ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 185/2026)
21 Ιουλίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΛΟΪΖΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
Εφεσείων
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Εφεσίβλητης
______________________________
Λοΐζος Νεοφύτου με Τατιανή Τελιανίδου (κα) και Αθανάσιο Καφαντάρη για Χ. Τιμοθέου & Λ. Νεοφύτου, για τον Εφεσείοντα
Χρύσω Κυριακίδου (κα) με Πανίκκο Αβραμίδη, για τον Γενικόν Εισαγγελέα
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Ex Tempore)
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η έφεση αυτή αφορά το διάταγμα κράτησης για τρεις ημέρες του υπόπτου το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Εναντίον του υπόπτου διερευνώνται αδικήματα για γραπτές απειλές για φόνο, διάδοση πορνογραφικού υλικού ή υλικού σεξουαλικού περιεχομένου, παρενόχληση, παρενοχλητική παρακολούθηση, ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές Δικαστηρίου και για άσκηση ψυχολογικής βίας.
Σύμφωνα με την παραπονούμενη στην υπόθεση η ίδια και ο ύποπτος διατηρούσαν σχέση κατά το εξάμηνο από τον Αύγουστο του 2024 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025. Μετά τον χωρισμό τους υπήρξαν κάποιες προσπάθειες επανασύνδεσης, δεδομένου ότι η ίδια ήθελε να δώσει κάποιες ευκαιρίες πιστεύοντας ότι θα άλλασσε η συμπεριφορά του υπόπτου. Δεν επήλθε μόνιμη επανασύνδεση. Η δε παραπονούμενη προέβη στο παρελθόν και σε άλλες καταγγελίες εναντίον του. Εξαιτίας της πιο πρόσφατης από εκείνες τις καταγγελίες στις 30.5.2026 είχε καταχωριστεί άλλη ποινική υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε και δικαστικό διάταγμα, απαγορεύον στον ύποπτο να την πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων ή να επικοινωνεί καθ' οιονδήποτε τρόπο μαζί της. Εκείνη η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση στις 18.12.2016.
Η επίμαχη εδώ καταγγελία αφορά κατ' ισχυρισμόν παρενόχληση και απειλές που η παραπονούμενη δέχτηκε από τον ύποπτο τα ξημερώματα της 8ης Ιουλίου 2026, μετά την επιστροφή της από νυχτερινή έξοδο περί τις 05:30 από μπαρ στο οποίο είχε εισέλθει και ο ύποπτος περί τις 23:40 χωρίς να της μιλήσει ή να την ενοχλήσει κατά τη διάρκεια που η ίδια ήταν εκεί. Στα εν λόγω μηνύματα που ο ύποπτος απέστειλε σύμφωνα με τη μαρτυρία της, την εξύβριζε, και την απείλησε ότι θα την «τελειώσει» και θα τη «διαλύσει» εάν «τον δώσει». Παρόμοια μηνύματα έλαβε από δύο ξεχωριστούς αριθμούς κινητής τηλεφωνίας, η δε ίδια τον ταυτοποίησε από τον τρόπο γραφής του, από τα λεγόμενά του, από φωτογραφίες τις οποίες εκείνος απέστειλε και από τη φωνή του όταν η ίδια κάποια στιγμή τον κάλεσε τηλεφωνικά μετά από δική του απαίτηση με απειλές.
Οι αρχές οι οποίες διέπουν την προσωποκράτηση υπόπτου εξηγήθηκαν και αναλύθηκαν σε πληθώρα δικαστικών αποφάσεων. Συνοψίζονται στην υπόθεση Mahapini v. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 330, όπου αναφέρεται ότι για να διαταχθεί προσωποκράτηση:
«(α) Θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία που να αποκαλύπτει τη διάπραξη κάποιου αδικήματος.
(β) Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να δημιουργεί εύλογη υπόνοια ή υποψία πως ο ύποπτος εμπλέκεται στο αδίκημα.
(γ) Οι αστυνομικές ανακρίσεις θα πρέπει να βρίσκονται σε εξέλιξη, και
(δ) Η κράτηση του υπόπτου θα πρέπει να είναι αναγκαία για διευκόλυνση των αστυνομικών εξετάσεων.»
(βλ. Αριστοδήμου κ.ά. ν Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 667).
Στην παρούσα αμφισβητείται με τους δύο λόγους έφεσης ουσιαστικά η τελευταία προϋπόθεση, δηλαδή η αναγκαιότητα της κράτησης. Η πρωτόδικη Δικαστής αναφέρθηκε στο θέμα αυτό λέγοντας ότι:
«Η αναγκαιότητα για την έκδοση εντάλματος προσωποκράτησης μπορεί να εδράζεται στο δημόσιο συμφέρον της διαφύλαξης της πορείας του ανακριτικού έργου από τον κίνδυνο παρέμβασης του υπόπτου στην περίπτωση που παραμείνει ελεύθερος, σε σχέση με μάρτυρες ή και τεκμήρια της υπό διερεύνηση υπόθεσης και όχι μόνο. Ο κίνδυνος πρέπει να καταφαίνεται υπαρκτός, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που προσκομίζεται και να είναι τέτοιος που να αντισταθμίζει το ατομικό δικαίωμα του υπόπτου στην ελευθερία του, ικανοποιώντας την αρχή της αναλογικότητας (Pitsillos v. the Police (1966) 2 C.L.R. 50, 55, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΚΟΥΔΟΥΝΙΑ, Αίτηση Αρ. 47/2022, 3/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:D172).»
Αυτό το οποίο πρέπει να τονίσουμε από δικής μας πλευράς είναι πως όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Στυλιανού v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 246/18, ημερ. 12.9.2018:
«Σε περιπτώσεις όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις σωστές αρχές δικαίου και δεν παρεισφρύουν στην κρίση του γεγονότα άσχετα με τα επίδικα θέματα, το Εφετείο δεν παρεμβαίνει (Σχουρή v. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 56). Η έφεση δεν παρέχει το μέσο και δεν αποτελεί μια δεύτερη ευκαιρία για επανεξέταση των ισχυρισμών του εφεσείοντα τους οποίους εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, νοουμένου ότι άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια στα ορθά πλαίσια. Παραπέμπουμε συναφώς και στην Μαυρομιχάλη v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 62/2014, ημερ. 9.4.2014, όπου τονίστηκε πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας από το πρωτόδικο Δικαστήριο «δεν αναθεωρείται με γνώμονα την ορθότητα της (πρωτόδικης) απόφασης κατά την υποκειμενική κρίση των μελών του Εφετείου», αλλά «όπου διαπιστώνεται ότι δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενείς παράγοντες είτε διότι παραγνωρίστηκαν παράγοντες και κριτήρια που καθιερώθηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα για την άσκηση της.»
Συνάγεται λοιπόν από την υπόθεση αυτή αλλά και τη Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ.1) (1997) 2 ΑΑΔ 160, ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο εάν κριθεί είτε ότι έχουν ληφθεί υπ' όψιν γεγονότα ή στοιχεία μη σχετικά με τα επίδικα θέματα είτε ότι έχουν παραγνωριστεί οι παράγοντες ή τα κριτήρια του καθιέρωσε η νομολογία μας είτε ότι η διακριτική ευχέρεια πρωτοδίκως έχει ασκηθεί χωρίς να ληφθούν υπ' όψιν οι σωστές αρχές δικαίου ή έξω από τα νομολογηθέντα ορθά πλαίσια ή όπου διαπιστώνεται έκδηλη εκτροπή από την ορθή διαδικασία (βλ. και Αντωνίου v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 240, Ζαννέτου κ.α. v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 652).
Σε σχέση με την παρούσα, κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειώσουμε ότι από τις 8.7.2026 μέχρι τις 18.7.2026 η Αστυνομία αναζήτησε τον ύποπτο για σκοπούς εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης χωρίς να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του. Δεν προέκυψε να είχε γνώση ο ύποπτος για την έκδοση στις 8.7.2026 του επίδικου εδώ εντάλματος σύλληψης. Η πρωτόδικη Δικαστής αναγνώρισε ότι συγκεκριμένες ενέργειες που αφορούσαν το περιβάλλον της παραπονούμενης μπορούσαν να διεκπεραιωθούν και εντός του δεκαημέρου προ της σύλληψης του υπόπτου που έγινε στις 18.7.2026. Τέτοιες ήταν ενέργειες όπως η λήψη καταθέσεων από φιλικά της πρόσωπα, η λήψη συμπληρωματικής κατάθεσης από την ίδια, οι εξετάσεις προς εντοπισμό και αξιολόγηση κλειστών κυκλωμάτων βιντεοπαρακολούθησης και ο μηχανικός έλεγχος του οχήματος της παραπονούμενης για σκοπούς ανεύρεσης συσκευής γεωεντοπισμού (GPS) στο όχημά της, την οποία συσκευή, κατά δήλωση του παρενοχλούντος, ο ίδιος είχε τοποθετήσει στο αυτοκίνητό της. Δεν περιορίστηκε σε αυτά όμως η πρωτόδικη Δικαστής. Υπέδειξε στη συνέχεια ότι:
«Τούτων λεχθέντων, προκύπτει εντούτοις μέσα από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπολείπεται και μέρος του ανακριτικού έργου το οποίο αφορά άμεσα το περιβάλλον του υπόπτου και εμπίπτει εντός της σφαίρας επιρροής του. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να γίνει έρευνα της οικίας και υποστατικών του προς εντοπισμό και κατάσχεση συσκευών κινητών τηλεφώνων, καθώς και ηλεκτρονικών υπολογιστών, με τα οποία πιθανόν ο ύποπτος να απέστειλε τα μηνύματα, τα οποία αναφέρονται στο Τεκμήριο Α, προς την παραπονούμενη και που πιθανόν να φυλάγονται αρχεία βίντεο, αλλά και εφαρμογή/ες που σχετίζονται με την παρακολούθηση ή έλεγχο ή χειρισμό της συσκευής γεωεντοπισμού (GPS). [...] Υπενθυμίζεται ότι διερευνάται, επίσης, το αδίκημα της διάδοσης υλικού πορνογραφικού ή σεξουαλικού περιεχομένου, και όχι μόνο η αποστολή γραπτών απειλών για φόνο μέσω μηνυμάτων, συνεπώς η έρευνα θα πρέπει να επεκταθεί σε περισσότερες ηλεκτρονικές συσκευές, από κινητά τηλέφωνα, και σε περισσότερες εφαρμογές αποθήκευσης αρχείων, νοείται βεβαίως εντός των πλαισίων του εκδοθέντος εντάλματος έρευνας. Κρίνεται ότι εύλογα προκύπτει πιθανός κίνδυνος καταστροφής τεκμηρίων από την πλευρά του υπόπτου σε περίπτωση απόλυσης του και δικαιολογημένος φόβος επηρεασμού του ανακριτικού έργου.»
Στη συνέχεια η πρωτόδικη Δικαστής αναφέρθηκε στις ενέργειες που δεν είχαν γίνει. Έκρινε ότι η παράλειψη αυτή δεν ήταν από μόνη της καθοριστική ως προς την εξέταση της αίτησης που είχε ενώπιόν της και επεσήμανε ότι επιπρόσθετα των άλλων ενεργειών θα έπρεπε να αξιολογηθεί και ο ισχυρισμός ότι τον ύποπτο συνόδευαν φιλικά του άτομα στο μπαρ κατά τη νύκτα της 7.7.2026. Τονίζοντας ορθώς ότι η διερεύνηση αυτού του ισχυρισμού και ο τυχόν εντοπισμός και λήψη καταθέσεων από τέτοια φιλικά του υπόπτου πρόσωπα, αποτελεί μέρος του ανακριτικού έργου που δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί και υπάρχει δικαιολογημένος φόβος ότι σε περίπτωση απόλυσής του θα προσπαθήσει να επηρεάσει μάρτυρες.
Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε ιδιαίτερο στα όσα εξήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο και στα οποία έχουμε αναφερθεί προηγουμένως. Επαναλαμβάνουμε μόνον ότι η έφεση δεν συνιστά μέσο ούτε και αποτελεί μία δεύτερη ευκαιρία προς επανεξέταση των ίδιων ισχυρισμών. Το Εφετείο δεν αναθεωρεί την πρωτόδικη υπόθεση κατά την υποκειμενική κρίση τη δική του αλλά ελέγχει μόνο κατά πόσο ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, χωρίς δηλαδή να έχουν παρεισφρήσει εξωγενείς παράγοντες. Στην παρούσα δεν συμφωνούμε ότι τίθεται τέτοιο ζήτημα, όπως ούτε και για την έκταση του χρόνου κράτησης.
Συμφωνούμε απολύτως με την πρωτόδικη απόφαση την οποία και επικυρώνουμε. Η έφεση απορρίπτεται.
Χ. Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο