ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 166/2020)
30 Ιουλίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
Εφεσείουσα/Ενάγουσα
v.
ALPHA BANK CYPRUS LTD
Εφεσίβλητης/Εναγομένης
--------------------
Π. Κουρίδης για P. Kourides & Co LLC, για την Εφεσείουσα
Α. Παναγή για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΘΩΜΑ, Δ.: Η Έφεση προσβάλλει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 28.2.20, δια της οποίας απερρίφθη η αγωγή την οποία είχε εγείρει η Εφεσείουσα, ενάγουσα στην αγωγή, εναντίον της Εφεσίβλητης, εναγόμενης στην αγωγή.
Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εφεσείουσας, η Εφεσίβλητη την 2.2.01 παραχώρησε προς όφελος της εγγυητική επιστολή για το ποσό των Λ.Κ. 72.000 (€123.019,30) πλέον τόκους, για την εξασφάλιση ή και τήρηση των υποχρεώσεων της εταιρείας Alpha Panareti Ltd, πελάτιδος της Εφεσίβλητης, σε σχέση με την από μέρους της πώληση, δυνάμει γραπτής συμφωνίας πώλησης, ενός ακινήτου στην Έμπα προς τους S. και D. Kapellides («οι αγοραστές»), η οποία εγγυητική, μεταξύ άλλων, εγγυάτο τη μεταβίβαση του πωληθέντος εντός δύο ετών από την υπογραφή της (εγγυητικής). Η ρηθείσα εγγυητική επιστολή, υπ’ αριθμό LG45/01/80.042, ανανεώθηκε την 3.2.05 και έλαβε τον αριθμό LG45/05/80.008, ακολούθως δε, ανανεώθηκε στις 8.7.05, 9.1.06, 12.7.06, 18.1.07, 31.7.07, 28.1.09, 22.4.10 και 27.1.11. Η Εφεσείουσα με επιστολή της ημερομηνίας 3.1.11, ενημέρωσε την Εφεσίβλητη ότι η εταιρεία Alpha Panareti Ltd δεν είχε μεταβιβάσει και εγγράψει το ανωτέρω ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών μέχρι την 3.2.11 και, ως εκ τούτου, διεκδικούσε από την Εφεσίβλητη την πληρωμή του ποσού της εγγυητικής επιστολής. Με νέα επιστολή της, ημερομηνίας 30.3.11, η Εφεσείουσα ενημέρωσε εκ νέου την Εφεσίβλητη ότι η πωλήτρια εταιρεία δεν είχε μεταβιβάσει και εγγράψει το ανωτέρω ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών μέχρι την 3.5.11 και, ως εκ τούτου, διεκδικούσε την πληρωμή του ποσού της εγγυητικής επιστολής. Επειδή η Εφεσίβλητη δεν απάντησε στην ανωτέρω επιστολή, η Εφεσείουσα τής απέστειλε εκ νέου επιστολή ημερομηνίας 25.5.11. Τελικώς η Εφεσίβλητη με επιστολή της ημερομηνίας 16.6.11, απέρριψε την απαίτηση της Εφεσείουσας και την κάλεσε να διευθετήσει με την πωλήτρια εταιρεία τη μεταβίβαση και εγγραφή του ανωτέρω ακινήτου επ’ ονόματι των αγοραστών.
Ήταν κοινώς παραδεκτό ότι τόσο η Εφεσείουσα όσο και η Εφεσίβλητη, κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, διεξήγαγαν τραπεζικές και άλλες συναφείς εργασίες, διατηρούσαν δε και εξακολουθούν να διατηρούν καταστήματα σε όλη την Κύπρο.
H Έφεση
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με επτά λόγους έφεσης, οι οποίοι επιρρίπτουν στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι: (α) Λανθασμένα αποφάσισε ότι η δεύτερη εγγυητική επιστολή LG45/05/80.008, ημερομηνίας 3.2.05 δεν συνιστά ανανέωση της πρώτης εγγυητικής επιστολής LG45/01/80.042, ημερομηνίας 2.2.01, αλλά έκδοση νέας εγγυητικής επιστολής, αγνοώντας το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 2.2.01, (β) Λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της πρώτης εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 2.2.01, η οποία αποτελούσε την αφετηρία της συνεργασίας, καθώς και το υπόβαθρο για τη δημιουργηθείσα μεταξύ Εφεσείουσας και Εφεσίβλητης νομική σχέση, δυνάμει της οποίας δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση, η επιστολή της Εφεσείουσας ημερομηνίας 30.3.11 να θεωρηθεί πρόωρη, (γ) Λανθασμένα αποφάσισε ότι η επιστολή απαίτησης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 30.3.11 στάληκε πρόωρα στην Εφεσίβλητη, (δ) Λανθασμένα και σε αντίθεση με τα ενώπιον του ουσιώδη γεγονότα έλαβε υπόψη του τις υποχρεώσεις και ευθύνες μόνο της Εφεσείουσας, αλλά όχι της Εφεσίβλητης, (ε) Λανθασμένα αποφάσισε ότι η εταιρεία Alpha Panareti Ltd δικαιούτο να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών μέχρι την 30.5.11, (στ) Λανθασμένα αποφάσισε ότι η Εφεσίβλητη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν η πωλήτρια εταιρεία θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου μέχρι την προκαθορισμένη ημερομηνία, ήτοι την 3.4.11 και (ζ) Εσφαλμένα αποφάσισε ότι το λεκτικό της επιστολής απαίτησης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 30.3.11 ήταν λανθασμένο.
Λόγω της συνάφειας και αλληλοσύνδεσης τους, οι λόγοι έφεσης 1 και 2 θα συνεξεταστούν. Αναφέρεται στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης, ότι η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 3.2.05 αποτελεί ανανέωση και συνέχιση της εγγύησης, την οποία παρείχε η Εφεσίβλητη με την εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 2.2.01, η οποία δεν έπαυσε να ισχύει, για τον λόγο δε αυτό εφαρμόζεται η νομική αρχή “battle of the forms”, με βάση την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να «συμφιλιώσει» αμφότερα τα έγγραφα, χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό, περαιτέρω δε, θα πρέπει να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο αμφοτέρων των εγγράφων σε σχέση με τις υποχρεώσεις Εφεσίβλητης και Εφεσείουσας. Επίσης υποστηρίζεται στην αιτιολογία του δεύτερου λόγου έφεσης, ότι στην εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 2.2.01 ουδόλως αναφέρεται η ημερομηνία, από την οποία θα άρχιζε να μετρά η χρονική περίοδος κατά την οποία θα μπορούσε η Εφεσείουσα να αποστείλει την επιστολή απαίτησης της. Αναφέρεται μόνο η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία θα μπορούσε να σταλεί η επιστολή απαίτησης. Συνεπώς η επιστολή απαίτησης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 30.3.11 δεν θα μπορούσε να ήταν πρόωρη.
Όπως έχουμε παρατηρήσει, αποτέλεσε αδιαμφισβήτητο γεγονός η έκδοση από την Εφεσίβλητη της εγγυητικής επιστολής υπ’ αριθμό LG45/01/80.042, ημερομηνίας 2.2.01, η οποία είχε κατατεθεί ως τεκμήριο 2, όπως επίσης και η έκδοση της εγγυητικής επιστολής υπ’ αριθμό LG45/05/80.008, ημερομηνίας 3.2.05, η οποία είχε κατατεθεί ως τεκμήριο 3. Αμφότερες οι ανωτέρω εγγυητικές επιστολές κατονομάζουν ως δικαιούχο τους την Εφεσείουσα. Όπως έχει αναφερθεί, η Εφεσείουσα διατείνεται ότι η δεύτερη εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 3.2.05 αποτελεί ανανέωση της πρώτης, ημερομηνίας 2.2.01, συνεπώς, κατά την εισήγηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο και της πρώτης εγγυητικής επιστολής.
Σύμφωνα με τη νομολογία, η εγγυητική επιστολή, η οποία εκδίδεται από τραπεζικό ίδρυμα, έχει αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζεται από την αρχική συμφωνία, την οποία διασφαλίζει. Ο σκοπός τον οποίο εξυπηρετεί δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης (Σ.Π.Ε. Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd (2008) 1 A.A.Δ. 841, Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited (2013) 1 A.A.Δ. 1235). Στην υπόθεση Κωμοδρόμου κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ, Πολ. Έφ. Αρ. 281/2013, ημερ. 11.3.20, ECLI:CY:AD:2020:A99, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Η εγγυητική επιστολή που εκδίδεται από τραπεζικό ίδρυμα συνιστά ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί, στη βάση των όρων της. Μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής, η τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το ποσό της εγγυητικής στο δικαιούχο».
Σύμφωνα με τις επισημάνσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η Εφεσίβλητη, με βάση την εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 2.2.01 (Τεκμήριο 2), εγγυήθηκε την υποχρέωση της πωλήτριας Alpha Panareti Ltd να μεταβιβάσει και εγγράψει το πωληθέν από αυτήν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του μέχρι την 2.2.03. Με βάση τους όρους της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής, εάν δεν εκδιδόταν τίτλος ιδιοκτησίας για το πωληθέν ακίνητο μέχρι την 2.2.03, αυτή θα ανανεώνετο αυτόματα για περίοδο δύο ακόμα ετών, με τους ίδιους όρους, δηλαδή μέχρι την 2.2.05. Περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι «...είναι ορθότερο να αναφέρεται ότι το Τεκμήριο 3, αποτελούσε έκδοση νέας εγγυητικής αφού έφερε νέο αριθμό και διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό του Τεκμηρίου 2. Εν πάση περιπτώσει η απαίτηση της Ενάγουσας έγινε στη βάση του Τεκμηρίου 3, αφού είναι ξεκάθαρο ότι η επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 30/3/2011 (Τεκμήριο 16) αναφέρεται στην εγγυητική επιστολή LG45/05/80.008».
Όπως είναι νομολογημένο, η ερμηνεία ενός εγγράφου αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, το οποίο, μέσα από το λεκτικό του εγγράφου αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Κριτήριο δε για τα όσα διατυπώνονται σε αυτό είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο του στο μέσο λογικό άνθρωπο (Χατζησωτηρίου v. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1406).
Ορθά, κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τα δύο έγγραφα, κατέληξε ότι η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 3.2.05 δεν αποτελούσε απλή ανανέωση της προηγηθείσας εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 2.2.01, αλλά νέα εγγυητική επιστολή, η οποία αντικατέστησε κατ’ ουσίαν την προηγούμενη, ημερομηνίας 2.2.01. Όπως ορθά υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο, πέραν του ότι η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 3.2.05 φέρει διαφορετικό αριθμό, εμπεριέχει νέους διαφορετικούς όρους από αυτούς που εμπεριέχει η προηγηθείσα εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 2.2.01. Η βασική δε διαφορά εστιάζεται στο ότι η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 3.2.05 προέβλεπε ότι η επιστολή απαίτησης της Εφεσείουσας θα υποβάλλετο εφόσον η πωλήτρια εταιρεία Alpha Panareti Ltd παρέλειπε να εγγράψει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του μέχρι την 3.4.05, δηλαδή ένα μήνα ακριβώς πριν την ημερομηνία λήξης της δεύτερης εγγυητικής επιστολής, που ήταν η 3.5.05. Περαιτέρω προέβλεπε ότι, εφόσον δεν εκδίδετο ο τίτλος ιδιοκτησίας για το πωληθέν ακίνητο μέχρι την 3.4.05, η εγγυητική επιστολή θα ανανεώνετο για περαιτέρω περίοδο τριών μηνών, ήτοι μέχρι την 3.8.05, με τους ίδιους όρους και νοουμένου ότι οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής θα έπρεπε να παραληφθεί από την Εφεσείουσα όχι ενωρίτερα από την 3.7.05 και όχι αργότερα από την 3.8.05, ήτοι εντός του τελευταίου μήνα της ισχύος της. Σε αντίθεση με τις ανωτέρω τεθείσες προθεσμίες, η προηγηθείσα εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 2.2.01 έθετε ως όρο το ότι η απαίτηση πληρωμής της Εφεσείουσας θα έπρεπε να παραληφθεί όχι αργότερα από την 2.2.03, που ήταν η ημερομηνία λήξης της εγγυητικής επιστολής, και να αναφέρει ότι η πωλήτρια εταιρεία παρέλειψε να εγγράψει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του μέχρι την ως άνω ημερομηνία, ήτοι την ημερομηνία λήξης (2.2.03).
Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλήγουμε ότι το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 3.2.05 δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ότι αυτή δεν αποτελεί απλή ανανέωση της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 2.2.01, αλλά νέα εγγυητική επιστολή (novation), η οποία αντικατέστησε πλήρως την εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 2.2.01 (Τράπεζα Κύπρου κ. ά v. Coudounaris Food Products Ltd κ. ά. (1995) 1. Α.Α.Δ. 641). Επισημαίνουμε ακόμα ότι η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 2.2.01 προβλέπει ρητά ότι «...this guarantee shall automatically be renewed for a further period of 2 years […] and shall finally expired on 02.02.2005».
(έμφαση δοθείσα)
Είναι λοιπόν φανερό ότι το περιεχόμενο της ρηθείσας εγγυητικής επιστολής καθιστά ξεκάθαρο ότι έληγε την 2.2.05, χωρίς να παρέχεται ευχέρεια περαιτέρω ανανέωσης της ισχύος της.
Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε και τις ορθές επισημάνσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως όλες οι μετέπειτα ανανεώσεις, οι οποίες φτάνουν μέχρι την 3.5.11, αφορούσαν τη δεύτερη εγγυητική, όπως καταδεικνύεται από το ότι φέρουν τον αριθμό της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 3.2.05. Επιπρόσθετα, με εξαίρεση την ημερομηνία λήξης, που διαφέρει στην κάθε ανανέωση αυτής της μεταγενέστερης εγγυητικής, όλες οι ανανεώσεις προνοούν ότι «All other terms and conditions […] remain unchanged» και ασφαλώς αυτή η πρόνοια δεν αναφέρεται σε όρους της πρώτης εγγυητικής.
Ενόψει των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τη θέση της Εφεσείουσας ότι η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 2.2.01 δεν έπαυσε να ισχύει και ότι για τον λόγο δε αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να «συμφιλιώσει» το περιεχόμενο αμφοτέρων των εγγυητικών επιστολών. Αφ’ ης στιγμής η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 3.2.05 αντικατέστησε πλήρως την προηγηθείσα εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 2.2.01, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο της πρώτης, ώστε να καταλήξει στα ευρήματα του αλλά εξέτασε την αξίωση στη βάση της δεύτερης εγγυητικής.
Οι λόγοι έφεσης 1 και 2 απορρίπτονται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προσβάλλεται το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επιστολή απαίτησης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 30.3.11 στάληκε πρόωρα. Σύμφωνα με την αιτιολογία του λόγου έφεσης, η Εφεσίβλητη είχε υποχρέωση να ενημερώσει την Εφεσείουσα 30 μέρες πριν τη μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου, ότι θα έπρεπε να διεκπεραιωθεί η σχετική μεταβίβαση. Η Εφεσείουσα, μέχρι την 30.3.11, δεν είχε λάβει οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση για τη μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου επ’ ονόματι των αγοραστών του. Η δε πωλήτρια εταιρεία είχε προθεσμία μέχρι την 3.4.11 να το μεταβιβάσει επ’ ονόματι των αγοραστών του. Για να ήταν έγκυρη οποιαδήποτε μεταβίβαση την 3.4.11, δυνάμει της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 3.2.05, θα έπρεπε να είχε σταλεί ειδοποίηση στην Εφεσείουσα το αργότερο μέχρι την 3.3.11. Συνεπώς είχε ήδη εκπνεύσει ο χρόνος εντός του οποίου θα μπορούσε να γίνει νόμιμα η μεταβίβαση. Ως εκ τούτου, κατά την εισήγηση, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Εφεσείουσα εδικαιούτο να υποβάλει απαίτηση δυνάμει της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 3.2.05, δεν ήταν 30 αλλά 60 ημέρες, ήτοι από την 3.3.11.
Κατά πρώτον θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι η εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 3.2.05 δεν έληξε την 3.8.05 αλλά ανανεώθηκε μέχρι την 3.5.11. Το ανωτέρω εύρημα δεν προσβάλλεται με τους λόγους έφεσης, όπως επίσης δεν προσβάλλεται ούτε και το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η κάθε ανανέωση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής μετέβαλλε την ημερομηνία μέχρι την οποία η πωλήτρια εταιρεία είχε υποχρέωση να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών, όπως διαμορφωνόταν από τις διαδοχικές ανανεώσεις της εγγυητικής επιστολής, «...παραμένοντας πάντοτε ένα μήνα πριν την ημερομηνία λήξης». Στη συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδεχόμενο βασικά τις θέσεις της Εφεσίβλητης, κατέληξε σε εύρημα ότι, με βάση την τελευταία ανανέωση της 27.1.11 (τεκμήριο 11), η οποία έληγε την 3.5.11, η πωλήτρια εταιρεία είχε την υποχρέωση να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του μέχρι την 3.4.11, ήτοι ένα μήνα πριν την ημερομηνία λήξης της εγγυητικής επιστολής. Επί του σημείου αυτού συμφωνεί και η Εφεσείουσα, αφού στην αιτιολογία του λόγου έφεσης προβάλλει ότι η πωλήτρια εταιρεία είχε προθεσμία μέχρι την 3.4.11 για να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του.
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους όμως η θέση της Εφεσείουσας ότι για να ήταν έγκυρη οποιαδήποτε μεταβίβαση την 3.4.11, δυνάμει της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής, θα έπρεπε να είχε σταλεί ειδοποίηση στην Εφεσείουσα το αργότερο μέχρι την 3.3.11. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε σε ποιον επακριβώς όρο της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής στηρίζεται η αμέσως πιο πάνω θέση της. Περαιτέρω δεν θα μπορούσαμε να αποδεχθούμε ούτε τον συλλογισμό της Εφεσείουσας ότι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εδικαιούτο να υποβάλει στην Εφεσίβλητη την απαίτηση πληρωμής της εγγύησης δεν ήταν 30 αλλά 60 μέρες, ήτοι από την 3.3.11.
Δεδομένου του ότι η απαίτηση πληρωμής της Εφεσείουσας υπεβλήθη την 30.3.11, ήτοι πριν τη λήξη της προθεσμίας εντός της οποίας η πωλήτρια εταιρεία υποχρεούτο να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του, ήταν απόλυτα δικαιολογημένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η υποβληθείσα από την Εφεσείουσα απαίτηση πληρωμής της εγγύησης ήταν πρόωρη. Το ότι η απαίτηση πληρωμής της Εφεσείουσας (τεκμήριο 16) ήταν πρόωρη διαφαίνεται και από το ίδιο το λεκτικό της, όπου αναφέρεται επί λέξει ότι: «Αναφερόμαστε στην πιο πάνω εγγυητική και αφού οι πωλητές [...] δεν θα έχουν εγγράψει ως την 03/05/2011 το ακίνητο...».
Από το ως άνω λεκτικό διαφαίνεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι η Εφεσείουσα εξέλαβε εκ των προτέρων ως δεδομένη τη μη συμμόρφωση της πωλήτριας εταιρείας με την υποχρέωση της να εγγράψει το πωληθέν ακίνητο επί των αγοραστών του εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, η οποία κατά την 30.3.11 δεν είχε ακόμα εκπνεύσει. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι η Εφεσείουσα δεν ικανοποίησε τους όρους της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 3.2.05, η οποία είχε ανανεωθεί και βρισκόταν σε ισχύ μέχρι την 3.5.11. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υποδείξουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, προς επίρρωση του ευρήματος του ότι η απαίτηση πληρωμής της Εφεσείουσας ήταν πρόωρη, παραθέτει απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4th edition, Reissue, Vol 3(1), όπου στις σελίδες 213 -214 αναφέρεται ότι: «Where a performance bond is payable on demand upon the occurrence of a specified event, the beneficiary’s demand must state that the event has occurred”.
(Έμφαση δοθείσα)
Ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη του τις υποχρεώσεις και ευθύνες της Εφεσίβλητης, αλλά μόνο τις δικές της. Σύμφωνα με την αιτιολογία του λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι η επιστολή απαίτησης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 30.3.11 ήταν πρόωρη, χωρίς ωστόσο να σχολιάσει ότι η Εφεσίβλητη απάντησε στην ως άνω επιστολή απαίτησης 47 μέρες μετά, και ενώ είχε λήξει η περίοδος εντός της οποίας μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου. Δεν σχολίασε επίσης το γεγονός ότι η Εφεσίβλητη δεν αναφέρει στην ως άνω απαντητική επιστολή της τον λόγο για τον οποίο απέρριψε την απαίτηση της Εφεσείουσας. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 3.2.05, η Εφεσίβλητη είχε υποχρέωση να ενημερώσει την Εφεσείουσα, 30 μέρες πριν από τη μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου, ότι επρόκειτο να διεκπεραιωθεί η μεταβίβαση. Η Εφεσείουσα μέχρι την 30.3.11 δεν έλαβε οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση για την προτιθέμενη μεταβίβαση του. Με βάση την εγγυητική επιστολή ημερομηνίας 3.2.05, για να ήταν έγκυρη οποιαδήποτε μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου μέχρι την 3.4.11, προθεσμία που είχε η πωλήτρια εταιρεία για να το μεταβιβάσει, θα έπρεπε να είχε σταλεί ειδοποίηση στην Εφεσείουσα τουλάχιστον μέχρι την 3.3.11. Συνεπώς είχε ήδη εκπνεύσει ο χρόνος, εντός του οποίου θα μπορούσε να γίνει νόμιμα η μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου.
Όπως έχουμε παρατηρήσει, δεν ηγέρθη στα δικόγραφα της Εφεσείουσας ζήτημα αδικαιολόγητης καθυστέρησης της Εφεσίβλητης να απαντήσει στην επιστολή απαίτησης της, καθώς και τυχόν δημιουργηθείσες εις βάρος της Εφεσείουσας συνέπειες από την καθυστέρηση. Αφ’ ης στιγμής δεν ηγέρθη από πλευράς Εφεσείουσας, δεν ήταν υποχρεωμένο το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει αυτόβουλα τέτοιο ζήτημα. Πέραν των πιο πάνω, δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε και η θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν σχολίασε το γεγονός ότι στην απαντητική επιστολή της η Εφεσίβλητη δεν αναφέρει τον λόγο για τον οποίο απέρριψε την απαίτηση της Εφεσείουσας. Όπως παρατηρούμε, πέραν του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι μοναδικός λόγος που εγείρεται από την Εφεσίβλητη στην απαντητική της επιστολή ημερομηνίας 16.6.11 (τεκμήριο 18) είναι η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το πωληθέν ακίνητο, προχωρεί και εξετάζει την εγερθείσα από την Εφεσίβλητη θέση ως προς το κατά πόσο η μη αναφορά στην ως άνω απαντητική επιστολή της όλων των λόγων που την οδήγησαν να απορρίψει την απαίτηση της Εφεσείουσας, δημιουργεί κώλυμα για αυτήν να εγείρει τέτοιες ενστάσεις και λόγους στην Υπεράσπιση της. Βασιζόμενο δε σε απόσπασμα του συγγράμματος Chitty On Contracts, 33η έκδοση, παρ. 34 - 512 και παρ. 34 - 526, καταλήγει σε αρνητικό συμπέρασμα.
Το αμέσως πιο πάνω εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με τους λόγους έφεσης, συνεπώς δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε με αυτό. Πέραν των πιο πάνω, δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε και η θέση της Εφεσείουσας ότι για να ήταν έγκυρη η μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου κατά την 3.4.11, θα έπρεπε, δυνάμει των όρων της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 3.2.05, να είχε σταλεί σε αυτήν ειδοποίηση από την Εφεσίβλητη, τουλάχιστον 30 μέρες πριν τη μεταβίβαση, ήτοι μέχρι την 3.3.11, με την οποία να ενημερώνεται για τη σκοπούμενη μεταβίβαση. Δεν έχουμε εντοπίσει στο περιεχόμενο της εν λόγω εγγυητικής οποιονδήποτε όρο που να επιβάλλει τέτοια υποχρέωση στην Εφεσίβλητη. Ούτε έχουμε παραπεμφθεί από την Εφεσείουσα σε συγκεκριμένο όρο της εγγυητικής που να επιβάλλει τέτοια υποχρέωση. Συνεπώς δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση της Εφεσείουσας πως, ενόψει του ότι δεν της είχε σταλεί η σχετική ειδοποίηση εντός της προβλεπομένης στην εγγυητική προθεσμία, είχε ήδη εκπνεύσει ο χρόνος εντός του οποίου θα μπορούσε να γίνει νόμιμα η μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου, συνεπώς η απαίτηση πληρωμής της ημερομηνίας 30.3.11 δεν θα μπορούσε να κριθεί ως πρόωρη.
Δεν διαφεύγει φυσικά την προσοχή μας ο τεθείς στην εγγυητική όρος, ο οποίος επιβάλλει στην Εφεσίβλητη την υποχρέωση να πληρώσει στην Εφεσείουσα το ποσό της εγγυητικής στην περίπτωση που «The seller transferred the title of the property to the buyer without giving at least 30 days written notice to you through the issuing bank (ourselves) of the intended transfer». Ο συγκεκριμένος όμως όρος δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση για τον λόγο ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, το πωληθέν ακίνητο δεν είχε μεταβιβαστεί από την πωλήτρια εταιρεία επ’ ονόματι των αγοραστών του. Επισημαίνουμε ότι στην απαίτηση πληρωμής της ημερομηνίας 30.3.11 η ίδια η Εφεσείουσα αναφέρει επί λέξει ότι: «...και αφού οι πωλητές [...] δεν θα έχουν εγγράψει ως την 3/5/2011 το ακίνητο...».
Ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα παραπονείται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η πωλήτρια εταιρεία εδικαιούτο να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του μέχρι την 30.5.11. Σύμφωνα με την αιτιολογία του, ενώ στη σελίδα 21 της απόφασης του το πρωτόδικο Δικαστήριο συμφώνησε με τη θέση της Εφεσίβλητης ότι η πωλήτρια εταιρεία είχε υποχρέωση να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του μέχρι την 3.4.11, στη σελίδα 23 συμπεραίνει ότι η πωλήτρια εταιρεία είχε το δικαίωμα να το μεταβιβάσει μέχρι την 30.5.11.
Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σε κάποιο σημείο στη σελίδα 23 της απόφασης του, αναφερόμενο στην Εφεσίβλητη, αναφέρει επί λέξει ότι: «...και βέβαια δεν μπορούσε να γνωρίζει αν ο πωλητής θα ενέγραφε το ακίνητο στο όνομα των αγοραστών μέχρι την 30/5/2011». Θεωρούμε όμως ότι εκ παραδρομής αναγράφεται η αμέσως πιο πάνω ημερομηνία, αφού, ως έχει ήδη αναφερθεί, αποτέλεσε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η πωλήτρια εταιρεία, βάσει των όρων της εγγυητικής επιστολής, είχε υποχρέωση να εγγράψει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του μέχρι την 3.4.11, εύρημα με το οποίο συμφωνεί και η Εφεσείουσα. Θα πρέπει ακόμα να υπογραμμίσουμε ότι με βάση την τελευταία ανανέωση της, όπως περιγράφεται στο τεκμήριο 11, η εγγυητική επιστολή έληγε την 3.5.11. Συνεπώς εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατο η υποχρέωση της πωλήτριας εταιρείας να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο, να εκτείνεται σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας λήξης της εγγυητικής επιστολής.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Η επιτυχία του όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας και για την επιτυχία της έφεσης.
Με τον έκτο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα προσβάλλει το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσίβλητη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν η πωλήτρια εταιρεία θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου μέχρι την προκαθορισμένη ημερομηνία, ήτοι την 3.4.11. Σύμφωνα με την αιτιολογία του, βάσει των όρων της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 2.2.01 και των ανανεώσεων της, η Εφεσίβλητη θα ήταν η πρώτη που θα έπρεπε να ενημερωθεί για τη μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου. Είχε επίσης υποχρέωση να ενημερώσει την Εφεσείουσα για την επικείμενη μεταβίβαση, τουλάχιστον 30 ημέρες προηγουμένως. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είχε αποσταλεί οποιαδήποτε ειδοποίηση στην Εφεσείουσα από την Εφεσίβλητη μέχρι την 3.4.11 σε σχέση με τη μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου, προκύπτει, κατά την Εφεσείουσα, αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Εφεσίβλητη γνώριζε πολύ καλά ότι η μεταβίβαση δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί μέχρι την 3.4.11.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Εφεσείουσα ότι η Εφεσίβλητη γνώριζε πως η μεταβίβαση δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί μέχρι την 3.4.11 είναι, κατά την κρίση μας, παντελώς αυθαίρετο, αφού εκλαμβάνει ως δεδομένη τόσο την υποχρέωση ενημέρωσης της Εφεσίβλητης για την τυχόν μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου, όσο και την περαιτέρω υποχρέωση της να ενημερώσει την Εφεσείουσα 30 μέρες προηγουμένως, στη βάση των, κατά τον ισχυρισμό της Εφεσείουσας, όρων της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 3.2.05, η οποία, ως έχει αναφερθεί, ανανεωνόταν συνεχώς και βρισκόταν σε ισχύ μέχρι την 3.5.11. Οι όροι όμως της ρηθείσας εγγυητικής δεν επέβαλλαν τέτοιες υποχρεώσεις στην Εφεσίβλητη.
Υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσίβλητη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν η πωλήτρια εταιρεία θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του πωληθέντος ακινήτου μέχρι την 3.4.11, κρίνεται ως απόλυτα ορθό. Θα πρέπει ακόμα να προσθέσουμε ότι η παραπομπή από την Εφεσείουσα στους όρους της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 2.2.01,προς υποστήριξη των θέσεων της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τον λόγο ότι, ως έχουμε ήδη αναφέρει, η ισχύς της ως άνω εγγυητικής εξέπνευσε την 2.2.05.
Ο έκτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον τελευταίο λόγο έφεσης προσβάλλεται το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το λεκτικό της απαίτησης πληρωμής της Εφεσείουσας ημερομηνίας 30.3.11 ήταν λανθασμένο. Σύμφωνα με την αιτιολογία του λόγου έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι το λεκτικό της απαίτησης πληρωμής παρέπεμπε σε μελλοντικό χρόνο και ως εκ τούτου αντέβαινε τους όρους της εγγυητικής επιστολής, καθότι η Εφεσίβλητη δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο η πωλήτρια εταιρεία θα μεταβίβαζε το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Στη συνέχεια της αιτιολογίας, επαναλαμβάνεται αυτούσιο το λεκτικό της αιτιολογίας του έκτου λόγου έφεσης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή σε νομολογία (Frank Maas (UK) Ltd v. Habib Bank AG Zurich (2001) Lloyds Rep. 14), υπογραμμίζει, ορθά κατά την κρίση μας, την ανάγκη για αυστηρή συμμόρφωση της απαίτησης πληρωμής με τους όρους της εγγυητικής επιστολής. Θεωρούμε επίσης ορθό να παραθέσουμε το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Banking Litigation, 4η έκδοση, όπου στη σελίδα 124, παρ. 5 – 008 αναφέρονται τα ακόλουθα:
“In order to be effective a bank will give its personal undertaking to pay in certain conditions, such as a demand made by the buyer in a specified form, in a defined period of time. If demand is made in accordance with the strict terms of the instrument then the bank is bound to make payment and look to its customer for an indemnity”.
Με δεδομένο ότι η υποχρέωση της πωλήτριας εταιρείας να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο στους αγοραστές του, με βάση την τελευταία ανανέωση της είχε επεκταθεί μέχρι την 3.4.11, κρίνουμε ως απόλυτα ορθό το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το λεκτικό της απαίτησης πληρωμής της Εφεσείουσας δεν ήταν σύμφωνο με τους όρους της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 3.2.05, αφού υπεβλήθη πριν ακόμα λήξει η προθεσμία εντός της οποίας η πωλήτρια εταιρεία υποχρεούτο να μεταβιβάσει το πωληθέν ακίνητο επ’ ονόματι των αγοραστών του, εικάζοντας ότι «...οι πωλητές [...] δεν θα έχουν εγγράψει ως την 3.5.2011 το ακίνητο...». Το αμέσως πιο πάνω λεκτικό είναι αντίθετο με το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 3.2.05, το οποίο ρητά προβλέπει πως η απαίτηση πληρωμής θα πρέπει να αναφέρει ότι “The seller has not by 03/04/2005 registered the aforesaid property, […], in the name of…”.
Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της αιτιολογίας του λόγου έφεσης, υιοθετούμε τα όσα αναφέραμε κατά την εξέταση του έκτου λόγου έφεσης, τα οποία θεωρούμε αχρείαστο να επαναλάβουμε.
Ο έβδομος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των πιο πάνω, η Έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Επιδικάζονται έξοδα €5.200, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο