ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΒΑΛΕΝΤΙΝΑ ΠΕΝΤΑΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ ΩΣ ΓΟΝΕΙΣ, ΚΗΔΕΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΑΣΚΟΥΝ ΤΗ ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΒΙΚΤΩΡΑ ΠΕΝΤΑΡΑ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝΤΟΣ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ/Η ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ ΑΥΤΗΣ ΚΑΙ/Η ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 441/2019, 4/6/2026
print
Τίτλος:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΒΑΛΕΝΤΙΝΑ ΠΕΝΤΑΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ ΩΣ ΓΟΝΕΙΣ, ΚΗΔΕΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΑΣΚΟΥΝ ΤΗ ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΒΙΚΤΩΡΑ ΠΕΝΤΑΡΑ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝΤΟΣ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ/Η ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ ΑΥΤΗΣ ΚΑΙ/Η ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 441/2019, 4/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 441/2019)

 

04 Ιουνίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΒΑΛΕΝΤΙΝΑ ΠΕΝΤΑΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ ΩΣ ΓΟΝΕΙΣ, ΚΗΔΕΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΑΣΚΟΥΝ ΤΗ ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΒΙΚΤΩΡΑ ΠΕΝΤΑΡΑ,

Εφεσείοντες,

v.

 

1.    ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝΤΟΣ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ/Η ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ ΑΥΤΗΣ ΚΑΙ/Η ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ,

2.    ΔΡ. ΝΕΣΤΩΡΑΣ ΜΙΧΑΗΛ,

3.    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ,

4.    ΗΛΙΑΔΑ ΠΟΤΑΜΙΤΟΥ,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

1) Αίτηση ημερομηνίας 20.06.2025, εκ μέρους του εφεσίβλητου 2, για απόρριψη της Έφεσης.

 

2) Αίτηση ημερομηνίας 20.06.2025, εκ μέρους των εφεσίβλητων 3 και 4, για απόρριψη της Έφεσης.

 

Κ. Μιχαήλ με Μ. Γεωργίου (κα) για Κ. Ν. Μιχαήλ Δ.Ε.Π.Ε. και για  Δρ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο 2/Αιτητή.

Μ. Σιδεράς για Τάσσος Παπαδόπουλος & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 3 και 4/Αιτητές.

Κ. Κληρίδης με Ε. Κασάπη (κα) για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες/Καθ’ ων η Αίτηση.

Καμία εμφάνιση, για Εφεσίβλητο 1.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΠΙΚΗΣ, Δ.: Με τις δυο υπό κρίση αιτήσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν στις 20.6.2025 (εφεξής «Αιτήσεις»), οι Εφεσίβλητοι 2, 3, 4 (εφεξής «Αιτητές») επιζητούν την έκδοση διατάγματος με οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός, διαγραφή ή ακύρωση της ειδοποίησης έφεσης ημερομηνίας 21.10.2019, στην ολότητά της. Διαζευκτικά, αιτούνται τον μερικό παραμερισμό ή τη διαγραφή αυτής, στο βαθμό και έκταση που αφορά είτε τους λόγους έφεσης που προωθούνται από τον Γιώργο και τη Βαλεντίνα Πενταρά, υπό την προσωπική τους ιδιότητα, είτε εκείνους που προωθούνται από τον Βίκτωρα Πενταρά (εφεξής «Καθ’ ων η Αίτηση).

 

Η ειδοποίηση έφεσης στρέφεται κατά της απόφασης του Ε.Δ. Πάφου ημερομηνίας 11.9.2019 με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του Γιώργου και της Βαλεντίνας Πενταρά από την Πάφο, υπό την ιδιότητα τους ως γονείς, κηδεμόνες και τα πρόσωπα που ασκούν τη γονική μέριμνα του ανήλικου Βίκτωρα Πενταρά. Με την εν λόγω αγωγή αξίωναν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για κατ’ ισχυρισμό ιατρική αμέλεια αφορώσα την καθυστέρηση τοκετού του Βίκτωρα Πενταρά στις 11.5.2000, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε περιγεννητική ασφυξία, ν’ αναπτύξει υποξική ισχαιμική εγκεφαλική βλάβη και να του προκληθεί σοβαρή και μόνιμη βλάβη και σπαστική ημιπληγία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε επίσης τις προσωπικές αξιώσεις του Γιώργου και της Βαλεντίνας Πενταρά για αποζημιώσεις, καθότι η αγωγή ηγέρθη υπό την αντιπροσωπευτική τους ιδιότητα και δεν αποτέλεσαν ξεχωριστό διάδικο μέρος. Το μέρος αυτό της απόφασης προσβάλλεται με τους λόγους έφεσης 1 και 37.

 

Οι Εκατέρωθεν Θέσεις

 

Έχουμε διεξέλθει με προσοχή και λάβαμε υπόψη τις ένορκες δηλώσεις των Αιτητών και των Καθ’ ων η Αίτηση, καθώς και τα εκτενή περιγράμματα αγόρευσης στα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με περισσή λεπτομέρεια αναπτύσσουν τις θέσεις τους. Προτού υπεισέλθουμε στην εξέταση των Αιτήσεων, για σκοπούς πληρότητας και ορθής αποτύπωσης του δικονομικού πλαισίου της διαφοράς, θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε συνοπτικά τις θέσεις των δυο πλευρών, αρχίζοντας από αυτές των Αιτητών, οι οποίες έχουν ως εξής: 

 

(α) Η Ειδοποίηση Έφεσης πάσχει ριζικά, καθότι καταχωρίστηκε υπό την αντιπροσωπευτική ιδιότητα των γονέων ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του Βίκτωρα Πενταρά, η οποία όμως έπαυσε να υφίσταται λόγω της προγενέστερης ενηλικίωσης του. Πρόσθετα, επισημαίνεται η παράλειψη οποιουδήποτε προηγούμενου δικονομικού διαβήματος προς εναρμόνιση του τίτλου με αποτέλεσμα να παραμένει ασαφές κατά πόσο ο Βίκτωρας Πενταράς κατέστη προσωπικά διάδικος στη διαδικασία της έφεσης.

 

(β) Η ταυτόχρονη κατάθεση τριών ξεχωριστών διοριστηρίων (δυο υπό την προσωπική ιδιότητα των γονέων και ένα από τον Βίκτωρα Πενταρά) επιφέρει ανεπίτρεπτη και ουσιώδη ασάφεια ως προς την ταυτότητα και ιδιότητα των προσώπων που προωθούν την έφεση. Προχωρούν μάλιστα ένα βήμα παραπέρα, ισχυριζόμενοι ότι η καταχώριση διοριστηρίων από πρόσωπα που στερούνται της ιδιότητας του διαδίκου στον τίτλο (όπως οι γονείς προσωπικά) καθιστά, άνευ ετέρου, την έφεση θνησιγενή. Στο δε βαθμό που αποσκοπεί στην παράνομη, καταχρηστική και παράτυπη προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκων, αποτελεί κρίσιμο διαδικαστικό και δικονομικό σφάλμα συμμόρφωσης με τους νέους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, συνιστώντας ουσιώδη και σοβαρή μη θεραπεύσιμη παρατυπία. Προς τούτο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα αποφασισθέντα στην υπόθεση Θεοδώρου ν. Μαλλούπα κ.ά., Πολ. Εφ. 62/2018, ημερ. 5.4.2024.

 

(γ) Με βάση τα διοριστήρια τα οποία καταχωρίστηκαν από τον Γιώργο και τη Βαλεντίνα Πενταρά πρωτοδίκως, αλλά και από τον τίτλο της αγωγής, προκύπτει, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι δεν ήσαν ποτέ προσωπικά διάδικοι στην αγωγή, και συνακόλουθα δεν νομιμοποιούνταν να ενεργούν αποκλειστικά ως αντιπρόσωποι του ανηλίκου. Εντούτοις χωρίς τη λήψη κατάλληλων δικονομικών μέτρων κατ’ έφεση προβήκαν στην καταχώρηση αυτοτελών διοριστηρίων υπό την προσωπική τους ιδιότητα, τα οποία δεν συνάδουν με τον τίτλο της έφεσης. Επίσης, με την καταχώρηση διοριστήριου από τον Βίκτωρα Πενταρά επιχειρείται παράτυπα και καταχρηστικά η αυτόματη ανάληψη της ιδιότητας του διαδίκου, χωρίς τη λήψη των αναγκαίων δικονομικών μέτρων τροποποίησης του τίτλου της έφεσης ώστε να συμβαδίζει με την ενηλικίωσή του.

 

(δ) Παραβιάστηκαν δύο από τα τρία ουσιώδη στοιχεία τα οποία απαρτίζουν μια έφεση με βάση τα νομολογηθέντα στην Έλληνας κ.ά. ν. Χριστοδούλου (1993) 1 Α.Α.Δ. 485, ήτοι (i) η ορθή αναγραφή του τίτλου της αγωγής που προσδιορίζει το πλαίσιο της αντιδικίας, και (ii) ο σαφής προσδιορισμός της ταυτότητας του διαδίκου που εφεσιβάλλει την απόφαση, πράγμα το οποίο καθιστά την ειδοποίηση έφεσης εξ υπαρχής άκυρη, αναιρώντας τη δικαιοδοσία του Εφετείου. Πρόσθετα, η ενυπάρχουσα αβεβαιότητα παραβιάζει το δικαίωμα των Εφεσιβλήτων σε δίκαιη δίκη (Άρθρο 30 του Συντάγματος και Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), καθότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζουν υπέρ ποιου συγκεκριμένου προσώπου εκδόθηκε η απόφαση, το οποίο θα νομιμοποιείται να λάβει μέτρα εναντίον τους.

 

(ε) Διαζευκτικά, (i) στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η έφεση προωθείται από τον Βίκτωρα Πενταρά, τότε το μέρος της ειδοποίησης έφεσης που αφορά τις προσωπικές αξιώσεις των γονέων του (λόγοι έφεσης 1 και 37) θα πρέπει να διαγραφεί, αφού αυτοί δεν υπήρξαν ποτέ προσωπικά διάδικοι, και (ii) στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η έφεση καταχωρίστηκε από τους γονείς του Βίκτωρα Πενταρά προσωπικά, ζητείται η ολοσχερής απόρριψη των λόγων έφεσης που αφορούν το Βίκτωρα Πενταρά, καθότι αυτός, ως ενήλικας πλέον, δεν εκπροσωπείται από τους γονείς του, με αποτέλεσμα το μέρος της έφεσης που τον αφορά να τυγχάνει εκπρόθεσμο.

 

(στ) Τα εξαιτούμενα διατάγματα αποσκοπούν στην προαγωγή του Πρωταρχικού Σκοπού των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Η δε έφεση είναι προδήλως αβάσιμη, εφόσον στρέφεται αποκλειστικά κατά της πρωτόδικης αξιολόγησης της μαρτυρίας, πεδίο στο οποίο το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει, με αποτέλεσμα οι προοπτικές επιτυχίας της να είναι μηδαμινές. 

 

Στον αντίποδα, οι Καθ’ ων η Αίτηση, με τις ταυτόσημες ενστάσεις τους αντικρούουν τις πιο πάνω θέσεις, προβάλλοντας συνοπτικά τα ακόλουθα:

 

(α) Στην έκθεση απαίτησης διευκρινίζεται ότι η αγωγή ηγέρθη από τους γονείς τόσο υπό την αντιπροσωπευτική όσο και υπό την προσωπική τους ιδιότητα ως φυσικοί γονείς, κηδεμόνες και πρόσωπα που ασκούν τη γονική μέριμνα του Βίκτωρα Πενταρά, δυνάμει ρητών αναφορών στην έκθεση απαίτησης. Το ζήτημα αυτό, καίτοι κρίθηκε αρνητικά πρωτοδίκως, αποτελεί αντικείμενο των λόγων έφεσης 1 και 37.

 

(β) Με την ενηλικίωση του τέκνου η γονική μέριμνα παύει αυτόματα (Άρθρα 5(1) και 22(1) του Νόμου 216/1990), και σύμφωνα με την κρατούσα δικονομική πρακτική ο τίτλος της αγωγής μετατρέπεται αυτοδικαίως, χωρίς ανάγκη προηγούμενου δικονομικού διαβήματος (βλ. Annual Practice 1954, σελ. 2013). Συνακόλουθα, ο Βίκτωρας Πενταράς νομιμοποιείται να εκπροσωπεί τον εαυτό του και να προωθεί τη διαδικασία της έφεσης.

 

(γ) Με την απόφαση ημερομηνίας 31.10.2025 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο πολιτική έφεση, έχει ήδη κριθεί ότι η  έφεση, ως έχει καταχωριστεί, περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία για την εξέτασή της. Η διάγνωση του δικονομικού καθεστώτος των γονέων στον παρόν στάδιο αφορά την ουσία της έφεσης και τυχόν κρίση του ζητήματος αυτού στο παρόν στάδιο θα προδίκαζε τους λόγους έφεσης 1 και 37.

 

(δ) Ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι υπήρξε οποιοδήποτε σφάλμα στην καταχώριση των διοριστηρίων, αυτό συνιστά θεραπεύσιμη παρατυπία η οποία δεν καθιστά εξ υπαρχής άκυρο το δικονομικό διάβημα και δεν δικαιολογεί τη συνοπτική απόρριψη της έφεσης δυνάμει του Μέρους 41.9 των νέων περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023. Στην προμνησθείσα απόφαση του Εφετείου, ημερομηνίας 31.10.2025, επισημαίνεται ότι: «Τα ουσιώδη σχετιζόμενα δεδομένα των ίδιων διαδίκων έχουν οριστεί στο πλαίσιο της πρωτόδικης διαδικασίας ως και οι ίδιοι παραπέμπουν σε παραγράφους τους έκθεσης απαίτησης τους, οι οποίες, ως αναφέρουν, δηλώνουν και την προσωπική συμμετοχή στην αγωγή». Επομένως, ουδεμία ασάφεια ανακύπτει ως προς την ταυτότητα και ιδιότητα των προσώπων τα οποία προωθούν την έφεση.

 

(ε) Απορρίπτεται η θέση περί παραβίασης του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθότι η έφεση είναι δικονομικά πλήρης, οι δε Αιτητές διατηρούν ακέραιο το δικαίωμα να αντικρούσουν το σύνολο των λόγων έφεσης κατά την κυρίως ακρόαση.

 

(στ) Τυχόν έγκριση των Αιτήσεων θα προσέκρουε στον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών του 2023, αποστερώντας παράνομα το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη σε μια σοβαρή υπόθεση αμέλειας. Περιπλέον, δεν υπάρχει οτιδήποτε στην ειδοποίηση έφεσης που να την καθιστά προδήλως αβάσιμη. Πέραν του ότι δεν είναι όλοι οι λόγοι έφεσης που άπτονται της αξιολόγησης μαρτυρίας, οι αιτιάσεις που προβάλλονται κατά της αξιολόγησης βρίσκονται εντός των νομολογιακών παραμέτρων.

 

Δικονομικό Πλαίσιο

 

Οι υπό κρίση Αιτήσεις διέπονται από τους νέους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 2023. Άμεσα σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση του Εφετείου στην Θεοδώρου ν. Μαλλούπα κ.ά., όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«…από τη στιγμή που δεν υπάρχει ειδική πρόνοια για το Εφετείο σε σχέση με την εφαρμογή των παλαιών Θεσμών σε εκκρεμούσες διαδικασίες που καταχωρίστηκαν πριν την εφαρμογή των Κανονισμών του 2023, το αίτημα των εφεσιβλήτων θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των νέων Κανονισμών,  οι οποίοι ισχύουν για το Εφετείο από 3.7.2023 (βλ. Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd v. Δήμου Πάφου Πολ. Έφεση Ε5/2018, ημερ. 16.1.2024)».

 

Σε ό,τι αφορά, όμως, δικαστικά διαβήματα τα οποία διενεργήθηκαν προγενέστερα από τις 3.7.2023, εξακολουθούν να διέπονται από τους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Theoris N. Koutsou (ktimatiki) Ltd v. Πική, Πολ. Εφ. 144/23, ημερ. 17.5.2024, Ιωάννου ν. The CJC Serviceparts Ltd, Πολ. Εφ. 67/2019, ημερ. 31.10.2024).

 

Η εξουσία για διαγραφή ειδοποίησης έφεσης και παραμερισμό.

 

Η εξουσία του Εφετείου για διαγραφή ειδοποίησης έφεσης ή συνοπτική της απόρριψη εδράζεται στο Μέρος 41.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023. Σύμφωνα με τις παραγράφους (1) και (2) του εν λόγω Κανονισμού, το Εφετείο κέκτηται εξουσία, κατόπιν αίτησης ή αυτεπάγγελτα, να διαγράψει ειδοποίηση έφεσης, εν όλω ή εν μέρει, ή να επιβάλει ή να διαφοροποιήσει όρους υπό τους οποίους μπορεί να ασκηθεί έφεση. Η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας τελεί υπό την αυστηρή προϋπόθεση της ύπαρξης επιτακτικού λόγου αφού ακούσει τον επηρεαζόμενο διάδικο. Η έννοια του επιτακτικού λόγου εξειδικεύεται στο Μέρος 41.9(3), το οποίο προνοεί ότι τέτοιος λόγος συντρέχει όταν «η ειδοποίηση έφεσης κρίνεται απαράδεκτη, προπετής, προδήλως αβάσιμη ή ως ασκηθείσα προς τον σκοπό παρέλκυσης της απονομής της δικαιοσύνης»

 

Η εν λόγω πρόνοια είναι σχεδόν ταυτόσημη με τον προϊσχύσαντα Κανονισμό 10(i) του περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 [βλέπε μεταξύ άλλων Θ.Δ. ν. Κ.Δ., Πολ. Εφ. Ε18/25, ημερ. 17.7.2025 και Σεκέρσαββας κ.ά. v. Τουρκική Δημοκρατία, Πολ. Εφ. 415/2019, ημερ. 31.10.2024 Θεοδώρου ν. Μαλλούπα κ.ά. (ανωτέρω)]. Ως εκ τούτου, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της ερμηνείας του προρρηθέντος Κανονισμού είναι άμεσα σχετική.

 

Στην Χρυσοστόμου κ.ά ν. Κωνσταντινίδου κ.ά. (1998) 3 Α.Α.Δ. 316, τονίστηκε ότι:

«Η εξουσία για τη συνοπτική απόρριψη έφεσης πηγάζει από το Σύνταγμα, και έχει ως αντικείμενο την περιφρούρηση των διαδικασιών και τη διαφύλαξη των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου από περισπασμούς που επάγεται η εξέταση αβάσιμων δικαστικών μέτρων. Αυτή τούτη η φύση της εξουσίας, για την απόρριψη έφεσης έξω από το καθιερωμένο θεσμικό πλαίσιο, προσδίδει σ' αυτή το χαρακτήρα εξαιρετικού μέτρου, το οποίο ασκείται με φειδώ αλλά χωρίς δισταγμό, εφόσο διαπιστωθεί το προδήλως αβάσιμο του διαβήματος. (Βλ. Πίτσιλλος ν. Γενικού Εισαγγελέα (1998) 3 A.A.Δ. 266. Justice Party v. Republic (1985)3 C.L.R. 1621.)»

 

Στην Μαραγκού ν Δημοκρατίας (1997) 1 ΑΑΔ 1715, διευκρινίστηκε ότι η υιοθέτηση τέτοιου εξαιρετικού μέτρου δικαιολογείται «μόνο εφόσον καταφαίνεται ότι η έφεση στερείται ολοσχερώς ερείσματος. Το αβάσιμο της έφεσης πρέπει να είναι πασίδηλο». Η χρήση του όρου «πασίδηλο» εξυπακούει ότι η έλλειψη προοπτικής επιτυχίας της έφεσης είναι εξόφθαλμη, αναδύεται αβίαστα και δεν αφήνει καμία απολύτως αμφιβολία ή περιθώριο συζήτησης. 

 

Σε σειρά αποφάσεων λέχθηκε ότι μια έφεση χαρακτηρίζεται ως προδήλως αβάσιμη «αν από το περιεχόμενο της και τους εφαρμοζόμενους, συναφώς, κανόνες δικαίου, διαπιστώνεται ότι δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας. Επομένως, αναμφίβολα, κάθε έφεση κρίνεται στη βάση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, όπως εμφαίνονται στους λόγους έφεσης που τη συναποτελούν». (βλ. Tricor Ltd (υπό εκκαθάριση) v. Eurobank Cyprus Ltd, Πολ. Εφ. Ε66/2020, ημερ. 12.1.2023, Unibrand Secretarial Services Limited v. Eurobank (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 53/2016, ημερ. 18.4.2024, Θεοδώρου ν. Μαλλούπα κ.ά., (ανωτέρω), Hovsepian v. Olympic Insurance Co Ltd, Πολ. Εφ. 104/2018, ημερ. 21.2.2025, Αλφρέδου ν. Bank of Cyprus κ.ά., Πολ. Εφ. 99/2024, ημερ. 28.2.2025).

 

Αξιοσημείωτη είναι, επίσης, η αναφορά στο Μέρος 52.9 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2018 (CPR) (το οποίο αντιστοιχεί στο δικό μας Μέρος 41.9) - υπό τον τίτλο “striking out an appeal notice and setting aside or imposing conditions” - ότι η ενσωματωμένη στον εν λόγω Κανονισμό πρακτική αντικατοπτρίζει τη σύμφυτη δικαιοδοσία που περιβάλλει ένα δικαστήριο προκειμένου να προστατεύσει τις δικές του διαδικασίες από κατάχρηση, επιτρέποντάς του να επιληφθεί μιας έφεσης συνοπτικά, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο [βλ. Civil Procedure Rules and Practice 2018, Vol. 1 σελ. 1845, παρ. 52.18.3, Σεκέρσαββας κ.ά. v. Τουρκική Δημοκρατία (ανωτέρω)].

 

Η απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 31.5.2025

 

Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση της ουσίας των Αιτήσεων, θεωρούμε επιβεβλημένο να αναφερθούμε στην προμνησθείσα απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 31.10.2025, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, προδιαγράφει την κρίση μας επί των εγειρόμενων ζητημάτων.

 

Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αίτησης των Εφεσειόντων ημερομηνίας 8.4.2025, με την οποία επιζητούσαν την τροποποίηση της ειδοποίησης έφεσης με την απάλειψη της αντιπροσωπευτικής τους ιδιότητας και την αντικατάσταση της με την αναγραφή τριών ονομάτων, ήτοι των Γιώργου και Βαλεντίνας Πενταρά υπό την προσωπική τους ιδιότητα, και του Βίκτωρα Πενταρά. Αφορμή για την καταχώρηση της αίτησης, υπήρξε αίτηση για ασφάλεια εξόδων εναντίον των Εφεσειόντων, καταχωριθείσα από τους Εφεσίβλητους 2, 3 και 4.

 

Με απόφαση ημερομηνίας 31.10.2025 το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε στις θέσεις των δυο πλευρών και τα νομολογηθέντα στην Έλληνας κ.ά. ν Χριστοδούλου (1993) 1 Α.Α.Δ. 485, απέρριψε την αίτηση με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

«Tα ουσιώδη σχετιζόμενα δεδομένα των ίδιων διαδίκων έχουν ορισθεί στο πλαίσιο της πρωτόδικης διαδικασίας ως και οι ίδιοι παραπέμπουν σε παραγράφους της έκθεσης απαίτησης τους, οι  οποίες, ως αναφέρουν, δηλώνουν και την προσωπική συμμετοχή στην αγωγή. Από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, διαπιστώνεται ότι οι εφεσίβλητοι έφεραν ένσταση σε αναφορές των εφεσειόντων οι οποίες άπτονταν της προσωπικής τους ιδιότητας και το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε να δοθεί τέτοια μαρτυρία με την αναφορά ότι η επίλυση του ζητήματος θα εξετασθεί στο τέλος, αναφέροντας ότι «ο τίτλος της Αγωγής είναι δεδομένος και κατεγραμμένος».  Αυτά τα γεγονότα αποτελούν λόγους έφεσης σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση και συγκεκριμένα ο 1ος λόγος έφεσης αναφέρεται στο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «η αγωγή καταχωρήθηκε κατ' αποκλειστικότητα εκ μέρους του ανήλικου υιού των Βίκτωρα Πενταρά»

 

Η θέση ότι οι Αιτητές αναγκάσθηκαν να καταχωρήσουν την παρούσα Αίτηση λόγω της καταχώρησης αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων, εκ μέρους ορισμένων εκ των εφεσίβλητων, και ότι αυτοί βασίζονται κατά κύριο λόγο στην αντιπροσωπευτική ιδιότητα των εφεσειόντων, από μόνη της δεν αποτελεί λόγο ώστε το Δικαστήριο να εγκρίνει την τροποποίηση και ούτε η παρούσα αίτηση προσφέρεται ή μπορεί να αποτελέσει απάντηση σε τυχόν άλλες αιτήσεις που οι εφεσίβλητοι έχουν καταχωρήσει.

 

Με δεδομένα αυτά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, οι Αιτητές δεν ζητούν την τροποποίηση του τίτλου για διόρθωση σφάλματος, το οποίο έχει σχέση με το όνομα του εφεσείοντος, ή λόγω του ότι γράφτηκε λανθασμένα το όνομα του εφεσείοντα.  Ούτε αποτελεί η προσδοκόμενη τροποποίηση για διόρθωση γραμματικού λάθους, ως αναφέρεται στην αγόρευση τους, ώστε να καθιστά αναγκαία την τροποποίηση της Ειδοποίησης Έφεσης.  Ζητείται η τροποποίηση του τίτλου της ειδοποίησης έφεσης ώστε να απαλειφθούν τα ονόματα των εφεσειόντων και να αντικατασταθούν με τους: 1.  Βίκτωρας Πενταρά, 2.  Γιώργος Πενταρά, 3.  Βαλεντίνα Πενταρά, και όχι την τροποποίηση του τίτλου που αφορά την ενηλικίωση του ανηλίκου.

  

   [….]    

 

Η ειδοποίηση έφεσης υποβάλλεται βασιζόμενη και συνδεόμενη με τα δεδομένα της αγωγής στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση.  Εν αντιθέσει με το πιο πάνω, οι Αιτητές ζητούν την τροποποίηση όχι για να επαναπροσδιοριστεί ο τίτλος της Ειδοποίησης Έφεσης ώστε να συνάδει με τον τίτλο της Αγωγής.

 

   [….]    

 

Οι αναφορές του ευπαίδευτου δικηγόρου των Αιτητών ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει την Αίτηση ώστε να προχωρήσει στην ουσία της σοβαρής αυτής υπόθεσης και ότι η διάσωση της έφεσης συνάδει με την έγκριση της Αίτησης, κρίνουμε ότι έχουν παραμείνει ασύνδετες και νομικά αστήρικτες ως προς το αίτημα για τροποποίηση του τίτλου με το συγκεκριμένο περιεχόμενο.  Ανεξάρτητα, η αίτηση δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί με το συγκεκριμένο αίτημα καθ' ότι θα αποφασίζονταν οι λόγοι έφεσης 1 και 37 χωρίς να έχει εξετασθεί η ουσία της έφεσης.  

 

Η έφεση ως έχει καταχωρηθεί περιλαμβάνει τα ουσιώδη στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να προχωρήσει στην εξέταση της.  Ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος».

 

[Ιδία υπογράμμιση]

 

Ενώπιον μας δεν έχει προβληθεί οτιδήποτε το οποίο να μας οδηγεί να διαφοροποιηθούμε από το πιο πάνω σκεπτικό, το οποίο υιοθετούμε πλήρως. Από τη στιγμή που το Εφετείο αποφάνθηκε ότι η ειδοποίηση έφεσης ως καταχωρίστηκε περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία για να προχωρήσει η εξέτασή της, οι θέσεις των Αιτητών περί «θνησιγενούς», «παράτυπης, ή «εξ υπαρχής άκυρης» έφεσης, καθίστανται νομικά αστήρικτες και μετέωρες. Η προμνησθείσα απόφαση εξυπακούει ότι ουδέν δικονομικό διάβημα ήταν αναγκαίο για να διασαφηνιστεί η ταυτότητα των διαδίκων μερών στην έφεση. Με την κατάθεση των διοριστηρίων δεν επήλθε ούτε θα μπορούσε να επέλθει, δικονομικά, προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, το διοριστήριο δικηγόρου «συνιστά κατά βάση, ζήτημα που αφορά στις σχέσεις διαδίκου και συνηγόρου και όχι την ουσία της υπόθεσης» (βλ. Simillides v. Neophytou (1986) 1 CLR 363, Τρύφωνος ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολ. Εφ. 411/2011, ημερ. 27.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:A132, CTC Automotive Ltd v. Ψαρούδης Μπετόν Λτδ κ.ά., Πολ. Εφ. Ε112/24, ημερ. 28.3.2025). Ακόμη και η καταχώριση ειδοποίησης έφεσης, χωρίς να συνοδεύεται από διοριστήριο δικηγόρου, δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε παραμερισμό του δικονομικού διαβήματος, αποτελώντας θεραπεύσιμη παρατυπία [βλ. CTC Automotive Ltd (ανωτέρω)]

 

Η ειδοποίηση έφεσης, ο τίτλος της οποίας αντιστοιχεί στον τίτλο της αγωγής - σύμφωνα με τη Δ.35,θ.3 (Τύπος 28) των παλαιών Θεσμών -  αναμφιβόλως περιέχει και τα τρία ουσιώδη στοιχεία τα οποία καθορίζονται στην Έλληνας κ.ά. ν Χριστοδούλου (ανωτέρω), ήτοι: (α) αναγραφή του τίτλου της αγωγής που προσδιορίζει το πλαίσιο της αντιδικίας, (β) επισύναψη πιστοποιημένου αντιγράφου της απόφασης, που καθορίζει το αντικείμενο της έφεσης, (γ) προσδιορισμός του διαδίκου που εφεσιβάλλει την απόφαση. Στην εν λόγω απόφαση τονίστηκε ότι «Η ειδοποίηση έφεσης υποβάλλεται στην αγωγή στην οποία εκδόθηκε η απόφαση. Ο τίτλος της αγωγής είναι στοιχείο μείζονος σημασίας εφόσον προσδιορίζει τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων υφίσταται η αντιδικία». Διευκρινίστηκε, επίσης, ότι τίτλος της αγωγής προσδιορίζεται ως «εκείνος τον οποίο φέρει η αγωγή περιλαμβανομένης και κάθε τροποποίησης του».

 

Εν προκειμένω στην ειδοποίηση έφεσης αναγράφεται επακριβώς ο τίτλος της αγωγής στην οποία εκδόθηκε η απόφαση και προσδιορίζονται οι Ενάγοντες/Εφεσείοντες ως ο διάδικος που εφεσιβάλλει την απόφαση. Από τους λόγους έφεσης 1 και 37 καθίσταται ξεκάθαρο ότι οι γονείς του Βίκτωρα Πενταρά προσβάλλουν το μέρος της απόφασης που αφορά την απόρριψη της αξίωσης τους για προσωπικές αποζημιώσεις. Κατά πόσο δικαιούνται σε επιδίκαση προσωπικών αποζημιώσεων, χωρίς να έχουν προστεθεί ως ξεχωριστά διάδικα μέρη στην αγωγή, αποτελεί αντικείμενο της ουσίας της έφεσης, το οποίο δεν μπορεί να αποφασιστεί στο παρόν προδικαστικό στάδιο.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης Θεοδώρου ν. Μαλλούπα κ.ά. (ανωτέρω) στην οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση η πλευρά των Αιτητών, διαφέρουν ουσιωδώς. Συγκεκριμένα, ως αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος καταχωρίστηκαν τέσσερεις αγωγές οι οποίες κατόπιν δικαστικού διατάγματος συνεκδικάστηκαν για όλα τα επίδικα θέματα. Στη συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο αποσύνδεσε τις τέσσερεις αγωγές και εξέδωσε ξεχωριστά απόφαση σε εκάστη εξ αυτών, επιδικάζοντας αποζημιώσεις. Ακολούθως, ο εφεσείων καταχώρισε μια έφεση η οποία έφερε τον τίτλο και των τεσσάρων συνενωμένων αγωγών. Αποφασίστηκε ότι δικαιολογείτο η απόρριψη της έφεσης δυνάμει των προνοιών του Μέρους 41.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, καθότι πέραν του δικονομικά λανθασμένου τρόπου καταχώρισης μιας μόνο έφεσης για τέσσερεις αποφάσεις:

 

«…δεν είναι εφικτό να διευκρινιστεί σε ποιο διάδικο της πρωτόδικης διαδικασίας αφορά και δεν προσδιορίζονται με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο, τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων υφίσταται η αντιδικία στην έφεση. Πρόκειται για στοιχείο που πλήττει το θεμέλιο της διαδικασίας …. Έπεται ότι υπό της περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η καταχώριση μιας μόνο έφεσης συνιστά άκυρο εξ’ αρχής δικονομικό διάβημα το οποίο δεν θα μπορούσε να διορθωθεί δυνάμει των προνοιών του Μέρους 3.8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023».

 

Τίποτα από τα ανωτέρω δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, όπως σαφώς προκύπτει από την προμνησθείσα απόφασή μας και την ως άνω κρίση μας. Αντιθέτως, η διαφοροποίηση του τίτλου και η διαφοροποιημένη εκπροσώπηση του Βίκτωρα Πενταρά, εδράζονται πλήρως στην καθιερωμένη δικονομική πρακτική που διέπει την ενηλικίωση ανηλίκου διαδίκου. Ειδικότερα, με βάση το Annual Practice 1954, σελ. 2013:

 

“An infant on coming of age either adopts or repudiates the action to which he is a party. On attaining his majority the title of the action is altered, as of course, as follows: - A.B. an infant by C.D., his next friend [or the guardian ad litem, as the case may be], but now of full age”

 

Tα ίδια επαναλαμβάνονται αυτολεξεί στο Annual Practice 1958, σελ. 2012 (Part II – Division II – Persons Under Disability and Married Women). Επομένως ο τίτλος της αγωγής σε ό,τι αφορά τον ανήλικο, μετατρέπεται αυτοδικαίως κατά την ενηλικίωση, με την προσθήκη της φράσης «και τώρα ενηλικιωθείς»  («but now of full age»). Ο ίδιος κανόνας πρακτικής επαναλαμβάνεται και στο Ο.16, r.16 (Infant Plaintiff Coming of Age), το οποίο φαίνεται να αντιστοιχεί στη δική μας Δ.9, θ.12 των παλαιών Θεσμών. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μας, ότι στον τίτλο της Ειδοποίησης Έφεσης δεν έχει αναγραφεί ρητά η φράση «και τώρα ενηλικιωθείς», αλλά ο τίτλος μεταφέρθηκε αυτούσιος όπως ήταν διατυπωμένος πρωτοδίκως. Η παράλειψη αυτή, ωστόσο, ουδόλως πλήττει την εγκυρότητα της διαδικασίας. Από τη στιγμή που η μεταβολή της δικονομικής ικανότητας του τέκνου επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του, η νέα του αυτή ιδιότητα υφίσταται εκ του νόμου, ανεξαρτήτως της ρητής αποτύπωσής της στο σώμα του τίτλου. Συνεπώς, η μη αναγραφή των επεξηγηματικών αυτών λέξεων στον τίτλο συνιστά μια καθαρά τυπική παράλειψη (formal defect), η οποία δεν προκαλεί οποιαδήποτε σύγχυση ως προς την ταυτότητα των διαδίκων, ούτε επιφέρει οποιαδήποτε δυσμενή επίδραση στα δικαιώματα των Αιτητών.

 

Το Άρθρο 22(1) του Ν.216/1990 αναφέρει ρητά ότι η γονική μέριμνα παύει στο σύνολο της όταν το τέκνο ενηλικιωθεί. Συνεπώς, η αντιπροσωπευτική ιδιότητα των γονέων του Βίκτωρα Πενταρά, υπό την οποία καταχώρησαν και προώθησαν την πρωτόδικη διαδικασία, έπαυσε να υφίσταται με την ενηλικίωσή του.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται πρόδηλο ότι η αυτόνομη κατάθεση διοριστηρίων από τους Γιώργο και Βαλεντίνα Πενταρά επιβλήθηκε ακριβώς λόγω της λήξης της εν λόγω ιδιότητάς τους, προκειμένου να καταστεί εφικτή η προώθηση των λόγων έφεσης 1 και 37. Η ενέργεια αυτή ουδόλως αλλοιώνει το καθεστώς υπό το οποίο έδρασαν πρωτοδίκως, το οποίο εξάλλου αποτελεί και το αντικείμενο των συγκεκριμένων λόγων έφεσης. Ούτε, βεβαίως, σε περίπτωση επιτυχίας αυτού του μέρους της έφεσης, θα καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το πρόσωπο των δικαιούχων των προσωπικών αποζημιώσεων. 

 

Με κάθε σεβασμό, η προβαλλόμενη θέση των Αιτητών ότι η συνέχιση της έφεσης τούς αποστερεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν καταλλήλως τον εαυτό τους, ένεκα ασάφειας ως προς τα πρόσωπα τα οποία προωθούν την έφεση, στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος. Όπως έχει ήδη κριθεί, η ταυτότητα των προσώπων και το πλαίσιο της αντιδικίας παραμένουν σαφώς καθορισμένα, μη επιδεχόμενα οποιασδήποτε αμφιβολίας. Εν πάση περιπτώσει, το αίτημα για διαγραφή ή συνοπτική απόρριψη των λόγων έφεσης 1 και 37, με το επιχείρημα ότι οι γονείς δεν ήσαν προσωπικά διάδικοι στην αγωγή, άπτεται της ίδιας της ουσίας της έφεσης και δεν δύναται να αποφασιστεί στο παρόν προδικαστικό στάδιο. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο στην προμνησθείσα απόφασή μας κρίθηκε επί λέξει ότι: «η αίτηση δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί με το συγκεκριμένο αίτημα καθ' ότι θα αποφασίζονταν οι λόγοι έφεσης 1 και 37 χωρίς να έχει εξετασθεί η ουσία της έφεσης».

 

Συνεπώς, ουδεμία δικονομική ανισότητα δημιουργείται, ούτε ανακύπτει ζήτημα παραβίασης των Άρθρων 30 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ. Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 31.10.2025, η ειδοποίηση έφεσης περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέτασή της, οι δε Αιτητές διατηρούν ακέραιο το δικαίωμα να προβάλουν τις θέσεις τους κατά την ακροαματική διαδικασία, τόσο επί των προσωπικών αξιώσεων των Γιώργου και Βαλεντίνας Πενταρά, ως έπραξαν πρωτοδίκως, όσο και επί των υπολοίπων εγειρόμενων λόγων.

 

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας περιβάλλονται και ενισχύονται πλήρως από τη φιλοσοφία που διέπει τους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Καντούνας ν. Ηλιάδης, Πολ. Εφ. 54/2024, ημερ. 18.10.2024:

 

«Επισημαίνουμε ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών, πέραν των ουσιαστικών διαδικαστικών αλλαγών, επιχειρείται μια αλλαγή κουλτούρας και φιλοσοφίας. Μιας κουλτούρας και φιλοσοφίας σύγχρονης και προοδευτικής που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με ευελιξία και πρακτικότητα προς εξυπηρέτηση του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παράλληλα σκοπείται η απομάκρυνση από δυσλειτουργικές και αχρείαστες διαδικασίες που ενίοτε συνέτειναν σε καθυστερήσεις, αύξαναν  κατά τρόπο αχαλίνωτο τα έξοδα και τη δαπάνη της υπόθεσης και αντιστρατεύονταν την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Ο πρωταρχικός σκοπός προάγει τη συμμετοχή στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι τον αποκλεισμό απ' αυτήν, τηρουμένων βεβαίως της κατά κανόνα συμμόρφωσης με τεθείσες προθεσμίες, τύπους και προϋποθέσεις»

 

[Ιδία υπογράμμιση]

 

Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τη θέση της νομολογίας του ΕΔΑΔ, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε στην απόφαση της Ευρείας Σύνθεσης (Grant Chamber) στην υπόθεση Zubac v. Croatia, Application no. 40160/2012, ημερ. 5.4.2018. Αναλύοντας το κριτήριο του «υπέρμετρου τυπολατρισμού» (excessive formalism), το ΕΔΑΔ υπέδειξε (παρ. 98) ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο πλήττεται καίρια όταν οι δικονομικοί κανόνες παύουν να εξυπηρετούν τους σκοπούς της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, και μετατρέπονται σε ένα είδος φραγμού (barrier) που εμποδίζει τον διάδικο να επιτύχει την εξέταση της ουσίας της υπόθεσής του από το αρμόδιο δικαστήριο (βλέπε επίσης Savvides v. Cyprus, Application no. 14195/2015, ημερ. 14.12.2021).

 

Τα ανωτέρω παρέχουν καθοδήγηση τόσο κατά την ερμηνεία του Μέρους 3.8 (περί θεραπείας παρατυπιών) όσο και κατά την άσκηση των εξουσιών του Εφετείου δυνάμει του Μέρους 41.9. Η συνοπτική απόρριψη μιας σοβαρής υπόθεσης φερόμενης ιατρικής αμέλειας, η οποία εκκρεμεί επί σειρά ετών, στη βάση των προρρηθέντων ζητημάτων, θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον Πρωταρχικό Σκοπό, προκαλώντας αδικία και αποστερώντας αναίτια από τους Εφεσείοντες το θεμελιώδες δικαίωμα πρόσβασής τους στο Δικαστήριο.

 

Αναφορικά με τη θέση των Αιτητών ότι οι υπό κρίση λόγοι έφεσης είναι, εν πάση περιπτώσει, προδήλως αβάσιμοι και στερούνται προοπτικής επιτυχίας καθότι στρέφονται εναντίον της πρωτόδικης αξιολόγησης της μαρτυρίας (πεδίο στο οποίο το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει), παρατηρείται ότι, πέραν του ότι δεν άπτονται όλοι οι λόγοι έφεσης ζητημάτων αξιολόγησης (π.χ. οι λόγοι έφεσης 4, 5 και 6 αφορούν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), η θέση αυτή παραγνωρίζει τον σκοπό και τα όρια της προδικαστικής διαδικασίας του Μέρους 41.9, καλώντας μας να υπεισέλθουμε πρόωρα στην εξέταση της ουσίας της έφεσης. Η επέμβαση του Εφετείου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, επιτρέπεται βάσει των καθιερωμένων νομολογιακών αρχών. Συνεπώς, το γεγονός ότι μια τέτοια επέμβαση σπανίως  λαμβάνει χώρα, δεν καθιστά την έφεση προδήλως αβάσιμη. Η δε  εξέταση λόγων έφεσης οι οποίοι άπτονται τέτοιου ζητήματος προϋποθέτει μελέτη των πρακτικών, του φακέλου της υπόθεσης, και της πρωτόδικης αξιολόγησης της μαρτυρίας, ενέργεια η οποία εξ ορισμού εισέρχεται στην ουσία της έφεσης. 

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, οι Αιτήσεις απορρίπτονται.

 

Ως προς την Αίτηση του Εφεσίβλητου 2 επιδικάζονται έξοδα ευρώ 4800 προς όφελος των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Εφεσίβλητου 2. 

 

Ως προς την Αίτηση των Εφεσίβλητων 3 και 4 επιδικάζονται έξοδα ευρώ 4800 προς όφελος των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον των Εφεσίβλητων 3 και 4.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο