ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε103/2020)
16 Ιουνίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΙΑΚΑΛΛΗ,
Εφεσείοντας,
v.
G & C CHAPPAS ESTATES LTD,
Εφεσίβλητοι.
___________________
Μ. Δαμιανού (κα) για Ρ. Βραχίμης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.
Φ. Χατζηιωάννου (κα) για Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σία, για τους Εφεσίβλητους.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.: Οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν Αίτηση εναντίον του εφεσείοντα και της KIVOTOS HOUSE OF LIGHT & ART LTD (στο εξής θα αναφέρεται η εταιρεία) με σκοπό την οικονομική εξέταση τους σε σχέση με την ικανότητα τους να αποπληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους, δυνάμει απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 24.10.2018 για το ποσό των €109.258,98, πλέον €2.037,00 μηνιαίως, ως αποζημίωση υπό μορφή ενδιάμεσων οφειλών και κοινόχρηστα έξοδα από 01.02.2017, μέχρι παραδόσεως ελευθέρας κατοχής καταστήματος, πλέον δικηγορικά έξοδα.
Ο εφεσείοντας και η εταιρεία καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εφεσείοντα, ο οποίος είναι διευθυντής της εταιρείας.
Η πρωτόδικη διαδικασία διεξήχθη στο πλαίσιο των δύο ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, καθώς και στην προφορική, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία του εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού προχώρησε στην αξιολόγηση της, απέρριψε την αίτηση όσον αφορά την εταιρεία και σε σχέση με τον εφεσείοντα διέταξε όπως αυτός πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις των €500,00 έκαστη, της πρώτης αρχομένης την 01.09.2020 και έκαστη 1η επόμενου μήνα.
Με αυτή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο εφεσείοντας δεν συμφώνησε και καταχώρησε την παρούσα έφεση. Με τον μοναδικό λόγο έφεσης, ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι λανθασμένα και/ή αναιτιολόγητα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε και/ή έκρινε επί των πραγματικών γεγονότων και ευρημάτων της υπόθεσης ότι έπρεπε να εκδώσει διάταγμα για μηνιαίες δόσεις ύψους €500,00.
Η κρινόμενη διαδικασία διέπεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 84 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο επιλαμβάνεται το ζήτημα της εξέτασης ενός εξ αποφάσεως οφειλέτη, ούτως ώστε να καταδειχθεί η ικανότητα του για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του.
Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου, Έφεση Αρ. 29/2019, ημερομηνίας 15.02.2022, αναφέρθηκε ότι:
«Σκοπός της νομοθεσίας, δεν είναι άλλος παρά η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, στοιχείο το οποίο συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται και από την αποτελεσματικότητα της καθόσον σε αντίθετη περίπτωση, δημιουργείται δυσπιστία με ανάλογες επιπτώσεις. Τα προβλεπόμενα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα εκτός σε απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να υπάρχει μια εξισορρόπηση μεταξύ της αναγκαιότητας εκτέλεσης, με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβιώσεως του εξ αποφάσεως οφειλέτη (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Κωνσταντίνου (2000) 1(Β) ΑΑΔ 1034).
Έχει καθιερωθεί περαιτέρω, πως η οικονομική ευχέρεια για την αποπληρωμή του χρέους με δόσεις, συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειας του, τη στέγαση, διατροφή, ιατρική περίθαλψη, μόρφωση των παιδιών του καθώς την οικονομική διακίνηση του οφειλέτη, ώστε να του επιτρέπεται, ως ανωτέρω επισημάνθηκε μια αξιοπρεπής διαβίωση. (Παναγιώτου ν. Μιχαήλ (1998) 1 ΑΑΔ 422, S.Χ ν. Χ.Χ., ΠΕ 31/2015 ημερ. 17/10/2018), ECLI:CY:DOD:2018:11, ECLI:CY:DOD:2018:11.»
Στη βάση του εδαφίου (2) του Άρθρου 84 (πιο πάνω), ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να παρουσιάσει ενόρκως όλα τα βιβλία, έγγραφα ή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του, με σκοπό τη διαπίστωση της περιουσιακής του ικανότητας. Ο σκοπός της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας δεν είναι άλλος παρά να προστατεύσει τον εξ' αποφάσεως πιστωτή, ο οποίος δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του εξ' αποφάσεως οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ' αποφάσεως χρέους.
Στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Τσουρή (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 43 αναφέρθηκε ότι:
«Ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του εξ αποφάσεως οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Έτσι το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του, μετατοπίζεται στους ώμους του. Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει ενόρκως σε πλήρη αποκάλυψη όλων των περιουσιακών του στοιχείων για να δείξει, αν έτσι ισχυρίζεται, πως δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του ή να καθορίσει το ποσό που προτείνει ότι είναι μέσα στην οικονομική του δυνατότητα να πληρώνει μηνιαίως. »
Αυτό που αιτιάται στο περίγραμμα αγόρευσης του ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα εισοδήματα της συζύγου του εφεσείοντα και ότι αυτά δεν θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη ή να είχαν συνυπολογιστεί στην κατάληξη για την διαμόρφωση του ποσού που ο εφεσείοντας διατάχθηκε να πληρώσει.
Με τη θέση αυτή να μας επιτραπεί να διαφωνήσουμε και να αναφέρουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν υπολόγισε το ποσό που λαμβάνει η σύζυγος του εφεσείοντα ως μέρος του δικού του εισοδήματος. Ο υπολογισμός, όπως αυτός παρουσιάζεται στην πρωτόδικη απόφαση, αφορά τα έσοδα και τα έξοδα της οικογένειας, κάτι που και ο ίδιος ο εφεσείοντας καταθέτοντας υπολόγισε, τόσο τα έσοδα και των δύο όσο και τα έξοδα, αναφέροντας όμως ότι και τα δύο έσοδα δεν φθάνουν για τα οικογενειακά έξοδα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπολόγισε ότι τα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας ανέρχονται στο ποσό των €1.168,00, ποσό με το οποίο και ο εφεσείοντας συμφώνησε, και τα έσοδα της οικογένειας ανέρχονται συνολικά, σε €2.447,00, οπότε παραμένει ως οικογενειακό υπόλοιπο €1.279,00.
Ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι ενώ ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο υπολόγισε τα έξοδα του και της οικογένειας του, εσφαλμένα συνάθροισε τις απολαβές του ιδίου και της συζύγου του και κατέληξε ότι παραμένει διαθέσιμο «οικογενειακό» υπόλοιπο από το οποίο θα μπορούσε να πληρώνεται η μηνιαία δόση για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του εφεσείοντα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως εξηγεί στην απόφαση του, κατέληξε ότι ο εφεσείοντας δύναται να καταβάλλει το ποσό των €500,00 μηνιαίως, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που αφορούν τον εφεσείοντα. Ο εφεσείοντας ανέφερε ότι τα καθαρά έσοδα από την εργασία του ανέρχονταν στα €800,00. Όταν ερωτήθηκε αν αναζήτησε άλλες εργασίες για να αυξηθούν τα έσοδα του, απάντησε ότι δεν το έπραξε γιατί δεν παρουσιάστηκε κάτι κατάλληλο, ώστε να του επιτρέπει να συνεχίσει να εργάζεται μετά την εταιρεία όπου εργάζεται, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση που θα κλείσει την εταιρεία και σταματήσει ο κύκλος των εργασιών της δεν θα έχει καθόλου εισόδημα. Ανάφερε ότι η εταιρεία που εργάζεται είναι του γιου του, ο γιος του δεν παίρνει εισοδήματα και είναι ο ίδιος που χειρίζεται τα οικονομικά της και την διευθύνει. Συμφώνησε ότι τα έσοδα της οικογένειας αφαιρουμένου και του ποσού των €1.200,00 που στέλνουν στο γιο τους ανέρχονται περίπου σε €2.500,00. Διαμένει δε, με την οικογένεια του, σε ιδιόκτητο σπίτι της μητέρας του χωρίς την καταβολή ενοικίου.
Αποτελεί κανόνα ότι οι δικαστικές αποφάσεις και διαταγές θα πρέπει να είναι ωφέλιμες, εφαρμόσιμες και τελέσφορες, τα δε χρηματικά ποσά που επιδικάζονται θα πρέπει να καταβάλλονται από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, στην ανάγκη, με τη συνδρομή αποτελεσματικών μέτρων εκτέλεσης.
Η παρούσα υπόθεση δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση Αρέστη v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2002) 1 Α.Α.Δ. 1258, στην οποία μας έχει παραπέμψει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, στην οποία είχε εκδοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο ένα συμβολικό ποσό. Στην υπό κρίση υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού προχώρησε σε μία ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα, απορρίπτοντας όλες τις υπερβολές στις οποίες προέβη, συνεκτίμησε, με ορθό τρόπο, τα οικογενειακά έξοδα διαβίωσης, λαμβάνοντας υπόψη ακόμη και το ποσό των €1.200,00 που στέλλουν στον γιο τους. Ως αποτέλεσμα, η έναρξη του διατάγματος για καταβολή των μηνιαίων δόσεων θα αρχίζει μετά την αποπεράτωση των σπουδών του γιου του εφεσείοντα, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος κατέθεσε.
Περαιτέρω, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από την υπόθεση Θεοδοσίου v. Μάρκου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε59/2020, ημερομηνίας 15.05.2026, στην οποία προστέθηκαν τα εισοδήματα του εφεσείοντα με τον μισθό που λάμβανε η σύζυγος χωρίς να έχει ενώπιον του μαρτυρία αναφορικά με τα έξοδα και τις υποχρεώσεις της συζύγου του εφεσείοντος.
Αξιολογώντας, ωστόσο, όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και ενώπιον μας, θεωρούμε ότι το ποσό των €500,00 ενδέχεται να επηρεάσει το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης του εφεσείοντα, δεδομένου του μισθού του (€800,00 μηνιαίως) και της υποχρέωσης του για συνεισφορά στα οικογενειακά έξοδα (€1.168,00), τουλάχιστον στο 1/3 του συνόλου των οικογενειακών εξόδων, λαμβανομένου υπόψη του ύψους του μισθού της συζύγου του (€1.647,00). Φρονούμε ότι το ποσό των €400,00 προβάλλει πιο εύλογο, υπό τις περιστάσεις.
Συνεπώς, κρίνουμε ορθό, όπως η πρωτόδικη απόφαση τροποποιηθεί μόνο ως προς το ύψος του ποσού που καλείται να πληρώσει ο εφεσείοντας, και δη στο ποσό των €400,00 μηνιαίως για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του.
Η έφεση επιτυγχάνει μερικώς και ο εφεσείοντας διατάσσεται να πληρώνει το ποσό των €400,00 μηνιαίως. Κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται. Σε περίπτωση που ο εφεσείοντας κατέβαλε οποιεσδήποτε δόσεις των €500,00, τότε να γίνει αναπροσαρμογή προς όφελος του εξ αποφάσεως χρέους του και το τυχόν επιπλέον ποσό των €100,00 να συνυπολογιστεί έναντι οποιασδήποτε τυχόν απλήρωτης ή απλήρωτων δόσεων, είτε αυτές είναι παρελθούσες είτε μελλοντικές δόσεις.
Επιδικάζονται έξοδα €500,00, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον των εφεσίβλητων, λαμβανομένης υπόψη της μερικής επιτυχίας της έφεσης.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο