ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 83/2026)
22 Ιουνίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
GEORGHE BARON DAMASCHIN,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Σ. Αργυρού για Σωτήρης Αργυρού & Συνέταιροι, για τον Εφεσείοντα
Σ. Παπαλαζάρου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων στρέφεται εναντίον της καταδίκης του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου αναφορικά με τέσσερα αδικήματα, καθώς και εναντίον των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν.
Πρόκειται για τα πιο κάτω αδικήματα:
· Απειλή κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119(Ι)/2000 και του Άρθρου 91Α του Κεφ. 154, ήτοι απείλησε τον ανήλικο υιό του D.O.B.D. με βία ή άλλη παράνομη πράξη με τη φράση «If it wasn't you, I would mess with your mom» (1η κατηγορία).
· Παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του Άρθρου 122(β) του Κεφ. 154, ήτοι προέβηκε σε πράξη προορισμένη ή η οποία ήταν ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει την δικαστική διαδικασία, δηλαδή είπε στον ως άνω υιό του «Why your mother doesn't drop the charge» η οποία είναι μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση υπ' αριθμόν 4262/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (2η κατηγορία).
· Καταφρόνηση Δικαστηρίου κατά παράβαση του Άρθρου 44 (1) (ιβ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, ήτοι ενώ εξεδόθη το ως άνω ρηθέν Διάταγμα δυνάμει του οποίου απαγορευόταν να παρενοχλεί καθ' οιονδήποτε τρόπο τον ως άνω υιό του, παρέλειψε να το πράξει διαπράττοντας με την πράξη του, σκόπιμη ασέβεια προς τη δικαστική διαδικασία (4η κατηγορία).
· Παρενόχληση θύματος και άλλου προσώπου κατά παράβαση του Ν. 119(Ι)/2000, ήτοι ενόχλησε ή εκφόβισε τον ως άνω υιό του, ο οποίος ήταν θύμα στην ως άνω υπόθεση βίας υπ' αριθμόν 4262/2025, κατά τα ως άνω κατά τρόπο που επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει την εκδίκαση της πιο πάνω υπόθεσης (5η κατηγορία).
Ο εφεσείων αθωώθηκε και απαλλάχθηκε αναφορικά με άλλες τρεις κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένης της κατηγορίας που αφορούσε παράβαση διατάγματος κατά παράβαση του Ν.119(Ι)/2000, ήτοι ότι παρέλειψε να υπακούσει στο εκδοθέν στις 17.7.2025 διάταγμα σε ποινική υπόθεση, δυνάμει του οποίου του απαγορευόταν να παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο τον ως άνω υιό του (3η κατηγορία). Σημειώνουμε το γεγονός αυτό, διότι ο πρώτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι το εν λόγω διάταγμα ουδέποτε επιδόθηκε στον εφεσείοντα ούτε και μεταφράστηκε στη μητρική του γλώσσα, οπότε δεν ήταν δυνατόν ο εφεσείων να παραβαίνει διάταγμα το οποίο δεν του επιδόθηκε. Εν όψει της αθώωσης του εφεσείοντα στη σχετική με το εν λόγω διάταγμα κατηγορία, η αιτίαση περί παράληψης επίδοσης, κρίνεται ατελέσφορη και δεν θα μας απασχολήσει.
Σημειώνουμε, όμως, ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε στην παρουσία του εφεσείοντα, λήφθηκε υπόψη, ώστε να καταλήξει στην ενοχή του στην τέταρτη κατηγορία, όπως περιγράφεται ανωτέρω.
Ως εκ τούτου, θα μας απασχολήσει η εισήγηση του εφεσείοντα ότι το γεγονός ότι δεν έγινε μετάφραση του εν λόγω διατάγματος, αποτελεί παράβαση του Άρθρου 5 του περί του Δικαιώματος σε Διερμηνεία και Μετάφραση κατά την Ποινική Διαδικασία Νόμου του 2014. Πρόκειται για Νόμο που θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2010/64/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Επισημαίνουμε ότι προβλέπεται στο εν λόγω Άρθρο η παροχή μετάφρασης διατάγματος (εφόσον περιλαμβάνεται στα «ουσιώδη έγγραφα»), εντούτοις στο εδάφιο 5 αυτού, προβλέπεται ότι ανεξάρτητα από την εν λόγω πρόβλεψη, το Δικαστήριο δύναται να παρέχει, αντί γραπτής μετάφρασης, προφορική μετάφραση ή/και προφορική σύνοψη αυτού, υπό τον όρο ότι αυτή δεν επηρεάζει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενου του Τεκμηρίου 2 (πιστό αντίγραφο του εκδοθέντος διατάγματος στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 4262/2025), ο εφεσείων ήταν παρών κατά την έκδοση του διατάγματος. Παρούσα ήταν και διερμηνέας η οποία προέβη σε διερμηνεία από το ελληνικά στα ρουμανικά και αντιστρόφως. Το δε πρωτόδικο Δικαστήριο, απέρριψε τη μαρτυρία του εφεσείοντα ότι δεν του μεταφράστηκε, ούτε προφορικά το σχετικό διάταγμα. Η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν έχει σημειωτέον εφεσιβληθεί.
Προκύπτει από όλα τα ανωτέρω, ότι το μόνο που παραμένει προς εξέταση είναι το κατά πόσον έχει επηρεαστεί η διεξαγωγή δίκαιης δίκης από τη μη γραπτή μετάφραση του διατάγματος. Με δεδομένο τη μη προσβολή της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί γνώσης του περιεχομένου του διατάγματος από τον εφεσείοντα, δεν διαβλέπουμε άλλο έρεισμα ώστε να καταλήξουμε ότι η μη γραπτή μετάφραση, επηρέασε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.
Συνακόλουθα της πιο πάνω ανάλυσής μας και κρίσης μας, ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλυσε τη μαρτυρία των ΜΚ3 (υιού του εφεσείοντα) και ΜΚ4 (συζύγου του εφεσείοντα), εσφαλμένα, πράττοντας το αποσπασματικά και όχι στο σύνολό της, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένα αποτελέσματα ως προς την αξιοπιστία τους.
Με την αιτιολογία του λόγου έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε τη μαρτυρία τους, θεωρώντας ότι είπαν την αλήθεια και ότι την αντιπαρέθεσε με τη μαρτυρία του εφεσείοντα καταλήγοντας σε εσφαλμένα αποτελέσματα. Μελέτη της εκκαλούμενης απόφασης δεν παρέχει έρεισμα στην αιτίαση αυτή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφότου αποδέχθηκε τη μαρτυρία τους, προέβη σε αντιπαράθεση με τη μαρτυρία του εφεσείοντα στο πλαίσιο της αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας. Ουδέν μεμπτό εντοπίζουμε στην πρωτόδικη αυτή διεργασία.
Περαιτέρω, προβάλλεται ότι δεν ετοιμάστηκε έκθεση ψυχολόγου που να υποστηρίζει τη ψυχολογική κατάσταση των παραπονούμενων, ώστε να διαπιστωθεί τελικά εάν όντως υπήρξε ψυχολογική ή άλλη βία στον ΜΚ3 κατά τη συνάντησή του με τον εφεσείοντα. Το ζήτημα της ψυχολογικής βίας τίθεται το πλαίσιο της εξέτασης της κατηγορίας 5 ανωτέρω, και το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το εν λόγω αδίκημα συντελείται και χωρίς την απόδειξη πρόκλησης ψυχικής αναστάτωσης, με τον τρόπο που λεπτομερώς στην εκκαλούμενη απόφαση, ήτοι διά της παρενόχλησης. Συνακόλουθα, η απουσία τέτοιας μορφής μαρτυρίας ψυχολόγου, ουδόλως επηρεάζει την ορθότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ3 από το πρωτόδικο Δικαστήριο και την άντληση συμπερασμάτων από αυτή.
Επίσης, σε σχέση με την κατηγορία 1, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά σημείωσε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό ως προς τη δυνατότητα εκφοβισμού, στοιχείο το οποίο απαιτείται δυνάμει του Άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Λέχθηκαν τα εξής:
«Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Δεν απαιτείται να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ’ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος (βλ. σχετικά Kallenos v Police (1969) 2 C.L.R. 210). Η δήλωση που ο κατηγορούμενος προέταξε τοιουτοτρόπως σε ό,τι αφορά τη μητέρα του Μ.Κ. 3, είναι η κρίση του Δικαστηρίου πως δεν συνιστά μία απειλή κενού περιεχομένου όπως υπομνήσθηκε στην εν λόγω υπόθεση Ντζιάν Νετζιήπ v. Αστυνομίας. Οπότε, κρίνεται πως έχουν στοιχειοθετηθεί και τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος του Άρθρου 91Α του Κεφ. 154 και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας επί της κατηγορίας 1 επί τούτης («If it wasn’t you, I would mess with your mom»).»
Περαιτέρω, ως προς το υποκειμενικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι αρκετό όπως αποδειχθεί ότι προκλήθηκε τρόμος ή ανησυχία (βλ. ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13).
Εν όψει των ανωτέρω, και πάλι θεωρούμε ότι η απουσία μαρτυρίας ψυχολόγου, ουδόλως επηρεάζει την ορθότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ3 από το πρωτόδικο Δικαστήριο και την άντληση συμπερασμάτων από αυτή. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνουμε ότι, γενικώς, δεν απαιτείται απαραιτήτως μαρτυρία ψυχολόγου για να αποδειχθεί το στοιχείο του εκφοβισμού. Το ζήτημα μπορεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, να αποδειχθεί και χωρίς μαρτυρία ψυχολόγου.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένη εισήγηση στον λόγο έφεσης ως προς το πώς επηρέασε την αξιολόγηση τη μαρτυρίας της ΜΚ4 η έλλειψη μαρτυρίας ψυχολόγου αναφορικά με αυτή, ούτε και το Εφετείο εντοπίζει οποιοδήποτε έρεισμα στη γενικόλογη εισήγηση του εφεσείοντα.
Προβάλλεται, τέλος, στην αιτιολογία, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη διαφορά μεταξύ των όσων αναφέρθηκαν στις καταθέσεις των ΜΚ3 και ΜΚ4 και των όσων ενόρκως κατέθεσαν. Δεν ευσταθεί η εισήγηση αυτή, καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε ότι υπήρξαν αναφορές στις εν λόγω καταθέσεις σε συμβάντα σε πρότερο χρόνο από τον επίδικο, άσχετες με τα επίδικα ζητήματα, πλην όμως έκρινε ότι οι αναφορές αυτές δεν συνιστούν πλήγμα στην αξιοπιστία των μαρτύρων. Δεν διαπιστώνουμε λόγο επέμβασης του Εφετείου στην κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο έφεσης, στο διάγραμμα αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσείοντα, γίνεται εκτενής αναφορά στις συνθήκες λήψης των καταθέσεων των εν λόγω μαρτύρων και προωθείται συναφώς η θέση ότι το σύνολο των συνθηκών διερεύνησης και λήψης των καταθέσεων αυτών, δημιουργεί σκιές σε τέτοιο βαθμό που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει στα συμπεράσματά του.
Παρατηρούμε ότι η τελευταία αυτή αιτίαση δεν εμπίπτει εντός του λόγου έφεσης και της αιτιολογίας αυτού και ως εκ τούτου δεν θα εξεταστεί. Παραπέμπουμε συναφώς, στα εξής λεχθέντα στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΥΡΕΑ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 13/2022, 14/2022, 15/2022, 16/2022, 17/2022 & 18/2022, ημερομηνίας 25.2.2025:
«Σύμφωνα με το άρθρο 138 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 κάθε Ειδοποίηση Έφεσης, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να εκθέτει πλήρως τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 144, το Εφετείο (προηγουμένως το Ανώτατο Δικαστήριο), ακούει και κρίνει την έφεση μόνον επί των λόγων που εκτίθενται στην Ειδοποίηση Έφεσης. Ομοίως σύμφωνα με το άρθρο 137(3), κάθε έφεση που ασκείται από τον Γενικό Εισαγγελέα επί αθωωτικής απόφασης, θα πρέπει να εκθέτει πλήρως τους λόγους στους οποίος στηρίζεται. Για σκοπούς αναφοράς και μόνον να σημειώσουμε ότι στην Αγγλία με βάση τα Criminal Procedure Rules 2020, κατ' ανάλογο τρόπο, ο εφεσείων οφείλει συμφώνως της παραγράφου 39.3(2) να συμμορφωθεί, μεταξύ άλλων, με τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
«(b) in each ground of appeal identify the event or decision to which the ground relates.
(c) in each ground of appeal summarise the facts relevant to that ground, but only to the extent necessary to make clear what is in issue.
(d) concisely outline each argument in support of each ground.»
Οι λόγοι έφεσης επί του εφετηρίου χωρίζονται σε δύο τμήματα, τον «λόγο έφεσης» και την «αιτιολογία». Στον «λόγο έφεσης», με περιεκτικό, συνοπτικό και στοχευμένο τρόπο προσδιορίζεται επακριβώς ο λόγος για τον οποίο ο εφεσείων παραπονιέται. Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο δύναται με ευκολία να εντοπίσει και να κατανοήσει το παράπονο του εφεσείοντος και με ανάλογη στόχευση, να το εξετάσει και να δώσει απάντηση. Στην «αιτιολογία» σε απόλυτη και περιοριστική συνάφεια με τον «λόγο έφεσης», χωρίς αχρείαστους πλατειασμούς, παρατίθενται οι λεπτομέρειες του «λόγου έφεσης». Ως προδιαγράφει και ο υπότιτλος, δίνεται η αιτιολογία του λόγου έφεσης με παραπομπή σε σχετικά γεγονότα, σε επίμαχες αναφορές στην εκκαλούμενη απόφαση, αλλά και σε βοηθητική νομολογία όπου χρειάζεται. Δεν επιτρέπεται στην «αιτιολογία» η έγερση, επέκταση ή ανάπτυξη θεμάτων που δεν καλύπτονται από τον «λόγο έφεσης», ο οποίος αποτελεί το μόνο και μοναδικό υπόβαθρό προς εξέταση. Όπου γίνεται τούτο, οι αναφορές αγνοούνται από το Εφετείο. Στην Alkis H. Hadjikyriacos (Frou Biscuits) Public Ltd v. Ευσταθιάδης Πολ. Έφεση 322/2013, ημερ.16.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A305, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα:
«.Όπως είναι νομολογημένο, ένα θέμα που δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο έφεσης, όπως στο προκείμενο, αλλά παρείσφρησε ως μέρος της αιτιολογίας του λόγου έφεσης, δεν εξετάζεται. (Βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238). Περαιτέρω, οι λόγοι έφεσης αποτελούν το περιοριστικό πλαίσιο της έφεσης. Δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από αυτό. Οτιδήποτε προβάλλεται ως λόγος έφεσης δεν εξετάζεται, και είναι απαραίτητο όπως με την αιτιολογία προσδιορίζονται τα συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης που καθιστούν μια απόφαση τρωτή. (Βλ. Προκοπίου v. Ryan κ.ά. (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1982).»
Στη Θεοχάρους v. Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» κ.α. Πολ. Έφεση 285/2014, ημερ.27.2.2024 λέχθηκαν τα εξής πολύ σημαντικά:
«Παρεμβάλλουμε, ότι ο κατά τα άλλα εναργής λόγος έφεσης 3, φαίνεται να διευρύνεται, σε τέτοια μεγάλη έκταση στη συνοδευτική αιτιολογία στο εφετήριο, που κατ' ελάχιστον, να προξενεί σύγχυση και τέτοιο πλατειασμό ώστε να αναιρεί - και αυτό όχι ως ζήτημα τύπου ή φορμαλισμού αλλά ουσίας - το καθήκον για συγκεκριμενοποίηση του όποιου λόγου έφεσης ταυτόχρονα με τη συνοδό και άμεσα σχετική αιτιολογία του, η οποία πρέπει να συγκροτεί, ακριβώς, εκείνο που ο λόγος έφεσης αποδίδει και όχι να περικλείει συγκεκαλυμμένα πρόσθετους λόγους έφεσης (Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Tricor Limited, Π.Ε. 28/23, ημ. 6.7.23, ECLI:CY:AD:2023:D98 [Ολομέλεια])».»
Εν όψει όλων των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι προϊόν παραβίασης του Άρθρου 30(2) του Συντάγματος καθότι δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη. Γίνεται συναφώς παραπομπή στις ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΦΑΕΘΩΝ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ, (2004) 1 ΑΑΔ 209 και VASILICO CEMENT WORKS LIMITED AND OTHERS ν. WORLD TIDE SHIPPING CORPORATION AND OTHERS, (1996) 1 ΑΑΔ 389. Υπό το φως των πιο κάτω λεχθέντων στην τελευταία υπόθεση, θα εξετάσουμε τις αιτιάσεις του εφεσείοντα.
«Στην υπόθεση Pioneer Candy Ltd. v. Tryfon and Sons (1981) 1 C.L.R. 540, τέθηκαν ευσύνοπτα τα γνωρίσματα της δεόντως αιτιολογημένης απόφασης. Λέχθηκε ότι είναι: (α) ανάλυση της μαρτυρίας υπό το φως των επίδικων θεμάτων (β) διατύπωση συγκεκριμένων ευρημάτων· και (γ) σαφής δικαστική απόφανση. Η αιτιολόγηση, στην όποια συγκεκριμένη περίπτωση, συναρτάται με τις δικές της ανάγκες και λαμβάνει υπόψη τόσο τη φύση του θέματος όσο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του επ' αυτού προσαχθέντος υλικού. Η έκταση την οποία πρέπει να προσλαμβάνει η ανάλυση ποικίλει. Ανάλυση της μαρτυρίας δεν σημαίνει απαραίτητα τη συζήτηση της κάθε πτυχής με την εξωτερίκευση των επί μέρους στοιχείων του συλλογισμού του δικαστηρίου όσο και άν αυτό θα μπορούσε ίσως να προσθέσει στην πειστικότητα της κατάληξης. Ωστόσο η γενική αναφορά στη μαρτυρία δεν είναι από μόνη της αρκετή: βλ. για παράδειγμα την Ανδρέου ν. Χριστοφόρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 828. Πρέπει να εξειδικεύονται και επί μέρους όψεις ή στοιχεία της, που να εξηγούν γιατί αποτέλεσαν το έρεισμα για την εν συνεχεία διατύπωση ευρήματος. Με άλλα λόγια, η έννοια της αιτιολόγησης σε ό,τι αφορά το στοιχείο της ανάλυσης δεν απαιτεί, όπως καταδείχνουν εναργέστατα οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο,τιδήποτε περισσότερο από την ιδιαίτερη επισήμανση του ερείσματος επί του οποίου τοποθετείται το εύρημα και το εν συνεχεία αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε σαφής και συγκεκριμένη επισήμανση του αποδεικτικού υλικού το οποίο πιστώθηκε από το δικαστήριο ως ικανό για την στήριξη του ευρήματος στο οποίο προέβη, συνάμα και εξήγηση για αυτή την εξέλιξη. Θεωρούμε την πρωτόδικη απόφαση δεόντως αιτιολογημένη.»
Εξειδικεύονται στην αιτιολογία οι εξής αιτιάσεις:
Ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να προέβη σε αυθαίρετο συμπέρασμα ότι ο εφεσείων έχει διαπράξει όσα του καταλογίζονται στην ποινική υπόθεση 4262/2025. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στα εκκαλούμενα αποσπάσματα της απόφασής του, προέβη σε εύρημα ως προς την ύπαρξη του κατηγορητηρίου στην εν λόγω υπόθεση και του περιεχομένου αυτού και στο ότι η ΜΚ4 στην υπό κρίση υπόθεση, αναγραφόταν στον εν λόγω κατηγορητήριο ως η υπ’ αριθμόν 1 μάρτυρας. Πέραν αυτού, δεν προέβη σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ως εισηγείται ο εφεσείων.
Ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε αυθαίρετα συμπεράσματα, καθότι δεν εξέτασε σε βάθος τη μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4. Η αιτίαση αυτή έχει ήδη απορριφθεί στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου έφεσης.
Ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέβλεψε το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν κατέγραψε όλα όσα είπαν οι ΜΚ3 και ΜΚ4 και ότι οι καταθέσεις τους λήφθηκαν υπό ύποπτες περιστάσεις, ως προς το ποιοι ήταν παρόντες και ότι η διαδικασία παραβίαζε τον Νόμο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε όσα υποστήριξε ενώπιόν του η Υπεράσπιση σε σχέση με το ζήτημα αυτό, και απέρριψε με σαφή αιτιολόγηση τις εισηγήσεις της για παραβίαση του δικαιώματος του εφεσείοντα σε δίκαιη δίκη. Τονίζουμε ότι ο παρών λόγος έφεσης περιορίζεται σε εισήγηση περί έλλειψης αιτιολόγησης της πρωτόδικης κρίσης επί των ζητημάτων αυτών. Δεν προσβάλλει την ορθότητα της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον ο τρόπος λήψης των καταθέσεων επηρέασε το δικαίωμα του εφεσείοντα σε δίκαιη δίκη. Γι’ αυτόν τον λόγο, πέραν της διαπίστωσής μας ότι η εκκαλούμενη απόφαση παρέχει επαρκή αιτιολογία, δεν παρέχεται πεδίο επέμβασής μας ως προς την κρίση του. Παραπέμπουμε, συναφώς, στο πιο πάνω απόσπασμα από τη ΜΑΥΡΕΑ (ανωτέρω).
Ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέβλεψε ότι δεν ετοιμάστηκε έκθεση ψυχολόγου που να αφορά τον ΜΚ3 και την ΜΚ4. Έχουμε αναφερθεί ανωτέρω στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου έφεσης ως προς το ατελέσφορο επιχείρημα της Υπεράσπισης περί αναγκαιότητας παρουσίασης έκθεσης ψυχολόγου σχετικά με τον ΜΚ3. Συνεπώς, κρίνουμε ότι δεν απαιτείτο καμία αιτιολογία από το Δικαστήριο ως προς τη συνέπεια της απουσίας αυτής. Αβάσιμη κρίνεται η αιτίαση αυτή.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Συνακόλουθα, εν όψει της απόρριψης των ως άνω τριών λόγων έφεσης, η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την καταδίκη του εφεσείοντα επικυρώνεται.
Στρεφόμαστε στους λόγους έφεσης, οι οποίοι προσβάλλουν τις ποινές φυλάκισης. Σημειώνουμε ότι επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών στην πρώτη κατηγορία, ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην δεύτερη κατηγορία και ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην τέταρτη κατηγορία. Δεν επιβλήθηκε ποινή στην πέμπτη κατηγορία, και διατάχθηκε όπως οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν. Δυνάμει του Άρθρου 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ο χρόνος έκτισης των ποινών μειώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που ο εφεσείων τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 3.10.2025.
Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμπουμε στα όσα λέχθηκαν στην Δ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 57/2020, ημερομηνίας 6.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:B432:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε Πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, ημερ. 5/10/2016 - και επαναλήφθηκαν στη συνέχεια και στις υποθέσεις ΧΧΧ Bora v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/2019, ημερ. 29/9/2020- λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, XXX Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν, Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και XXX Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525).»»
Των πιο πάνω λεχθέντων, ευσταθεί παράλληλα, και η επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, (με παραπομπή στην ΣΑΜΠΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 ΑΑΔ 100) ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων.
Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΛΑΜΠΡΑΚΗ ΚΑΛΛΙΚΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 268/2022, ημερομηνίας 30.9.2025, στην οποία το Εφετείο, υπογραμμίζοντας την έξαρση της ενδοοικογενειακής βίας, την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, τόσο σε σχέση με τον αδικοπραγούντα όσο και σε σχέση με τρίτους, αύξησε την ποινή φυλάκισης στην κατηγορία της απειλής από 11 μήνες σε 18 μήνες. Παρατηρούμε, όμως, ότι η απειλή στην εν λόγω υπόθεση ήταν κατά πολύ σοβαρότερης μορφής και επιπλέον λήφθηκαν υπόψη τα συναφή αδικήματα δύο άλλων ποινικών υποθέσεων. Δεν παραβλέπουμε ότι στην εν λόγω υπόθεση υπήρξε παραδοχή η οποία επιφέρει μία μείωση στην ποινή. Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι η παραπομπή στην εν λόγω απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί, εν προκειμένω, ως ενδεικτική του πλαισίου που οριοθετεί η νομολογία.
Θεωρούμε ότι οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος δεν παρέχουν έρεισμα για το ύψος της επιβληθείσας ποινής, η οποία αντικειμενικά κρινόμενη, είναι έκδηλα υπερβολική. Κρίνουμε, συνεπώς, ότι δικαιολογείται η παρέμβασή μας. Λαμβάνουμε υπόψη ότι ο εφεσείων είναι 72 ετών και το λευκό του ποινικό μητρώο ενέχει, εν όψει τούτου, αυξημένη βαρύτητα. Λαμβάνουμε παράλληλα υπόψη από την άλλη, τα όσα λέχθηκαν στην ΚΑΛΛΙΚΑ (ανωτέρω), σε σχέση με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για το συγκεκριμένο αδίκημα. Σταθμίζοντας αυτά τα δεδομένα, μειώνουμε την ποινή φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία σε 12 μήνες.
Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στην ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 101/2025, 102/2025, ημερομηνίας 28.1.2026, στην οποία το Εφετείο έκρινε ότι ποινή φυλάκισης 12 μηνών αν και επιεικής, δεν ήταν έκδηλα ανεπαρκής. Στην εν λόγω υπόθεση, λήφθηκε υπόψη και άλλη εκκρεμούσα υπόθεση καθώς και προηγούμενη καταδίκη του εφεσείοντα για το ίδιο αδίκημα, επρόκειτο δηλαδή για συστηματική και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά. Επίσης, θεωρήθηκε ως ιδιαίτερα επιβαρυντικό, το γεγονός ότι τα υπό κρίση αδικήματα έλαβαν χώραν ενώ ο εφεσίβλητος βρισκόταν ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας για την υπό κρίση υπόθεση. Ως επιβαρυντικός παράγοντας θεωρήθηκαν και οι ιδιαίτερες περιστάσεις τέλεσης του αδικήματος. Η παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζει ανάλογα επιβαρυντικά στοιχεία. Συνεπώς, θεωρούμε ότι η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη είναι έκδηλα υπερβολική. Με το ίδιο σκεπτικό ως ανωτέρω, μειώνουμε την ποινή φυλάκισης στη δεύτερη κατηγορία, σε 10 μήνες.
Σε σχέση με την τέταρτη κατηγορία σημειώνουμε ότι προβλέπεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών ή πρόστιμο ή αμφότερες οι ποινές. Στη νομολογία απαντώνται ποινές σε σχέση με καταφρόνηση που διαπράττεται in facie curiae, δηλαδή, μπροστά σε Δικαστήριο που συνεδριάζει. Πρόκειται για ποινές 15 ημερών μέχρι ενός μηνός (βλ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΝΙΚΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (Αρ. 2) (2000) 2 ΑΑΔ 224 και
MANTIS ν. POLICE, (1979) 2 CLR 125).
Δεν διαφωνούμε με τα όσα λέχθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι ότι εν προκειμένω η συμπεριφορά του εφεσείοντα δηλοί την περιφρόνησή του προς τη δικαιοσύνη και επιβάλλεται η επιβολή αυστηρής ποινής. Παρά ταύτα, θεωρούμε ότι οι περιστάσεις τέλεσης του αδικήματος σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα σε σχέση με την ηλικία του, δεν δικαιολογούν την επιβολή της επιβληθείσας ποινής, η οποία αντικειμενικά κρινόμενη είναι έκδηλα υπερβολική. Επιμετρώντας όλα τα ανωτέρω, μειώνουμε την ποινή φυλάκισης στην τέταρτη κατηγορία, σε 2 μήνες.
Σχετικός είναι ο πέμπτος λόγος έφεσης ο οποίος επιτυγχάνει, χωρίς να χρειάζεται η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης με τους οποίους προσβάλλεται το ύψος της ποινής.
Στρεφόμαστε στον έβδομο λόγο έφεσης με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αναστείλει την ποινή φυλάκισης. Το πεδίο επέμβασης του Εφετείου σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με το ζήτημα αυτό, έχει επεξηγηθεί προσφάτως στην GEORGIOS TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 139/2025, 141/2025, ημερομηνίας 30.10.2025. Εν προκειμένω, διαπιστώσαμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε, ότι οι μετριαστικοί παράγοντες που επικαλέστηκε ο εφεσείων δεν ήταν τέτοιας φύσεως και βαρύτητας που θα μπορούσαν να υπερκεράσουν την ανάγκη για αποτρεπτική ποινή, εφάρμοσε δηλαδή ορθά τις αρχές ως προς την προσέγγιση του θέματος της αναστολής όπως τέθηκαν, μεταξύ άλλων, στην ΔΑΦΝΗ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2017, ημερομηνίας 21.9.2017. Δεν εντοπίζουμε εσφαλμένη θεώρηση των αρχών της αναστολής, ούτε και εσφαλμένη εφαρμογή τους επί των δεδομένων της υπόθεσης. Συνακόλουθα, δεν χωρεί επέμβασή μας.
Εν όψει των πιο πάνω, η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την επιβολή ποινής, διαφοροποιείται μερικώς, ως ακολούθως:
Στην πρώτη κατηγορία, η ποινή φυλάκισης μειώνεται σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών .
Στη δεύτερη κατηγορία, η ποινή φυλάκισης μειώνεται σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών.
Στην τέταρτη κατηγορία, η ποινή φυλάκισης μειώνεται σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών.
Κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση, επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο