ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 78/2023)
8 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΛΕΝΗ ΖΑΧΑΡΙΟΥ,
Εφεσείουσα,
v.
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Χ. Θεοδούλου για Χ. Θ. Θεοδούλου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα
Π. Δανιήλ (κα) για Αντώνη Καρά, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Η εφεσείουσα στρέφεται με την παρούσα, εναντίον απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, με την οποία κρίθηκε ένοχη για το αδίκημα της καταδολίευσης, ως εξ αποφάσεως οφειλέτης, κατά παράβαση των Άρθρων 3(1)(γ) και 4(2)(3) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 Ν.60(Ι)/2008. Επίδικες ήταν όλες οι μηνιαίες δόσεις που αφορούν τα έτη 2015 μέχρι 2018 (κατηγορίες 1 μέχρι 4-σύνολο 48 μηνιαίες δόσεις) και 9 μηνιαίες δόσεις που αφορούν το έτος 2019, (5η κατηγορία).
Η εφεσείουσα έδωσε μαρτυρία πρωτοδίκως υποστηρίζοντας ότι μοναδικός λόγος που αποδέχθηκε την εναντίον της έκδοση διατάγματος ήταν, ως ανέφερε, η πίεση που δέχθηκε από την τότε τραπεζική λειτουργό, ενώ το χρέος ανήκε στον πρωτοφειλέτη, πρώην σύζυγό της. Η έκδοση του διατάγματος δήλωσε, τελούσε υπό τρίμηνη αναστολή, αφού ήλπιζε ότι εντός της περιόδου αναστολής θα εξεύρισκε εργασία. Η ίδια είναι από το 2007 μονογονιός και έχει μόνη της μεγαλώσει ουσιαστικά, τα τρία της παιδιά. Η οικονομική της κατάσταση ποτέ δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά αφού ποτέ δεν είχε την οικονομική δυνατότητα όπως μηνιαίως τιμήσει τις υποχρεώσεις της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη μαρτυρία της εφεσείουσας ειλικρινή υπό την έννοια ότι ήταν με πλήρη επίγνωση περί της αδυναμίας της να ανταποκριθεί στην υποχρέωση που αναλάμβανε για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους διά μηνιαίων δόσεων, που αποφάσισε όπως εν πάση περιπτώσει, προχωρήσει στην αποδοχή του το 2013 ήτοι, σε μια περίοδο κατά την οποία δεν εργαζόταν.
Εντούτοις, θεώρησε ότι η εφεσείουσα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι η οικονομική της κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος και έπειτα είχε μεταβληθεί είτε αρνητικά είτε προς το χειρότερο, ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του. Αντίθετα, κατέληξε ότι αυτό που διαφάνηκε ήταν ότι η μη πληρωμή των μηνιαίων δόσεων από την κατηγορούμενη, οφειλόταν στην οικονομική της αδυναμία μεν, η οποία προϋπήρχε δε, της έκδοσης του διατάγματος, και η οποία διαφοροποιήθηκε όχι προς το χειρότερο, αλλά προς το καλύτερο μετά την έκδοσή του.
Θεώρησε, εν ολίγοις, ότι η εφεσείουσα δεν απέδειξε την υπεράσπιση που προβλέπεται στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου, συναρτώντας την αναφορά σε οικονομική αδυναμία στο Άρθρο 3(1)(γ) με τα όσα προβλέπονται στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Η θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσβάλλεται με τον πρώτο λόγο έφεσης.
Το ζήτημα αυτό απασχόλησε το Εφετείο στην ΦΑΝΩΡΙΑ ΚΑΛΛΙΝΟΥ v. ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΧΙΛΛΕΩΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 164/2023, ημερομηνίας 4.6.2026, στην οποία αναφέραμε τα πιο κάτω:
«Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της φράσης «για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία» στο Άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου, η οποία έχει χαρακτηριστεί στην CITI, (ανωτέρω) ως «εξαίρεση» και της ρητώς αναφερόμενης ως «υπεράσπιση» στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Θεωρούμε ότι ο σκοπός του Νομοθέτη ήταν αφενός να θέσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο Άρθρο 3(1)(γ) και αφετέρου να προβλέψει στο Άρθρο 3(4)(γ) ρητή υπεράσπιση. Δεν μπορεί, επομένως, τα όσα περιοριστικά αναφέρονται σε σχέση με την παρεχόμενη στον Νόμο υπεράσπιση να επηρεάζουν την ευρύτητα του όρου «φυσική ή οικονομική αδυναμία» ως συστατικό του αδικήματος. Η εν λόγω έννοια δεν περιορίζεται με βάση τα όσα προβλέπονται στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Συνεπώς, θεωρούμε ότι δυνάμει του Άρθρου 3(1)(γ) του Νόμου, ο κατηγορούμενος φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι ο λόγος για τον οποίο δεν προέβη σε καταβολή των δόσεων συνίσταται σε οικονομική ή φυσική αδυναμία, χωρίς να πρέπει να αποδείξει ότι αυτή οφείλεται σε μεταβολή των οικονομικών του περιστάσεων από τον χρόνο στον οποίο δέχθηκε την έκδοση διατάγματος ή αποφασίστηκε από το Δικαστήριο η καταβολή αυτής. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αποδείξει την εν λόγω αδυναμία, το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν έχει αποδείξει τα ανωτέρω, του παρέχεται η υπεράσπιση που προβλέπεται ρητώς στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου.»
Με δεδομένο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία της εφεσείουσας ότι υπήρχε οικονομική αδυναμία της κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, αλλά την καταδίκασε λόγω της πιο πάνω ερμηνείας του Νόμου η οποία κρίθηκε στην ΚΑΛΛΙΝΟΥ (ανωτέρω) ως εσφαλμένη, η έφεση θα πρέπει να πετύχει, ενώ δεν τίθεται ζήτημα επανεκδίκασης.
Έπεται ότι ο πρώτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται, χωρίς να χρειάζεται αναφορά στον δεύτερο λόγο έφεσης. Συμπαρασύρεται, βεβαίως, και η συνακόλουθη επιβολή της ποινής καθώς και η πρωτόδικη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή ως προς τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας.
Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, λαμβάνοντας υπ' όψιν την ιδιαιτερότητα του υπό κρίση θέματος, ως αναλύεται στην ΚΑΛΛΙΝΟΥ (ανωτέρω), θεωρούμε ότι το ορθότερο είναι όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί τα δικά της.
Η εφεσείουσα αθωώνεται και απαλλάσσεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο