ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. Ε65/2025)
(i-justice)
19 Ιουνίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
Γ. Φ.
Εφεσείων
v.
Ι. Ξ.
Εφεσίβλητης
--------------------
Π. Πιερίδης για Πιερίδης & Πιερίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Τ. Τζίρτη (κα), για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΘΩΜΑ, Δ.: Η Εφεσίβλητη, αιτήτρια στην πρωτόδικη διαδικασία, με εναρκτήρια αίτηση, την οποία καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να καθορίζεται η συνεισφορά του Εφεσείοντος, καθ’ ου η αίτηση στην πρωτόδικη διαδικασία, στα έξοδα διατροφής και συντήρησης του ανήλικου τέκνου τους.
Παράλληλα με την ως άνω εναρκτήρια αίτηση, η Εφεσίβλητη, με ενδιάμεση αίτηση της, αξίωσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος διατροφής ύψους €1.000 μηνιαίως, ως και την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει τον Εφεσείοντα όπως καλύπτει ποσοστό 60% των διδάκτρων του νηπιαγωγείου στο οποίο φοιτά ο ανήλικος και των εξόδων για την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη. Στο πλαίσιο της ανωτέρω ενδιάμεσης αίτησης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 30.5.25, δια της οποίας ο Εφεσείων διατάχθηκε όπως καταβάλλει στην Εφεσείουσα ποσό €500 μηνιαίως, ως η συνεισφορά του στη διατροφή και συντήρηση του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων.
Σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία αναδύονται μέσα από τις εκατέρωθεν καταχωρισθείσες ένορκες δηλώσεις, οι διάδικοι διατηρούσαν δεσμό για τρία περίπου χρόνια. Από τη σχέση τους απέκτησαν τον ανήλικο Μ., ο οποίος γεννήθηκε στις 26.2.23. Ο Εφεσείων, αμέσως μετά τη γέννηση του ανήλικου, προχώρησε στην εκούσια αναγνώριση του. Από τον Ιούνιο του 2024 οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση.
Η Έφεση
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με έξι λόγους έφεσης, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: (α) Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στη μαρτυρία που εμπεριείχετο στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ενδιάμεση αίτηση, την οποία θα έπρεπε να αγνοήσει, εφόσον αποτελεί εξ ολοκλήρου εξ ακοής μαρτυρία, (β) Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε εσφαλμένα ως προς την αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας ή και παρέλειψε να την αξιολογήσει και εκτιμήσει ορθά και κατέληξε σε εσφαλμένα ευρήματα και συμπεράσματα, τα οποία αντιστρατεύονται την κοινή λογική και έρχονται σε αντίθεση με αδιαμφισβήτητα μέρη της μαρτυρίας, (γ) Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/1960, ενώ προέβηκε στην επίλυση της ουσίας της διαφοράς της εναρκτήριας αίτησης, (δ) Το επιδικασθέν ποσό των €500 ως διατροφή είναι υπερβολικό, (ε) Η πρωτόδικη απόφαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και (στ) Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε έξοδα υπέρ της Εφεσίβλητης.
Σύμφωνα με την αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης, τα κριτήρια που έλαβε υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο για να αποδεχθεί την εξ ακοής μαρτυρία του πατέρα της Εφεσίβλητης είναι διαφορετικά από τα καθοριζόμενα στο Άρθρο 27 (2) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Αντίθετα, υποστηρίζεται ότι τα όσα έλαβε υπόψη επενεργούν εναντίον της αποδοχής της εξ ακοής μαρτυρίας. Πιο συγκεκριμένα επενεργούν «εις βάρος του Άρθρου 27(2)(η)», εφόσον γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας, καθότι με αυτό τον τρόπο η Εφεσίβλητη απέφυγε να αντεξεταστεί, καθώς και «εις βάρος του Άρθρου 27(2)(δ)», εφόσον η πολύ καλή σχέση του ενόρκως δηλούντος με την Εφεσίβλητη αποτελούσε κίνητρο για απόκρυψη ή παραποίηση των γεγονότων. Κατά τον Εφεσείοντα, η ύπαρξη γνώσης των γεγονότων από τον ενόρκως δηλούντα, δεν παραγκωνίζει την αναγκαιότητα εφαρμογής του Άρθρου 27 και την υποχρέωση προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, που θα ήταν αυτή της Εφεσίβλητης. Διατείνεται ακόμα ο Εφεσείων ότι η Εφεσίβλητη, παρά το ότι μπορούσε, εντούτοις απέφυγε να έρθει στην Κύπρο και να υποστηρίξει την αίτηση με δική της μαρτυρία, ενώ στην ουσία είχε υποχρέωση να έρθει, προς συμμόρφωση της με το διάταγμα επικοινωνίας του ιδίου με το ανήλικο τέκνο τους.
Όπως προκύπτει, η ενδιάμεση αίτηση της Εφεσίβλητης, στη βάση της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του πατέρα της Εφεσίβλητης. Το ίδιο πρόσωπο υπογράφει και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία καταχωρίστηκε εκ μέρους της Εφεσίβλητης, κατόπιν άδειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως επίσης υπήρξε αδιαμφισβήτητο, η Εφεσίβλητη, κατά τον χρόνο καταχώρισης της ενδιάμεσης αίτησης, βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδαζε. Συνέχιζε δε να βρίσκεται εκεί και κατά τον χρόνο καταχώρισης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην ένορκη δήλωση του ο πατέρας της Εφεσίβλητης αναφέρει τα ακόλουθα: «…η Αιτήτρια... διανύει εξεταστική περίοδο και δεν μπορεί να παρευρεθεί στην Κύπρο για να προβεί η ίδια σε ένορκη δήλωση. Γνωρίζω πλήρως όλα τα θέματα και γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και καλύπτω μέχρι σήμερα όλα τα έξοδα της Αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου των διαδίκων...». Στην δε συμπληρωματική του ένορκη δήλωση επαναλαμβάνει τους ανωτέρω ισχυρισμούς και προσθέτει τα ακόλουθα: «Έχω καθημερινή επικοινωνία με την Αιτήτρια και με ενημερώνει για όσα αφορούν την παρούσα υπόθεση, αλλά και γνωρίζω και τα προσωπικά τους από την αρχή της σχέσης των διαδίκων μέχρι και σήμερα, αφού είμαι πατέρας της και έχω και άριστη σχέση μαζί της».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, προσεγγίζοντας το ζήτημα της μαρτυρίας, επί της οποίας βασίστηκε η αίτηση της Εφεσίβλητης, αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:
«Ένα ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά προτεραιότητα είναι το κατά πόσον πρέπει να αγνοηθούν οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση. […] Η θέση της συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση […[ είναι ότι ο ενόρκως δηλών δεν γνωρίζει τα γεγονότα, δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του και δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν μπορούσε να ορκιστεί η Αιτήτρια.
Ο ενόρκως δηλών επεξηγεί ότι η Αιτήτρια διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα όπου σπουδάζει και δεν μπορούσε να ταξιδέψει στην Κύπρο λόγω εξεταστικής περιόδου και του προγράμματος των μαθημάτων της. Αναφέρει τόσο την πηγή της γνώσης του όσο και την πληροφόρηση του σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λέγοντας ότι γνωρίζει τα γεγονότα και κυρίως τα έξοδα του παιδιού εφόσον τα καλύπτει ο ίδιος και ότι συνομιλεί καθημερινά με την Αιτήτρια η οποία τον ενημερώνει για όσα αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επισημαίνει ότι έχει και ο ίδιος προσωπική γνώση κάποιων γεγονότων που αφορούν τη σχέση των διαδίκων εφόσον είναι ο πατέρας της Αιτήτριας και έχουν άριστες σχέσεις. Επεξηγεί επίσης ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί στις ένορκες δηλώσεις. Σημειώνεται δε ότι οι ισχυρισμοί του τίθενται με την υποστήριξη τεκμηρίων. Στη βάση των πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι οι ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να αγνοηθούν, αν και θα ήταν επιθυμητό να προέβαινε η Αιτήτρια σε αυτές. Συνεπώς προχωρώ στην εξέταση της αίτησης».
Το Μέρος 23 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 περιέχει τους «Γενικούς Κανόνες» για αιτήσεις έκδοσης διαταγμάτων και σύμφωνα με τον Κ.23.13(1) η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας. Κατά τον Κ.23.1 «γραπτή μαρτυρία» σημαίνει «ένορκη δήλωση» ή, όπου κανονισμός το επιτρέπει, «δήλωση μάρτυρα», καθώς και οποιαδήποτε τεκμήρια τη συνοδεύουν. Ο δε Κ.32.15(7) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, προνοεί τα ακόλουθα:
«Οι ένορκες δηλώσεις περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα ως ο μάρτυρας είναι σε θέση με βάση την προσωπική του γνώση να αποδείξει, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, η ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πληροφόρησης και πεποίθησης, μαζί με τις σχετικές πηγές και τους λόγους. Τα έξοδα κάθε ένορκης δήλωσης η οποία περιέχει αχρείαστα στοιχεία εξ ακοής μαρτυρίας ή επιχειρηματολογία ή αντίγραφα ή αποσπάσματα από έγγραφα, θα καταβάλλονται από τον διάδικο ο οποίος την καταχωρίζει».
Ο ανωτέρω Κανονισμός είναι πανομοιότυπος με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση από νομολογία η οποία πραγματεύεται τον ανωτέρω Θεσμό. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης πρέπει να έχει ως πηγή την προσωπική γνώση των γεγονότων από τον ομνύοντα· σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση ο μάρτυρας, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρησή του. Το θέμα ρυθμίζεται από τις διατάξεις της Δ.39 θ. 2, η οποία βασίζεται στους αγγλικούς Θεσμούς που ίσχυαν μέχρι το 1993. Η Αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των παλαιών Αγγλικών θεσμών, υποστηρίζει ότι, ένορκη δήλωση η οποία δε βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών, είναι αντικανονική [βλ. In re J.L. Young Manufacturing Company Limited [1900] 2 Ch. 753, C.A. και Lumley v. Osborne [1901] 1 K.B. 532]».
Απόλυτα σχετική είναι και η υπόθεση Σύγγελου v. Λοΐζου κ.ά. (2017) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3478.
Ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε το ζήτημα ήταν ο ενδεδειγμένος. Αφ’ ης στιγμής ο ενόρκως δηλών είχε προσωπική γνώση για μέρος των γεγονότων της υπόθεσης, περαιτέρω δε, αποκάλυψε την πηγή της πληροφόρησης των γεγονότων για τα οποία δεν είχε προσωπική γνώση, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αγνόησε τις ένορκες δηλώσεις του πατέρα της Εφεσίβλητης και τις έλαβε υπόψη του. Παρά το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκαμε ρητή αναφορά στον Κ.32.15(7) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, εντούτοις στην πράξη εφάρμοσε όσα προβλέπει ο ως άνω Κανονισμός. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσείοντος πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν εφάρμοσε τα καθοριζόμενα στο Άρθρο 27 (2) του Κεφ. 9 κριτήρια, ώστε να αποφασίσει τη βαρύτητα που θα αποδώσει στις ένορκες δηλώσεις του πατέρα της Εφεσίβλητης. Ενόψει του ότι επρόκειτο για ενδιάμεση αίτηση για προσωρινό διάταγμα, δεν απαιτείτο η εφαρμογή των καθοριζομένων στο Άρθρο 27 (2) του Κεφ. 9 κριτηρίων. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας. Γίνεται βέβαια δεκτό πως κάποια, πρωταρχική έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία, με σκοπό να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας κάθε πλευράς (Λόρδος κ.ά ν. Σιακόλας κ.ά. (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 653). Όπως αναφέραμε πρόσφατα στην Α.Α. ν. Ι.Χ., Πολ. Έφ. Ε91/2025, ημερ. 15.5.26, μια τέτοια αξιολόγηση είναι αναγκαία, αλλά μόνο για σκοπούς αφενός ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων χορήγησης προσωρινής θεραπείας και αφετέρου κάποιας προεκτίμησης της δυνητικής αποδεικτικής ισχύος της εκατέρωθεν μαρτυρίας. Έτσι, ακόμα και αν κάποια στοιχεία τα οποία σε αυτό το στάδιο συνεκτιμά το Δικαστήριο σχετίζονται ή και ταυτίζονται με κριτήρια του Άρθρου 27 του Κεφ. 9, εντούτοις αυτή η πρωταρχική αξιολόγηση στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης σε καμμιά περίπτωση δεν ισοδυναμεί με την «Αξιολόγηση της βαρύτητας», την οποία προνοεί το Άρθρο 27 του Κεφ. 9.
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε η θέση του Εφεσείοντος πως η μαρτυρία που εμπεριείχετο στις ένορκες δηλώσεις του πατέρα της Εφεσίβλητης ήταν εξ ολοκλήρου εξ ακοής μαρτυρία. Ως έχει ήδη αναφερθεί, ο ενόρκως δηλών προβάλλει ότι, πέραν του ότι έχει καθημερινή επικοινωνία με την Εφεσίβλητη, η οποία τον ενημερώνει για τα τρέχοντα έξοδα του ανήλικου, γνωρίζει εξ ιδίων ό,τι σχετίζεται με τα έξοδα του ανήλικου και της Εφεσίβλητης, επειδή τα καλύπτει ο ίδιος. Θα προσθέταμε ότι, ακόμα και εάν επρόκειτο για εξ ολοκλήρου εξ ακοής μαρτυρία, τίποτε δεν εμπόδιζε το πρωτόδικο Δικαστήριο να τη συνεκτιμήσει, τηρώντας τα όσα προαναφέραμε, δεδομένου ότι εδώ αποκαλύπτετο η πηγή της πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντος.
Στο περίγραμμα του Εφεσείοντος προβάλλεται ότι δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε επεξήγηση ως προς το γιατί οι ένορκες δηλώσεις υπογράφονται από τον πατέρα της Εφεσίβλητης, καθώς και ότι δεν παρουσιάζεται κάποια εξουσιοδότηση από την Εφεσίβλητη προς τον πατέρα της για να μπορεί ο ίδιος να υπογράψει τις ένορκες δηλώσεις.
Αυτό το οποίο παρατηρούμε είναι ότι τα αμέσως πιο πάνω ζητήματα δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, για αυτό δεν μας παρέχεται η δυνατότητα να τα εξετάσουμε. Σύμφωνα δε με τη νομολογία «Είναι... απαραίτητο να προσδιορίζονται με την αιτιολογία, τα συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης, τα οποία να καθιστούν την εκκαλούμενη απόφαση τρωτή» (Προκοπίου v. Ryan κ. ά (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1982). Θα πρέπει όμως να αναφέρουμε ότι, τουλάχιστον όσον αφορά το ζήτημα της μη όμνυσης της ίδιας της Εφεσίβλητης, όπως επισημάναμε πιο πάνω, έχει δοθεί επεξήγηση από τον πατέρα της Εφεσίβλητης, ότι οφείλετο στην απουσία της Εφεσίβλητης στο εξωτερικό, για σπουδές, η οποία απουσία υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αξίζει να τονιστεί ότι ο ίδιος ο Εφεσείων στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει επί λέξει: «..παραδέχομαι...ότι η Αιτήτρια βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για σπουδές».
Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Όσον αφορά στον δεύτερο λόγο έφεσης, σύμφωνα με την αιτιολογία του, η ένορκη μαρτυρία του πατέρα της Εφεσίβλητης εμπεριέχει αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής, οι οποίες πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του και καταδεικνύουν την πρόθεση του να ψευσθεί. Οι πλείστοι δε ισχυρισμοί του, πέραν του ότι δεν υποστηρίζονται επαρκώς από τεκμήρια, αντικρούονται και απορρίπτονται από τη μαρτυρία του Εφεσείοντος, η οποία είναι δεόντως τεκμηριωμένη. Ο δε ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντος ότι καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα του ανήλικου, παρέμεινε μετέωρος, αφού παρέλειψε να διευκρινίσει (α) εάν προέβη ο ίδιος στις διάφορες αγορές από υπεραγορές στην Ελλάδα και (β) ποια έξοδα από τις αγορές στις οποίες τυχόν προέβη αφορούσαν τον ανήλικο, ώστε να πιστοποιήσει τη γνώση του για τα έξοδα. Περαιτέρω επιρρίπτεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο πως αυθαίρετα αποφάνθηκε ότι ο Εφεσείων παρέλειψε να δώσει μία τεκμηριωμένη εικόνα της οικονομικής του δυνατότητας, την οποία προσπάθησε να παρουσιάσει μειωμένη.
Στην προαναφερθείσα πρόσφατη μας απόφαση στην υπόθεση Α.Α. κ.ά. v. Ι.Χ., Πολ. Έφ. Αρ. Ε91/2025, ημερ. 15.5.26, είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε, μεταξύ άλλων, με το ζήτημα της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Υπομνήσαμε δε τα ακόλουθα:
«Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248).
Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.ά. (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1400, Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία, αλλά μόνο για σκοπούς αφενός ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων χορήγησης προσωρινής θεραπείας και αφετέρου κάποιας προεκτίμησης της δυνητικής αποδεικτικής ισχύος της εκατέρωθεν μαρτυρίας, με προοπτική την εκδίκαση της ουσίας. Αυτό, χωρίς να χρειάζεται να επεκτείνεται λεπτομερώς σε κάθε επιμέρους ζήτημα ή γεγονός για το οποίο ενδεχομένως να υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές. Ουσιαστικά, το εκδικάζον την αίτηση Δικαστήριο ελέγχει και εκτιμά κατά πόσον, στη βάση των όσων έχει ενώπιον του, είναι πιθανόν να επιτύχει ο αιτητής στην κυρίως υπόθεση του. Οι σχετικές αρχές συνοψίστηκαν στην υπόθεση Λόρδος κ.ά. ν. Σιακόλα κ.ά., (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 653 ως εξής:
«Ορθή είναι η κοινή θέση ότι σ΄αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας […].
Όπως εξηγήθηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του. Συνεπώς, τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο»».
Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση του Εφεσείοντος πως το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε λανθασμένα ως προς την αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας. Ορθά, κατά την κρίση μας, περιορίστηκε στην απολύτως αναγκαία αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, προς τον αποκλειστικό σκοπό της εξέτασης της συνδρομής των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια της απόφασης μας, αποφεύγοντας να υπεισέλθει σε βάθος στην αξιολόγηση των αντικρουόμενων ισχυρισμών των εκατέρωθεν πλευρών και να προβεί σε ευρήματα επί αυτών. Όπως ορθά σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο «Οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων θα εξετασθούν και θα αποφασισθούν κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης...».
Ενόψει των όσων έχουμε αναφέρει αμέσως πιο πάνω, η προβαλλόμενη, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, θέση πως οι πλείστοι ισχυρισμοί του πατέρα της Εφεσίβλητης αντικρούονται και απορρίπτονται από τη μαρτυρία του Εφεσείοντος, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού, όπως έχουμε αναφέρει, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβηκε σε αξιολόγηση των αντικρουόμενων ισχυρισμών. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε και η προβαλλόμενη θέση πως η μαρτυρία του πατέρα της Εφεσίβλητης δεν υποστηρίζεται επαρκώς από τεκμήρια. Όπως έχουμε παρατηρήσει, για τα πλείστα από τα κατ’ ισχυρισμόν έξοδα που αφορούν τον ανήλικο παρουσιάζονται λεπτομερείς αποδείξεις, όπως τα επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση του πατέρα της Εφεσίβλητης τεκμήρια 4 έως 11. Αξίζει να επισημανθεί ότι για όσα από τα αξιούμενα κονδύλια δεν παρουσιάστηκαν αποδείξεις, όπως για παράδειγμα το κονδύλι για την ψυχαγωγία, αγνοήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Καθ’ όσον αφορά την προβαλλόμενη θέση πως η μαρτυρία του πατέρα της Εφεσίβλητης εμπεριέχει αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής, σε βαθμό που πλήττουν καίρια την ποιότητα της μαρτυρίας του, παρατηρούμε ότι δεν έχει διατυπωθεί με την απαιτούμενη σαφήνεια και λεπτομέρεια, αφού δεν καταγράφονται οι κατ΄ ισχυρισμόν αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Tricor Ltd, υπό εκκαθάριση, Πολ. Έφ. 28/2023 ημερ. 6.7.23, ECLI:CY:AD:2023:D98 «η αιτιολογία [...] αναμένεται πως θα χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, βραχυλογία και αναγκαία λεπτομέρεια...». Στην προκείμενη περίπτωση, τα όσα ανωτέρω προβάλλονται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, αναμφίβολα δεν βρίσκονται σε συμφωνία με την ως άνω νομολογιακή αρχή, με αποτέλεσμα να μην μας παρέχεται η δυνατότητα για εξέταση τους.
Μέμφεται επίσης ο Εφεσείων τον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε τους δικούς του ισχυρισμούς εν σχέσει με την οικονομική του κατάσταση, παραπονούμενος ότι αυθαίρετα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε πως προσπαθεί «εντέχνως» να παρουσιάσει μειωμένη την οικονομική του δυνατότητα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επισήμανε την εκ της νομολογίας επιβαλλόμενη υποχρέωση σε κάθε διάδικο σε αυτού του είδους τις υποθέσεις να αποκαλύπτει ειλικρινώς τα εισοδήματα του και τη δική του οικονομική δυνατότητα (Δημητρίου v. Περδίου (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 1418). Διευκρινίζουμε βέβαια πως η παρατεθείσα νομολογία αφορούσε εναρκτήρια αίτηση και συνεπώς τελική αξιολόγηση. Η επίκληση της σε ενδιάμεσες διαδικασίες θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και πάντοτε σε συνάρτηση με το προαναφερθέν καθήκον της προεκτίμησης της αποδεικτικής ισχύος της εκατέρωθεν μαρτυρίας. Στην παρούσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλήγει ως ακολούθως:
«Ο καθ' ου η αίτηση από την άλλη προσπαθεί εντέχνως να παρουσιάσει μειωμένη την οικονομική του δυνατότητα. Οι ισχυρισμοί του ότι από την οικογενειακή επιχείρηση λαμβάνει μόνο το ποσό των €1.000 προκαλεί εύλογα ερωτήματα όπως το γιατί δεν αναζητά άλλη εργασία, με υψηλότερα εισοδήματα. Από το πιστοποιητικό εισφορών που κατέθεσε προκύπτει ότι άλλοι υπάλληλοι της εταιρίας λαμβάνουν πολύ περισσότερα χρήματα από τον ίδιο, γεγονός που επισήμανε και ο πατέρας της Αιτήτριας. Οι ισχυρισμοί του τελευταίου ότι ο Καθ' ου η αίτηση διευθύνει την επιχείρηση με εισοδήματα άλλα από αυτά που δηλώνει, έχουν τη σημασία τους, εφόσον στο παρελθόν εργαζόταν και η Αιτήτρια στην επιχείρηση και προφανώς ως πρώην σύντροφος του Καθ' ου η αίτηση έχει κάποια γνώση της πραγματικής του οικονομικής του κατάστασης.
Περαιτέρω, ενώ ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι πωλεί αυτοκίνητα με προμήθεια διατηρεί σιγήν ιχθύος ως προς τα ποσά που κερδίζει. Συνεπώς, το γενικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση, παρέλειψε να δώσει μία τεκμηριωμένη εικόνα των οικονομικών του δυνατοτήτων, έστω στο βαθμό που αυτό απαιτείται για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας».
Αναγνωρίζουμε ότι οι φράσεις «προσπαθεί εντέχνως» και «γενικό συμπέρασμα», ενδεχομένως να δημιουργούν την εντύπωση οριστικής διάγνωσης των ζητημάτων. Υπ’ αυτή την έννοια ίσως δεν είναι οι πιο επιτυχείς εκφράσεις. Κρίνουμε όμως πως αυτές δεν πρέπει να ιδωθούν εκτός του πλαισίου στο οποίο έχουν καταγραφεί και δη αυτού της ενδιάμεσης διαδικασίας. Στη βάση της εκατέρωθεν μαρτυρίας ήταν δικαιολογημένη η εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως ο Εφεσείων δεν προέβηκε σε μία «τεκμηριωμένη εικόνα», υπό την έννοια ολοκληρωμένης ή συνολικής αναφοράς για την οικονομική του κατάσταση. Θα πρέπει δε να επισημανθεί πως το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε πλήρη αντίληψη του ενδιάμεσου σταδίου, εξ ου και τόνισε ότι «Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο γίνονται για σκοπούς εξέτασης της έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην εναρκτήρια αίτηση, παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας». Τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν απο το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ευθυγραμμισμένα με τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Α. Μ. v. M. Z. Έφ. Αρ. 23/2019, ημερ. 28.7.20, και συγκεκριμένα ότι «...πρόκειται για ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο εκδίδεται γιατί υπάρχει υποχρέωση και των δύο γονέων να συνεισφέρουν στη διατροφή του ανηλίκου από τη διάσταση και πως αυτό περιορίζεται μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, όπου το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί της ουσίας της αίτησης με βάση τα πραγματικά εισοδήματα των διαδίκων και των αναγκών του ανηλίκου...».
Ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Λόγω της συνάφειας και αλληλοσύνδεσης τους, οι λόγοι έφεσης 3 και 4 θα συνεξεταστούν. Ως έχει ήδη αναφερθεί, με τον τρίτο λόγο έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ενώ με τον τέταρτο λόγο παραπονείται ότι το επιδικασθέν ποσό των €500 ως διατροφή του ανηλίκου είναι υπερβολικό. Σύμφωνα με την αιτιολογία, η εκούσια καταβολή από τον Εφεσείοντα ποσού €350 μηνιαίως ως διατροφή του ανηλίκου, καθιστά την αίτηση πρόωρη και αποκλείει τη συνδρομή της προϋπόθεσης για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, καθώς και την προϋπόθεση της αδυναμίας απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ό,τι αμφισβητεί δηλαδή ο Εφεσείων είναι τη συνδρομή της πρώτης και τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση ο Εφεσείων παραπονείται ότι δεν επεξηγήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο γιατί δεν θα μπορούσε να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή να καταβληθεί αναδρομικά στο τέλος της διαδικασίας, η διαφορά που τυχόν θα προέκυπτε, σε περίπτωση επιδίκασης ποσού διατροφής μεγαλύτερου αυτού που ήδη καταβάλλει. Διατείνεται ακόμα ο Εφεσείων πως δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι τέθηκε σε κίνδυνο η διαβίωση του ανηλίκου.
Στην πρόσφατη απόφαση μας στην υπόθεση Α. A. κ. ά. v. I. Χ. (ανωτέρω), αναφέραμε τα ακόλουθα:
«Είναι επίσης καλώς νομολογημένο ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, ενδιάμεσο διάταγμα δύναται να εκδοθεί όταν καταδεικνύεται σωρευτικά (i) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (ii) ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και (iii) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others (1982) 1 C.L.R.557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 354)».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο Άρθρο 33 (1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, 216/90, το οποίο επιβάλλει στους γονείς την υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ανάλογα με τις δυνάμεις τους, όπως επίσης και στο Άρθρο 37 (1) του ιδίου Νόμου, το οποίο προνοεί ότι η διατροφή καθορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, καταλήγει ως ακολούθως:
«Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η υποχρέωση των γονέων να διατρέφουν τα τέκνα τους πηγάζει από το νόμο και σκοπό έχει την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών για τη συντήρηση και διατροφή τους και την κάλυψη άλλων αναγκών, όπως αυτές προκύπτουν στην καθημερινότητα τους. Για παράδειγμα αυτών που σχετίζονται με την εκπαίδευση και την υγεία τους. Η μη καταβολή από τον ένα εκ των δύο υπόχρεων του ποσού που του αναλογεί προς επίτευξη του πιο πάνω σκοπού, θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη διαβίωση των ανηλίκων. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση αναπόφευκτα υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά και πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία στην εναρκτήρια αίτηση.
Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, η οποία είναι συνυφασμένη με την επάρκεια αποζημιώσεων κατά την έκδοση της απόφασης, θεωρώ ότι πληρείται (sic) και αυτή. Η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στη διασφάλιση της συμβολής των διαδίκων στη διατροφή και γενικότερα στην κάλυψη των βασικών αναγκών του ανηλίκου μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης. Η φύση της διαδικασίας είναι τέτοια που τη διαφοροποιεί από άλλες διαδικασίες που έχουν ως σκοπό την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Η όποια αποζημίωση ενδεχομένως επιδικαστεί μετά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητική, ενόψει του ότι η συντήρηση και η ευημερία του ανηλίκου αδιαμφισβήτητα είναι καθημερινή και τρέχουσα ανάγκη και εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης».
Κατά την κρίση μας, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/60, αφού εκτίμησε σφαιρικά το μαρτυρικό υλικό που είχε ενώπιον του. Τα όσα ανωτέρω αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ευθυγραμμισμένα με τις νομολογιακές αρχές, οι οποίες διέπουν το ζήτημα της έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων σε υποθέσεις διατροφής ανηλίκων, δυνάμει του Άρθρου 33(1) του Ν. 216/90 (Φ. Κ. v. Χ. Π., Πολ. Έφ. Αρ. Ε15/24, ημερ. 26.7.24, Α. Μ. v. Μ. Ζ. (ανωτέρω)). Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του Εφεσείοντος πως το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε στην επίλυση της ουσίας της διαφοράς της εναρκτήριας αίτησης. Επισημαίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο τόνισε ότι: «...δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης, ούτε προδικάζει οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με αυτήν».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να εξετάσει και τη θέση του Εφεσείοντος πως η αίτηση της Εφεσίβλητης είναι πρόωρη λόγω του ότι καταβάλλει, με δική του πρωτοβουλία, ποσό €350 μηνιαίως για τη διατροφή του ανηλίκου. Βασιζόμενο δε σε σχετική νομολογία (Δημοσθένους v. Δημοσθένους, Έφ. Αρ. 21/2019, ημερ. 29.6.20), απέρριψε την ως άνω θέση, καταλήγοντας στο ότι: “Οποιαδήποτε διαφωνία των διαδίκων ενέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει τον καθ’ ου η αίτηση είτε να σταματήσει να συνεισφέρει στα έξοδα του παιδιού, είτε να μειώσει τη συνεισφορά του. Μόνο η δεσμευτικότητα ενός διατάγματος διασφαλίζει διαχρονικά και σταθερά την καταβολή ενός ποσού που το Δικαστήριο κρίνει εύλογο για τη συνεισφορά του στη διατροφή του ανηλίκου, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η διατροφή και η ευημερία του».
Ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο χειρίστηκε το ανωτέρω ζήτημα ήταν απόλυτα ορθός, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται πεδίο για επέμβαση μας.
Ως έχουμε ήδη αναφέρει, με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται πως το επιδικασθέν ποσό των €500 μηνιαίως, είναι υπερβολικό. Σύμφωνα με την αιτιολογία, το ανωτέρω επιδικασθέν ποσό έρχεται σε αντίθεση με το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για διογκωμένα έξοδα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν ήταν υποχρεωμένο να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες, («σε υπολογισμό με σεντ»), αλλά να σταθμίσει τις ανάγκες του ανηλίκου και να καταλήξει σε συμπέρασμα που θα επαναφέρει τον ανήλικο σε μία όσο το δυνατό πλησιέστερη κατάσταση, όπως θα ήταν εάν οι διάδικοι συζούσαν, καταλήγει στα ακόλουθα:
«Παρατηρώ ότι κάποια από τα επιμέρους κονδύλια παρουσιάζονται διογκωμένα, όπως για παράδειγμα αυτά που αφορά (sic) την διατροφή, την ένδυση και υπόδηση και τα μεταφορικά έξοδα, τα οποία κρίνεται ότι μπορούν να καλυφθούν και με μικρότερα ποσά. Ως προς την ανάγκη στέγασης της Αιτήτριας σημειώνεται ότι θα μπορούσε να καλυφθεί με την ενοικίαση μικρότερου διαμερίσματος, άρα και χαμηλότερου ενοικίου. Ως ο γονέας που έχει υπό τη φύλαξη της το ανήλικο αναγκαστικά ενοικιάζει μεγαλύτερο διαμέρισμα για να εξυπηρετεί και τις ανάγκες του παιδιού. Συνεπώς, η αναλογία του παιδιού θα πρέπει να καθοριστεί σε ένα εύλογο ποσό για την στέγαση του, επιπλέον της ανάγκης στέγασης της Αιτήτριας. Τα δε κοινόχρηστα που καταβάλλει η Αιτήτρια θα τα επωμιζόταν ούτως η αλλιώς (sic).
Αναφορικά με το κονδύλι της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης δεν δίδεται κάποια εξήγηση γιατί απαιτείται το ποσό των €100 μηνιαίως, το οποίο κρίνεται υπερβολικό. Τα έξοδα ψυχαγωγίας δεν τεκμηριώνονται καθ' οιονδήποτε τρόπο πλην από κάποιες αποδείξεις από ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια. Πέραν τούτου το ποσό κρίνεται υπερβολικό δεδομένων των ισχυρισμών της Αιτήτριας για το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα της στο Πανεπιστήμιο και το πολύ διάβασμα που έχει καθημερινά. Ως προς τα έξοδα φοίτησης του Μ. στο νηπιαγωγείο, λαμβάνεται υπόψιν ότι η φοίτηση διακόπτεται κατά τους δύο τελευταίους καλοκαιρινούς μήνες. Εν πάση περιπτώσει, μετά την εξεταστική περίοδο οι πλείστοι φοιτητές επιστρέφουν στην χώρα τους. Τέλος, σημειώνεται ότι ενώ η Αιτήτρια αξιώνει επιπλέον του ποσού των €1.000 μηνιαίως, τη συμβολή του Καθ' ου η αίτηση στο 60% των εξόδων φοίτησης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, φαίνεται ότι έχει συμπεριλάβει στα μηνιαία έξοδα του παιδιού ύψους €1.855 τα δύο πιο πάνω κονδύλια».
Δεν συμμεριζόμαστε την προβαλλόμενη, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, θέση πως ο καθορισμός του ποσού των €500 μηνιαίως βρίσκεται σε αντίθεση με τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για διογκωμένα έξοδα. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η Εφεσίβλητη με την ενδιάμεση αίτηση της αξίωσε την επιδίκαση €1.000 μηνιαίως, ποσό το οποίο δεν αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, μειώνοντας το κατά το ήμισυ. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο σε τέτοιου είδους υποθέσεις δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά έχει καθήκον να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και συντήρησης (Μαρκουλίδης v. Μαρκουλίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1386). Ως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Παναγιώτου v. Σφικτού (2001) 1(A) Α.Α.Δ. 625, η οποία μνημονεύεται και από το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες οι οποίοι διαδραματίζουν ρόλο στην καλύτερη αντίληψη των γεγονότων προς εντοπισμό των πραγματικών αναγκών σνγκεκριμένων ατόμων».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο ποσό των €500, αφού στάθμισε μεταξύ, αφενός των αναγκών του ανηλίκου και αφετέρου της οικονομικής δυνατότητας των διαδίκων, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη πως «...η υποχρέωση διατροφής ανηλίκων προηγείται κάθε άλλης οικονομικής υποχρέωσης του υπόχρεου προς διατροφή...». Κατά την κρίση μας, το ως άνω ποσό καθορίστηκε δίκαια και ισοζυγισμένα από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Συνεπώς δεν παρέχεται πεδίο για επέμβαση μας.
Οι λόγοι έφεσης 3 και 4 απορρίπτονται.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επεξεργάστηκε όλους τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος και πιο συγκεκριμένα τον ισχυρισμό του ότι η Εφεσίβλητη διαμένει με συγκάτοικο, όπως και τον ισχυρισμό του ότι αυτή κατέχει ιδιόκτητο διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη.
Στην υπόθεση Λάρκος ν. Κατσιαρή (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1694, η οποία επίσης αφορούσε ακρόαση αίτησης στη βάση γραπτής μαρτυρίας, τονίστηκε πως η αιτιολογία μιας απόφασης ποικίλλει ανάλογα με τον χαρακτήρα και την έκταση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώ στην Κρητικού ν. Π. Γ. Παυλίδης Enterprises Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 969 λέχθηκε πως η ανάλυση της μαρτυρίας εστιάζεται σε εκείνα τα θέματα που έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα ζητήματα.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχει, κατά την κρίση μας, όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μίας ορθά αιτιολογημένης απόφασης και κυρίως περιέχει την απαραίτητη αιτιολογία η οποία παρέχει ευχέρεια στο Εφετείο να αξιολογήσει την ορθότητα της, ως ορίζεται στην Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα (2009) 1 Α.Α.Δ. 473. Το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν σχολίασε τους ως άνω ισχυρισμούς του Εφεσείοντος, δεν καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση αναιτιολόγητη. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε μία σφαιρική αντίκρυση του μαρτυρικού υλικού που είχε ενώπιον του, αποφεύγοντας να προβεί σε λεπτομερή αποτίμηση του και σε αξιολόγηση του κάθε ισχυρισμού, έργο στο οποίο θα προβεί κατά το τελικό στάδιο της ακρόασης της εναρκτήριας αίτησης (Φ. Κ. v. Χ. Π. Πολ. Έφ. Αρ. Ε15/24, ημερ. 26.7.24).
Θα πρέπει ακόμα να επισημάνουμε ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του Εφεσείοντος δεν έχουν συναρτηθεί με κάποιο εισόδημα της Εφεσίβλητης, το οποίο δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον τελευταίο λόγο έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε τα έξοδα της αίτησης εναντίον του και υπέρ της Εφεσίβλητης. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, προ και κατά τον χρόνο καταχώρισης της ενδιάμεσης αίτησης, ο Εφεσείων κατέβαλλε εκούσια ποσό €500 μηνιαίως ως διατροφή του ανήλικου. Συνεπώς, κατά την εισήγηση, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε λανθασμένα.
Στην πρόσφατη απόφαση μας στην υπόθεση Μ. Τ. v. Κ. Γ. Πολ. Έφ. Αρ. Ε82/2025, ημερ. 10.6.26, υποδείξαμε τα ακόλουθα:
«Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η γενική αρχή είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης. Όπως λέχθηκε στην Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477:
«Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στην Χάσικος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389».
Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι δεν αποδεχθήκαμε τον ισχυρισμό του Εφεσείοντος πως η ενδιάμεση αίτηση ήταν πρόωρη συνεπεία του ότι κατέβαλλε εκουσίως το ποσό των €350 μηνιαίως ως διατροφή του ανηλίκου. Δεν βρίσκουμε λόγο να επέμβουμε στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια επί του θέματος των εξόδων. Η Εφεσίβλητη, ως επιτυχούσα διάδικος, δικαιούτο στην προς όφελος της επιδίκαση των εξόδων.
Ο έκτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται έξοδα €700, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ της Εφεσίβλητης και εις βάρος του Εφεσείοντος.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο