ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΑΛΚΕΙΔΟΥ v. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 412/2019, 2/6/2026
print
Τίτλος:
ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΑΛΚΕΙΔΟΥ v. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 412/2019, 2/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Πολιτική Έφεση Αρ.: 412/2019

 

02 Ιουνίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΑΛΚΕΙΔΟΥ,

Εφεσείουσα,

 

v.

 

1.  ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ,

2.  ΥΔΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ,

3.  ΜΑΡΙΝΑ ΣΟΛΩΜΟΥ,

4.  ΛΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ,

Εφεσίβλητοι.

 

___________________

 

Χρ. Ερωτοκρίτου (κα) για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.

Χρ. Μάγος για Ανδρέας Χρ. Μάγος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 1 και 2.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.: Στο πλαίσιο πρωτόδικης διαδικασίας, η εφεσείουσα διεκδικούσε ειδικές και γενικές αποζημιώσεις σε σχέση με ζημιές, που υπέστη το όχημα της, και τραυματισμό της ίδιας, ως αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη την 06.10.2008 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας – Λεμεσού και στο οποίο ενεπλάκησαν τέσσερα οχήματα.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα την έχει ο εφεσίβλητος 1 και έκδωσε απόφαση για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον τω εφεσίβλητων 1 και 2 (οι εφεσίβλητοι 2 παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στον εφεσίβλητο 1).   Το μέρος αυτό της πρωτόδικης απόφασης δεν έχει προσβληθεί ενώπιον μας.  Αυτό που προσβάλλεται, από την εφεσείουσα, είναι η διαταγή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα έξοδα των εφεσίβλητων 3 και 4 (οι εφεσίβλητοι 4 παρείχαν ασφαλιστική κάλυψη στην εφεσίβλητη 3), από την στιγμή που η εφεσίβλητη 3 δεν έχει καμία ευθύνη για το δυστύχημα, θα πρέπει να τα επωμιστεί η εφεσείουσα, ως αποτυχών μέρος, και ως εκ τούτου, επιδίκασε έξοδα προς όφελος των εφεσίβλητων 3 και 4 και εναντίον της εφεσείουσας, ως θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο. 

 

Η εφεσείουσα αντιδρώντας στην προαναφερόμενη διαταγή, με την οποία επιδικάστηκαν έξοδα εναντίον της, καταχώρισε την παρούσα έφεση, αξιώνοντας, με τρεις λόγους έφεσης, όπως η συγκεκριμένη διαταγή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ακυρωθεί και, κατ’ εφαρμογή της διαταγής Bullock, εκδοθεί διάταγμα, με το οποίο τα εν λόγω έξοδα να επιδικασθούν εναντίον των εφεσίβλητων 1 και 2.

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία δεν αμφισβητούνται, κατανοούμε ότι το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες.

 

·         O Εναγόμενος 1 (εφεσίβλητος 1), οδηγούσε το φορτηγό αυτοκίνητο του με αριθμούς  εγγραφής ΕΤΒ 480 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση τη Λεμεσό. Μετέφερε 26 χοίρους στο σφαγείο Κοφίνου. Σε κάποιο σημείο του αυτοκινητόδρομου παρά το χωριό Αλάμπρα, το πίσω αριστερό εξωτερικό ελαστικό του οχήματος του έσκασε ένεκα του γεγονότος ότι τούτο ήταν φθαρμένο και το όχημα κουβαλούσε μεγάλο και βαρύ φορτίο με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο σιδερένιο διαχωριστικό του αυτοκινητόδρομου κιγκλίδωμα και εν συνέχεια να ανατραπεί στο δρόμο αποκόπτοντας και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας.

 

·         Το αυτοκίνητο KTL518 το οποίο ακολουθούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με οδηγό την Ενάγουσα (εφεσείουσα), έπεσε στην μεταλλική οροφή του φορτηγού η οποία υποχώρησε προς τα μέσα. Η σύγκρουση δεν ήταν σφοδρή εφόσον οι ζημιές που υπέστη το όχημα της στο μπροστινό μέρος ήταν περιορισμένες σε σχέση με το πίσω μέρος του οχήματος της.

 

 

·         Εν συνεχεία και μετά την παρέλευση δευτερολέπτων και προτού η Ενάγουσα (εφεσείουσα) καταφέρει να εξέλθει του οχήματος της, συγκρούσθηκε με το όχημα της το όχημα που οδηγούσε o Εναγόμενος 3. Από την σύγκρουση προκλήθηκε εκτεταμένη ζημιά στο πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας (εφεσείουσας) και το κατέστρεψε ολοσχερώς.

 

·         Εντός ολίγου χρόνου από την σύγκρουση του οχήματος του Εναγόμενου 3 με το όχημα της Εναγουσας (εφεσείουσας) επήλθε και η σύγκρουση του οχήματος της Εναγόμενης 5 (εφεσίβλητης 3) με το όχημα του Εναγομένου 3 και προτού ο Εναγόμενος 3 και η Ενάγουσα (εφεσείουσα) καταφέρουν να εξέλθουν των οχημάτων τους.

 

Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ότι αποκλειστική αιτία πρόκλησης του ατυχήματος αποτέλεσε η οδική συμπεριφορά του εφεσίβλητου 1 και συγκεκριμένα η παράλειψη του «… να διατηρεί τα ελαστικά του σε καλή κατάσταση με αποτέλεσμα ένα εξ αυτών να σκάσει και να ανατραπεί το φορτηγό. Διαπιστώνω ότι τούτη η παράλειψη του Εναγόμενού 1 συνιστά αμέλεια αφού παρέλειψε να εκπληρώσει τούτο το καθήκον επιμέλειας που είχε προς τους άλλους οδηγούς του αυτοκινητόδρομου. Αυτή είναι θεωρώ ότι ήταν και η μοναδική αιτία που επεσυνέβη το δυστύχημα αφού συνέπεια της αμέλειας του η οποία ήταν ευλόγως προβλεπτός ο κίνδυνος από αυτή, το όχημα του ανατράπηκε και έφραξε τη δίοδο στα οχήματα που ακολουθούσαν. Παρά τις προσπάθειες που έγινα αυτά δεν κατάφεραν να αποφύγουν τη σύγκρουση και τούτο για δύο λόγους θεωρώ.».

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης συνίσταται στο ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε έξοδα εναντίον της εφεσείουσας σε σχέση με τους εφεσίβλητους 3 και 4.  Ο δεύτερος λόγος συνίσταται στο ότι ενώ έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο την εφεσείουσα ως επιτυχών διάδικο, επιβάρυνε την πλευρά της με τα έξοδα της εφεσίβλητης 3, η οποία ήταν αναγκαίος διάδικος.  Με τον τρίτο λόγο έφεσης καταλογίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τη διαταγή Bullock με αποτέλεσμα να αφαιρεί από την εφεσείουσα την επιτυχία της αξίωσης της.

 

Και οι τρεις λόγοι έφεσης έχουν ως κύριο άξονα τους το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης 3 και εναντίον της εφεσείουσας, ενώ η εφεσείουσα θεωρούσε αναγκαίο διάδικο την εφεσίβλητη 3.  Ως εκ τούτου,  επιβάλλεται να συνεξετασθούν. 

 

Η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα εξέδωσε διαταγή για καταβολή των δικηγορικών εξόδων των εφεσίβλητων 3 και 4 από την ίδια και όχι από τον εφεσίβλητο 1, ο οποίος, με βάση την κατάληξη του, έχει την ευθύνη για το ατύχημα.  Επικαλείται ως νομική θεμελίωση τη γνωστή διαταγή Bullock (Bullock Order).

 

Δικαιολογεί δε την εισήγηση της στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει ότι «γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η παράλειψη του εναγομένου 1 να διατηρεί τα ελαστικά του σε καλή κατάσταση με αποτέλεσμα ένα εξ αυτών να σκάσει και να ανατραπεί το φορτηγό …. ανατράπηκε και έφραξε τη δίοδο στα οχήματα που ακολουθούσαν».  Φυσικά το πρωτόδικο Δικαστήριο εξηγεί γιατί έχει καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα, γνωρίζοντας ότι έχουν ακολουθήσει άλλες τρεις συγκρούσεις και λαμβάνοντας υπόψιν ότι τα οχήματα που ακολουθούσαν, σύμφωνα με μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, δεν είχαν αρκετό χρόνο για να σταματήσουν την στιγμή που κινούνταν με ταχύτητα 100 ΧΑΩ.

 

Στην υπόθεση Χ’’Αδάμου κ.α. v. Παναγή, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 334/2011 και 396/2011, ημερομηνίας 10.01.2017, στην οποία κάνει αναφορά και η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσείουσας, για τη διαταγή Bullock αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η διαταγή Bullock (από την υπόθεση Bullock v. London General Omnibus Co and Others (1904-1907) All E.R. 44), είναι είδος διαταγής για πληρωμή εξόδων σε πολιτικές υποθέσεις, η οποία εκδίδεται στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων βρίσκεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σε πραγματική αμφιβολία ως προς το ποιος από δύο ή περισσότερους ενεχόμενους σε ένα συμβάν βαρύνεται με επίδειξη αμέλειας έναντι του και δεν είναι σε θέση, με λογική προσπάθεια, να εξακριβώσει τα γεγονότα που σχετίζονται με την αμέλεια. Ετσι, δικαιολογημένα, στρέφεται δικαστικά εναντίον αριθμού εναγομένων. Στην περίπτωση αυτή η υπό αναφορά διαταγή αξιώνει από τον ενάγοντα την πληρωμή των εξόδων του επιτυχόντος εναγόμενου, αλλά, ταυτόχρονα, του επιτρέπει να συμπεριλάβει τα έξοδα αυτά στα έξοδα τα οποία υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν ο αποτυχόντας εναγόμενος. Κατ΄ ακολουθία, το δικαστήριο εκδίδει επιπρόσθετη διαταγή, με την οποία διατάσσεται ο αποτυχών εναγόμενος όπως καταβάλει προς τον ενάγοντα τα έξοδα τα οποία αυτός διατάχθηκε να καταβάλει προς τον επιτυχόντα εναγόμενο. Η έκδοση όμως διαταγής καταβολής εξόδων απευθείας από αποτυχόντα σε επιτυχόντα εναγόμενο, διακρίνεται από τη διαταγή Bullock και καλύπτεται από τη διαταγή Sanderson (από την υπόθεση Sanderson v. Blyth Theatre Co [1903] 2 KB 533). Η διαταγή Sanderson είναι πλεονεκτικότερη για τον ενάγοντα σε σχέση με την Bullock, αλλά δεν συνιστάται η έκδοσή της εάν, για παράδειγμα, ο αποτυχών εναγόμενος είναι αφερέγγυος, καθότι στην περίπτωση αυτή ο επιτυχών εναγόμενος θα αποστερηθεί των εξόδων του.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 5 και 6 (εφεσίβλητοι 3 και 4), γιατί η εφεσίβλητη 3 δεν φέρει ευθύνη για το ατύχημα και επιδίκασε τα έξοδα εναντίον της εφεσείουσας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στα συμπεράσματα του, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί, κάνει αναφορά για την σύγκρουση της εφεσείουσας με το ανατραπέν όχημα του εφεσίβλητου 1 και στη συνέχεια για την σύγκρουση μεταξύ του οχήματος της εφεσείουσας και του εναγομένου 3 που είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή του οχήματος της εφεσείουσας. Περαιτέρω διαπίστωσε ότι μετά την σύγκρουση του οχήματος του εναγομένου 3 με το όχημα της εφεσείουσας, επήλθε σύγκρουση του οχήματος της εναγομένης 5 (εφεσίβλητης 3) με το όχημα του εναγομένου 3 και προτού αυτός και η εφεσείουσα καταφέρουν να βγουν από τα οχήματα τους.

 

Η εφεσείουσα, καταθέτοντας στην πρωτόδικη διαδικασία, ανέφερε, σε σχέση με τα κτυπήματα που δέχθηκε λόγω του ατυχήματος, «Όχι, μιλούμε για τρία διαφορετικά χτυπήματα.  Το πρώτο το οποίο δεν θεωρώ χτύπημα, θεωρώ ότι ακούμπησα το φορτηγό, ήταν όταν σταμάτησα εγώ που είδα το γκριζόασπρο αντικείμενο.  Το δεύτερο χτύπημα το οποίο ήταν το χειρότερο που δημιούργησε το πρόβλημα, ήταν όταν έπεσε πάνω μου ενώ ήμουν σταματημένη το πίσω όχημα και το τρίτο όταν ήρθε το άλλο αυτοκίνητο και έπεσε πάνω στο δεύτερο όχημα και κατά συνέπεια σπρώχτηκα πιο μπροστά εγώ».  Η εφεσείουσα στην αντεξέταση της, από τον δικηγόρο της εφεσίβλητης 3, επαναλαμβάνει ότι η σύγκρουση του οχήματος της με το όχημα που την ακολουθούσε ήταν σφοδρή, ενώ από το άλλο όχημα, δηλαδή το όχημα της εφεσίβλητης 3, ήταν ελάχιστη.

 

Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της εφεσείουσας, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ στιγμάτισε κάποια αρνητικά σημεία από την μαρτυρία της, αποδέχτηκε την περιγραφή της ως προς την αλληλουχία των συγκρούσεων, αναφέροντας ότι «Τούτα στιγμάτισαν αρνητικά την εικόνα της Ενάγουσας ωστόσο στην ουσία του το ζήτημα του τρόπου που επεσυνέβη το τροχαίο και την αλληλουχία των συγκρούσεων ως η ίδια τη βίωσε δεν αναιρείται.  Ως προανέφερε υπήρχε απόλυτη φυσικότητα όταν αναφερόταν στις αλλεπάλληλες κρούσης που δέχτηκε ούσα στο όχημα της ενώ τα όσα και προφορικά ανέφερε στην ουσία τους επιβεβαιώνονται και από τη κατάθεση της στην Αστυνομία (Τεκμήριο 6)».

 

Από τα πιο πάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα από την αρχή γνώριζε, ως προκύπτει και από την κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία, ποιο από τα οχήματα που συγκρούσθηκαν μαζί της προκάλεσαν τις ζημιές στο όχημα που οδηγούσε και τον τραυματισμό της.  Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν αναφέρθηκε ότι η σύγκρουση του οχήματος της εφεσίβλητης 3 με το όχημα του εναγομένου 3 ήταν αυτή που της προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά.  Αντί αυτού, σε σχέση με το τι προκάλεσε τις ζημιές, η μάρτυρας ανάφερε ότι η τρίτη σύγκρουση ήταν ελάχιστη και ότι η δεύτερη σύγκρουση ήταν αυτή που δημιούργησε «το πρόβλημα».  Επομένως, υπό τις περιστάσεις, η εφεσείουσα δεν βρισκόταν σε πραγματική αμφιβολία, ως προϋποθέτει η νομολογία, ως προς το ποιος από τους εφεσίβλητους βαρυνόταν με επίδειξη αμέλειας έναντι της.  Θα μπορούσε να εναγάγει μόνο τον εφεσίβλητο 1, ο οποίος ήταν το πρόσωπο το οποίο της απέκοψε το δρόμο, και τον εναγόμενο 3, του οποίου το όχημα συγκρούσθηκε άμεσα με το δικό της όχημα και η ίδια χαρακτηρίζει την σύγκρουση ως την χειρότερη, και ότι είναι αυτή που «δημιούργησε το πρόβλημα», αφού προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο πίσω μέρος του οχήματος της και το κατέστρεψε ολοσχερώς.   Η εφεσείουσα γνώριζε από την αρχή όλα τα γεγονότα χωρίς να έχει αμφιβολία.  Αυτό το γεγονός έρχεται σε αντίθεση με τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος της ανέφερε στο περίγραμμα αγόρευσης της, και δη ότι η εφεσείουσα ήγειρε την αγωγή εναντίον του εφεσίβλητου 1 και των δύο οχημάτων που την ακολουθούσαν και πως προσέκρουσαν στο πίσω μέρος του οχήματος της.  Η εφεσείουσα επέλεξε να εγείρει την αγωγή τόσο εναντίον του εφεσίβλητου 1 και εναγόμενου 3, όσο και εναντίον της εφεσίβλητης 3, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο να μην επιτύχει εναντίον όλων των εναγομένων.

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος της εφεσίβλητης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην Αρχή Λιμένων Κύπρου v. Κωνσταντίνου, Πολιτική Έφεση 330/2013, ημερομηνίας 10.05.2018, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κατάληξη άσκησης διακριτικής ευχέρειας και έκδοσης διαταγής Bullock Order.  Διεξήλθαμε το περιεχόμενο της εν λόγω υπόθεσης, ωστόσο, θεωρούμε ότι τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης, σε σχέση με την υπό αναφορά υπόθεση, είναι εντελώς διαφορετικά, αφού το εκεί πρωτόδικο Δικαστήριο έκδωσε διαταγή σε σχέση με τα έξοδα καταβολής τους από τον αποτυχόντα εναγόμενο διότι κατέληξε ότι «Ο ενάγοντας είχε κάθε δικαίωμα να προωθήσει την αγωγή εναντίον και των δύο εναγομένων».  Στην υπό εκδίκαση υπόθεση, μπορεί το πρωτόδικο Δικαστήριο να κατέληξε ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η παράλειψη του εφεσίβλητου 1 να διατηρεί τα ελαστικά του σε καλή κατάσταση, διαχωρίζει όμως τις συγκρούσεις που επήλθαν μεταξύ των οχημάτων και καταλήγει ότι η εφεσίβλητη 3 προσπαθώντας να αποφύγει το όχημα του εναγόμενου 3 επέπεσε πάνω στην πίσω δεξιά πλευρά του.

 

Επομένως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τη διαταγή «Bullock» ως προς τα έξοδα και καταδίκασε την εφεσείουσα – ενάγουσα να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης 3 – εναγομένης 5 (βλέπε Μιχαήλ v. Ψαρά κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 1159 και Ιωάννου v. Βασιλείου κ.α. (1989) 1Ε Α.Α.Δ. 699). 

 

Για τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε ότι δεν υπάρχει έδαφος παρέμβασης μας στη διαταγή εξόδων σε σχέση με τους εφεσίβλητους 3 και 4.  Οι λόγοι έφεσης απορρίπτονται.  Η διαταγή ως προς τα επιδικασθέντα έξοδα που αφορούν στους εφεσίβλητους 3 και 4 επικυρώνεται.

 

Τα έξοδα έφεσης, €2.400,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων 1 και 2 και εναντίον της εφεσείουσας.  Για τους εφεσίβλητους 3 και 4 δεν επιδικάζονται έξοδα γιατί δεν συμμετείχαν στην διαδικασία.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο