ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΟ. ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 79/19, 30/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΟ. ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 79/19, 30/6/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 79/19

 

30 Ιουνίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Εφεσείουσα

v.

 

ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΟ. ΛΤΔ

 

Εφεσίβλητης

--------------------

 

 

 

Σ. Ευριπίδου (κα), για την Εφεσείουσα

Π. Καλυβίτου (κα), για Κ. Κ. Σαβεριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.


 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Με την υπό κρίση έφεση, επιδιώκεται η ανατροπή της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερ. 21.1.19, με την οποία αφενός επεδίκασε υπέρ της Εφεσίβλητης - Ενάγουσας εταιρείας και εναντίον της Εφεσείουσας – Εναγομένης, στο πλαίσιο αγωγής, το ποσό των €47.737,21, με νόμιμο τόκο και έξοδα, ως υπόλοιπο λογαριασμού ή και εύλογη αμοιβή για εκτελεσθείσες εργασίες, δυνάμει συμφωνίας για ανέγερση κατοικίας και αφετέρου απέρριψε την ανταπαίτηση της Εφεσείουσας, με την οποία ζητούσε από την Εφεσίβλητη €44.704,90 για αποκατάσταση ισχυριζόμενων κακοτεχνιών, χωρίς έξοδα.

 

Κατά την πρωτόδικη διαδικασία, δηλώθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: (i) ότι η Εφεσίβλητη κατείχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, άδεια εργολήπτη τρίτης τάξης και (ii) ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 11.6.04, η Εφεσίβλητη εταιρεία ανέλαβε την εργολαβία για την ανέγερση κατοικίας της Εφεσείουσας στη Λεμεσό, για το ποσό των £101.300 (€173.081,32).

 

Μέσω της έκθεσης απαίτησης, η Εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι ανήγειρε την επίδικη κατοικία σύμφωνα με τα σχέδια και υπό την επίβλεψη του μηχανικού και ή αρχιτέκτονα της Εφεσείουσας, ο οποίος εξέδιδε διατακτικά πληρωμής σύμφωνα με την εκάστοτε συμπληρωθείσα εργασία. Κατά τη διάρκεια της ανέγερσης της οικοδομής και κατόπιν εντολής της Εφεσείουσας, εκτέλεσαν περαιτέρω εργασίες. Συμπλήρωσαν όλες τις συμφωνηθείσες εργασίες, πλην κάποιων εξωτερικών μπογιατισμάτων, τα οποία δεν επέτρεψε η Εφεσείουσα να εκτελεσθούν και παρέδωσαν την κατοικία σε αυτήν. Κατά την παράδοση, η Εφεσείουσα όφειλε σε αυτούς το συνολικό ποσό των €47.737,21, το οποίο αφορούσε €38.500,51 υπόλοιπο εκτελεσθεισών εργασιών, πλέον €5.775,07 Φ.Π.Α. και €3.461,63 ως κρατήσεις από εκτελεσθείσες εργασίες. Από την άλλη πλευρά, η Εφεσείουσα, μέσω της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, επικαλέστηκε ότι οι εργασίες εκτελέστηκαν κατά παρέκκλιση των οδηγιών του αρχιτέκτονα και ή ότι εκτελέστηκαν κατά τρόπο αμελή και ότι προκλήθηκαν κακοτεχνίες, συνεπεία των οποίων υπέστη ζημιές ύψους €44.704,90 και αξίωνε ανταπαιτητικά: (i) αναγνωριστική απόφαση ότι η Εφεσίβλητη προκάλεσε ζημιές στην κατοικία, (ii) €44.704,90 λόγω παραβίασης της συμβατικής υποχρέωσης της Εφεσίβλητης, πλέον νόμιμο τόκο, (iii) απόφαση με την οποία να διατάσσεται η αφαίρεση από οποιοδήποτε ποσό ήθελε αποδειχθεί ότι σχετιζόταν με το κόστος των εναπομεινασών οικοδομικών εργασιών που εκτέλεσε η Εφεσίβλητη από το συνολικό κόστος των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών που προκάλεσε η Εφεσίβλητη, πλέον τόκους και έξοδα.

 

Προς απόδειξη της απαίτησης της, η Εφεσίβλητη κάλεσε τον διευθυντή της (Μ.Ε.1) και μία υπάλληλο της (Μ.Ε.2). Η Εφεσείουσα κάλεσε ένα μάρτυρα, τον αρχιτέκτονα της κατοικίας, ο οποίος ανέλαβε και την επίβλεψη του έργου (Μ.Υ.).

 

Ο Μ.Ε.1, διευθυντής της Εφεσίβλητης, ανέφερε ότι εργαζόταν μαζί με τον πατέρα του στο εργοτάξιο κατά τη διάρκεια της ανέγερσης της επίδικης κατοικίας. O πατέρας του, επίσης διευθυντής της εταιρείας, ήταν ο υπεύθυνος του έργου, ο οποίος απεβίωσε μετά την ολοκλήρωση της κατοικίας και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η Εφεσίβλητη, κατόπιν εντολής της Εφεσείουσας, εκτέλεσε περαιτέρω εργασίες στην οικοδομή, επιπρόσθετες από την αρχική συμφωνία ημερ. 11.6.04, για τις οποίες γίνονταν οι ανάλογες προσθαφαιρέσεις στην αρχική συμφωνηθείσα τιμή. Κατά την παράδοση της κατοικίας, η Εφεσείουσα όφειλε σε αυτούς €47.737,21. Ήταν η θέση του ότι η όποια φθορά υπέστη η οικοδομή ήταν αποτέλεσμα της παρόδου του χρόνου και ότι οι ισχυρισμοί για κακοτεχνίες ήταν προϊόν δεύτερων σκέψεων της Εφεσείουσας για να αποφύγει την οφειλή της. Η Μ.Ε.2, γραμματέας της Εφεσίβλητης εταιρείας, ανέφερε ότι η ίδια ετοίμασε τα διατακτικά (Τεκμ. 6 - 11) μετά από οδηγίες του πατέρα του Μ.Ε.1 και ότι το τελικό διατακτικό (Τεκμ. 11) δεν είχε εξοφληθεί. Η Μ.Ε.2 κατέθεσε, επίσης, σχετικές αποδείξεις οι οποίες αφορούσαν τα ποσά που ήδη είχε καταβάλει η Εφεσείουσα προς την Εφεσίβλητη, μαζί με κατάσταση εισπράξεων (Τεκμ. 13 - 14).

 

Ο Μ.Υ. ανέφερε ότι η Εφεσείουσα, πελάτιδα του, ζήτησε την κατεδάφιση δύο κολόνων στην είσοδο της κατοικίας και του στεγάστρου και ο ίδιος έδωσε οδηγίες στον πατέρα του Μ.Ε.1 να τα κατεδαφίσει με συγκεκριμένο τρόπο, οδηγίες τις οποίες δεν ακολούθησε και από τους κραδασμούς δημιουργήθηκαν ρωγμές για τις οποίες έγιναν προσπάθειες επιδιόρθωσης από την Εφεσίβλητη, χωρίς αποτέλεσμα. Ο Μ.Υ. ανέφερε ότι κατόπιν παράκλησης της Εφεσείουσας, κατέγραψε τις κακοτεχνίες σε έκθεση το 2010 ή 2011 (Τεκμ. 15), αφού προηγουμένως επισκέφθηκε ξανά την οικοδομή. Το κόστος των επιδιορθώσεων το υπολόγισε βασιζόμενος στο δελτίο ποσοτήτων του εργολάβου.  

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία που προσέφερε η πλευρά της Εφεσίβλητης και προέβη στα ακόλουθα ευρήματα: Ότι η Εφεσίβλητη προχώρησε στην ανέγερση της οικοδομής με βάση τα σχέδια που εκπόνησε ο Μ.Υ., ότι μετά από αίτημα της Εφεσείουσας, η Εφεσίβλητη κατεδάφισε δύο κολόνες και το μπετονένιο στέγαστρο που βρισκόταν στην είσοδο της οικοδομής με την χρήση εκσκαφέα με «πιστόλα» μετά που η οικοδομή είχε σουβατιστεί, με αποτέλεσμα να προκληθούν ρωγμές στην οικοδομή, ότι από τις εκτελεσθείσες εργασίες παρέμεινε υπόλοιπο €47.737,21 και ότι η οικία παραδόθηκε στην Εφεσείουσα το 2006. Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ της Εφεσίβλητης για το ποσό των €47.737,21 και απέρριψε την τροποποιημένη ανταπαίτηση της Εφεσείουσας για το ποσό των €44.704,90, αφού κατέληξε, για λόγους που επεξήγησε, ότι τα στοιχεία που τέθηκαν από πλευράς υπεράσπισης δεν στοιχειοθετούσαν το αξιούμενο ποσό και αντλώντας καθοδήγηση από την Cypra Limited ν. Α. Γιάπας Λίμιτεδ (2015) 1 A.Α.Δ. 1017 όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Έχουμε ήδη ασχοληθεί με το ζήτημα των επισκέψεων του Διευθυντή των Εφεσιβλήτων, κρίνοντας ως ορθή την ανάλογη προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής ασχολήθηκε σε έκταση, αξιολογώντας τόσο τη μαρτυρία του Γεωργίου όσο και αυτή του εμπειρογνώμονα των Εφεσειόντων, με τις κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες, οι οποίες ήταν και το αντικείμενο της ανταπαίτησης. Απέρριψε τις θέσεις των Εφεσειόντων κρίνοντας ότι η σχετική έκθεση της πλευράς τους, τεκμήριο 2(3), δεν είχε τα χαρακτηριστικά σοβαρής και πλήρους μαρτυρίας. Αντίθετα καλυπτόταν από αοριστία, υπερβολή και μη στοιχειοθέτηση επιστημονικής άποψης. Έκρινε επίσης ως μη πειστική τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα, αναλύοντας τους λόγους με αναφορά στα επιμέρους κεφάλαια της μαρτυρίας του. Η σχετική ανάλυση του πρωτόδικου δικαστηρίου, όπως αυτή αποτυπώνεται στις σελίδες 26-29 της απόφασής του είναι πειστική και δεν υπάρχουν περιθώρια παρέμβασής μας προς ανατροπή της. 

 

Με την επιφύλαξη των πιο πάνω το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά κατέληξε πως δεν απεδείχθη, ούτως ή άλλως, το ποσό της προβληθείσας αξίας ή ζημιάς. Οι αρχές που διέπουν την απόδειξη κονδυλίων όπως τα υπό εκδίκαση παρατίθενται στο σύγγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts - Elevcnth edition, volume 1. Εντοπίζονται τα ακόλουθα στην παράγραφο 8-137:

 

«Consideration of the cases illustrated above shows that, in the case of defective work (that is, work not in accordance with the contract) there are in fact three possible bases of assessing damages, namely:

 

(a) the cost of reinstatement;

 

(b) the difference in cost to the builder of the actual work done  and the work specified; or

 

(c) the diminution in value of the work due to the breach of contract.»

 

Η απουσία ανάλογης μαρτυρίας προς απόδειξη με αυστηρότητα και σαφήνεια και με παροχή συγκεκριμένων στοιχείων, οδήγησε, αναπόδραστα, το πρωτόδικο δικαστήριο στην κατάληξη ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης των αξιούμενων ανταπαιτητικά ποσών».

 

Η Εφεσείουσα προβάλλει, με τρεις λόγους έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αντινομικά: κατέληξε στο εύρημα πως η ίδια οφείλει να καταβάλει στην Εφεσίβλητη το ποσό των €47.737,21, πλέον τόκους (πρώτος λόγος), αποδέχθηκε τη θέση της Μ.Ε.2 ότι τα διατακτικά πληρωμής ετοιμάστηκαν από την ίδια, μετά από οδηγίες του πατέρα του Μ.Ε.1, θέση η οποία για πρώτη φορά προωθήθηκε στη δίκη, σε αντίθεση με τις δικογραφημένες θέσεις της Εφεσίβλητης για το ζήτημα αυτό (δεύτερος λόγος), δεν έκανε εύρημα πως η Εφεσείουσα δεν έπρεπε να καταβάλει το ποσό του τελευταίου διατακτικού πληρωμής ημερ. 12.4.06 (τρίτος λόγος).

 

Κρίνουμε ότι και οι τρεις λόγοι έφεσης χρήζουν κοινής αντιμετώπισης και θα εξεταστούν μαζί. Το κύριο επιχείρημα της Εφεσείουσας περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι το Δικαστήριο λανθασμένα εξέδωσε απόφαση υπέρ της Εφεσίβλητης, εφόσον στην κατοικία προκάλεσε κακοτεχνίες, με το κόστος αποκατάστασης των κακοτεχνιών να ανέρχεται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, στο ποσό των €44.704,90.

 

Ως ελέχθη πιο πάνω, η Εφεσίβλητη εξέδωσε διατακτικό (τελικό) ημερ. 12.4.06 (Τεκμ. 11). Με αυτό ζητούσε το συνολικό ποσό των £25.913,35 (€44.275,58). Αναλυτικά, ζητούσε τα εξής: Ποσό πληρωμής που αφορούσε εκτελεσθείσες εργασίες £22.533,35 (€38.500,51) + Φ.Π.Α. £3.380,00 (€5.775,07) = £25.913,35 (€44.275,58). Στην αγωγή, πρόσθεσε στο ποσό των £25.913,35 το ποσό των £2.026,00 (€3.461,63) που αφορούσε κρατήσεις από εκτελεσθείσες εργασίες δυνάμει της συμφωνίας, ποσό το οποίο καταγράφετο και στο τελικό διατακτικό (Τεκμ. 11), ανεβάζοντας το συνολικό ποσό που απαιτείτο με την αγωγή στα €47.737,21.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε σχέση με την απαίτηση της Εφεσίβλητης, στήριξε την κατάληξη του στη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, στα κατατεθέντα τεκμήρια και στο ότι η Εφεσείουσα, στην τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση της, αν και αρνείτο ότι όφειλε το ποσό των €47.737,21, προέβαλε ότι εισηγήθηκε προς την Εφεσίβλητη συμψηφισμό του οφειλόμενου από αυτήν ποσού με το ποσό που απαιτείτο για την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών. Συγκεκριμένα, στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της η Εφεσείουσα ανέφερε πως η εισήγηση της ήταν η ακόλουθη: «όπως, στα πλαίσια συμψηφισμού του κόστους των εναπομείναντων (sic) οικοδομικών εργασιών που οι τελευταίοι εκτέλεσαν στην εν λόγω κατοικία, με το κόστος αποκατάστασης των κακοτεχνιών που οι τελευταίοι προκάλεσαν, όπως αποδεχθούν τη μη είσπραξη οποιουδήποτε ποσού χρημάτων από την Εναγόμενη, προκειμένου να μετριασθεί η οικοδομική ζημιά που υπέστη αυτή». Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε ότι η ύπαρξη οφειλόμενου υπόλοιπου δεν αμφισβητήθηκε από τον Μ.Υ., ο οποίος ανέφερε ότι ο πατέρας του Μ.Ε.1 τού ζητούσε να εκδώσει το τελικό διατακτικό για το υπόλοιπο ποσό και αυτός τού έλεγε ότι δεν μπορούσαν να καταλήξουν, αν δεν επιδιόρθωνε τις κακοτεχνίες.

 

Το ότι εκτελέσθηκαν από την Εφεσίβλητη επιπρόσθετες εργασίες από τα αρχικά συμφωνηθέντα, κατ’ εντολήν της Εφεσείουσας, ότι η Εφεσίβλητη τις συμπλήρωσε πλην κάποιων εξωτερικών μπογιατισμάτων τις οποίες δεν επέτρεψε η Εφεσείουσα να εκτελεστούν και ότι παρέδωσε την οικοδομή στην Εφεσείουσα (παράγραφος 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης) είναι παραδεκτά από την τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση της Εφεσείουσας, με μόνη αμφισβήτηση το ύψος του κόστους των επιπρόσθετων εργασιών και με προβολή του ισχυρισμού των κακοτεχνιών (παράγραφος 20 της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Το ότι εκτελέστηκαν επιπρόσθετες εργασίες ήταν παραδεκτό από τον Μ.Υ., ο οποίος δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού από την Εφεσείουσα προς την Εφεσίβλητη. Κρίνουμε πως το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσείουσα όφειλε στην Εφεσίβλητη το ποσό των €47.737,21 ήταν εύλογο και στηριζόμενο σε ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προσθέτουμε, επίσης, ότι δεν διακρίναμε η μαρτυρία της Μ.Ε.2 να ήταν αντίθετη με τις δικογραφημένες θέσεις της Εφεσίβλητης, αλλά ούτε και αντίθετη με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως προς το ποιος ετοίμασε τα διατακτικά, ως προέβαλε η Εφεσείουσα με τον δεύτερο λόγο έφεσης και την αιτιολογία αυτού.  Προκύπτει από τη μαρτυρία και των δύο ότι υπήρχε συνεργασία της Μ.Ε.2 και του λογιστή της εταιρείας για την ετοιμασία των διατακτικών, των αποδείξεων και του Φ.Π.Α.  

 

Όσον αφορά την ανταπαίτηση της Εφεσείουσας και τους ισχυρισμούς για κακοτεχνίες, επισημαίνουμε πως το ότι δημιουργήθηκαν ρωγμές ήταν παραδεκτό από την Εφεσίβλητη και αυτό φαίνεται από την επιστολή ημερ. 15.9.08 (Τεκμ. 12) την οποία απέστειλε ο πατέρας του Μ.Ε.1 εκ μέρους της Εφεσίβλητης, προς τον Μ.Υ. Στην εν λόγω επιστολή ο πατέρας του Μ.Ε.1 αναφερόταν σε συνάντηση που είχαν, κατά την οποία ο ίδιος συμφώνησε να επιδιορθώσει κάποιες «μικρές ρωγμές», όπως τις χαρακτήρισε και καλούσε τον Μ.Υ. να εκδώσει το τελικό πιστοποιητικό πληρωμής. Παραθέτουμε απόσπασμα από την επιστολή, η οποία, ας σημειωθεί, δεν απαντήθηκε από τον Μ.Υ.:   

 

«Μετά από την αποπεράτωση των εργασιών της ανέγερσης ( περίπου στο Απρίλη 2006 ), συναντηθήκαμε το Νοέμβριο του 2007 μαζί σας και με την κα Αυγούστα, όπου αποφασίσαμε ομόφωνα να επιδιορθώσουμε κάποιες μικρές ρωγμές που είχαν δημιουργηθεί εξωτερικά και ως επίσης να μπογιαντίσουμε εξωτερικά όλη την οικία (με μπογιά δική σας επιλογής και της Ιδιοκτήτριας, όσο αφορά την ποιότητα και το χρώμα).

Στις 13/12/2007 είχαμε τελειώσει με τις επιδιορθώσεις, όταν η κα Αυγούστα εισηγήθηκε να μην προχωρήσουμε με τους χρωματισμούς και να περάσει κάποιο χρονικό διάστημα για να το κάνουμε. Το Ιούνιο το 2008 πήγαμε με το συνεργείο μας για να αρχίσουμε μπογιάντισμα, αλλά η πιο πάνω κυρία μας έδιωξε. Κατόπιν αυτού του γεγονότος σας τηλεφωνήσαμε για να σας ενημερώσουμε και σας παρακαλέσαμε να καθορίσετε συνάντηση με την κα Αυγούστα με σκοπό να μάθουμε τους λόγους που μας έδιωξε.

Δυστυχώς μέχρι σήμερα 15/9/2008 δεν έχετε επικοινωνήσει μαζί μας με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε σε αυτή την δύσκολη θέση. Σας υπενθυμίζουμε ότι δεν έχετε εκδώσει το Τελικό Πιστοποιητικό Πληρωμής και σε περίπτωση που η Ιδιοκτήτρια δεν επιθυμεί να μπογιαντίσουμε την οικία της ξανά, αποδεχόμαστε να αφαιρέσετε όλο το ποσό από τη επιμέτρηση, που αφορά τους εξωτερικούς χρωματισμούς (£ 1416,00 ή                € 2419,38 ).

Παρακαλούμε όπως λάβετε υπόψη σας την επιστολή αυτή και διευθετήσετε το θέμα έτσι ώστε να γίνει και η έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού Πληρωμής το συντομότερο δυνατό».

 

Εξάλλου, και ο Μ.Ε.1, αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι προκλήθηκαν ρωγμές στην κατοικία, τις οποίες όπως είπε, επιδιόρθωσαν.

 

Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Υ., όταν η Εφεσίβλητη έστελλε τα διατακτικά (Τεκμ. 6 - 10), δηλαδή έκανε αίτηση προς τον Μ.Υ. – αρχιτέκτονα στον οποίο ανέφερε τον υπολογισμό του ποσού το οποίο οφείλετο στην εταιρεία από την Εφεσείουσα, ο ίδιος ο Μ.Υ. δεν εξέδιδε οποιαδήποτε (αρχιτεκτονικά) πιστοποιητικά πληρωμής, αλλά έδιδε προφορικά οδηγίες στην πελάτιδα του για πληρωμή. Παρόλο που ισχυρίστηκε ότι το τελευταίο διατακτικό ημερ. 12.4.06 (Τεκμ. 11) που έστειλε ο εργολάβος, δεν το έλαβε, εντούτοις προκύπτει τόσο από το Τεκμ. 12 όσο και από τη δική του μαρτυρία, ότι ήταν ενήμερος αυτού.

 

Ο Μ.Υ. ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών προέκυψαν κάποιες κακοτεχνίες τις οποίες συζητούσε προφορικά τόσο με την Εφεσείουσα όσο και με τον εργολάβο. Ανέφερε, επίσης, ότι η Εφεσείουσα έλαβε κατοχή της κατοικίας το 2006, ο ίδιος κατέγραψε τις κακοτεχνίες το 2010 ή το 2011 (Τεκμ. 15). Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά:

 

«Ε. Εσείς ετοιμάσατε οποιαδήποτε έκθεση για τις κακοτεχνίες αυτές, όπου καταγράψατε τα ευρήματα σας σε σχέση με αυτές;

Α.  Ναι. Κατόπιν παρακλήσεως της πελάτισσας μου, γύρω στο …, δεν θυμούμαι ακριβώς, 2010, 2011, δεν θυμούμαι ακριβώς, κατέγραψα τις κακοτεχνίες αφού φυσικά είχα επισκεφθεί ξανά την οικοδομή της, διότι από τον χρόνο που η πελάτισσα μου κατοίκησε στο σπίτι της μέχρι την καταγραφή αυτών των κακοτεχνιών, είχαν περάσει ήδη 4-5 χρόνια.

Ε.  Είναι αυτή η έκθεση που ετοιμάσατε;

Α.  Ναι, είναι αυτή που έχω και εγώ.

Ε.  Πότε ετοιμάστηκε;

Α.  Δεν θυμούμαι ακριβώς, 2010, 2011».

 

Θεωρούμε χρήσιμο στο παρόν στάδιο να αναφέρουμε ότι η συμφωνία που υπέγραψαν τα διάδικα μέρη περιείχε πρόνοιες, μεταξύ άλλων, για την ακολουθητέα διαδικασία από τον αρχιτέκτονα όταν οι εργασίες από τον εργολάβο είναι έμπρακτα συμπληρωμένες και όταν εμφανίζονται ελαττώματα εντός της περιόδου ευθύνης του εργολάβου. Συγκεκριμένα το άρθρο 16(1) της συμφωνίας (Τεκμ. 4) προνοούσε πως όταν κατά τη γνώμη του αρχιτέκτονα οι εργασίες είναι έμπρακτα συμπληρωμένες, ο αρχιτέκτονας εκδίδει αμέσως πιστοποιητικό για τον σκοπό αυτό και η έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών θεωρείται προς όλους τους σκοπούς ότι έχει πραγματοποιηθεί από την ημέρα που καθορίζεται στο πιστοποιητικό. Το άρθρο 16(2) της συμφωνίας προνοούσε ότι οποιαδήποτε ελαττώματα, συστολές ή λάθη τα οποία θα εμφανιστούν εντός της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα η οποία καθορίζεται στο Παράρτημα της Συμφωνίας, «θα καθορισθούν από τον αρχιτέκτονα εις Κατάλογο Ελαττωμάτων τον οποίο θα συντάξει και παραδώσει εις τον Εργολάβο εντός λογικού χρόνου μετά την εκπνοή της προαναφερόμενης Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα …», και ο εργολάβος «εντός λογικού χρόνου μετά την εκπνοή της προαναφερόμενης Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα και, εντός λογικού χρόνου μετά τη λήψη αυτού του Καταλόγου» οφείλει να προβεί σε επιδιορθώσεις με δικά του έξοδα. Σύμφωνα δε με το Παράρτημα των όρων της συμφωνίας, η περίοδος ευθύνης για ελαττώματα ήταν 12 μήνες «από την ημέρα η οποία αναφέρεται εις το Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης των Εργασιών».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τις διαφορές μεταξύ της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και του Τεκμ. 15, ως προς τα επιμέρους ποσά που απαιτούντο για τις επιδιορθώσεις των κακοτεχνιών και για το ποσό των μη εκτελεσθεισών εργασιών αλλά και ως προς το σύνολο του ποσού που κατ’ ισχυρισμόν απαιτείτο από την Εφεσείουσα, το οποίο στη μεν υπεράσπιση καθορίστηκε στα €44.704,90, στο δε Τεκμ. 15 στο ποσό των €28.786. Το Δικαστήριο υπέμνησε, επίσης, ότι στο Τεκμ. 15 υπήρχε απλή καταγραφή των κακοτεχνιών και των ποσών, χωρίς να υπάρχει σχετική υποστήριξη για την απόδειξη τους. Σημειωτέον ότι το Τεκμ. 15 ήταν ανυπόγραφο και δεν έφερε ημερομηνία. Κατέληξε πως η Εφεσείουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος που είχε στους ώμους της για την απόδειξη των ισχυριζόμενων ζημιών και των απαιτούμενων ποσών, λόγω της μη υποβολής του καταλόγου ελαττωμάτων (Τεκμ. 15) εντός του λογικού χρόνου μετά την εκπνοή της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα:   

 

«Υπάρχει όμως ακόμα ένα στοιχείο που συνηγορεί στην απόρριψη της ανταπαίτησης και έχει να κάνει και με τον χρόνο ετοιμασίας του τεκ.15. Η κατοικία παραδόθηκε στην εναγόμενη το 2006 και το τεκ.15 ετοιμάστηκε από τον ΜΥ ως ο ίδιος ανέφερε το 2010 δηλαδή 4 χρόνια μετά. Το άρθρο 16(2) του συμβολαίου τεκ.4 προβλέπει ότι οποιαδήποτε ελαττώματα ή λάθη που θα εμφανιστούν εντός της περιόδου ευθύνης και που οφείλονται σε υλικά ή τεχνουργία θα καθορισθούν από τον αρχιτέκτονα σε κατάλογο ελαττωμάτων που θα συνάψει και θα παραδώσει στον εργολάβο ενός ευλόγου χρόνου μετά την εκπνοή της περιόδου ευθύνης, που να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το παράρτημα των όρων του συμβολαίου, τεκμήριο 4, καθορίζεται ως περίοδος ευθύνης για ελαττώματα σε κάθε περίπτωση αυτή των δώδεκα μηνών. Στην παρούσα περίπτωση και παρά τα πιο πάνω, η παρέλευση τεσσάρων χρόνων από την παράδοση του έργου στην εναγόμενη δεν είναι δυνατόν να κριθεί ως εύλογος χρόνος. Δεδομένων των ανωτέρω το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να βασιστεί στα στοιχεία που τέθηκαν από πλευράς υπεράσπισης για να καταλήξει σε συμπέρασμα απόδειξης της ανταπαίτησης».

 

Παρατηρούμε πως, παρόλο που η Εφεσείουσα έλαβε κατοχή της κατοικίας και κατοικούσε εντός αυτής από το 2006, ο Μ.Υ. δεν εξέδωσε πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών (άρθρο 16(1) της συμφωνίας, Τεκμ. 4). Ούτε και μετά τη λήψη κατοχής της κατοικίας από την Εφεσείουσα συνέταξε και παρέδωσε κατάλογο ελαττωμάτων στην Εφεσίβλητη εντός λογικού χρόνου μετά την εκπνοή της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα που, με βάση το παράρτημα του συμβολαίου, περίοδος ευθύνης για ελαττώματα καθορίζεται αυτή των 12 μηνών. Επομένως, ήταν ορθή η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου και δεν υπάρχει οποιοδήποτε περιθώριο παρέμβασης μας.

 

Συνακόλουθα, και οι τρεις λόγοι έφεσης απορρίπτονται. Η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται προς όφελος της Εφεσίβλητης και εις βάρος της Εφεσείουσας έξοδα ύψους €2.400 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.                  Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.        Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο