούσα υπεράσπιση …». Ειδικά δε στην §25 της υπεράσπισης, με την οποίαν οι Εφεσίβλητοι απαντούσαν στις επίμαχες §29 έως 32 της έκθεσης απαίτησης, η θέση τους ήταν πως «… και να ισχύουν ως τίθενται, αφορούν αποκλειστικά τους Εναγομένους και ή την Dr. Tara και ή καμιά σχέση και ή συμβατική σχέση και ή συμφωνία δεν υπήρχε και ή δεν υπάρχει σε σχέση με αυτά με την Ενάγουσα» (Εφεσείουσα). Έπεται ότι σε καμμιά περίπτωση οι Εφεσίβλητοι δεν κατελήφθησαν εξαπίνης.

 

Στη βάση των πιο πάνω ο πρώτος λόγος επιτυγχάνει, ως προς το δεύτερο σκέλος της αιτιολογίας του. Η κατάληξη μας αυτή, οδηγεί στο αναπόδραστο συνακόλουθο συμπέρασμα ότι και ο δεύτερος λόγος είναι βάσιμος, υπό την έννοια ότι εσφαλμένα δεν λήφθηκε υπ’ όψιν η μαρτυρία περί τροποποίησης και ή εκ των υστέρων αναπροσαρμογής της γραπτής συμφωνίας. Ουσιαστικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπ’ όψιν μόνο την αρχική συμφωνία, και όχι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 9, 22 και 23, επιλογή η οποία αναπόφευκτα επηρέασε το αποτέλεσμα. Όπως το έθεσε, αποφάσισε μόνο κατά πόσον η Εφεσείουσα δικαιούτο σε απόφαση «στη βάση της γραπτής συμφωνίας τεκμήριο 2». 

 

Θα πρέπει να προσθέσουμε πως δεν συμφωνούμε με την πρωτόδικη θέση ότι στην παρούσα περίπτωση ετίθετο θέμα εξωγενούς μαρτυρίας (extrinsic evidence ή parole evidence rule). Ο βασικός αυτός κανόνας προνοεί πως όταν υπάρχει γραπτή σύμβαση, τότε αυτή είναι που περιέχει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των μερών και δεν επιτρέπεται η αποδοχή εξωγενούς (προφορικής) μαρτυρίας για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους του εγγράφου, ήτοι στους όρους της γραπτής σύμβασης (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», ανωτέρω, σ. 374). Συνιστά πάγια νομολογία ότι η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι θέμα νομικό και αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου, το οποίο, μέσα από το λεκτικό του εγγράφου, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων και ότι κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Χατζησωτηρίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1406). Εννοείται πως οι προσωπικές απόψεις ή ερμηνευτικές προσεγγίσεις των εμπλεκομένων δεν επηρεάζουν το πιο πάνω έργο, οπότε αχρείαστα οι Εφεσίβλητοι οικοδομούν επιχειρήματα επί της αξιοπιστίας μαρτύρων οι οποίοι τυχόν εξέφρασαν οποιεσδήποτε τέτοιες απόψεις. 

 

Καθίσταται λοιπόν σαφές πως είναι σε σχέση με την ερμηνεία του εγγράφου που, με βάση τον πιο πάνω κανόνα, δεν είναι επιτρεπτή εξωγενής μαρτυρία. Όπως ειδικότερα τίθεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Π. Γ. Πολυβίου, Τόμος Β, σ. 541, «Το περιεχόμενο της σύμβασης θα πρέπει να αναζητηθεί εντός των παραμέτρων του εγγράφου και δεν είναι επιτρεπτό να γίνει αποδεκτή προφορική μαρτυρία που να διαφοροποιεί τους όρους αυτής».

 

Όπως γίνεται αντιληπτό στην παρούσα περίπτωση, η μαρτυρία για τις μεταγενέστερες εξελίξεις, δεν προσκομίστηκε για την ερμηνεία της αρχικής συμφωνίας. Άλλωστε εδώ το περιεχόμενο και το νόημα της αρχικής συμφωνίας ήταν ούτως ή άλλως σαφές και παραδεκτό ενώ και η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν ήταν μόνο προφορική. Στηρίζετο και αυτή σε αλληλογραφία των μερών και αποσκοπούσε στο να καταδείξει ότι υπήρξε μια νεότερη συνεννόηση και διευθέτηση μεταξύ τους, ως προς μια συγκεκριμένη πτυχή της αρχικής συμφωνίας. Δεν επρόκειτο για ερμηνεία όρου της αρχικής συμφωνίας και ούτε για συνακόλουθη διαφοροποίηση του με βάση εξωγενή μαρτυρία αλλά για προβαλλόμενη μεταγενέστερη διαφοροποίηση όρου της αρχικής συμφωνίας.      

 

Τα πιο πάνω απαντούν και στην πρωτόδικη αναφορά ότι «η μεταγενέστερη της υπογραφής του τεκμηρίου 2 συμπεριφορά των μερών», δεν μπορεί να ληφθεί υπ’ όψιν. Στο σύγγραμμα «Ερμηνεία στο Κυπριακό Δίκαιο», Π. Γ. Πολυβίου, 2023, σ. 157, εξηγείται ότι «[Η] μεταγενέστερη συμπεριφορά και οι ενέργειες των μερών δεν λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς ερμηνείας της σύμβασης, διότι απλούστατα, έγιναν μετά τη συνομολόγηση της». Νομολογιακή βάση για τον εν λόγω νομικό κανόνα παρέχεται αφενός από την James Miller and Partners Ltd v. Whitworth Street Estates (Manchester) Ltd (1970) A.C. 583, στην οποία τονίστηκε πως… it is not legitimate to use as an aid in the construction of the contract anything which the parties said or did after it was madeκαι αφετέρου από την Hyundai Merchant Marine co Ltd v. Daelim Corporation The Gaz Energy (2011) EWHC 3108 (Comm), στην οποία λέχθηκε πωςthe subsequent conduct of the parties cannot be looked at to interpret a written contract …”.  Όπως ήδη αναφέραμε, η επίμαχη μαρτυρία στην παρούσα δεν αποσκοπούσε στο να συμβάλει ή χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία της αρχικής γραπτής σύμβασης. Άλλωστε, όπως ήταν και το πρωτόδικο εύρημα, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών καθορίστηκαν με σαφήνεια και ακρίβεια στη γραπτή συμφωνία, Τεκμήριο 2. Συνεπώς, εδώ το ερώτημα ήταν μόνον εάν υπήρξε μεταγενέστερη διαφοροποίηση της εν λόγω συμφωνίας.

 

Αυτό μας οδηγεί ευθέως και στη μαρτυρία η οποία δεν είχε ληφθεί υπ’ όψιν, πορεία για την οποία παραπονείται η Εφεσείουσα. Προτού προχωρήσουμε όμως, θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι κατά τη δική μας κρίση δεν απαιτείται ενασχόληση με τους λόγους είτε της έφεσης (Λόγοι αρ. 3, 4, 6, 7, 8) είτε της αντέφεσης (Λόγοι αρ. 3, 4, 5), με τους οποίους εγείρονται ζητήματα αξιολόγησης μαρτυρίας. Όπως έχουμε πει ήδη, το πλείστο μέρος των γεγονότων συνιστούσε αναντίλεκτο υπόβαθρο, το οποίο προέκυπτε από έγραφα τα οποία ευρίσκοντο ενώπιον του Δικαστηρίου. Άλλωστε, παρά τη γενικότερη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την αξιοπιστία, εντούτοις είναι εμφανές πως επί των ουσιωδών γεγονότων και της ύπαρξης των σχετικών εγγράφων, έγιναν δεκτές οι θέσεις της Εφεσείουσας. Η απόρριψη κάποιων θέσεων είχε συνδυαστεί κυρίως με τη μη δικογράφηση, για την οποία, ήδη έχουμε αναφερθεί. Οι δε λόγοι αντέφεσης 3, 4 και 5, επί της αξιοπιστίας, δεν αφορούν γεγονότα τα οποία ήταν αναντίλεκτα ή προέκυπταν από τα έγγραφα της υπόθεσης (στα οποία γίνεται κατωτέρω αναφορά).

 

Μας έχει προβληματίσει το κατά πόσον θα πρέπει να διαταχθεί επανεκδίκαση της αγωγής, πλην όμως εν όψει των όσων επισημάναμε  πιο πάνω, κρίνουμε πως μια τέτοια διαταγή δεν είναι απαραίτητη. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το Εφετείο έχει εξουσία να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα από τα πρωταρχικά γεγονότα (βλ. Bullows v. Νεοφύτου (1994) 1 Α.Α.Δ. 41). Στην Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1275 μετά την παράθεση των γενικών αρχών εν σχέσει με το θέμα τονίστηκε ακριβώς ότι:

 

«Ταυτόχρονα, όμως, το Εφετείο βρίσκεται στην ίδια καλή θέση όπως και το πρωτόδικο και έχει την ίδια ευχέρεια να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, με αποτέλεσμα την επέμβαση στην κατάληξη του Δικαστηρίου εκεί όπου διαπιστώνεται ότι αυτή η κατάληξη είτε δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τη μαρτυρία και τα γεγονότα, είτε η κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων παρουσιάζεται προβληματική ενόψει λογικής ανακολουθίας ή πλημμελούς αξιολόγησης των δεδομένων που παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη».

(έμφαση δοθείσα)

 

Σε συνέχεια των όσων προαναφέραμε παραθέτουμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα το οποίο όμως είναι ουσιώδους σημασίας αφού σχετίζεται ακριβώς με τα Τεκμήρια 22 και 23, για τα οποία προβάλλεται το βασικό παράπονο της Εφεσείουσας με τον δεύτερο λόγο έφεσης. Προέρχεται από την αξιολόγηση του Μ.Ε.1 αλλά είναι αυταπόδεικτο πως δεν περιορίζεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Επεκτείνεται στην ερμηνεία των εγγράφων, επιλύοντας έτσι το ύστατο ερώτημα της υπόθεσης. Έχει ως εξής:

 

«4.  Αντεξεταζόμενος ισχυρίσθηκε ότι ο δικός του ρόλος ήταν αυτός του “the point person” και “strategic advisor”, όπως η ΜΕ8 είχε επισημάνει στην Tessa Laws με το τεκμήριο 8. Επεξήγησε σχετικά ότι με τον ρόλο του μεσίτη, αποτελούσε το συνδετικό κρίκο και η δική του εργασία συνίστατο στο ότι είχε φέρει στο έργο την ΜΕ8, η οποία είχε βρει την Tessa Laws και η οποία με τη σειρά της είχε συστήσει τους εναγόμενους 6. Συνεπώς, όπως ισχυρίσθηκε, αυτός ήταν που έκανε το έργο να γίνει πραγματικότητα. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις επισκέψεις του στην Κύπρο, στις συναντήσεις του με αρμόδιους της ΡΑΕΚ, στο ότι είχε παρακαθήσει σε δείπνα εργασίας, ως και στη συνάντηση όλων των εμπλεκομένων για την επιλογή των εναγομένων 6, στην πληρωμή της σαμπάνιας για τον εορτασμό της επιλογής και στην παρουσία του κατά την υπογραφή της τελικής συμφωνίας. Έχω την άποψη ότι όλες οι πιο πάνω ενέργειες του, δεν έχουν καμιά σχέση με το περιεχόμενο της συμφωνίας τεκμήριο 2. Η υποχρέωση του, στη βάση της οποίας αξιώνει το ποσό των €3.000.000, είναι σαφής και ξεκάθαρη και συνίστατο στην εξεύρεση χρηματοδότησης με δανεισμό και τίποτε άλλο. Είναι σαφές και αποδεκτό εκ μέρους του ΜΕ1 ότι το τεκμήριο 2 δεν αφορούσε αμοιβή του για εξεύρεση συμβούλου επιχειρήσεων ή πραγματογνώμονα, ως ήταν η ΜΕ8. Η επιλογή του ΜΕ1 να προβεί στις πιο πάνω ενέργειες και η μη αντίδραση και απόρριψη τους από τον εναγόμενο 5, δεν δικαιολογεί με κανένα τρόπο την αξίωση του, εφόσον εκφεύγουν της δεσμευτικής συμφωνίας του, τεκμήριο 2, με τη μητρική εταιρεία. Επισημαίνεται ότι ισχυρισμός περί μεταγενέστερης τροποποίησης της συμφωνίας τεκμήριο 2, ώστε να περιλαμβάνει τις πιο πάνω ενέργειες του ΜΕ1, δεν περιλαμβάνεται στην Έκθεση Απαίτησης. Η μόνη θέση που προβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ήταν ότι με το τεκμήριο 23, η συμβατική σχέση των διαδίκων τροποποιήθηκε και οι εναγόμενοι εξουσιοδότησαν τους ενάγοντες να εξεύρουν χρηματοδότηση μέσω επένδυσης κεφαλαίου (equity finance), θέση η οποία, όπως επεσημάνθηκε πιο πάνω, δεν δικογραφείται και δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Καμία εισήγηση έγινε από πλευράς εναγόντων περί τροποποίησης της συμφωνίας τεκμήριο 2, ώστε να περιλαμβάνει τις πιο πάνω ενέργειες του ΜΕ1. Σ’ ό,τι αφορά το τεκμήριο 23 και την πιο πάνω θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων, αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 23 - το οποίο αποτελεί email του εναγόμενου 5 προς την ΜΕ8, σε απάντηση του τεκμηρίου 22 που αποτελεί email της ΜΕ8 προς τον εναγόμενο 5 - καμιά εξουσιοδότηση εκ μέρους του εναγόμενου 5 περιλαμβάνεται σ’ αυτό, προς τους ενάγοντες για εξεύρεση χρηματοδότησης μέσω επένδυσης κεφαλαίου ούτε και ρητή αποδοχή εκ μέρους του ως προς το ποσοστό προμήθειας των εναγόντων, πάνω σε αυτή τη βάση. Αντίθετα, ο εναγόμενος 5, αναφέρεται μεν στις σχετικές συμφωνίες προμήθειας της ΜΕ8 και των εναγόντων, τις οποίες και αναγνωρίζει, χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε ρητή αποδοχή του περί τροποποίησης του τεκμηρίου 2 και των συγκεκριμένων όρων αυτής. Απεναντίας, ζητά διευκρινήσεις από την ΜΕ8 ως προς τα ποσοστά προμήθειας στα οποία είχε αναφερθεί η ΜΕ8 με το τεκμήριο 22».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Παρατηρούμε λοιπόν κατ’ αρχάς ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε τις ενέργειες του Μ.Ε.1, πλην όμως έκρινε ότι έγιναν από δική του επιλογή και ότι εκφεύγουν της αρχικής συμφωνίας που ήταν το μόνο στο οποίο στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Τα υπόλοιπα αναφερθέντα εν σχέσει με τα Τεκμήρια 22 και 23 ασφαλώς συνιστούσαν νομική ερμηνεία εγγράφων. Είναι όμως προτιμότερη μια, όσο το δυνατόν υπό τις περιστάσεις, συνοπτική παράθεση των γεγονότων, όπως προέκυπταν από την αποδεκτή μαρτυρία, προφορική και έγγραφη, μόνο για να διαφανεί το όλο πλαίσιο εντός του οποίου αντηλλάγησαν τα Τεκμήρια 22 και 23.

 

Η πρώτη επαφή είχε γίνει μεταξύ Μ.Ε.1 και Εφεσίβλητου 5 (Μ.Υ.) στην Κύπρο, εντός Απριλίου του 2006, εκπροσωπώντας ο καθένας την εταιρεία του. Σε αυτή τη συνάντηση ο Εφεσίβλητος 5 ζήτησε τις υπηρεσίες της Εφεσείουσας και από εκείνη τη μέρα ο Μ.Ε.1 τον ενημέρωσε πως εάν αναλάμβανε, τότε η αμοιβή της Εφεσείουσας θα ήταν 1,5% επί του συνολικού ποσού χρηματοδότησης. Ο Μ.Ε.1 επέστρεψε στο Λονδίνο, έχοντας μαζί του τα έγγραφα που τού έδωσε ο Εφεσίβλητος 5 (τεχνοοικονομικές μελέτες, συνοπτική περιγραφή κ.λπ.). Τηλεφωνικώς, κάποια στιγμή ενημέρωσε τον Εφεσίβλητο 5 ότι η Εφεσείουσα αποδεχόταν να παράσχει τις υπηρεσίες της. Πολύ σύντομα, στις 12.5.06 η Εφεσείουσα απέστειλε σχετική επιστολή με το εξής περιεχόμενο, για ό,τι ενδιαφέρει:

 

“12th May 2006

 

Attn: Mr Kleanthis Ellinas

Ellinas Wind Project Holding Ltd

 

Further to our meetings and discussions in Cyprus last month, you have provided us with Technical and Financial studies and have requested that we endeavour to procure finance on your behalf for the following projects.

[…]

Finance Requirement

€115.000.000 (one hundred and fifteen million Euros) for the first phase which will provide the total output of 80.5 MW.

For the record, perhaps you will be good enough to confirm our agreement that, in the event that we are able to introduce a lender/s and your company receives a satisfactory offer for finance which is accepted by yourselves, then you will pay to us, as introductory commission, a fee based on 1½% (one and a half percent) of the total loan value.

In the event that further finance is provided by the same lender/s, or others introduced by ourselves to finance the subsequent phases of the above projects then the fee as above mentioned will also be payable.

Kindly please sign the copy of this letter enclosed and return to us as soon as possible”.

(έμφαση δοθείσα)

 

Την πιο πάνω επιστολή υπέγραψε στις 22.5.06 ο Εφεσίβλητος 5 με το όνομα και τη σφραγίδα της μητρικής εταιρείας και έκτοτε αυτό το έγγραφο συνιστά την προαναφερθείσα αρχική συμφωνία, Τεκμήριο 2. O M.E.1 ταχυδρόμησε την υπογραμμένη συμφωνία στον Μ.Ε.1, επισυνάπτοντας και άλλα σχετικά έγγραφα για τα έργα (Τεκμήριο 4) και ενημερώνοντας τον για συναντήσεις που είχε με τη ΡΑΕΚ σε σχέση με τις άδειες (Τεκμήριο 3). Παρεμβάλλουμε εδώ πως, με δεδομένη την αλληλογραφία μεταξύ των εταιρειών και ιδιαίτερα την υπογραφή της συμφωνίας με το όνομα και τη σφραγίδα της μητρικής εταιρείας, ήταν ορθή η πρωτόδικη διαπίστωση ότι βάσει του Τεκμηρίου 2 «συμβαλλόμενο μέρος είναι η μητρική εταιρεία και όχι ο Εναγόμενος 5» (Εφεσίβλητος 5).

 

Εν συνεχεία, κάποια στιγμή ο Μ.Ε.1 εντόπισε τη Μ.Ε.8 και αφού συνεννοήθηκε μαζί της, ο ίδιος ενημέρωσε σχετικά και τον Εφεσίβλητο 5, ο οποίος συμφώνησε με την εισήγηση. Με τη μεσολάβηση του Μ.Ε.1, η Μ.Ε.8 απέκτησε επαφή με τον Εφεσίβλητο 5 (Τεκμήριο 9, σελ. 3), πλην όμως θα πρέπει να σημειωθεί πως σχεδόν κάθε ηλεμήνυμα που αντάλλαξαν μεταξύ τους το κοινοποιούσαν και στον Μ.Ε.1. Μέσω αυτού στις 7.6.06 (Τεκμήριο 9, σελ. 5) η Μ.Ε.8 ζήτησε πληροφορίες τις οποίες ο Εφεσίβλητος 5 τής απέστειλε στις 19.6.06 (Τεκμήριο 9, σελ. 10). Στις 27.6.06 (Τεκμήριο 9, σελ. 21) η Μ.Ε.8 πρότεινε τρεις πιθανές λύσεις για την εξασφάλιση οικονομικών πόρων, ήτοι τη δανειοδότηση (debt funding), την επενδυτική συμμετοχή (equity participation) και την πλήρη πώληση (complete sale), αποκαλώντας τις όλες ως χρηματοδοτικές (All financing options) και πρότεινε όπως έλθουν στην Κύπρο η ίδια με τον Μ.Ε.1, να επισκεφθούν τους χώρους και να υπογράψουν τα έγγραφα (“… Sotiris and I should come to meet with you …”). Στις 6.7.06 η Μ.Ε.8 ζητούσε από τον Μ.Ε.1 να συζητήσει αυτός το δικό της συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών με τον Εφεσίβλητο 5 ενώ στις 19.7.06 (Τεκμήριο 15, σελ. 4) τού ζήτησε να συζητήσουν μεταξύ τους όλοι και τα έξοδα της δικηγόρου (Tessa Laws), την οποία η ίδια είχε εντοπίσει για να τους βοηθήσει. Οι Εφεσίβλητοι δέχονται ότι ήταν ο Μ.Ε.1 που εισηγήθηκε τον διορισμό της Μ.Ε.8 ως συμβούλου και ότι αυτή με τη σειρά της εισηγήθηκε τον διορισμό της Tessa Laws ως νομικής συμβούλου. Αυτό το έπραξε σε ηλεμήνυμα της προς τον Μ.Ε.1 και τον Εφεσίβλητο 6 και δη στο Τεκμήριο 9, σελ. 24 (“We need to hire a corporate lawyer here to do the deal. I suggest Tessa laws …”).

 

Στις 11.7.06 η Μ.Ε.8 με το Τεκμήριο 12 εισηγήθηκε όπως το ταξίδι τους στην Κύπρο πραγματοποιηθεί στις 27.7.06 ενώ στις 19.7.06 με το Τεκμήριο 77 προώθησε στον Μ.Ε.1 ηλεμήνυμα με το ενδιαφέρον της Εφεσίβλητης 6, καθώς και ότι η ίδια (η Μ.Ε.8) είχε από εβδομάδας αποστείλει σχετική σύνοψη και στον Εφεσίβλητο 5, προς προετοιμασία της επίσκεψης τους (“… sent it to Ellinas last week in preparation for our visit), την οποίαν Εφεσίβλητη 6 αποκαλούσαν μεταξύ τους “Platina Τeam” ή “The French”. Πράγματι στα τέλη Ιουλίου 2006, ο Μ.Ε.1 και η Μ.Ε.8 ήλθαν στην Κύπρο, αφού προηγουμένως ο Εφεσίβλητος 5 υπέγραψε τη συμφωνία συνεργασίας της μητρικής εταιρείας με τη Μ.Ε.8 (Τεκμήριο 15, σελ. 9). Τους παρέλαβε ο Εφεσίβλητος 5 και κατά τη διάρκεια της επίσκεψης τους επισκέφθηκαν τους χώρους στους οποίους θα ανεγείροντο τα αιολικά πάρκα, τα γραφεία της μητρικής εταιρείας, τα γραφεία της ΡΑΕΚ όπου είχαν συναντήσεις με τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο και μέλος της, καθώς και το Υπουργείο Εμπορίου όπου είχαν συνάντηση με τον διευθυντή της Υπηρεσίας Ενέργειας, όπως και το Υπουργείο Γεωργίας, όπου συνάντησαν τον επί κεφαλής του Τμήματος Κλιματικών Αλλαγών (Τεκμήριο 16).

 

Μετά την επίσκεψη στην Κύπρο, συνεχίστηκαν οι συζητήσεις με ενδιαφερομένους, μεταξύ των οποίων ήταν και η Εφεσίβλητη 6. Στο επόμενο διάστημα και πάντως σίγουρα πριν τις 8.8.06, ο Εφεσίβλητος 5 προέβη σε ενέργειες και οι Μ.Ε.1 με τη Μ.Ε.8 διορίστηκαν διευθυντές (non voting and non executive) στη μητρική εταιρεία (Τεκμήριο 10) ενώ παράλληλα, μεταξύ της μητρικής και της Εφεσείουσας υπεγράφη στις 4.8.06 Συμφωνία Εμπιστευτικότητας (Confidentiality Agreement) (Τεκμήριο 11).

 

Τα πιο πάνω μας φέρνουν στα δύο επίμαχα Τεκμήρια 22 και 23.  Στις 14.8.06, με ηλεμήνυμα της Τεκμήριο 22 η Μ.Ε.8 ζήτησε από τον Εφεσίβλητο 5, κάποιες απαντήσεις εν σχέσει με ερωτήσεις που είχε η ενδιαφερόμενη Εφεσίβλητη 6, ούτως ώστε η εν λόγω εταιρεία να υποβάλει προσφορά γραπτώς. Ταυτόχρονα τον ενημέρωσε σε σχέση με τις συζητήσεις που είχε με την Εφεσίβλητη 6 ότι: “We also discussed corporate structure and ownership as you know from conf call. I have said that directors are you, Maria, Yvette, plus one other, Sotiris, and myself. As to ownership I said that to my last knowledge it is 0.5% me, 1% Sotiris, and the rest between you and Maria. I am not aware if the other directors also have options for shares or not”. Διευκρινίζουμε πως συνιστά κοινό υπόβαθρο πρώτον, πως ο αναφερόμενος πιο πάνω “Sotiris είναι ο Μ.Ε.1, δεύτερον, πως η αναφορά σε ποσοστό 0,5% αφορά τη συμφωνηθείσα προμήθεια της ίδιας της Μ.Ε.8 και τρίτον, ότι με την αναφορά της σε ποσοστό 1% εννοούσε τη συμφωνηθείσα προμήθεια της Εφεσείουσας, πλην όμως εκ παραδρομής αναφέρθηκε σε ποσοστό 1% αντί 1,5%, ως ήταν το ορθό.

 

Στις 15.8.06 με το Τεκμήριο 13 η Μ.Ε.8 ενημέρωσε τον Εφεσίβλητο 5 ότι η ίδια εργάζεται σε σχέση με πέντε πιθανές προσφορές και δη από: (1) Εφεσίβλητη 6, (2) Castlepine, (3) Citigroup, (4) The World Bank και (5) Hg Capital. Ο Εφεσίβλητος 5 απάντησε την επόμενη μέρα, 16.8.06, με το Τεκμήριο 23, λέγοντας μεταξύ άλλων: “As you realize me you sotiris we are one body and we should look this project as our project and the maximum will succeed will be the maximum to our profitability, on the same time we will not look greedy but as the soldiers say will say (sic) our skin very expensive. […]. As well as you stated this project must go as a parcel (PAPHOS, LARNACA ETC TOTAL 234.5 MW) so the French must clarify to us what do they have in mind because September will be next week and the licenses will be granted to my group as the minister and CERA have committed in a written letter which I have in my possetion. […]. On your previous email and today your (sic) mentioning .50% and 1% respectively for Sotiris that is clearly the commissions agreement I do not understand the word ownership with the above percentages, please clarify?)”.

 

Η Μ.Ε.8 επανήλθε την ίδια μέρα, 16.8.06 και στο μακροσκελές ηλεμήνυμα της, Τεκμήριο 24, ανέφερε μεταξύ άλλων: “I am glad you agree that we are a united group all working for the same cause to make the venture a success. […] My success fee is modest, a typical broker will charge around 5%, but I prefer to make long term relationships and stay involved with the business, in your case I charged far less than customary only because of Sotiris whom I respect greatly is very committed to this and I am glad I did because it is a very good venture with high potential. […] Finally, the clarification you asked for. First of all, Sotiris has corrected me the figures are 1.5% Sotiris and 0.5% me. Secondly, you are right in that this is a commission (although I prefer success fee). However, as my contract states this could be paid in cash or shares”.

 

Καταδεικνύεται από την αλληλογραφία που ακολούθησε ότι οι επόμενες ημέρες αναλώθηκαν στην προετοιμασία της συνάντησης, την οποία θα είχαν όλοι οι εμπλεκόμενοι και οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές στην Κύπρο κατά το διάστημα από 25.8.06 μέχρι 1.9.06. Σε ηλεμήνυμα του ημερ. 24.8.06, Τεκμήριο 25(2), ο Εφεσίβλητος 5 ζήτησε όπως αφιχθούν μόνο οι επενδυτές που έχουν σοβαρή πρόταση, καθώς και τα αναγκαία χρήματα (“… firm offer at serious bases …, … have the funds to do the business …”). Η Μ.Ε.8 τον καθησύχασε, λέγοντας ότι θα προσκληθούν μόνον όσοι υποβάλουν κάτι γραπτώς και αργότερα την ίδια ημέρα (24.8.06), τού απέστειλε την πρώτη ενδεικτική προσφορά της Εφεσίβλητης 6 (Τεκμήριο 28), για το αιολικό πάρκο στην Πάφο. Η ουσία, όπως τη συνόψισε η Μ.Ε.8 στις 25.8.06 στο επόμενο ηλεμήνυμα της, Τεκμήριο 30, ήταν ότι: “A special purpose vehicle (SVP) is set up which purchases the entire rights to the Paphos project. The ownership of this SVP is 75% Platina and 25% Ellinas. Platina will fund the cost of the entire project (around 200 million). In addition it will pay Ellinas holding ltd a total of €32 million to acquire the rights and all intellectual property for the SVP”.

 

Στη συνάντηση που ακολούθησε στην Κύπρο παρευρέθηκαν ο Μ.Ε.1., η Μ.Ε.8, η δικηγόρος Tessa Laws, εκπρόσωποι της Εφεσίβλητης 6 και ακόμα δύο εκπρόσωποι άλλων ενδιαφερομένων εταιρειών. Αποτέλεσε μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 ότι ο ίδιος έλαβε μέρος σε πολλές συναντήσεις και συζητήσεις, καθώς και στη συνάντηση όλων για επιλογή της Εφεσίβλητης 6. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέρριψε τις ενέργειες του αυτές. Εξέφρασε μόνο την άποψη πως «δεν έχουν καμιά σχέση με το περιεχόμενο της συμφωνίας τεκμήριο 2».

 

Πράγματι, λίγες ημέρες μετά τις συζητήσεις στην Κύπρο, η Εφεσίβλητη 6 υπέβαλε, στις 14.9.06, δεύτερη, αυξημένη ενδεικτική προσφορά (Τεκμήριο 34). Με την ευκαιρία της επίσκεψης του Εφεσίβλητου 5 στο Λονδίνο, πραγματοποιήθηκαν για την περίοδο από 18.9.06 έως 26.9.06, δείπνα και συναντήσεις με εκπροσώπους των ενδιαφερομένων, παρόντος και του Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 39). Διαρκούσης της περιόδου αυτής, η Μ.Ε.8 απευθύνθηκε στις 21.9.06, με το Τεκμήριο 44(1), στην εκπρόσωπο της Εφεσίβλητης 6, ζητώντας διευκρινίσεις για τα ποσοστά της ίδιας και του Μ.Ε.1 λέγοντας: As discussed, I am writing re project advisory fees. Soteris Poulengeris and I jointly get 2% of the gross value of the transaction. […] This is project advisory fees which should be built into your model as transaction costs”.

 

Εν τέλει, με το πέρας των συναντήσεων αυτών, η Εφεσίβλητη 6 υπέβαλε τελική δεσμευτική προσφορά, στις 26.9.06, την οποίαν απεδέχθη και υπέγραψε αυθημερόν ο Εφεσίβλητος 5 εκ μέρους της μητρικής εταιρείας (Τεκμήριο 42) στην παρουσία του Μ.Ε.1 και της Μ.Ε.8. Την επόμενη ημέρα, 27.9.06, η Μ.Ε.8 με το Τεκμήριο  44(2) επανήλθε στο θέμα της προμήθειας τους, γράφοντας προς την Εφεσίβλητη 6: “… as discussed could you reconfirm project advisory fees for sotiris poulengeris (1.5% of total) and me (0.5% of total) remain in the project expenses as before” [Τεκμήριο 44(1)]. Η Εφεσίβλητη 6 απάντησε αυθημερόν ότι: I can confirm that the seller adviser’s fees (totaling 2% of the investment value have been included in the project capex, and have therefore been accounted for in our offer” [Τεκμήριο 44(2)].

 

Η Μ.Ε.8 επανέφερε το θέμα στις 25.11.06 (Τεκμήριο 45), ζητώντας να μάθει “which cell contains our fees 2% of total ??”)”. Η Εφεσίβλητη 6 απάντησε αυθημερόν (Τεκμήριο 45) λέγοντας: “They are included part in the construction cost and part in der costs. They do not appear separately, but you will recognise the total all-in cost whirh (sic) should match the one in the offer”.

 

Η βασική φιλοσοφία της συμφωνίας Τεκμήριο 42 ήταν ότι οι συμβαλλόμενοι θα καθίσταντο συνεταίροι σε μια νέα εταιρεία (operational partnership), ότι η Εφεσίβλητη 6 θα παραχωρούσε δάνειο μετόχου στη μητρική εταιρεία για τα έργα (development cost funding), ότι η Εφεσίβλητη 6 δεσμεύετο να αποκτήσει το 100% των μετοχών στις ιδιοκτήτριες των πάρκων Εφεσίβλητες 3 και 4 (commitment to acquire) και ότι η μητρική εταιρεία θα είχε το δικαίωμα να αποκτήσει μέχρι το 25% του συνόλου (option to acquire).

 

Η συμμετοχή του Μ.Ε.1 επιβεβαιώνεται και από την ευχαριστήρια επιστολή των (τότε) δικηγόρων της μητρικής εταιρείας ημερ. 28.9.06, Τεκμήριο 48, την οποία απέστειλαν στην Εφεσίβλητη 6 και σε όλους τους άλλους, συμπεριλαμβανομένου του Μ.Ε.1 (“thank you and all the people involved in this transaction”). Στο ίδιο τεκμήριο (δέσμη) βέβαια περιλαμβάνεται σειρά άλλων ηλεμηνυμάτων, μέχρι τις 26.11.06, τα οποία κοινοποιούντο και στον Μ.Ε.1 και σχετίζοντο με την εφαρμογή των συμφωνηθέντων (π.χ. Evaluation Model for SPA). Για τον ίδιο σκοπό μάλιστα υπήρξε και αλληλογραφία της Εφεσίβλητης 6 μόνο προς τον Μ.Ε.1, όπως το Τεκμήριο 49, ημερομηνίας 23.10.06 (σχετική με Power Purchase Agreement). 

 

Στο Τεκμήριο 42 περιέχονται χρονοδιαγράμματα για τις διάφορες ενέργειες, τα οποία δεν απαιτείται να παρατεθούν εδώ. Αξίζει μόνο να σημειωθεί ότι, μετά από τρία έτη, στις 18.9.09 ο Εφεσίβλητος 5 προσκάλεσε τον Μ.Ε.1 στην «πρωτοποριακή και υψηλού προφίλ τελετή στην Κύπρο η οποία σηματοδοτεί το τέλος της διαδικασίας αδειοδότησης και παράλληλα έναρξη της κατασκευής του Αιολικού πάρκου» στην Πάφο, η οποία τελετή έγινε στις 30.9.09 και στην οποία ο Μ.Ε.1 όντως παρευρέθηκε (Τεκμήριο 51).

 

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα πιο πάνω συνιστούν τα πρωταρχικά γεγονότα στη βάση της μαρτυρίας, την οποία είχε αποδεχθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο. Κατά τη δική μας κρίση τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τα εν λόγω γεγονότα είναι διαφορετικά από αυτά τα οποία εισηγούνται οι Εφεσίβλητοι και τα οποία απεδέχθη το πρωτόδικο Δικαστήριο.  

Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί είναι πως η Εφεσείουσα μέσω του Μ.Ε.1 (διευθυντή της) ανέλαβε δυνάμει της αρχικής συμφωνίας να εξασφαλίσει χρηματοδότηση μέσω δανεισμού και στα πλαίσια των ενεργειών του εντόπισε και πρότεινε ως σύμβουλο τη Μ.Ε.8. Η τελευταία διαπραγματεύτηκε και πέτυχε ξεχωριστή συμφωνία για τη δική της προμήθεια ύψους 0,5%. Αυτό το ποσοστό ασφαλώς και ήταν επιπλέον του ποσοστού ύψους 1,5% το οποίο ήδη είχε συμφωνηθεί και το οποίο θα ελάμβανε η Εφεσείουσα. Δηλαδή εάν εκπληρώνετο η αρχική συμφωνία, ως είχε, κανένας δεν εισηγείται ότι δεν θα ελάμβανε το ποσοστό της  ύψους 1,5% η Εφεσείουσα. Ούτε εισηγείται κάποιος ότι με την εμπλοκή της Μ.Ε.8 τερματίστηκε η σχέση με την Εφεσείουσα ή ότι έπρεπε να απεμπλακεί ο Μ.Ε.1. Εξ ου και το ότι ο Μ.Ε.1 διατήρησε τον ρόλο που είχε ακόμα και όταν στις 27.6.06 η Μ.Ε.8 άρχισε να προτείνει τη συμμετοχή με επένδυση.

 

Το ίδιο όμως συνέβη και όταν η Μ.Ε.8 εμφάνισε στο προσκήνιο την Εφεσίβλητη 6. Όχι μόνον δεν αποχώρησε ο Μ.Ε.1 και δεν τέθηκε από κανέναν τέτοιο ζήτημα αλλά περί τα τέλη Ιουλίου του 2006 επισκέφθηκε την Κύπρο, όπου μαζί με τη Μ.Ε.8 και τον Εφεσίβλητο 5 επιθεώρησαν τους χώρους των έργων και είχαν τις συναντήσεις που προαναφέραμε σε κρατικές υπηρεσίες. Μάλιστα, λίγο πριν την επίσκεψη στην Κύπρο, η Μ.Ε.8 (μέσω της εταιρείας της) υπέγραψε τη δική της συμφωνία συνεργασίας με τη μητρική εταιρεία. Δεν ετέθη κανένα θέμα τερματισμού της συμφωνίας που ήδη είχε η Εφεσείουσα. Η δε Μ.Ε.8, σε κάποια ζητήματα τοποθετείτο και εκ μέρους του Μ.Ε.1.

 

Πλήρη επιβεβαίωση των πιο πάνω συνιστά το ότι ο Μ.Ε.1 διορίστηκε και αυτός διευθυντής στη μητρική εταιρεία (πριν τις 8.8.06) ενώ υπέγραψε και συμφωνία εμπιστευτικότητας. Εάν είχε τεθεί εκτός της ομάδας δεν υπήρχε κανένας λόγος για τον διορισμό του από κοινού με τη Μ.Ε.8. Στοιχείο το οποίο η Μ.Ε.8 χρησιμοποιούσε στις συζητήσεις με ενδιαφερομένους, ως φαίνεται από το Τεκμήριο 22.

 

Έχει τη σημασία του πως με το πιο πάνω ηλεμήνυμα ημερ. 14.8.06, Τεκμήριο 22, η Μ.Ε.8 είχε ακριβώς προωθήσει στον Εφεσίβλητο 5 κάποιες ερωτήσεις της Εφεσίβλητης 6 και είναι εξ αφορμής αυτών που αναφέρθηκε στα ποσοστά της ιδίας και του Μ.Ε.1. Αναφέρθηκε βέβαια σε «κυριότητα» (ownership), πράγμα που προκάλεσε ερωτηματικά στον Εφεσίβλητο 5. Μεγάλη σημασία έχει όμως και το ότι ο Εφεσίβλητος 5 επιβεβαίωσε πως ο ίδιος, η Μ.Ε.8 και ο Μ.Ε.1 αποτελούν μια ομάδα (“… me you sotiris we are one body ”), ότι όλοι, δηλαδή και οι τρεις έπρεπε να βλέπουν το έργο ως δικό τους και ότι όσο πιο μεγάλη είναι η επιτυχία τόσο πιο μεγάλο θα είναι και το δικό τους κέρδος.

 

Την καθοριστικότερη όμως σημασία έχει το ότι όντως με το συγκεκριμένο ηλεμήνυμα, Τεκμήριο 23, ο Εφεσίβλητος 5, αναφέρθηκε στην πρόταση της Εφεσίβλητης 6 (“the French must clarify) αλλά ταυτόχρονα και στο ότι τα ποσοστά συνιστούσαν τη συμφωνία για προμήθεια των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.8 (“that is clearly the commissions agreement”). Η δήλωση αυτή του Μ.Ε.1, σε μια περίοδο που όλες οι συζητήσεις περιστρέφοντο γύρω από τη συμμετοχή μέσω επένδυσης στα έργα, κατά τη δική μας κρίση κατεδείκνυε όντως αναπροσαρμογή του αρχικού όρου για εξεύρεση χρηματοδότησης με δανεισμό και ανάληψη πλέον υποχρέωσης από τη μητρική εταιρεία για την καταβολή προμήθειας και στην περίπτωση συμμετοχής με επένδυση. Άλλωστε, μετά από μια εβδομάδα η Εφεσίβλητη 6 στις 24.8.06 υπέβαλε την πρώτη της προσφορά για τη συμμετοχή της στο έργο. 

 

Σε κάθε περίπτωση εάν δεν ήταν έτσι τα πράγματα τότε δεν υπήρχε κανένας λόγος να λαμβάνει γνώση για όλα ο Μ.Ε.1, να είναι παραλήπτης στην επικοινωνία (και από τον Εφεσίβλητο 5), να έρθει για δεύτερη φορά στην Κύπρο την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου του 2006, να λαμβάνει μέρος στις συζητήσεις στο Λονδίνο κατά την περίοδο από 18.9.06 έως 26.9.06 που υπεγράφη η τελική συμφωνία με την Εφεσίβλητη 6 (Τεκμήριο 42) και να ενημερώνεται ή ερωτάται μέχρι και τον Νοέμβριο του 2006 για ζητήματα εφαρμογής των συμφωνηθέντων.

 

Περαιτέρω, είναι σαφές ότι με την αναφορά σε “seller advisers fee (totaling 2% of the investment value)”, στα Τεκμήρια 44(1)(2), η Εφεσίβλητη 6, εννοούσε την προμήθεια του Μ.Ε.1 και της Μ.Ε.8. Αυτό προέκυπτε από την ερώτηση που υπέβαλε η Μ.Ε.8 στην Εφεσίβλητη 6. Το ουσιώδες βέβαια είναι πως αυτές οι προμήθειες είχαν συμπεριληφθεί στα ποσά που η Εφεσίβλητη 6 θα κατέβαλλε βάσει της συμφωνίας Τεκμήριο 42 στην πλευρά του Εφεσίβλητου 5. Αυτό βέβαια δεν καθιστούσε υπεύθυνη την Εφεσίβλητη 6 για την πληρωμή τους, εξ ου και η ίδια συμπεριέλαβε ρητό όρο στο Αγοραπωλητήριο Τεκμήριο 46 ως εξής:     

 

“H. Without prejudice to any other obligations undertaken by the Sellers under the Transaction Documents, and for the avoidance of any doubt:

 

(i)    the Sellers hereby confirm that they agree to take responsibility for all costs and claims (if any) by Tara Lindstedt and/or E-SA Limited and/or Sotiris Poulengaris and/or Hyde Park Agency”.

 

Η υπόθεση Σκουτέλλα ν. Μιχαήλ (2008) 1 Α.Α.Δ. 269, την οποίαν επικαλούνται οι Εφεσίβλητοι, διακρίνεται από την παρούσα επί τω ότι εδώ η Εφεσείουσα δεν επιδιώκει «να διαμορφώσει το Δικαστήριο νέα συμφωνία για τα μέρη». Εκεί ο εφεσείων επέμενε ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να μειώσει την τιμή της αγοράς στη σύμβαση (επειδή τον εξαπάτησαν, αφού εκ των υστέρων διαπίστωσε πως το κτήμα που αγόρασε είχε μικρότερο εμβαδόν από ό,τι στον τίτλο που είχε δει) και να υποχρεώσει τον εφεσίβλητο να προβεί στη μεταβίβαση του κτήματος. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην παρούσα. Δεν ζητείται εδώ παρέμβαση του Δικαστηρίου στη συμφωνία. Αυτό το οποίο ζητά η Εφεσείουσα είναι να εφαρμοστεί η συμφωνία την οποία ο Εφεσίβλητος 5 επιβεβαίωσε με το Τεκμήριο 23.

 

Σημειώνουμε πως το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην παρούσα ότι «το ποσό που οι ενάγοντες θα δικαιούνταν, θα ανέρχετο στο ποσό των €276.750 όπως αυτό θα υπολογιζόταν λαμβάνοντας υπόψη το 1,5% επί του ποσού των €18.450.000 που οι εναγόμενοι 6 επένδυσαν στο έργο» δεν έχει προσβληθεί με την έφεση ή την αντέφεση. Οι δε Εφεσίβλητοι δέχονται στο περίγραμμα τους (σ. 37, 51) ότι αυτό είναι το ποσό, το οποίο η Εφεσίβλητη 6 επένδυσε στο έργο. Συμφωνούμε πως το προαναφερθέν ποσόν των €276.750, είναι το ποσόν που δικαιούται η Εφεσείουσα. Δεν συμφωνούμε ότι δύναται να οικοδομηθεί οποιοδήποτε επιχείρημα από το ότι πολύ αργότερα, το 2011, η Μ.Ε.8 διευθέτησε τη δική της αξίωση, εισπράττοντας €600.000 για τη δική της προμήθεια (Τεκμήριο 80).    

 

Σύμφωνα με το Διάταγμα Αναδιοργάνωσης ημερ. 12.12.06 (Τεκμήριο 53), οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της μητρικής εταιρείας έχουν μεταβιβαστεί «μαζί και από κοινού» (jointly and severally) στις Εφεσίβλητες 1 και 2. Συνεπώς η Εφεσείουσα δικαιούται σε απόφαση εναντίον των δύο αυτών εταιρειών. Ως προς τους υπόλοιπους Εφεσίβλητους συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η Εφεσείουσα εσφαλμένα καταχώρισε την αγωγή της εναντίον των Εφεσιβλήτων 3, 4, 5 και 6. Δεν υπήρχε κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Διευκρινίζουμε πως τόσον ο Μ.Ε.1 όσον και ο Εφεσίβλητος 5 συναλλάσσοντο με τις εταιρείες τους και όχι υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

 

 

 

 

 

Κατάληξη

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω:

 

Α)  Η έφεση επιτυγχάνει σε σχέση με τις Εφεσίβλητες 1 και 2. Η πρωτόδικη απόφαση στο μέρος που τις αφορά παραμερίζεται και αντικαθίσταται με απόφαση υπέρ της Εφεσείουσας και εις βάρος των Εφεσιβλήτων 1 και 2, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €276.750 συν νόμιμο τόκο και έξοδα ύψους €1.800 συν Φ.Π.Α, ήτοι το 1/3 των προβλεπομένων εξόδων, λόγω της μερικής επιτυχίας της έφεσης.

 

      Η πρωτόδικη διαταγή εξόδων εις βάρος της Εφεσείουσας παραμερίζεται κατά το αντίστοιχο μέρος που τις αφορά. Οι Εφεσίβλητες 1 και 2 να καταβάλουν στην Εφεσείουσα το 1/3 των εξόδων πρωτοδίκως συν Φ.Π.Α, ως αυτά θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Β)  Η έφεση όσον αφορά τους Εφεσίβλητους 3, 4, 5 και 6 αποτυγχάνει. Επιδικάζονται προς όφελος τους έξοδα ύψους €3.600, συν Φ.Π.Α., ήτοι τα 2/3 των προβλεπομένων εξόδων ενόψει του ότι είχαν κοινή νομική εκπροσώπηση με τις Εφεσίβλητες 1 και 2.

 

Η πρωτόδικη διαταγή εξόδων σε ό,τι αφορά τους Εφεσίβλητους 3 έως 6 παραμένει ως έχει.

 


 

 

Γ)  Η αντέφεση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε ξεχωριστή διαταγή για έξοδα, ενόψει του ότι έχει συνεκδικαστεί με την έφεση.

 

 

 

 

                                                                                                                                      Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 

                    

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο