ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 48/2026)
22 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΟΓΛΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Ζ. Κούμουρου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Πρωτοδίκως, ο εφεσείων αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Αφορούσαν αδίκημα κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, κατά παράβαση του Άρθρου 296(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1), αδίκημα παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση του Άρθρου 309 του Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και αδίκημα μεταφοράς μάχαιρας εκτός κατοικίας, κατά παράβαση των Άρθρων 82(2) και 85 του Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Συγκεκριμένα, του αποδιδόταν ότι, στις 22.4.2024, εν καιρώ νυκτός και χωρίς νόμιμη δικαιολογία, είχε στην κατοχή του διαρρηκτικά όργανα. Είχε, επίσης, στην κατοχή του ένα κινητό τηλέφωνο, μία δέσμη κλειδιών, μία καδένα ποδηλάτου, μία καδένα λαιμού, ένα ασημένιο κλειδί, ένα άρωμα, μία θήκη εργαλείων, ένα εργαλείο κοπής και ένα εργαλείο βαψίματος, συνολικής αξίας €322, για τα οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαία. Παράλληλα, ο εφεσείων μετέφερε μαχαίρια τα οποία είχαν σταθερή λεπίδα και κατέληγαν σε αιχμηρό άκρο εκτός της κατοικίας του ή του περίβολου αυτής.
Ο εφεσείων παραδέχτηκε ενοχή στις εν λόγω κατηγορίες ενώ, μετά από αίτημά του και συμφωνία της Κατηγορούσας Αρχής, λήφθηκαν υπ' όψιν δυνάμει του Άρθρου 81 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, για σκοπούς επιβολής ποινής, τέσσερεις άλλες υποθέσεις, δύο εκ των οποίων αφορούσαν αδικήματα ναρκωτικών, μία αφορούσε αδικήματα κλοπής και μία αφορούσε αδίκημα κλεπταποδοχής.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 7 μηνών στην πρώτη κατηγορία, 1 μηνός στη δεύτερη κατηγορία και 2 μηνών στην τρίτη κατηγορία. Διατάχθηκε οι επιβληθείσες ποινές να είναι άμεσες και να συντρέχουν.
Ο εφεσείων προσβάλλει την επιβληθείσα ποινή με δύο λόγους έφεσης.
Προβάλλεται ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιβάλει την ποινή φυλάκισης 7 μηνών στον εφεσείοντα είναι εσφαλμένη κατά νόμο και παραβιάζει νομικές αρχές, όπως της επιείκειας, της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής, με αποτέλεσμα να προκαλεί αδικία σε βάρος του εφεσείοντα (πρώτος λόγος έφεσης). Αιτιολογικά, γίνεται επίκληση του γεγονότος ότι ενώ τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έλαβαν χώραν πριν την καταδίκη του εφεσείοντα σε άλλη υπόθεση, στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών για όμοιας φύσης αδικήματα, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε μεταγενέστερα, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης 7 μηνών μόλις επτά ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, έχοντας αποστερηθεί της ρύθμισης του Άρθρου 81 του Κεφ. 155. Συνεπώς, προβάλλεται ότι η επιβληθείσα εκ νέου ποινή φυλάκισης είναι υπό τις περιστάσεις δυσανάλογη και άδικη υπό το φως της αρχής της συνολικότητας της ποινής και του δικαιώματος του εφεσείοντα για νέα αρχή.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί επιβολής ποινής φυλάκισης στον εφεσείοντα πάσχει λόγω ουσιώδους παρατυπίας και ή δικαστικής πλάνης, η οποία συνίστατο στην επιβολή ποινής χωρίς οποιαδήποτε έκθεση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και των οικογενειακών και προσωπικών συνθηκών του εφεσείοντα ως θα έπρεπε. Επίκληση γίνεται της πάγιας νομολογιακής αρχής ότι τέτοια έκθεση αποτελεί ουσιώδη και σημαντικό παράγοντα καθορισμού της ποινικής μεταχείρισης και επιβολής ποινής, ενώ, στην προκειμένη περίπτωση η ποινή επιβλήθηκε χωρίς το πρωτόδικο Δικαστήριο να έχει υπ' όψιν του τέτοια έκθεση.
Παρά το ότι οι λόγοι έφεσης συγκεκριμενοποιούνται σε εκάστοτε προβαλλόμενη παράλειψη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είναι χρήσιμο, θεωρούμε, να καταγράψουμε το πραγματικό υπόβαθρο της υπό κρίση υπόθεσης και το τι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιόν του.
Η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής κατέγραψε στο σύνολό τους τα γεγονότα ως είχαν αναφερθεί στο Δικαστήριο. Συνοψίζοντας αυτά, για σκοπούς της παρούσας, είχε ληφθεί πληροφορία στην Αστυνομία για ύποπτο πρόσωπο το οποίο βρισκόταν έξω από συγκεκριμένη κατοικία. Μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στο μέρος όπου εντόπισαν τον εφεσείοντα να έχει στην κατοχή του τρεις τσάντες. Από έλεγχο που έγινε σε αυτές, εντοπίστηκαν τα ως άνω αναφερόμενα διαρρηκτικά εργαλεία. Η απάντηση του εφεσείοντα ήταν ότι δεν είναι όλα δικά του αλλά και συγκεκριμένου φίλου του τον οποίο κατονόμασε. Συνελήφθηκε για το συγκεκριμένο αδίκημα και, από περαιτέρω έλεγχο, εντοπίστηκαν τα ως άνω αναφερόμενα αντικείμενα, για τα οποία δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις. Εντοπίστηκαν, επίσης, τρία ανοιγόμενα μαχαίρια, 7, 5 και 5,5 εκατοστών.
Καταγράφει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, επίσης, και τα γεγονότα των τεσσάρων υποθέσεων που θα λαμβάνονταν υπ' όψιν.
Ως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, αλλά και τα σχετικά πρακτικά των συνεδριάσεων της πρωτόδικης διαδικασίας, αναφέρθηκαν, περαιτέρω, τέσσερεις προηγούμενες καταδίκες, τρεις από τις οποίες αφορούσαν ίδια ή συναφή αδικήματα για τα οποία ο εφεσείων καταδικάστηκε στις 8.5.2023, 11.5.2023 και 1.8.2023. Στη δεύτερη των τριών αυτών καταδικών, είχε ληφθεί υπ' όψιν και μία υπόθεση που αφορούσε κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός. Στην πρώτη περίπτωση του είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 10 μηνών, στη δεύτερη, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 μηνών και στην τρίτη, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών. Η τέταρτη υπόθεση, αναφερόμενη ως προηγούμενη καταδίκη, αφορούσε την υπόθεση με αριθμό 12064/2023, με ημερομηνία καταδίκης 13.1.2025. Σημειώνεται ότι η ημερομηνία καταδίκης αυτή καταδεικνύει ότι δεν είχε προηγηθεί του χρόνου τέλεσης των υπό κρίση αδικημάτων, ώστε να αποτελεί προηγούμενη καταδίκη. Είναι η υπόθεση στην οποία επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 15 μηνών, είχαν ληφθεί υπ' όψιν στην επιμέτρηση της ποινής άλλες τέσσερεις υποθέσεις για ίδιας ή συναφούς φύσης αδικήματα, χωρίς να είχε τεθεί υπ' όψιν του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε εκείνην, η παρούσα ή και οι άλλες περιπτώσεις οι οποίες λήφθηκαν υπ' όψιν για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα.
Είναι, επίσης, χρήσιμο να τεθεί ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο, πέραν της νομικής πτυχής των θεμάτων που αφορούν αδικήματα ως τα υπό κρίση και την ποινή που τα αφορούν, κατέγραψε και τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, λαμβάνοντας υπ' όψιν του αυτές καθώς επίσης και την άμεση παραδοχή του εφεσείοντα ως ελαφρυντικά.
Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση και πρωτόδικη διαδικασία, έχοντας διεξέλθει και των πρακτικών της πρωτόδικης διαδικασίας.
Δεν θεωρούμε δικαιολογημένα τα παράπονα της πλευράς του εφεσείοντα, ως προβάλλονται στον πρώτο λόγο έφεσης. Διαπιστώνεται ότι ο εφεσείων, ο οποίος αντιπροσωπευόταν από συνήγορο, έθεσε υπ' όψιν του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα εν λόγω στοιχεία των προηγούμενων υποθέσεων, ζητώντας κάθε δυνατή επιείκεια. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής, προτού επιβάλει την ποινή, ζήτησε από τις δύο πλευρές διευκρινίσεις αναφορικά με το θέμα ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο παραδοχή του εφεσείοντα στο τι προηγήθηκε είχε γίνει πριν την καταδίκη του στη συγκεκριμένη αναφερόμενη υπόθεση με αριθμό 12064/2023. Ως αποτέλεσμα, κατέγραψε στην εμπεριστατωμένη απόφασή της ότι:
«Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος (βλ. μεταξύ άλλων, Djionis v. The Police (1984) 2 C.L.R. 59, 64, Varnava v. Police (1984) 2 C.L.R. 349, Παναγή v. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 47, Παναγιώτου v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 138, 143, 144), Σάββας Χριστοφόρου v. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ σελ. 443, Παραρέ Μιχάλης v. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 257, Βέλιου v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 76, Θεοδούλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 288/2015, ημερ. 14/6/2016, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022)
Στην υπό εξέταση περίπτωση τόσο η παρούσα υπόθεση όσο και οι υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής καταχωρίστηκαν μετά την τελευταία καταδίκη του κατηγορούμενου, πλην όμως τα αδικήματα που αυτές αφορούν διαπράχθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της τελευταίας του καταδίκης. Περαιτέρω, όπως τέθηκε από την Κατηγορούσα αρχή σε όλες τις υποθέσεις πλην της υπόθεσης 2208/2025 ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί στις αστυνομικές αρχές τη διάπραξη των αδικημάτων. Υπό αυτές τις περιστάσεις, όλες οι υποθέσεις πλην της 2208/2025, θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της τελευταίας καταδίκης του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι δεν λήφθηκαν αποτελεί παράγοντα που δύναται να αποτελέσει λόγω για μείωση της ποινής και επομένως δύναται να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου στην όλη ποινική μεταχείρισή του.»
Αφού δε, κατέγραψε τον ρόλο ύπαρξης προηγούμενων καταδικών στην ποινή, όχι ως τιμωρία του παραβάτη για δεύτερη φορά, αλλά ως στοιχείο που είναι δυνατόν να επηρεάσει τον βαθμό της επιείκειας που το Δικαστήριο θα μπορούσε να επιδείξει προς αυτόν και ως στοιχείο ένδειξης της στάσης και του σεβασμού του παραβάτη προς τους νόμους της πολιτείας (ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΛΛΩΣ ΚΑΜΜΟΥΓΙΑΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2003) 2 Α.Α.Δ. 565, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 79/2019, ημερομηνίας 27.4.2021), ECLI:CY:AD:2021:B173, εξήγησε ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή θα έπρεπε να είναι αυτή της φυλάκισης, αφού οι ελαφρυντικοί παράγοντες σε σχέση με τον εφεσείοντα ήταν ικανοί να μειώσουν το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Επέβαλε τις ως άνω αναφερόμενες ποινές «σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια....».
Από όλα τα ενώπιόν μας στοιχεία, περιλαμβανομένου της σοβαρότητας των αδικημάτων, της συχνότητας διάπραξής τους, των όσων η νομολογία εξηγεί αναφορικά με το θέμα της ποινής σε αυτά, ως με λεπτομέρεια καταγράφηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς επίσης περιλαμβανομένων των όσων αφορούσαν τα ελαφρυντικά στοιχεία προς όφελος του εφεσείοντα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα όσα αφορούν τις προηγούμενες υποθέσεις και τις επιβληθείσες σε αυτές ποινές, ως επίσης με λεπτομέρεια καταγράφηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε οποιοδήποτε σφάλμα από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, ή να διαπιστώσουμε το στοιχείο της υπερβολής στην επιβληθείσα ποινή, ως προβάλλεται στον λόγο έφεσης. Είναι πέραν από προφανές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε μέσα στο ορθό πλαίσιο, ως και η νομολογία το καθορίζει, επιβάλλοντας στον εφεσείοντα ποινή τέτοια που να λάμβανε υπ' όψιν και να απέδιδε την ορθή σημασία στο στοιχείο της συνολικότητας της ποινής υπό τα δεδομένα που πιο πάνω αναλύονται. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον εφεσείοντα ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να διαπιστωθεί από την συλλογιστική του Δικαστηρίου, αφού δεν γίνεται καθορισμός της ποινής που θα έκρινε ορθή ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι οι επιβληθέντες 7 μήνες φυλάκισης είναι κατόπιν συνυπολογισμού των 15 μηνών φυλάκισης που είχαν προηγηθεί. Είμαστε της άποψης ότι, από το όλο κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, αυτό είναι που προκύπτει να έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Κρίνοντας ότι μέσα από τον συνολικό απολογισμό της παρούσας αλλά και παρελθούσας εγκληματικής συμπεριφοράς του εφεσείοντα και στη βάση της αρχής επιβολής συνολικά δίκαιης και αναλογικής ποινής, η ορθή ποινή ήταν αυτή των 7 μηνών.
Κανένα σφάλμα δεν εντοπίζουμε στον τρόπο που η ευπαίδευτη πρωτόδικης Δικαστής προσέγγισε και αποφάσισε το υπό κρίση θέμα. Αν είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να λεχθεί είναι ότι η όλη συμπεριφορά του εφεσείοντα, ως προβάλλει από το όλο ιστορικό των παραβάσεων του, θα μπορούσε να δικαιολογήσει, ενδεχομένως, και αυστηρότερη ποινή. Όντως, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε, άσκησε κάθε δυνατή επιείκεια προς όφελος του εφεσείοντα, επιβάλλοντας του την εν λόγω ποινή, η οποία κρίνεται να είναι εντός των επιτρεπτών πλαισίων. Είναι στον εφεσείοντα που επαφίεται να αντιληφθεί ότι όντως του δόθηκε δεύτερη ευκαιρία.
Αβάσιμος κρίνεται ο πρώτος λόγος έφεσης και απορρίπτεται.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης, δεν διαπιστώνουμε ότι με τον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το θέμα, δόθηκε οποιαδήποτε εντύπωση σε σχέση με την ποινή που θα επιβαλλόταν, ως ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσείοντα. Αντιθέτως, ως προκύπτει από το πρακτικό της πρωτόδικης διαδικασίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε τη μη ύπαρξη έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και άφησε το θέμα στην Υπεράσπιση να αναζητήσει την ετοιμασία τέτοιας έκθεσης ή μη, εφόσον ήταν σε θέση να εκθέσει τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα. Η υπό κρίση υπόθεση δεν ήταν από τις περιπτώσεις που επιβάλλεται η ύπαρξη τέτοιας έκθεσης προτού επιβληθεί ποινή. Είναι γεγονός ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης ενδείκνυται η ετοιμασία έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, αφού μπορεί να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου θέματα που αφορούν τον κατηγορούμενο και που θα ήταν ορθό να ληφθούν υπ' όψιν κατά την επιβολή ποινής. Όταν όμως δεν προκύπτει να ελλείπουν από τη γνώση του πρωτόδικου Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία, αφού η ίδια η πλευρά της Υπεράσπισης προκρίνει τη δυνατότητα αυτής να θέσει όλα τα προς όφελος του κατηγορουμένου στοιχεία και η υπόθεση δεν αφορά πρόσωπο τέτοιας ηλικίας που να επιβάλλεται η ετοιμασία έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, δεν στοιχειοθετείται σφάλμα εκ μέρους του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει την ποινή που επιβλήθηκε. Ούτε ενώπιόν μας τέθηκε οτιδήποτε που να έδιδε έρεισμα στην από μέρους μας αναζήτηση τέτοιας έκθεσης ώστε να εξετάσουμε θέμα επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση.
Έχουμε την άποψη ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε παράλειψη ή σφάλμα από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου που να δίδει έρεισμα σε επέμβασή μας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιόν του όλα τα στοιχεία που αφορούσαν τον εφεσείοντα, τα οποία μάλιστα έλαβε υπ' όψιν του κατά την επιβολή ποινής.
Αβάσιμο κρίνουμε και τον δεύτερο λόγο έφεσης.
Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο